15 μελέτες για τον ελληνικό 20ό αιώνα, και όχι μόνο (του Σπύρου Κακουριώτη)

0
1891

του Σπύρου Κακουριώτη

 

Στην εκπνοή του, το 2019 μας προικοδότησε με μια σημαντική ιστοριογραφική συμβολή για τον «ελληνικό 20ό αιώνα», με το ομώνυμο βιβλίο του Αντώνη Λιάκου, τη μόνη επίτομη ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα που διαθέτουμε μέχρι σήμερα. Μαζί με αυτό, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, τούτες τις μέρες, αρκετές αξιοπρόσεκτες ιστορικές μελέτες αγωνίζονται να βρουν το δρόμο τους προς τον αναγνώστη. Από αυτές, ξεχωρίσαμε δεκαπέντε, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα.

Σωτήρης Ριζάς, Βενιζελισμός και αντιβενιζελισμός, Ψυχογιός

Εκατό και πλέον χρόνια μετά τα γεγονότα που οδήγησαν στον Εθνικό Διχασμό, οι συνθήκες δημιουργίας και εμπέδωσης αυτής της διαιρετικής τομής που χαρακτήρισε το ελληνικό πολιτικό σύστημα μέχρι, τουλάχιστον, τα χρόνια του Εμφυλίου, οι συνθήκες γέννησής του και συγκρότησης των δύο παρατάξεων που τον εξέφρασαν συνεχίζουν να απασχολούν τους ιστορικούς. Ο Σωτήρης Ριζάς επιστρέφει στις απαρχές του Εθνικού Διχασμού, επιχειρώντας να αναδείξει τις πολιτικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις που επέτρεψαν τη διαμόρφωση του βενιζελισμού και του κωνσταντινισμού, τις οποίες εντοπίζει στον ανολοκλήρωτο μετασχηματισμό που υπήρξε η κληρονομιά της στρατιωτικής επέμβασης του 1909. Η αδυναμία του πολιτικού και θεσμικού οικοδομήματος να διαχειριστεί τις γεωπολιτικές πιέσεις του Α’ Παγκοσμίου πολέμου πυροδότησαν ένα σχίσμα στην κορυφή του πολιτικού συστήματος που, σύμφωνα με τον συγγραφέα, δεν ήταν διόλου δεδομένο ότι θα διαχεόταν μέχρι τη βάση της κοινωνίας, όπως έγινε μετά το 1922, όταν η Μικρασιατική Καταστροφή, η έλευση των προσφύγων και η εκτέλεση των Έξι παγίωσε τον Διχασμό, δίνοντάς του κοινωνικά, περιφερειακά, ακόμη και εθνοτικά χαρακτηριστικά. Σχολιάζοντας την προηγούμενη βιβλιογραφία –ιδιαίτερα τις μελέτες του Γ. Μαυρογορδάτου– ο Σ. Ριζάς τονίζει ότι αυτές οι διαστάσεις δεν ήταν δεδομένες κατά την πρώιμη φάση της σύγκρουσης Βενιζέλου – Κωνσταντίνου, καθώς κοινωνικά χαρακτηριστικά που αποδίδονται στη μία ή στην άλλη παράταξη (επιχειρηματική αστική τάξη, γαιοκτήμονες, μικροϊδιοκτήτες) αναγνωρίζονται, στην πραγματικότητα, και στις δύο. Το σχίσμα οφειλόταν περισσότερο στη δυναμική των γεγονότων της περιόδου 1915-1918, οδήγησε όμως σε μια διαμάχη χωρίς συνταγματικά και πολιτικά όρια, καθώς και οι δύο πλευρές αποδέχθηκαν την κατάρρευση των κανόνων του παιχνιδιού, αντικαθιστώντας με ένα βαθύτατο σχίσμα τη φυσιολογική διαφοροποίηση μεταξύ μιας συντηρητικής και μιας φιλελεύθερης μεταρρυθμιστικής μερίδας, που συναντάται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

 

 

 

Ραϋμόνδος Αλβανός, Σλαβόφωνοι και πρόσφυγες, Επίκεντρο

Μια «μελέτη περίπτωσης» για τον τρόπο διάχυσης του Διχασμού στη βάση της κοινωνίας μετά το 1922, για τη σύμφυσή του με προϋπάρχουσες αντιθέσεις και τη δημιουργία των προϋποθέσεων μετάλλαξής του κατά την περίοδο της Κατοχής αποτελεί η ανά χείρας μελέτη για το Κράτος και πολιτικές ταυτότητες στη Μακεδονία του Μεσοπολέμου. Ο συγγραφέας εξετάζει δύο διαφορετικές ομάδες πληθυσμού στον χώρο της Δυτικής Μακεδονίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην περίπτωση της Καστοριάς: τους ντόπιους σλαβόφωνους και τους πρόσφυγες που εγκαθίστανται εκεί μετά το 1922. Όπως παρατηρεί, και οι δύο πληθυσμοί ήταν, με τον τρόπο τους, «ξένοι», ενώ ταυτόχρονα διεκδικούσαν, ο καθένας με τον τρόπο του, την «εντοπιότητά» τους. Στο επίκεντρο της μελέτης βρίσκεται ο ρόλος του κράτους στην προσπάθεια ένταξης των δύο ομάδων πληθυσμών στην ελληνική κοινωνία και ο τρόπος που το κοινοβουλευτικό σύστημα επηρέασε τη συγκρότηση εθνικών και πολιτικών ταυτοτήτων στη μεσοπολεμική Μακεδονία. Για να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, ο Ρ. Αλβανός εξετάζει τη συγκρότηση των δικτύων των πολιτευτών, τις στρατηγικές τους για την άντληση ψήφων, την έκφραση και διαχείριση των αιτημάτων των ψηφοφόρων – χωρικών· παράλληλα, μελετά τις συγκρούσεις ντόπιων και προσφύγων σχετικά με την ιδιοποίηση των εγκαταλειμμένων μουσουλμανικών γαιοκτησιών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι αντιθέσεις ενσωματώθηκαν στο βασικό πολιτικό σχίσμα του Μεσοπολέμου, δίνοντας στην αντιπαράθεση βενιζελισμού και αντιβενιζελισμού την ιδιαίτερη μορφή που έλαβε στη Μακεδονία. Μέσα από τις σελίδες του έργου παρουσιάζεται το σχεδίασμα μιας κοινωνικής ιστορίας της μεσοπολεμικής μακεδονικής υπαίθρου, μέσα από τις διακυμάνσεις της οποίας στερεώθηκαν εθνοτικές και πολιτικές ταυτότητες, οι οποίες θα παίξουν κρίσιμο ρόλο κατά την πολεμική δεκαετία του 1940.

 

Σωκράτης Κοσμίδης, Ημερολόγιο 1941-1945, Τράπεζα της Ελλάδος

«Ποιος να μου έλεγε τότε», σημειώνει στο ημερολόγιό του στις 30 Αυγούστου του 1942 ο Σωκράτης Κοσμίδης, πρόσφυγας από τη Σμύρνη, «πως μετά 20 χρόνια θα βρισκόμουν στο Λονδίνο, φεύγοντας μια νεωτέρα, χειροτέρα της πρώτης, εθνική συμφορά;» Αυτή την άλλη προσφυγιά καταγράφει στο ημερολόγιό του ο υπάλληλος της Τραπέζης της Ελλάδος, που μαζί με δύο ακόμη συναδέλφους του (Αριστείδη Λαζαρίδη και Μίνω Λεβή) ήταν οι μόνοι που ακολούθησαν το 1941 την εξόριστη κυβέρνηση, αρχικά στην Κρήτη και μετά στην Αίγυπτο, τη Νότια Αφρική και, τέλος το Λονδίνο. Εξορία εθελοντική, καθώς ήταν οι μόνοι που δέχθηκαν να συνοδεύσουν τον διοικητή Κυριάκο Βαρβαρέσο και τον υποδιοικητή Γεώργιο Μαντζαβίνο στη διάσωση του χρυσού και των συναλλαγματικών αποθεμάτων της χώρας, προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια των Ναζί. Προσφυγιά «πολυτελείας», αλλά ασφαλώς όχι λιγότερο πικρή για τον Σωκράτη Κοσμίδη, που εγκατέλειψε την οικογένειά του στην κατεχόμενη Αθήνα, η οποία σύντομα θα γνωρίσει τον λιμό και την καταστροφή. Μέσα από τις πυκνές καταγραφές αυτού του πολύτιμου ντοκουμέντου, παρακολουθούμε τόσο τις εξελίξεις στα μέτωπα του πολέμου, που ο Κοσμίδης καταγράφει με αγωνία, όσο και τη δραστηριότητα της εξόριστης κυβέρνησης, που παρακολουθεί από κοντά, καθώς στον Βαρβαρέσο ο Εμμανουήλ Τσουδερός θα αναθέσει το χαρτοφυλάκιο των Οικονομικών. Έτσι, το ημερολόγιό του (την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε η Άντζελα Καραπάνου) αποτελεί μαρτυρία ενός αυτόπτη για τις κυβερνητικές ενέργειες για την ανασυγκρότηση του στρατού στη Μέση Ανατολή, για την αντιμετώπιση της επισιτιστικής κρίσης στην κατεχόμενη Ελλάδα, για τις διπλωματικές επαφές και διεργασίες για τη μεταπολεμική θέση της χώρας. Παράλληλα, καταγράφει συγκρατημένα την αγωνία του για την έκβαση του πολέμου, την ανησυχία του για τους συγγενείς του στην πατρίδα, αποτυπώνοντας με τον τρόπο αυτό την εμπειρία του πολέμου, όπως την βιώνει στο βομβαρδισμένο Λονδίνο. Φιλοβασιλικός, αγγλόφιλος και αντικομμουνιστής, μολονότι αποφεύγει να καταγράφει τις πολιτικές του απόψεις, όσο οι ενδοελληνικές συγκρούσεις πληθαίνουν η αντιπάθειά του για την ΕΑΜική πλευρά γίνεται εμφανής: «Αδυσώπητος τρομοκρατία των ανταρτών» σημειώνει τα Χριστούγεννα του 1944, για να παρατηρήσει: «Ετρελλαθήκαμε ωρισμένως».

 

Λουκιανός Χασιώτης, «Γεια σας, εγγλεζάκια!», Μεταίχμιο

Η εμπλοκή της βρετανικής πολιτικής στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1940 έχει πολλαπλώς μελετηθεί, ήδη από τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, χάρη και στην πολιτική δημοσιοποίησης των βρετανικών αρχείων. Όλες όμως οι σχετικές μελέτες ανήκαν στο πεδίο της διπλωματικής, πολιτικής και στρατιωτικής ιστορίας. Προσέφεραν έτσι πολύτιμες γνώσεις για την εκτίμηση του ρόλου που διαδραμάτισε η βρετανική πολιτική στον πόλεμο και στις ενδοελληνικές συγκρούσεις, όμως η εμπειρία όσων υπήρξαν φορείς ή διεκπεραιωτές της, πολλώ δε μάλλον των απλών βρετανών στρατιωτών που βρέθηκαν να πολεμούν στο ελληνικό μέτωπο, δεν βρήκε τη θέση της σε μια τέτοια ιστορία. Με αυτά τα «Εγγλεζάκια» και τον τρόπο με τον οποίο βίωσαν τον πόλεμο ή την αντίσταση στην Ελλάδα καταπιάνεται ο συγγραφέας, ιστορικός και καθηγητής στο ΑΠΘ, εξετάζοντας τις μαρτυρίες τους στο πλαίσιο της πολιτικής του Foreign Office και της SOE, των δύο ανταγωνιστικών διαμορφωτών της βρετανικής στάσης απέναντι στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Αξιοποιώντας μια σειρά από αρχειακά τεκμήρια, όπως σώματα προσωπικής αλληλογραφίας, ημερολόγια, εκδομένες και ανέκδοτες αναμνήσεις, αλλά και υπηρεσιακές εκθέσεις, εφημερίδες της εποχής κ.ά., εξετάζει την εμπειρία των στρατιωτικών επιχειρήσεων και της αιχμαλωσίας, τον τρόπο με τον οποίο τα «Εγγλεζάκια» αντιμετώπιζαν τους συμμάχους και τους εχθρούς τους, αλλά και πώς αντιλαμβάνονταν την Ελλάδα και τους κατοίκους της, καθώς και την εικόνα που διαμόρφωναν για τον εαυτό τους μέσα στις πολεμικές συνθήκες που βρέθηκαν, τις σχέσεις με τους συμπολεμιστές τους, την καθημερινότητά τους κ.λπ., αλλά και τις αντιλήψεις που διαμόρφωναν για τον ρόλο τους και την βρετανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα.

 

Κώστας Τσίβος, «Ο μεγάλος καϋμός της ξενιτειάς…», Αλεξάνδρεια

Η συγκρότηση των προσφυγικών κοινοτήτων στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης αποτελεί ένα μέχρι πρόσφατα παραγνωρισμένο κεφάλαιο της ελληνικής μεταπολεμικής ιστορίας. Οι ηττημένοι του εμφυλίου, σχεδόν 100.000 άνθρωποι, έζησαν για τρεις δεκαετίες υπαγόμενοι στη διπλή δικαιοδοσία, τόσο του κράτους που τους φιλοξενούσε όσο και του αποεδαφικοποιημένου οιονεί κράτους του ΚΚΕ. Πρόκειται για ένα σημαντικό πληθυσμό που βίωσε τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και τις ποικίλες περιπέτειές του (αποσταλινοποίηση, άνοιξη της Πράγας, γκλάσνοστ κ.λπ.), διαμορφώνοντας υβριδικές ταυτότητες, τις οποίες βρίσκονταν υποχρεωμένοι να αναδιαπραγματευτούν σε κάθε πολιτική ή κομματική καμπή. Θέμα της ανά χείρας μελέτης οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία (1948-1989), που ο συγγραφέας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Καρόλου της Πράγας, εξετάζει από την εγκατάσταση μέχρι τον επαναπατρισμό τους. Συνολικά 12.000 πρόσφυγες από την Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στη χώρα (εκ των οποίων 5.000 παιδιά) και εντάχθηκαν στην τσεχοσλοβάκικη κοινωνία, χωρίς όμως και να αφομοιωθούν, καθώς γλωσσικοί, εθνικοί, πολιτικοί και θεσμικοί παράγοντες, οι οποίοι στόχευαν στην επίτευξη του επαναπατρισμού, συνέβαλλαν στη δημιουργία μιας κλειστής κοινότητας, που συντηρούσε τις ιδιαιτερότητές τους. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, παρά τις κοινές εμπειρίες, οι αρχικές διαφοροποιήσεις (κοινωνική, γεωγραφική ή και εθνοτική καταγωγή) συνέχισαν να επηρεάζουν την προσφυγική κοινότητα, ενώ παρά τον ομογενοποιητικό χαρακτήρα της προσφυγικής ταυτότητας, διαφορετικές ήταν οι στρατηγικές ένταξης στην τσεχοσλοβάκικη κοινωνία, καθώς και οι πολιτικές επιλογές τους, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Σε αυτές τις περιόδους (1956-1958, 1968) εστιάζει ο συγγραφέας, αναδεικνύοντας τη διαμόρφωση τριών άτυπων ομάδων στους κόλπους της προσφυγικής κοινότητας μετά το 1968, που ανέπτυξαν σταδιακά διακριτή πολιτική ταυτότητα, την οποία και διατήρησαν μετά τον επαναπατρισμό: τους πιστούς στην ηγεσία του ΚΚΕ, που μετά τη διάσπαση του 1968 απορρόφησαν και όσους είχαν απομακρυνθεί κατά τη διάρκεια της «αποσταλινοποίησης», τους ανανεωτικούς, που ταυτίστηκαν με την άνοιξη της Πράγας για να βρεθούν σε δύσκολη θέση στη συνέχεια, και μια μεγάλη «γκρίζα ζώνη», που δεν ταυτιζόταν με κανέναν από τους προηγούμενους και όπου ανήκαν κυρίως οι δεύτερης και τρίτης γενιάς πρόσφυγες. Ο συγγραφέας παρακολουθεί βήμα το βήμα τη συγκρότηση αυτών των διακριτών ταυτοτήτων, μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που διαμόρφωναν κάθε φορά οι εξελίξεις τόσο στο εσωτερικό του ΚΚΕ όσο και στην ίδια την Τσεχοσλοβακία και το ανατολικό μπλοκ, προσφέροντας μια διαφωτιστική όσο και γόνιμη ανάλυση γι’ αυτήν την «παράπλευρη απώλεια» του Ψυχρού Πολέμου.

 

Ζηνοβία Λαλιούτη, Ο «άλλος» Ψυχρός Πόλεμος, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Υπήρξε η τέχνη ένα από τα πεδία του Ψυχρού Πολέμου; Όσοι αυθόρμητα απαντούν αρνητικά, θα πρέπει να λάβουν υπόψη, π.χ., ότι η CIA διαθέτει μία σημαντική συλλογή έργων αφηρημένου εξπρεσιονισμού στο «στρατηγείο» της, στο Λάνγκλεϊ της Βιρτζίνια, που λόγω της αυστηρά περιορισμένης πρόσβασης στον χώρο ελάχιστοι έχουν δει μέχρι σήμερα. Καμία θεωρία συνωμοσίας δεν κρύβεται πίσω από το παράδειγμα αυτό· ο Τζάκσον Πόλοκ δεν ζωγράφιζε καθ’ υπαγόρευσιν των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών. Όμως οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες, όπως και τα προϊόντα της μαζικής κουλτούρας, αποτέλεσαν τα κατεξοχήν στοιχεία της αμερικανικής soft power, που η διπλωματία έθεσε στην υπηρεσία του αμερικανο-σοβιετικού ανταγωνισμού, παρουσιάζοντάς τα ως εκδήλωση της ελευθερίας που διέκρινε την καπιταλιστική Δύση, σε αντιπαράθεση με την κομμουνιστική Ανατολή. Στην ανά χείρας μελέτη της, η συγγραφέας εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους η αμερικανική πολιτιστική διπλωματία χρησιμοποίησε αυτή τη soft power στην Ελλάδα, κατά την πρώτη μεταπολεμική εικοσαετία (1953-1973), στο πλαίσιο της συγκρότησης της αμερικανικής ηγεμονίας στον δυτικό κόσμο. Η συγγραφέας παρακολουθεί τους στόχους, τις επιτυχίες και τις αστοχίες της αμερικανικής πολιτιστικής διπλωματίας, σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στην ελληνική πολιτική σκηνή, εστιάζοντας το ενδιαφέρον της στην προσπάθεια των ΗΠΑ να οικοδομήσουν δίκτυα επιρροής στην ελληνική δημόσια σφαίρα, με στόχο τον προσεταιρισμό των πολιτικών, οικονομικών και πνευματικών ελίτ. Στο πλαίσιο αυτό, στη μελέτη της δίνει ιδιαίτερο βάρος, αφενός, στις έρευνες της κοινής γνώμης, που «εισάγονται» στην Ελλάδα από τις αμερικανικές υπηρεσίες και αντανακλούν την πρόσληψη των στελεχών τους για τη χώρα, τα προγράμματα ανταλλαγών αλλά και το δίκτυο αμερικανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τον ρόλο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης κ.ά. Προϊόν εκτεταμένης έρευνας σε αμερικανικά αρχεία, μεταξύ των οποίων εκείνα των αντίστοιχων υπηρεσιών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αλλά και των αμερικανών προέδρων της περιόδου, η μελέτη της Ζηνοβίας Λαλιούτη ανοίγει ένα σχετικά νέο πεδίο ιστορικής έρευνας, σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητο, που αναμένεται στο εγγύς μέλλον να εμπλουτίσει τις γνώσεις μας για την περίοδο του «πολιτιστικού» Ψυχρού Πολέμου και με νέες συμβολές.

 

Αρετή Αδαμοπούλου, Τέχνη και ψυχροπολεμική διπλωματία, University Studio Press

Στο ίδιο ψυχροπολεμικό πλαίσιο, αλλά εστιάζοντας στις διεθνείς εικαστικές εκθέσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα την περίοδο 1950-1967, η συγγραφέας εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους η Ελλάδα εντάχθηκε στον κοινό πολιτιστικό χώρο που δημιουργήθηκε μεταπολεμικά στη Δυτική Ευρώπη, τόσο υπό την επίδραση όσο και ως αντίδραση σε αυτό που έγινε αντιληπτό ως «πολιτιστική εισβολή» των ΗΠΑ και του «αμερικανικού τρόπου ζωής». Η επιτόπια επαφή του ελληνικού κοινού με τη δυτική εικαστική παραγωγή σε μαζική κλίμακα, τέτοια που να μην εστιάζει σε έναν καλλιτέχνη αλλά να αναδεικνύει μια συνολικότερη φυσιογνωμία, ήταν καινοφανής για τα έως τότε δεδομένα. Εξετάζοντας αναλυτικά πέντε σημαντικές διεθνείς εκθέσεις που παρουσιάστηκαν ή διοργανώθηκαν στην Ελλάδα –την περιοδεύουσα φωτογραφική έκθεση του MoMA «Η οικογένεια του ανθρώπου» και την έκθεση της συλλογής Σταύρου Νιάρχου (1958), την έκθεση ζωγραφικής «Ο Caravaggio και οι συνεχιστές του» (1962), την «Βυζαντινή τέχνη – Τέχνη ευρωπαϊκή» (1964) και, τέλος, τα «Παναθήναια γλυπτικής» (1965)– η μελέτη αναδεικνύει τους πολιτικούς, ιδεολογικούς και θεσμικούς δεσμούς που εντάσσουν την Ελλάδα σε αυτόν τον κοινό δυτικοευρωπαϊκό χώρο και, ταυτόχρονα, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες αντιλήφθηκαν και ερμήνευσαν τη θέση τους μέσα σε αυτόν. Η συγγραφέας, καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, επιχειρεί, μέσα από το παράδειγμα των διεθνών αυτών εκθέσεων, να διερευνήσει τη διαδικασία ανασυγκρότησης της ελληνικής πολιτισμικής (αλλά και εθνικής) ταυτότητας μέσα στο καινούργιο πολιτικό και πολιτισμικό πλαίσιο που δημιούργησε ο Ψυχρός Πόλεμος, αλλά και να αναδείξει το πώς οι διεθνείς εκθέσεις αυτού του είδους δημιούργησαν ένα καινούργιο πλαίσιο για τη λειτουργία της τέχνης, μετατρέποντάς την σε ένα αποτελεσματικό και διεισδυτικό όπλο της διπλωματίας του ψυχροπολεμικού κόσμου.

 

Ευγένιος Ματθιόπουλος, Η έννοια της «γενιάς», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Στη μελέτη της λογοτεχνίας, στην ιστορία της τέχνης, ακόμη και στην ιστοριογραφία συχνά γίνεται λόγος για τη «Γενιά του Τριάντα», τη «γενιά του 1880», τη «γενιά του ’70», αλλά και τη «γενιά του Πολυτεχνείου» κ.ά., αποδίδοντας σχεδόν σε κάθε δεκαετία της δικής «γενιά». Η ευρεία αυτή χρήση του όρου όμως συμβαδίζει, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, με μια εννοιολογική ασάφεια τέτοια που του στερεί οποιαδήποτε αναλυτική (ή ακόμη και περιγραφική) χρησιμότητα, καθώς απουσιάζει κάθε πλαισίωσή του από τη σχετική θεωρητική συζήτηση. Πολύ περισσότερο, στα καθ’ ημάς η εμπειρική χρήση του όρου κινείται στο πλαίσιο μιας ελληνοκεντρικής βιβλιογραφίας, που αγνοεί την ευρύτερη θεωρητική εννοιολόγησή του. Έχοντας αυτά κατά νου, ο συγγραφέας, καθηγητής Ιστορίας της τέχνης, πεδίο στο οποίο κατεξοχήν ο όρος της «γενιάς» χρησιμοποιείται για την περιοδολόγησή του, με την ανά χείρας μελέτη θέτει μια σειρά θεμελιακών ερωτημάτων, που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται και συγκροτείται μια λογοτεχνική ή καλλιτεχνική «γενιά», αλλά και εάν η «γενιά» αποτελεί μια αυθύπαρκτη και δρώσα κοινωνική οντότητα της οποίας τα «μέλη» έχουν συνείδηση της μετοχής τους ή αν πρόκειται για εκ των υστέρων κατασκευή των ιστορικών. Προκειμένου να προσεγγίσει αυτά τα ερωτήματα, ο Ευγένιος Ματθιόπουλος επιχειρεί την κριτική επισκόπηση των γενεακών θεωριών και των συναφών συστημάτων περιοδολόγησης στην ιστορία, την ιστορία της τέχνης και της λογοτεχνίας, εκκινώντας από τις εμπειρικές αντιλήψεις που διαμορφώθηκαν ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα, για να προχωρήσει στη συνέχεια στη συστηματική παρουσίαση και ανάλυση των θεωρητικών επεξεργασιών για την αναλυτική κατηγορία της «γενιάς» σε κάθε ένα από τα τρία αυτά πεδία, έτσι όπως αναπτύχθηκαν από στοχαστές όπως οι Ορτέγα υ Γκασέτ, Καρλ Μάνχαϊμ, Ερνστ Μπλοχ, Πιερ Νορά, Πιερ Μπουρντιέ κ.ά. Ταυτόχρονα, επιχειρεί να ιστορικοποιήσει τις παραπάνω θεωρίες, τόσο ως προς την αλληλουχία τους όσο και μέσα στο εκάστοτε εννοιολογικό τους πλαίσιο. Η μελέτη του Ε. Ματθιόπουλου αποτελεί όχι μονάχα ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο σπουδής, για τον χώρο των κοινωνικών επιστημών και της ιστορίας της τέχνης και της λογοτεχνίας αλλά και μια πρωτοποριακή συμβολή στην ελληνική βιβλιογραφία, που ιχνηλατεί και παράλληλα οριοθετεί ένα πλήρως αχαρτογράφητο, μέχρι σήμερα, πεδίο.

 

Ιάσονας Χανδρινός (επιμ.), Όλη νύχτα εδώ, Καστανιώτης

Η έκδοση του βιβλίου του Ιάσονα Χανδρινού αποτέλεσε ένα μικρό «σκάνδαλο» που προκάλεσε αρκετές αναταράξεις στον μικρόκοσμο των ιστορικών, ιδίως εκείνων που κατατρύχονται από το φάντασμα της «αναθεώρησης της ιστορίας» και συνηθίζουν να βλέπουν πίσω από κάθε σελίδα της νεότερης ιστοριογραφίας επίδοξους «αναθεωρητές». Ο ανά χείρας τόμος περιλαμβάνει 84 βιωματικές αφηγήσεις για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, για το πενθήμερο 14-18 Νοεμβρίου 1973, έτσι όπως καταγράφηκαν σε συνεντεύξεις που πραγματοποίησε στη διάρκεια μιας δεκαετίας ο ιστορικός. «Πρωταγωνιστές» του Χανδρινού είναι άντρες και γυναίκες, φοιτητές και φοιτήτριες, μαθητές, εργάτες, μέλη παράνομων οργανώσεων, διαδηλωτές που τραυματίστηκαν, καθώς και τρεις στρατιωτικοί (οι μόνοι που δέχθηκαν να του μιλήσουν). Από τις 800 περίπου σελίδες του τόμου παρελαύνουν γνωστοί αγωνιστές του αντιδικτατορικού αγώνα, που ταύτισαν το όνομά τους με τη «γενιά του Πολυτεχνείου» όσο και «ανώνυμοι» για το ευρύ κοινό αγωνιστές. Στόχος του έργου δεν αποτέλεσε η τεκμηρίωση των γεγονότων –τα οποία, έπειτα από 46 χρόνια είναι πλέον στην ολότητά τους γνωστά– αλλά η ανάδειξη της μνήμης τους, των πολλαπλών τρόπων με τους οποίους οι τότε πρωταγωνιστές τους αναπλάθουν σήμερα τον τρόπο με τον οποίο βίωσαν τα γεγονότα. Σε μια τέτοια πολυφωνική αφήγηση η ανάπλαση του Γεγονότος είναι, κάθε φορά, διαφορετική, φτάνοντας, σε ακραίες περιπτώσεις, μέχρι την πλήρη διαστρέβλωση και αντιστροφή, όπως γίνεται στην αφήγηση του τότε αντισυνταγματάρχη που συμμετείχε στην εισβολή στο Πολυτεχνείο. Αφήγηση στα όρια του γκροτέσκου, αποτέλεσε και την «πέτρα του σκανδάλου», ως εάν υπήρχε περίπτωση ο αναγνώστης του Χανδρινού να παραπλανηθεί και να πιστέψει ότι οι έγκλειστοι… καλούσαν τα τανκς να επέμβουν! Προφανώς το επίδικο δεν βρίσκεται εκεί. Στην πραγματικότητα, οι εγκαλούντες τον «επιμελητή της έκδοσης» –ελάχιστοι εκ των οποίων είναι ιστορικοί– επισείουν τους τίτλους ιδιοκτησίας της μνήμης του Πολυτεχνείου, που θεωρούν ότι μόνοι αυτοί κατέχουν, απειλώντας οποιαδήποτε άλλη πρόταση διαχείρισής της με καταδίκη «επί αναθεωρητισμώ», καθώς, ένιοι εξ αυτών, έχουν την ισχύ να επιβάλλουν ως μόνη έγκυρη ερμηνεία τη δική τους μνημονική κατασκευή. Αντιθέτως, ο Χανδρινός, παρασυρμένος από την ουτοπία μιας απόλυτα δημοκρατικής συλλογικής αφήγησης «από τα κάτω», επιχειρεί να «εξαφανίσει» τον εαυτό του ως ιστορούν υποκείμενο, απαλείφοντας τα ίχνη της διάδρασής του με τους αφηγητές και περιοριζόμενος σε μια ολιγοσέλιδη (για το εύρος του εγχειρήματος) εισαγωγή. Όμως, αν ένας από τους στόχους της προφορικής ιστορίας είναι να δώσει φωνή σε αυτούς που δεν έχουν φωνή, το έργο της ιστορικοποίησης αυτής της φωνής δεν διαμοιράζεται: ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον ιστορικό…

 

Γιάννης Σεργόπουλος, ΕΑΤ-ΕΣΑ. Μια μαρτυρία για τα χρόνια της δικτατορίας, Πόλις

Από απόσταση πενήντα σχεδόν χρόνων, ο συγγραφέας επιστρέφει στην εποχή της δικτατορίας, καταθέτοντας μια χαμηλόφωνη και αντιηρωική αφήγηση της προσωπικής του διαδρομής εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Γόνος συντηρητικής αλλά δημοκρατικής οικογένειας, θα πολιτικοποιηθεί πρώιμα, χάρη στις ειδήσεις που φτάνουν μέσα από τις λογοκριμένες εφημερίδες αλλά και τον ξένο τύπο για την παγκόσμια εξέγερση της νεολαίας του 1968. Φοιτητής της Νομικής, θα ακολουθήσει μια διαδρομή τυπική για εκατοντάδες νέους την περίοδο της χούντας, που θα τον οδηγήσει από την κηδεία του Σεφέρη στην Ελληνοευρωπαϊκή Κίνηση Νέων κι από εκεί στους εθνικοτοπικούς φοιτητικούς συλλόγους και στα σκαλάκια της Νομικής, περνώντας από την «Αλκυονίδα» και το «Ελεύθερο Θέατρο». Κορύφωση αυτής της πορείας, οι δύο καταλήψεις της Νομικής, τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1973, θα έχουν ως αποτέλεσμα τη σύλληψή του και την πορεία προς την καρδιά του σκότους: Μεσογείων, ΕΑΤ/ΕΣΑ, ΚΕΣΑ, ΕΣΑ Ν. Φιλαδέλφειας… Ο συγγραφέας καταγράφει χωρίς δραματικούς τόνους την εμπειρία του εγκλεισμού και των βασανιστηρίων, τις μαρτυρικές ώρες αναμονής, ορθοστασίας, απομόνωσης, αγωνίας για την επόμενη κίνηση των δεσμωτών του. Η λύτρωση θα έρθει με την αμνηστία του Ιουλίου 1973· η δίνη των γεγονότων του φθινοπώρου, που πυκνώνουν μέχρι την κορύφωσή τους τον Νοέμβριο, θα τον οδηγήσει, «σταμπαρισμένο» πια και πάντα ανένταχτο, στο Πολυτεχνείο. Συνεπαρμένος από τη δυναμική της εξέγερσης, παραμένει στον χώρο του Πολυτεχνείου, απ’ όπου θα διαφύγει προκειμένου να μη συλληφθεί. Η αναζήτηση ασφαλούς καταφυγίου, για κάποιον χωρίς δυνατότητα προσφυγής σε έναν κομματικό μηχανισμό, θα αποδειχθεί μια περιπέτεια από την οποία δεν λείπουν οι εύθυμες πινελιές, παρά τον ζόφο του ιωαννιδικού καθεστώτος. Η «λύση» του δράματος θα έρθει απέξω, από την Κύπρο, και το τίμημά της θα είναι βαρύ. Παρά τη χαρά του που «όλα τελείωσαν», ο συγγραφέας εκτιμά, από τη απόσταση τόσων χρόνων, ότι «λίγα κάναμε. Έπρεπε να φανούμε ακόμα πιο πείσμονες» στον αγώνα για αξιοπρέπεια και δημοκρατία…

 

Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, Αναμνήσεις ενός μολυβένιου στρατιώτη, Πατάκης

Είδος που σπανίζει στη φιλολογία μας ο απολογισμός ζωής ενός πανεπιστημιακού δασκάλου –τουλάχιστον από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν– στερώντας έτσι από τους ιστορικούς πολύτιμες μαρτυρίες για τη μελέτη ενός από τους σημαντικότερους θεσμούς της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, του Πανεπιστημίου. Οι Αναμνήσεις τού, αφυπηρετήσαντος πλέον, καθηγητή Γιώργου Μαυρογορδάτου συμβάλλουν στη μικροϊστορία αυτού του θεσμού, ανατρέχοντας τόσο στην προδικτατορική περίοδο, όταν ο συγγραφέας μετείχε ενεργά στο φοιτητικό κίνημα ως στέλεχος της ΕΔΗΝ, νεολαίας της Ένωσης Κέντρου, και εκπρόσωπος των συναδέλφων του στην ΕΦΕΕ κατά την ταραγμένη περίοδο μετά τα Ιουλιανά, όσο και στην πορεία του ως καθηγητή, τη δεκαετία του 1980 και έπειτα. Η αφήγηση δομείται, ουσιαστικά, πάνω στην αντιπαράθεση των δύο αυτών περιόδων: ενός εξιδανικευμένου φοιτητικού σώματος (και καθηγητικού, εν μέρει) κατά την προδικτατορική περίοδο και ενός εν πολλοίς κομματικοποιημένου πανεπιστημίου μετά το 1981 –γι’ αυτό άλλωστε και παραλείπει εντελώς την εμπειρία των σπουδών του στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, όπου συνέθεσε και την μάλλον σημαντικότερη μελέτη του και μία από τις σημαντικότερες για τον ελληνικό Μεσοπόλεμο (Stillborn Republic, 1983). Όπως σε όλες τις ανάλογες μαρτυρίες, έτσι και εδώ η αναζήτηση δικαίωσης είναι προφανής. Έχοντας τη φήμη ενός «δύσκολου» καθηγητή, ο συγγραφέας επιχειρεί να την δικαιολογήσει, αν όχι και να την ανατρέψει, χωρίς να είναι διόλου φειδωλός σε κρίσεις για τους συναδέλφους του, φιλοτεχνώντας για τον εαυτό του μια εικόνα «κυνηγημένου» και περιθωριοποιημένου μέσα στο τμήμα του, το Πολιτικό της Νομικής, τόσο από καθηγητές όσο και από φοιτητικές παρατάξεις. Αν κάτι ξεχωρίζει μέσα σε αυτήν την εξιδανικευμένη εικόνα, είναι το αυθεντικό πάθος για τη διδασκαλία –ανεξάρτητα από τον αριθμό των μαθητών που θα είναι σε θέση να το συμμεριστούν. Αυτή η βασική μέριμνα οδηγεί τον συγγραφέα σε γόνιμες, αν και αυστηρές, προτάσεις για τις εκπαιδευτικές διαδικασίες, όπως, για παράδειγμα, η υποχρεωτική παρουσία των φοιτητών στα πανεπιστημιακά μαθήματα, μολονότι τα προαπαιτούμενα για την εφαρμογή των προτάσεων αυτών συχνά δεν εξετάζονται.

 

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος, Φάσεις και αντιφάσεις του ελληνικού κράτους στον 20ό αιώνα, Εστία

Μια ιστορία που εκκινεί από τη βενιζελική ανόρθωση και καταλήγει στον σημιτικό εκσυγχρονισμό και την ένταξη στη ζώνη του ευρώ (1910-2001), εποχές που οριοθετούν τον ελληνικό 20ό αιώνα, αφηγείται η ανά χείρας μελέτη. Αντικείμενό της το κράτος (και ειδικότερα οι διοικητικές / γραφειοκρατικές δομές του) και η πορεία εκσυγχρονισμού του, που για τον συγγραφέα, παρά τις κατά καιρούς λοξοδρομήσεις, συνιστά μια «ιστορία επιτυχίας». Η σκοπιά από την οποία εκκινεί προκειμένου να μελετήσει την πορεία του ελληνικού κράτους κατά τον 20ό αιώνα είναι, ομολογημένα, αυτή της παρούσας κρίσης και των παθογενειών που έκανε διά γυμνού οφθαλμού φανερές. Προφανώς, μια τέτοια επιλογή δικαιολογεί την έμφαση στις αποτυχίες αυτής της πορείας, με κίνδυνο να συσκοτίσει μια, εντέλει, επιτυχημένη διαδρομή, κάτι που ο συγγραφέας παραδέχεται στην εισαγωγή του. Για παράδειγμα, η περίοδος της Μεταπολίτευσης, θεωρείται κυρίως μια «ιστορία αποτυχίας», αφού δημιούργησε ένα κράτος «εργαλείο εξυπηρέτησης προσοδοθηρικών αναγκών», θεώρηση που υποβαθμίζει, όμως, πτυχές όπως την για πρώτη φορά στον 20ό αιώνα ενσωμάτωση του συνόλου σχεδόν του πληθυσμού στο δημοκρατικό κράτος ή την ενίσχυση των αναδιανεμητικών πολιτικών της τότε ΕΟΚ κ.λπ. Βέβαια, η επικέντρωση στο δίπολο επιτυχίες / αποτυχίες προϋποθέτει ένα μοντέλο ως προς το οποίο αυτές σημειώνονται. Με αυτόν τον τρόπο ο συγγραφέας δεν δείχνει να απομακρύνεται ιδιαίτερα από την νεο-εκσυγχρονιστική φιλολογία, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με πολύ πιο εκλεπτυσμένες ανάλογες προσεγγίσεις, όπως, π.χ., η πρόσφατη του Γιάννη Βούλγαρη (Ελλάδα, μια χώρα παραδόξως νεωτερική, Πόλις).

 

Άννα Ματθαίου, Οικογένεια και σεξουαλικότητα: Μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας, Μέλισσα

Ένα ελάχιστα μελετημένο πεδίο από την ελληνική ιστοριογραφία, αυτό της ιστορίας της οικογένειας, της σεξουαλικότητας και των συναισθημάτων, επιχειρεί να διερευνήσει η ιστορικός Άννα Ματθαίου με τη μελέτη της αυτή, εξετάζοντας όψεις της οικογένειας και της σεξουαλικότητας στον ελληνικό χώρο από τον 17ο έως τις αρχές του 19ου αιώνα, στο μεταίχμιο, δηλαδή, της μετάβασης από την παραδοσιακή στη νεωτερική κοινωνία. Αξιοποιώντας ως πηγές μαρτυρίες πρωτίστως από τον θρησκευτικό λόγο, που στις προνεωτερικές κοινωνίες δημιουργεί το βασικότερο κανονιστικό πλαίσιο, μαζί με τις πρακτικές της λαϊκής κουλτούρας, αλλά και κείμενα  περιηγητών που περιέχουν ποικίλο εθνογραφικό υλικό, λογοτεχνικά κείμενα κ.ά., εξετάζει ποικίλες πτυχές του οικογενειακού βίου, από τις συζυγικές σχέσεις και την εγκυμοσύνη, επιθυμητή ή ανεπιθύμητη, τον κύκλο της γέννησης (τοκετός, λοχεία, θηλασμός), τον παιδικό θάνατο και τη διαχείρισή του, μέχρι την παιδική και νεανική ηλικία και διαπαιδαγώγηση. Η ιστορικός εντάσσει έτσι τις νοοτροπίες που διέπουν τις οικογενειακές σχέσεις στις προνεωτερικές πολιτισμικές διάρκειες της λαϊκής κουλτούρας και θρησκευτικότητας. Παράλληλα, μελετά τη μακρά περίοδο μετάβασης, όταν, λίγο πριν από την επίσημη ίδρυση του ελληνικού κράτους, κάνει την εμφάνισή του κάνει ένας άλλος, εξίσου κανονιστικός λόγος, κυρίως στα ελληνόφωνα έντυπα που εκδίδονται στην Ευρώπη. Πρόκειται για έναν λόγο ιατρικό ή ιατρικοφανή, που επιδιώκει να εντάξει τις ερωτικές και οικογενειακές σχέσεις σε ένα νεωτεριστικό πλαίσιο, σύμφωνο και με τις διαφωτιστικές ιδέες της εποχής, που εμπεριέχει εν σπέρματι στοιχεία του ιατρικού και δημογραφικού επιστημονικού λόγου που θα διαμορφώσει το ηθικοπλαστικό και ταυτόχρονα πειθαρχικό περιοριστικό πλαίσιο της ελληνικής αστικής οικογένειας που θα κυριαρχήσει κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

 

 

 

Δημήτρης Χριστόπουλος, Ποιος είναι έλληνας πολίτης;, Βιβλιόραμα

«Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι». Το σύνθημα αυτό κάνει συχνά πυκνά την εμφάνισή του σε περιόδους εθνικιστικού παροξυσμού, κάποτε συνοδευόμενο από το ευθέως επιθετικό «Αλβανέ, Αλβανέ, δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ», αποτελώντας σήμα κατατεθέν της καθ’ ημάς ακροδεξιάς. Με ποια κριτήρια όμως κάποιος είναι έλληνας πολίτης; Κατά τους δύο αιώνες ύπαρξης του ελληνικού κράτους τα κριτήρια αυτά είναι τα ίδια; Επιπλέον, με ποια κριτήρια γίνεται κανείς έλληνας πολίτης; Αυτά τα βασικά ερωτήματα προσεγγίζει ο Δημήτρης Χριστόπουλος, πανεπιστημιακός και τέως πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στη μελέτη του, που κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση, περιλαμβάνοντας πλέον και τη μεταρρύθμιση του δικαίου της ιθαγένειας του 2015 και τις προσπάθειες για την εμπέδωσή της κατά τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Η ιδιότητα του πολίτη αποτελεί το βασικότερο εργαλείο ταυτοποίησης του συλλογικού υποκειμένου που αποκαλούμε «λαό». Ανάλογα με τις επιδιώξεις του κράτους, το οποίο είναι σε θέση να ορίζει τους όρους απόδοσής της, αυτοί διευρύνονται ή περιορίζονται. Αν θέλει να απαλλαγεί από «εσωτερικούς εχθρούς», τους αφαιρεί την ιθαγένεια, όπως έκανε μετά τον Εμφύλιο ή τις μεταπολεμικές δεκαετίες με τους μουσουλμάνους της Θράκης. Αν θέλει να προσελκύσει «ομογενείς» τους την αποδίδει, ακόμη κι αν οι ελληνικές «ρίζες» τους χάνονται στα βάθη των αιώνων. Ταυτόχρονα, η ιδιότητα του πολίτη αποτελεί τον καθρέφτη στον οποίο αντανακλάται η εικόνα που η πολιτική κοινότητα διαμορφώνει κάθε φορά για τον εαυτό της. Ο τρόπος με τον οποίο κάποιος «γίνεται Έλληνας» αποτελεί ιστορικό μέγεθος· μεταβάλλεται μέσα στον χρόνο, ανάλογα με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες οι οποίες το πλαισιώνουν. Αυτές τις διαφορετικές στάσεις του κράτους απέναντι στους πολίτες του, τους νυν, τους πρώην και τους εν δυνάμει, μελετά ο συγγραφέας, εξετάζοντας πτυχές όπως το δίκαιο «του αίματος» και «του εδάφους», την ελληνική ιδιοτυπία της «αλλογένειας», την ομογενειακή και μεταναστευτική πολιτική και, τέλος, τις μεταρρυθμιστικές απόπειρες του 21ου αιώνα προς μια περισσότερο συμπεριληπτική πολιτική ιθαγένειας.

 

Σ. Βιδάλη, Ν. Κουλούρης, Χ. Παπαχαραλάμπους (επιμ.), Εγκλήματα των ισχυρών, ΕΑΠ

Σκάνδαλα συνδεδεμένα με εταιρείες κολοσσούς, όπως η Siemens ή η Novartis, διαφθορά ανώτατων κυβερνητικών αξιωματούχων και πολιτικού προσωπικού, οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες που διαχειρίζονται τεράστια κέρδη από παράνομο εμπόριο (ναρκωτικών, όπλων ή ανθρώπων), σκοτεινές διαδρομές «βρώμικου» χρήματος προς φορολογικούς παραδείσους ή προς κομματικά ταμεία, αποτελούν φαινόμενα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της δημοσιότητας στα χρόνια της κρίσης. Το φαινόμενο των «εγκλημάτων των ισχυρών» δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Χαρακτηρίζει λίγο-πολύ τις περισσότερες σύγχρονες κοινωνίες και συχνά τοποθετείται στο επίκεντρο ποικίλων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών κρίσεων. Από τη σκοπιά της εγκληματολογίας, τα φαινόμενα αυτά αποτελούν μια σχετικά νέα αναλυτική κατηγορία, καθώς μέχρι τη δεκαετία του 1970 κάποια από αυτά δεν θεωρούνταν καν εγκλήματα ή δεν είχαν τη σημασία που τους αποδίδεται σήμερα. Κάτω από τον όρο «εγκλήματα των ισχυρών» συγκεντρώνονται μια σειρά φαινόμενα, συχνά διαφορετικά μεταξύ τους, που έχουν ως δράστες ποικίλα «συστήματα εξουσίας»: από το κράτος, τον ιδιωτικό τομέα ή τις μεταξύ τους συμπράξεις μέχρι τις συμμορίες του οργανωμένου εγκλήματος, που πολλές φορές διατηρούν συμβιωτικές σχέσεις. Στον ανά χείρας συλλογικό τόμο συγκεντρώνονται θεωρητικές προσεγγίσεις και κριτικές αποτιμήσεις για τα αίτια, τις επιμέρους εκδοχές και τους τρόπους αντιμετώπισης αυτού του είδους των εγκλημάτων, από την οπτική της εγκληματολογίας και του δικαίου, με ιδιαίτερη έμφαση σε όψεις της ελληνικής εμπειρίας των τελευταίων χρόνων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here