Είκοσι δοκίμια για έναν κόσμο σε κρίση (του Σπύρου Κακουριώτη)

0
631

του Σπύρου Κακουριώτη

 

 

Οι αλλεπάλληλες κρίσεις που γνωρίζουν οι κοινωνίες μας ή, ορθότερα ίσως, η ενιαία πολυ-κρίση οικονομική, μεταναστευτική και κλιματική, στην οποία εσχάτως προστέθηκε και η γεωπολιτική βρίσκονται στο επίκεντρο των περισσότερων από τις μελέτες που παρουσιάζονται στη συνέχεια. Μελέτες που αναζητούν στρατηγικές εξόδου από τις διαδοχικές κρίσεις ή, μετριοπαθέστερα, επιζητούν να προετοιμάσουν τον αναγνώστη τους προκειμένου να υποδεχθεί την επόμενη…

 

François Dubet, Ο καιρός των θλιμμένων παθών, Πόλις

Οι κοινωνικές ανισότητες δεν αποτελούν καινούριο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, αντιθέτως είναι σύμφυτες με την ύπαρξή του. Ανεξάρτητα από την αυξομείωση των ανισοτήτων, οι μεταπολεμικές δυτικές κοινωνίες είναι πολύ λιγότερο άνισες απ’ ό,τι, λ.χ., τον 19ο αιώνα. Κι όμως, σήμερα αισθανόμαστε το βάρος των ανισοτήτων πολύ πιο συντριπτικό· οι περισσότεροι αντιδρούν σε αυτή την αίσθηση με θυμό, μνησικακία και αγανάκτηση, τα «θλιμμένα πάθη» των καιρών μας, για τα οποία κάνει λόγο ο γάλλος κοινωνιολόγος Φρανσουά Ντυμπέ. Χωρίς να παραγνωρίζει την αύξηση των ανισοτήτων στους τομείς ή στις χώρες όπου παρατηρείται, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι αυτό που αλλάζει είναι το καθεστώς των ανισοτήτων και πως αυτός ο μετασχηματισμός εξηγεί τη γέννηση του λαϊκισμού, καθώς και τη διάχυση της αδιαφορίας και της δημαγωγίας. Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και η επιβολή ενός νέου τύπου ατομικισμού διέρρηξε τις παλιές συλλογικές ταυτότητες και τους δεσμούς αλληλεγγύης που βασίζονταν στην κοινωνική τάξη, προϊόν της βιομηχανικής κοινωνίας. Οι κοινωνικές ανισότητες που ήταν συνυφασμένες με την κοινωνική δομή και την ταξική πάλη δίνουν σήμερα τη θέση τους σε μια πολλαπλότητα ανισοτήτων, που βιώνονται ατομικά και διαφορετικά, αφού το κάθε άτομο μπορεί να υπόκειται σε ανισότητες σε πολλά πεδία. Έτσι, η άλλοτε σταθερή δομή των ταξικών ανισοτήτων διαθλάται σε ένα άθροισμα από προσωπικές δοκιμασίες και ιδιωτικές οδύνες, για τις οποίες, επιπλέον, τα άτομα αισθάνονται συχνά ότι είναι τα ίδια υπεύθυνα. Αποσυνδεμένες από τα κοινωνικά και πολιτικά πλαίσια ερμηνείας τους, από οποιαδήποτε «μεγάλη αφήγηση» θα μπορούσε να τους δώσει νόημα, οι ατομικές αυτές δοκιμασίες ανοίγουν τον δρόμο στη μνησικακία και τις απογοητεύσεις, ενίοτε και στο μίσος, τροφοδοτώντας κινήματα και κόμματα που έχουν αποκληθεί «λαϊκιστικά», όπου ο πολίτης επιχειρεί να ανακτήσει την αξιοπρέπειά του μέσα από την αγανάκτηση και την απόρριψη των άλλων.

 

Σαντάλ Μουφ, Προς μια πράσινη δημοκρατική επανάσταση, Εκκρεμές

Γραμμένη σε μια κομβική περίοδο για τις κοινωνίες μας, μετά το τέλος της πανδημίας και τη στιγμή της έναρξης του πολέμου της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας, η σύντομη αυτή μελέτη επιχειρεί να συνοψίσει το πού βρισκόμαστε σήμερα και πώς να αντιμετωπίσουμε τη διπλή πρόκληση των οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών της υγειονομικής κρίσης, αφενός, και της κλιματικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης, αφετέρου. Η θεωρητικός του αριστερού λαϊκισμού σκιαγραφεί στις σελίδες της μελέτης της τους όρους και τις προϋποθέσεις για τη συγκρότηση μιας αριστερής λαϊκιστικής στρατηγικής για την πράσινη δημοκρατική επανάσταση, μέσα από τη συνάρθρωση των αντι-νεοφιλελεύθερων και των οικολογικών αγώνων, που καλούνται να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις που ευθύνονται για την κλιματική κρίση και, ταυτόχρονα, να αποτρέψουν την υιοθέτηση αυταρχικών λύσεων, οι οποίες, όπως κατέδειξε η εμπειρία της πανδημίας, είναι στη διάθεση των κυβερνήσεων σε πρώτη ζήτηση. Στη θεωρητική σκέψη της Μουφ, κομβικό ρόλο για τη δυνατότητα επιτυχίας μιας τέτοιας στρατηγικής παίζει η κινητοποίηση των συναισθημάτων. Αφού αναλύσει δια μακρών τον ρόλο των συναισθημάτων, των «παθών», όπως τα προσδιορίζει, στην κατασκευή ταυτίσεων και, συνεπώς, στην πολιτική, η οποία δεν είναι ποτέ μια καθαρά ορθολογική παρουσίαση επιχειρημάτων, εξηγεί ότι η συνάρθρωση συναισθημάτων πολιτικού και οικολογικού χαρακτήρα μπορεί να οδηγήσει στην κατασκευή ενός «λαού» – μια λογοθετική κατασκευή με συμβολική και λιβιδινική διάσταση. Η συνάρθρωση αυτή, όμως, απαιτεί ένα «ηγεμονικό σημαίνον», που να μπορεί να συνενώσει ετερογενή αιτήματα σε ένα «εμείς» που θα δράσει για τον κοινό στόχο. Η συγγραφέας θεωρεί ότι η αριστερά οφείλει να αναζητήσει μια τέτοια συναρθρωτική αρχή στην πράσινη δημοκρατική επανάσταση, ένα μέτωπο ριζοσπαστικοποίησης της δημοκρατίας, που επεκτείνει τις δημοκρατικές αρχές σε νέα πεδία και μια πληθώρα κοινωνικών σχέσεων. Αποτελώντας μια επικαιροποίηση της αριστερής λαϊκιστικής στρατηγικής σε μια φάση υποχώρησης της «λαϊκιστικής στιγμής» της προηγούμενης δεκαετίας, η μικρή αυτή μελέτη συνιστά, παράλληλα, μια ευσύνοπτη επιτομή των βασικών επεξεργασιών στις οποίες είχαν προχωρήσει οι δύο στοχαστές του αριστερού λαϊκισμού, Σαντάλ Μουφ και Ερνέστο Λακλάου.

 

Πέτρος Κόκκαλης – Ξενοφών Κοντιάδης, Ο κόσμος καίγεται, Τόπος

Ακολουθώντας την ευγενή και γόνιμη πρακτική της παρουσίασης των προτάσεών τους ενόψει των ευρωεκλογών με τη μορφή βιβλίου, όπου μπορούν να πραγματευτούν εκτενέστερα τις επεξεργασίες τους, οι δύο συγγραφείς εστιάζουν στο μείζον πρόβλημα της εποχής μας, για το οποίο στην Ελλάδα σχεδόν κανείς πολιτικός δεν μιλά (στα σοβαρά), την κλιματική κρίση. «Αλλάξτε το σύστημα, όχι το κλίμα!» προτρέπουν στον υπότιτλο της μελέτης τους, όπου επιχειρούν να συμπυκνώσουν με εύληπτο τρόπο την επιστημονική και την πολιτική συζήτηση σχετικά με την κλιματική αλλαγή. Αρχικά, παρουσιάζεται η κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, με το 2023 να είναι το χειρότερο και φονικότερο έτος, όσον αφορά τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης, διεθνώς και στη χώρα μας. Αναλύονται οι δυνάμεις που αντιπαρατίθενται και οι εκατέρωθεν θέσεις τους, ενώ εξετάζονται οι εναλλακτικές λύσεις σε σχέση με την ανάπτυξη και τα ορυκτά καύσιμα. Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι θεσμικές παρεμβάσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια και οι διεθνείς συμφωνίες και δεσμεύσεις στις οποίες έχουν καταλήξει. Στη συνέχεια παρουσιάζονται ορισμένες βασικές δημόσιες πολιτικές που οι συγγραφείς κρίνουν αναγκαίες προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κλιματική κρίση, θεωρώντας ότι η πράσινη προσέγγιση πρέπει να ενσωματωθεί σε όλες τις κρατικές πολιτικές αλλά και τα προγράμματα των κομμάτων, σε όλο τους το εύρος. Από τη δική τους πλευρά, προτείνουν έναν «δεκάλογο» για ένα κοινωνικά δίκαιο πράσινο συμβόλαιο, που θα διασφαλίζει τους όρους για μια αποτελεσματική πράσινη μετάβαση με κοινωνική συνοχή, η οποία θα προστατέψει τον κόσμο μας από τη βαρβαρότητα και την καταστροφή.

 

David Blanchon, Γεωπολιτική του νερού, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

«Οι πόλεμοι αυτού του αιώνα έγιναν για το πετρέλαιο, οι πόλεμοι του επόμενου θα είναι για το νερό», δήλωνε στα τέλη του 20ού αιώνα ο τότε πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας. Εκκινώντας από αυτή τη δήλωση, με τις προβλέψεις της οποίας διαφωνεί, ο γάλλος καθηγητής Γεωγραφίας Νταβίντ Μπλανσόν επιχειρεί να εξηγήσει γιατί η γεωπολιτική του νερού θεμελιώνεται σε διαφορετικά δεδομένα απ’ ό,τι το πετρέλαιο (λόγω της ίδιας της φύσης του πόρου και των τρόπων αξιοποίησής του) και, συνεπώς, να καταδείξει ότι ο πόλεμος δεν αποτελεί το κύριο εργαλείο αντιμετώπισης των διακρατικών προβλημάτων που αφορούν τους υδάτινους πόρους – αντιθέτως, η υπερίσχυση της διακρατικής συνεργασίας είναι συντριπτική. Παρόλα αυτά, ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι ο πλανήτης βρίσκεται μπροστά σε αλλεπάλληλες κρίσεις νερού, που αποτελεί το πρωταρχικό γεωπολιτικό διακύβευμα ασφαλείας για τον 21ο αιώνα. Οι προκλήσεις που σχετίζονται με το νερό αφορούν την κάλυψη διατροφικών αναγκών (δηλαδή την άρδευση στη γεωργία), την πρόσβαση όλων σε πόσιμο νερό και σε συστήματα αποχέτευσης και, τέλος, την προστασία των υδάτινων οικοσυστημάτων. Ο γάλλος γεωγράφος επισημαίνει ότι το ζήτημα της πρόσβασης σε νερό είναι πολιτικό και σχετίζεται με τη φτώχεια και τις ανισότητες, γι’ αυτό και δεν αντιμετωπίζουν όλες οι χώρες τις ίδιες προκλήσεις. Οι βιομηχανικές χώρες του Βορρά αντιμετωπίζουν κυρίως πρόβλημα μόλυνσης των υδάτων, αλλά οι χώρες του Νότου προβλήματα πρόσβασης σε πόσιμο νερό, ενώ, τέλος, οι χώρες της δυτικής Ασίας και της Αφρικής υφίστανται πιέσεις στους υδάτινους πόρους τους. Στην ανά χείρας μελέτη, ο συγγραφέας παρουσιάζει τα βασικά εργαλεία που έχουν αναπτύξει οι επιστήμονες προκειμένου να περιγράψουν τις συγκρούσεις που σχετίζονται με το νερό, όπως οι έννοιες του υδροπολιτικού συμπλέγματος ή της υδατικής ασφάλειας. Ακολούθως, εξετάζει τη σημασία του νερού στη στρατηγική των μεγάλων δυνάμεων, της Κίνας και των ΗΠΑ ιδιαίτερα, ενώ, τέλος, προτείνει, με βάση τα εργαλεία που προαναφέρθηκαν, μια ερμηνεία των συγκρούσεων στις περιοχές που μαστίζονται από προβλήματα σχετικά με το νερό, όπως η Μέση Ανατολή, η λεκάνη του Νείλου ή η μεσημβρινή Αφρική.

 

Ben Ansel, Γιατί η πολιτική αποτυγχάνει, Μεταίχμιο

Η έλλειψη ερωτηματικού στον τίτλο του βιβλίου του αμερικανού πολιτικού επιστήμονα αφήνει ανοιχτές στον αναγνώστη του πολλές ερμηνείες· παρόλα αυτά, η μελέτη του δεν αποτελεί μία από τις πολλές ιερεμιάδες σχετικά με την αποτυχία της πολιτικής, αλλά μάλλον μια διερεύνηση των προϋποθέσεων για την επιτυχία της, στη σύγκρουσή της με τα ατομικά συμφέροντα, σε πέντε κρίσιμες περιοχές: δημοκρατία, ισότητα, αλληλεγγύη, ασφάλεια και ευημερία. Πέντε ζητούμενα σχεδόν από όλα τα μέλη των κοινωνιών μας, όπου, όμως, παραμονεύουν ισάριθμες πολιτικές παγίδες, σύμφωνα με τον συγγραφέα, που οφείλονται στο ατομικό συμφέρον, το οποίο εμποδίζει τους ανθρώπους να πετύχουν τους συλλογικούς τους στόχους. Υιοθετώντας το ατομικό συμφέρον ως αναλυτικό εργαλείο για την κατανόηση της συμπεριφοράς των ανθρώπων, ο συγγραφέας οδηγείται στο πρόβλημα της συλλογικής δράσης, όταν συνυπάρχουν άτομα με διαφορετικά ατομικά συμφέροντα. Καθώς δεν μπορούμε να δεσμεύσουμε τους άλλους να αγνοήσουν το ατομικό τους συμφέρον εν ονόματι μιας υπέρτερης ανάγκης, π.χ. της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, δεν μπορούμε να δεσμευτούμε κι εμείς με τον ίδιο τρόπο. Εδώ αρχίζει ο ρόλος της πολιτικής, που δεν είναι παρά ο χώρος όπου συγκρούονται τα ατομικά συμφέροντα και οι συλλογικοί μας στόχοι. Όπως επισημαίνει ο Μπεν Άνσελ, η πολιτική αφορά τις υποσχέσεις που δίνουμε ο ένας στον άλλο, υποσχέσεις ευάλωτες και προσωρινές. Ο μόνος τρόπος για να τηρηθούν είναι να καταστήσουμε δύσκολη την αθέτησή τους, ιδρύοντας πολιτικούς θεσμούς (επίσημους κανόνες και αρχές) και αναπτύσσοντας κοινωνικές νόρμες για το πώς πρέπει να φερόμαστε. Μόνο έτσι μπορούν να αντιμετωπίσουν οι κοινωνίες μας τις παγίδες σχετικά με τη δημοκρατία, την ισότητα, την αλληλεγγύη, την ασφάλεια και την ευημερία· μόνο κατανοώντας γιατί και πού αποτυγχάνει η πολιτική μπορούν να βρουν πώς θα την κάνουν να πετύχει.

 

Γιάνης Βαρουφάκης, Μιλώντας στον πατέρα μου, Πατάκης

Την αίσθηση ότι κάτι βαθύ, κάτι ριζικό έχει μεταβληθεί στις κοινωνίες μας μετά την πανδημία, τη συμμερίζονται πολλοί. Για τον Γιάνη Βαρουφάκη όμως, αυτό που έχει μεταλλαχθεί –και όχι απλώς μεταβληθεί– είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός· τόσο ώστε να βρισκόμαστε, όπως λέει, μπροστά σε κάτι ακόμα χειρότερο, μια μορφή τεχνοφεουδαρχίας. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η ιδιωτικοποίηση του Διαδικτύου χάρη στην κυριαρχία των ψηφιακών κολοσσών, σε συνδυασμό με την υπερβάλλουσα ρευστότητα που προσέφεραν στις ιδιωτικές τράπεζες οι δυτικές κυβερνήσεις μετά το κραχ του 2008, επέτρεψαν τη μετατροπή τού τεχνολογικά προηγμένου κεφαλαίου σε αυτό που ονομάζει «νεφοκεφάλαιο» (cloud capital), υποκαθιστώντας τις αγορές με ψηφιακές πλατφόρμες και το κέρδος με την «νεφοπρόσοδο» (cloud rent) που πρέπει να πληρώνει κάθε παραγωγός για να έχει πρόσβαση σε αυτές. Χωρίς να πάψουν να υπάρχουν και να αποσπούν υπεραξία, οι παραδοσιακοί καπιταλιστές έχουν χάσει την ισχύ τους, η οποία έχει μετατοπιστεί στη μεριά όσων κατέχουν αυτό το νέο είδος κεφαλαίου, ενώ η πλειονότητα των ανθρώπων, που χρησιμοποιεί δωρεάν τις υπηρεσίες αυτών των πλατφορμών, στην πραγματικότητα προσφέρει απλήρωτη εργασία με τη μορφή προσωπικών δεδομένων, συχνά ιδιαίτερα ευαίσθητων. Έτσι, μετατρέπονται σε «νεφοπρολετάριους», αν όχι «νεοκολίγους», όπως τους χαρακτηρίζει. Ο Βαρουφάκης ξεδιπλώνει την επιχειρηματολογία του με τη μορφή μιας συζήτησης με τον πατέρα του, αφού αναλύσει συνοπτικά τη σχέση του ανθρώπου και της τεχνολογίας, καθώς και την ανάπτυξη του καπιταλισμού και τις μεταμορφώσεις του. Προσπαθώντας να πείσει τον αναγνώστη του ότι βρισκόμαστε ήδη σε ένα μετακαπιταλιστικό παρόν, και όχι μπροστά σε έναν ακόμη μετασχηματισμό του καπιταλισμού, διατρέχει με αναλυτική δύναμη τις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις του 21ου αιώνα – χωρίς όμως να εμποδίσει πολλούς από τους αριστερούς φίλους του να του απαντήσουν πως «είναι ακόμη καπιταλισμός, Γιάνη!»

 

Nick Srnicek, Ο καπιταλισμός της πλατφόρμας, Τόπος

Εκκινώντας από τις ίδιες διαπιστώσεις με τον Γιάνη Βαρουφάκη, ο καναδός οικονομολόγος Νικ Σέρντιτσκ ερμηνεύει τα πρωτεία της ψηφιακής οικονομίας ως αποτέλεσμα της μακροχρόνιας πτώσης της κερδοφορίας στη βιομηχανική δραστηριότητα, που στρέφει τον καπιταλισμό προς την εκμετάλλευση των δεδομένων, τα οποία αποκτούν όλο και περισσότερο κομβική σημασία για τις επιχειρήσεις και τις σχέσεις τους με τους εργαζόμενους. Σε αυτό το πλαίσιο, η πλατφόρμα αναδύεται ως το νέο επιχειρηματικό μοντέλο, που έχει τη δυνατότητα να εξάγει και να ελέγχει τεράστιο όγκο δεδομένων και, μέσω αυτής, να ευνοεί την ανάδυση μεγάλων μονοπωλιακών εταιρειών, οι οποίες κυριαρχούν στον σημερινό καπιταλισμό. Στις σελίδες της μελέτης του, ο συγγραφέας επιχειρεί να εξετάσει την ψηφιακή μετεξέλιξη του καπιταλισμού στο πλαίσιο της ευρύτερης οικονομικής ιστορίας, την οποία αντιμετωπίζει ως μέσο για την εξασφάλιση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, καθώς και να σκιαγραφήσει τις τάσεις που διαγράφονται από αυτές τις εξελίξεις. Έτσι, αρχικά περιγράφει τις διάφορες κρίσεις που προετοίμασαν το έδαφος για την οικονομία έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά το 2008 και επιχειρεί να ιστορικοποιήσει τις αναδυόμενες τεχνολογίες ως αποτέλεσμα βαθύτερων τάσεων του καπιταλισμού. Στη συνέχεια, αφού αποσαφηνίσει διάφορες συζητήσεις σχετικά με τις επιχειρήσεις τεχνολογίας, προτείνει μια τυπολογία τους και περιγράφει τη γένεση των πλατφορμών. Τέλος, προχωρά σε κάποιες προβλέψεις για το μέλλον του καπιταλισμού της πλατφόρμας, βασισμένος στην παραδοχή, αφενός, ότι οι νεωτερισμοί συσκοτίζουν την επίμονη παρουσία μακροχρόνιων τάσεων, αλλά και ότι, αφετέρου, βρισκόμαστε μπροστά σε σοβαρές αλλαγές που πρέπει να κατανοήσει οποιοδήποτε πολιτικό σχέδιο για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας σήμερα.

 

Καρλ Μαρξ, Η αθλιότητα της φιλοσοφίας, Καστανιώτης

Το πρώτο δημοσιευμένο έργο του Μαρξ που αφορά την κριτική της πολιτικής οικονομίας είναι η ανά χείρας Απάντηση στη «Φιλοσοφία της αθλιότητας» του κ. Προυντόν, έργο γραμμένο στα γαλλικά, που είδε το φως της δημοσιότητας το 1847 και στο οποίο ο επαναστάτης στοχαστής διατυπώνει μια σειρά επιχειρημάτων, τα οποία στη συνέχεια θα συγκροτήσουν τις βασικές μαρξικές έννοιες και κατηγορίες, όπως ο «καταμερισμός της εργασίας», ο «αντα­γωνισμός», οι «μηχανές», η «αξία» με όλους τους προσδιορισμούς της. Όπως σημειώνει ο Μαρξ, σε επιστολή του το 1865, επ’ ευκαιρία του θανάτου του γάλλου αναρχικού, ο Προυντόν ο ίδιος ζήτησε την «αυστηρή κριτική» για το έργο του, ωστόσο, αυτή η κριτική «έπεσε πάνω του με τέτοιον τρόπο, που έβαλε για πάντα τέλος στη φιλία μας». Ο Θανάσης Γκιούρας, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, προσφέρει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μια καινούργια μετάφραση του θεμελιώδους αυτού μαρξικού έργου (η αμέσως προηγούμενη ανάγεται στο 1971), από το γαλλικό πρωτότυπο, η οποία, επιπλέον, λαμβάνει υπόψη τη γραμματολογική έρευνα που έχει διεξαχθεί στο πλαίσιο της γερμανικής έκδοσης των απάντων του Μαρξ (MEGA). Επιπλέον, ο μεταφραστής, στην εκτενέστατη εισαγωγή του, τοποθετεί το έργο στο ιστορικό του πλαίσιο, καθώς και σε εκείνο του μαρξικού έργου. Η έκδοση συμπληρώνεται από τα παραρτήματα της γερμανικής έκδοσης, καθώς και με τους προλόγους του Φρίντριχ Ένγκελς. Η ανά χείρας έκδοση εντάσσεται σε ένα διαφαινόμενο πρόγραμμα του μεταφραστή, με στόχο να προσφέρει στον αναγνώστη και την αναγνώστρια σύγχρονες και έγκυρες μεταφράσεις του μαρξικού έργου στην ελληνική γλώσσα. Έχει προηγηθεί ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου, δύο τόμοι με Κείμενα από τη δεκαετία του 1840 και του 1850 και το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος (όλα από τις εκδόσεις ΚΨΜ).

 

Μαρσέλο Μούστο, Τα τελευταία χρόνια του Καρλ Μαρξ, Νήσος

Εκκινώντας από την παρατήρηση πως το σύνολο των μέχρι σήμερα βιογράφων του Μαρξ αφιερώνουν ελάχιστη προσοχή στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ιδιαίτερα μάλιστα σε αυτά των αρχών της δεκαετίας του 1880, ο συγγραφέας, καθηγητής Κοινωνιολογίας που έχει ασχοληθεί εκτενώς με το μαρξικό έργο, συνεισφέρει στη σχετική βιβλιογραφία μια διανοητική βιογραφία του συγγραφέα του Κεφαλαίου κατά την τελευταία τριετία της ζωής του, το 1881-1883, όταν βρισκόταν εξόριστος αλλά εγκατεστημένος οικογενειακά στο Λονδίνο, όπου και πέθανε. Οι περισσότεροι από τους βιογράφους του θεωρούν πως αυτός ο «ύστερος» Μαρξ δεν είχε πλέον τίποτε καινούργιο να προσθέσει στο μέχρι τότε έργο του, την ολοκλήρωση του οποίου είχε εγκαταλείψει και αρκούνται στους διαχωρισμούς μεταξύ «νεαρού» και «ώριμου» Μαρξ, μεταξύ του «φιλόσοφου» και του «οικονομολόγου». Η έκδοση του πλήρους corpus του μαρξικού έργου όμως, αν και ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί, καταρρίπτει αυτούς τους ισχυρισμούς, αναδεικνύοντας ένα στοχαστή που, παρά την ηλικία του και την βεβαρημένη κατάσταση της υγείας του, διαβάζει και σημειώνει ακατάπαυστα, έτοιμος να υποδεχθεί κριτικά κάθε νέα γνώση, όπως δείχνουν, για παράδειγμα, τα Σημειωματάρια Εθνολογίας που τηρεί, αντλώντας από τα ανθρωπολογικά του διαβάσματα. Ο συγγραφέας παρακολουθεί τον γερο-Μαρξ όχι μονάχα στη μελέτη του για τους «πρωτόγονους» πολιτισμούς ή για την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία και τον ρόλο των «κοινών» της αγροτικής κοινότητας αλλά και στην πάλη με τις αμφιβολίες του, με την κλονισμένη υγεία του, με τον θάνατο της γυναίκας του. Τον ακολουθεί, ακόμη, στο τελευταίο του ταξίδι, στην Αλγερία, παρουσιάζοντας τους στοχασμούς του πάνω στον αραβικό κόσμο, αλλά και στην έγνοια του για τη διάδοση του έργου του στην Ευρώπη, φιλοτεχνώντας, τελικά, την εικόνα ενός Μαρξ αισθητά διαφορετικού από εκείνον που παρουσιάζουν οι κατά καιρούς βιογράφοι του – ίσως και οπαδοί του…

 

Alain Badiou, Πετρούπολη, Σαγκάη: Οι δύο επαναστάσεις του 20ού αιώνα, Εκτός Γραμμής

Εγκώμιο των επαναστάσεων, ειδικότερα των δύο σημαντικότερων επαναστάσεων του 20ού αιώνα, της Οκτωβριανής στη Ρωσία και της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα, πλέκει σε αυτό το ολιγοσέλιδο αλλά περιεκτικό βιβλίο του ο γάλλος φιλόσοφος. Στο πρώτο μέρος, περισσότερο αναλυτικό σε ό,τι αφορά τις εννοιολογήσεις, αρχικά εξηγεί την φαινομενικά υπερφίαλη απόφανσή του ότι η Ρωσική Επανάσταση υπήρξε η σπουδαιότερη μετά τη νεολιθική επανάσταση, με το επιχείρημα ότι ήταν αυτή που, στη διάρκειά της, δρομολόγησε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, επιχειρώντας να βάλει τέλος στην ανισότητα που χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες κοινωνίες από την εποχή της ανακάλυψης της γεωργίας. Στη συνέχεια, προσδιορίζει χρονικά το εύρος της Επανάστασης –που για τον Μπαντιού δεν υπερβαίνει το 1929 και την υιοθέτηση του πρώτου πεντάχρονου πλάνου από τον Στάλιν– ενώ, στο δεύτερο κείμενο της ενότητας, αφού προχωρήσει σε έναν χρήσιμο διαφορισμό της έννοιας της πολιτικής (αφενός, ως σύνολο διαδικασιών που αφορούν τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού και, αφετέρου, ως σύγκρουση εντός των κόλπων του λαού σχετικά με τους σκοπούς και τα μέσα που χρησιμοποιούνται), αναλύει ένα κείμενο που θεωρεί καταστατικό για τη Ρωσική Επανάσταση, τις Θέσεις του Απρίλη του Λένιν. Εστιάζοντας περισσότερο στην ανάλυση της εξέλιξής της, το δεύτερο μέρος είναι αφιερωμένο στην Πολιτιστική Επανάσταση, τη διάρκεια της οποίας περιορίζει χρονικά μεταξύ Νοεμβρίου 1965 και Ιουλίου 1968, όταν στην «Ερυθρά Κίνα» παρατηρείται μαζική πολιτική δραστηριότητα, με δημιουργία νέων οργανώσεων, με επικεφαλής φοιτητές, νέους, αλλά και εξεγερμένους εργάτες. Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση του γάλλου φιλόσοφου, που δεν αποκρύπτει ότι υπήρξε μαοϊκός, ολοκληρώνεται με μια σπουδή πάνω σε ένα κομβικό κείμενο της περιόδου, την «Απόφαση των δεκαέξι σημείων» της Κ.Ε. του ΚΚΚ (Αύγουστος 1966).

 

Τάσος Σκλάβος, Ο ύστερος Πουλαντζάς και ο δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό, Κουκκίδα

Με το κομβικό έργο του Νίκου Πουλαντζά, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός (1978), στο οποίο ο έλληνας μαρξιστής διατυπώνει τη θεωρητική πρότασή του για τον δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό, διαλέγεται ο συγγραφέας στον ανά χείρας τόμο. Αρχικά, εξετάζει τη θεωρητική διαδρομή που έφερε τον Πουλαντζά από το αλτουσεριανό Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις (1968) στο γκραμσιανής έμπνευσης ύστατο έργο του, μια δεκαετία αργότερα. Ένα έργο που, σύμφωνα με τον συγγραφέα, αποτελεί την πραγματική τομή στο έργο του έλληνα στοχαστή, καθώς σε αυτό, παρακινημένος από τις εμπειρίες της δεκαετίας που διέρρευσε (υποχώρηση των κινημάτων του Μάη, δικτατορία στην Ελλάδα, κατάρρευση του πειράματος του «ειρηνικού δρόμου» στη Χιλή), απομακρύνεται από θεωρητικές παραδοχές που τοποθετούνται στον πυρήνα της μαρξιστικής θεωρίας. Για να φτάσει σε αυτό το συμπέρασμα, ο συγγραφέας εξετάζει τις θεωρητικές καταβολές του ύστερου Πουλαντζά στο έργο του Κάουτσκυ και των θεωρητικών του αυστρομαρξισμού, όπως επίσης στην εμπειρία και τις θεωρητικές επεξεργασίες των ηγετών του ευρωκομμουνισμού, στην αριστερή πτέρυγα του οποίου τοποθετούνταν με το έργο του ο Πουλαντζάς. Αφού αναλύσει διά μακρών τον δημοκρατικό δρόμο όπως τον συνέλαβε ο έλληνας θεωρητικός, αλλά και τις αναλύσεις του για το κράτος και την ταξική πάλη, ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην αντίληψη του ύστερου Πουλαντζά για τον αυταρχισμό κρατισμό, η οποία αποδεικνύεται εξαιρετικά σύγχρονη, καθώς και τις αναλύσεις άλλων θεωρητικών για το ζήτημα αυτό (Μπόμπιο, Ανιόλι, Φεραγιόλι, Μαντέλ). Αναγνωρίζοντας τη θεωρητική τόλμη του Πουλαντζά, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι «επιζητούσε εναγωνίως εφαρμόσιμες προτάσεις, προσαρμοσμένες στις ανάγκες της συγκυρίας».

 

Diana E.H. Russel, Οι ορισμοί της γυναικοκτονίας, Έρμα

Οι λέξεις έχουν σημασία, συχνά τεράστια, γιατί οι λέξεις είναι πράξεις. Κάποτε πράξεις αιματηρές, όπως η γυναικοκτονία. Για κάποιους, συνήθως άνδρες, η εμμονή του φεμινιστικού κινήματος και τμημάτων της αριστεράς για την κοινωνική και νομική καθιέρωση του όρου δεν είναι παρά μια ακόμη εκδήλωση της «woke κουλτούρας», ένας ακόμη νεολογισμός της πολιτικής ορθότητας. Κι όμως, το κείμενο της αμερικανίδας φεμινίστριας κοινωνιολόγου Νταϊάνα Ράσελ (1938-2020), ανατρέχοντας στη διαδρομή της κατοχύρωσης του όρου στον αγγλόφωνο κόσμο, καταδεικνύει ότι είναι σε χρήση τα τελευταία 200 χρόνια, καθώς πρωτοεμφανίζεται στις αρχές του 19ου αιώνα. Επισκοπώντας την ιστορία των χρήσεων του όρου, η Ράσελ, στο σύντομο αυτό κείμενο του 2001, μελετά τους εκάστοτε ορισμούς της γυναικοκτονίας, συγκρίνει εναλλακτικούς όρους, εξετάζει τα είδη των γυναικοκτονιών και καταλήγει σε μια τυπολογία τους. Όπως σημειώνει στην εισαγωγή της η μεταφράστρια του κειμένου Κατερίνα Σεργίδου, «ο ορισμός αποτελεί και μια ερμηνεία της δολοφονίας με έμφυλο πρόσημο, που αποκαλύπτει τόσο τις αιτίες του εγκλήματος όσο και τη διαθεματική καταπίεση των γυναικείων σωμάτων» – ακριβώς αυτός είναι ίσως και ο λόγος που στη χώρα μας η αποδοχή του συναντά πραγματικά λυσσασμένη αντίδραση. Στο επίμετρό της η Doris Lamus Canavate, κολομβιανή φεμινίστρια και κοινωνιολόγος,  γράφοντας μια εικοσαετία μετά τη Ράσελ, σε αντίθεση με αυτήν, αρνείται την ουσιοκρατική και δυαδική προσέγγιση των φύλων, διευρύνοντας τον ορισμό της γυναικοκτονίας προκειμένου να συμπεριλάβει σε αυτόν τρανς γυναίκες και θηλυκότητες. Η Καναβάτε αντιμετωπίζει τις γυναικοκτονίες ως πράξεις σεξιστικής τρομοκρατίας, δίνοντας έμφαση στην πατριαρχική αρχιτεκτονική του κράτους και των μηχανισμών του, ιδεολογικών και κατασταλτικών.

 

Oliver Gloag, Ξεχάστε τον Καμύ, Εκδόσεις του 21ου

Κανένας μηδενισμός δεν κρύβεται πίσω από την προστακτική του τίτλου της μελέτης του αμερικανού καθηγητή Όλιβερ Γκλόουγκ. Αντιθέτως, μας καλεί να ξεχάσουμε τον Καμύ έτσι όπως μας τον έχουν μάθει, σαν το ίνδαλμα ενός αφηρημένου ανθρωπισμού που αρέσει και στη δεξιά και στην αριστερά. Μολονότι στη Γαλλία κατηγορήθηκε από τους διανοούμενους της δεξιάς ως ένα ακόμη δείγμα της «woke κουλτούρας», ο συγγραφέας στη μελέτη του διερευνά τις αντιφάσεις που διαπερνούν το έργο του νομπελίστα συγγραφέα. Εξετάζοντας τα μυθιστορήματά του, ιδίως τον Ξένο, την Πανούκλα και τον Πρώτο άνθρωπο, καταρρίπτει τη λανθασμένη εικόνα του «αντιαποικιοκράτη» Καμύ, υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν παρά υποστηρικτής ενός συμβιβασμού που θα διασφάλιζε τη γαλλική παρουσία στην Αλγερία. Ο αποκλεισμός του αραβικού πληθυσμού είναι διαρκής και στα τρία βιβλία – στην Πανούκλα, που διαδραματίζεται στο Οράν, δεν εμφανίζονται καν Άραβες! Στα επόμενα κεφάλαια ο συγγραφέας εξετάζει την πολιτική στράτευση του Καμύ σε αντιπαράθεση με τον Σαρτρ, προκειμένου να αναδείξει την προσπάθεια των συντηρητικών γάλλων διανοουμένων να αμαυρώσουν την αντίθεση του Σαρτρ στον γαλλικό ιμπεριαλισμό. Ακόμη εξετάζει τις αντιφάσεις του Καμύ σχετικά με την ποινή του θανάτου –την οποία υποστήριζε την επαύριο της Απελευθέρωσης απέναντι στους δωσίλογους, για να μεταβληθεί, αργότερα, σε οπαδό της κατάργησής της– αλλά και τον μισογυνισμό που διατρέχει ολόκληρο το έργο του κ.λπ. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του Όλιβερ Γκλόουγκ, ο βασιλιάς εμφανίζεται γυμνός ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, μέσα στις αντιφάσεις, τα λάθη και, κάποτε, την εθελοτυφλία του. Δηλαδή, πιο αληθινός…

 

Jürgen Habermas, Αχ, Ευρώπη, Ροές

Επιλέγοντας να δανειστεί τον τίτλο ενός παλαιότερου έργου του Χανς Μάγκνους Ετσενσμπέργκερ προκειμένου να στεγάσει τα μικρά πολιτικά γραπτά που περιλαμβάνονται στον ανά χείρας τόμο, ο γερμανός φιλόσοφος παρατηρεί ότι από αυτόν δεν έχει απομείνει σήμερα τίποτε άλλο από τον αναστεναγμό… Η συλλογή κειμένων χωρίζεται σε δύο μέρη, με το πρώτο να πραγματεύεται πολιτικά ζητήματα που αφορούν το μέλλον της Ένωσης και το δεύτερο, με τίτλο «Περί της ορθολογικότητας της δημόσιας σφαίρας», να επικεντρώνεται σε θεωρητικά ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία της δημοκρατίας. Τον πολιτικό ρόλο των διανοουμένων στις δυτικές δημοκρατίες, όπως διαμεσολαβείται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και το ζήτημα της ενσωμάτωσης των μεταναστών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, σε συνάφεια με την εμβάθυνση της ενοποίησης, εξετάζει στα δύο πρώτα κείμενα, για να περάσει σε ένα εκτενέστερο, όπου, αναλύοντας τα αδιέξοδα της ευρωπαϊκής πολιτικής, ο βαθιά ευρωπαϊστής Χάμπερμας επιχειρηματολογεί υπέρ της επέκτασης της ενοποίησης, με την υιοθέτηση κοινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, η οποία όμως θα έχει διαβαθμισμένο χαρακτήρα, επιτρέποντας στα κράτη να επιλέγουν αν θα ανήκουν στον πυρήνα ή την περιφέρεια. Στο δεύτερο μέρος προτάσσεται ένα κείμενο όπου υπογραμμίζεται η καθοριστική σημασία του έγκριτου Τύπου για την εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας, ενώ στο τελευταίο και περιεκτικότερο κείμενο της έκδοσης εξετάζει τη δύναμη εξορθολογισμού που έχει η διαβούλευση στο πλαίσιο της δημόσιας σφαίρας, καθώς και το πως μια κανονιστική θεωρία της δημόσιας σφαίρας συνδέεται με την εμπειρική έρευνα.

 

Παναγιώτης Κορλίρας, Μικρές ιστορίες για την Ευρώπη, Κίχλη

Πεπεισμένος ευρωπαϊστής ο συγγραφέας, οικονομολόγος με πολύχρονη εμπειρία σε ανώτατες διοικητικές θέσεις τραπεζών και οργανισμών και σήμερα ομότιμος καθηγητής, σκιαγραφεί, με τα μικρά αυτά αφηγήματα, μια ιδιοσυγκρασιακή αλλά σφαιρική ιστορία της Ευρώπης. Ομολογώντας, στον πρόλογό του, την απογοήτευσή του από τις παλινωδίες στον δρόμο για μια ομοσπονδιακή συγκρότηση των κρατών μελών της Ε.Ε., που η υιοθέτηση του ευρώ έδειχνε να διευκολύνει, αλλά και από την απουσία, σήμερα, «μεγάλων πολιτικών ηγετών» που θα ενσάρκωναν το «όραμα των ιδρυτών», στρέφει το βλέμμα προς το παρελθόν, αναζητώντας σε αυτό απτά δείγματα της ενότητας της ηπείρου, από τη Χανσεατική Λίγκα μέχρι τις ευρωπαϊκές εθνικές επαναστάσεις του 1848. Χωρίς αυστηρή χρονολογική ακολουθία, τα κεφάλαια του βιβλίου εξετάζουν μείζονες περιοχές της ηπείρου (Βόρεια, Κεντρο-ανατολική, Μεσογειακή κ.λπ.), εκκινώντας από τον Μεσαίωνα, αλλά με την έγνοια του παρόντος πάντα παρούσα, όπως δείχνουν και οι συχνές αναφορές στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Η περιήγηση στην ευρωπαϊκή ιστορία καταλήγει σε κεφάλαια που αφορούν την Ελληνική Επανάσταση, την παράλληλη πορεία των Επτανήσων, αλλά και τις σχέσεις της χώρας μας με τα γειτονικά Βαλκάνια. Χωρίς να αποκλείει τα στερεότυπα από την αφήγησή του, όπως υπαινικτικά προειδοποιεί και το όμορφο εξώφυλλο της έκδοσης, ο συγγραφέας καταλήγει επιστρέφοντας στην πορεία προς την πολιτική Ευρώπη και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει αυτή σήμερα.

 

Α. Χρυσόγελος, Λ. Σταματελόπουλος, Ι. Λάμπρου, Ο συντηρητισμός στην Ελλάδα, Παπαδόπουλος

Εκκινώντας από την ορθή διαπίστωση ότι η χρήση του όρου «συντηρητισμός» στην Ελλάδα σπανίως γίνεται θετικά, οι τρεις επιμελητές του συλλογικού αυτού τόμου, πρόεδρος και εταίροι του Ινστιτούτου Συντηρητικής Πολιτικής, μιας «δεξαμενής σκέψης» για την «προώθηση συντηρητικών αξιών, ιδεών, προτεραιοτήτων και ιεραρχήσεων στην ευρύτερη πολιτική παράταξη δεξιότερα του κέντρου», όπως παρουσιάζονται, επιχειρούν, μέσα από τα κείμενα που φιλοξενούνται σε αυτόν, αφενός, να προσδιορίσουν με περισσότερο συγκροτημένο τρόπο τις πολιτικές εννοιολογήσεις του συντηρητισμού και, αφετέρου, να κατασκευάσουν γενεαλογίες, οι οποίες οδηγούν από τα βάθη του παρελθόντος (που στην ελληνική περίπτωση αποδεικνύεται ρηχό, καθώς η «ολιγαρχία» που προέκυψε από την Επανάσταση του 1821 ούτε ιδιαίτερο πλούτο διέθετε ούτε αναγνωρισμένα τυπικά προνόμια) στους σημερινούς συντηρητικούς. Σε ό,τι αφορά το πρώτο, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι ο αναγνώστης, κλείνοντας τον τόμο θα καταστεί σοφότερος ως προς τα πολιτικά χαρακτηριστικά του συντηρητισμού, πέραν του ότι μια τέτοια πολιτική στάση θα είναι σαφώς εθνικιστική, αντιπαγκοσμιοποιητική κ.λπ. Σε ό,τι αφορά όμως την αναζήτηση προγόνων, εντύπωση δεν κάνουν τόσο όσοι αναγνωρίζονται ρητά ως τέτοιοι, από τον Κωνσταντίνο του Εθνικού Διχασμού και τον Γούναρη, αλλά και τον Μεταξά, μέχρι τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη και όλο το πολιτικό προσωπικό του μετεμφυλιακού κράτους και παρακράτους, αλλά και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Εντύπωση κάνουν αυτοί που παραλείπονται, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής της Μεταπολίτευσης, καθώς τα εύσημα του συντηρητισμού πιστώνονται μάλλον στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Φαίνεται πως για κάποιους η «σοσιαλμανία» εξακολουθεί να είναι δυσκολοχώνευτη…

 

Γιώργος Κόκκινος – Έλλη Λεμονίδου (επιμ.), Εγκλεισμοί και Ιστορία, Πεδίο

Η δυστοπική εμπειρία των πολύμηνων lockdown λόγω της πανδημίας του Covid-19 επιβεβαίωσε, με το μεγαλύτερο δυνατό εύρος εφαρμογής, τις επεξεργασίες του Μισέλ Φουκώ σχετικά με τη βιοπολιτική διαχείριση της ζωής και του θανάτου των ανθρώπινων πληθυσμών από τη νεωτερική εξουσία. Διαχείριση που αποσκοπεί στην κατασκευή πειθήνιων σωμάτων, που όχι απλώς ενσωματώνουν τον Νόμο αλλά πρόθυμα τον επιβάλλουν και στους άλλους. Αυτή η κομβική εμπειρία αποτέλεσε το έναυσμα για τη διαμόρφωση του project «Εγκλεισμοί», που επιμελήθηκε ο Δημήτρης Τρίκας, μιας σειράς εκτεταμένων εικαστικών εγκαταστάσεων και θεωρητικών παρεμβάσεων που φιλοξενήθηκαν τον Νοέμβρη – Δεκέμβρη του 2022 σε ιστορικά κτίρια του Δρομοκαΐτειου Νοσοκομείου. Στο πλαίσιο αυτό διοργανώθηκε μια σειρά από ημερίδες, ανάμεσα στις οποίες και αυτή που διερευνούσε την ιστορική διάσταση της έννοιας του εγκλεισμού και τη χρήση του ως βιοπολιτικού εργαλείου σε κομβικές στιγμές του 20ού αιώνα. Στον ανά χείρας τόμο συγκεντρώνονται επεξεργασμένες οι ανακοινώσεις που παρουσιάστηκαν στην ημερίδα με θέμα Εγκλεισμοί και Ιστορία, καθώς και κεφάλαια που προστέθηκαν ώστε ο συλλογικός τόμος να προσεγγίζει σφαιρικά το θέμα. Οι συμβολές που κατατίθενται εδώ έχουν ως άξονες, αφενός, τις ποικίλες μορφές του εγκλεισμού του ψυχικά πάσχοντος σώματος, στην ελληνική και την ευρωπαϊκή εμπειρία, τον στρατοπεδικό εγκλεισμό ως απόρροια των ολοκληρωτικών πολέμων του 20ού αιώνα, αλλά και ως μέσο αντιμετώπισης της πολιτικής διαφωνίας, τον σύγχρονο εγκλεισμό μεταναστών και προσφύγων, τις μορφές εγκλεισμού με τις οποίες αντιμετωπίστηκε η αναπηρία ή η λέπρα κ.λπ., αλλά και οι αποτυπώσεις των εμπειριών εγκλεισμού στη λογοτεχνία, το θέατρο ή τον κινηματογράφο. Με τον τρόπο αυτό, ο ανά χείρας τόμος αποτελεί μια πολυπρισματική προσέγγιση της μετάβασης από την ιατρικοποίηση της κοινωνίας και του πολιτικού στην κυριαρχία του βιοϊατρικού παραδείγματος, όπως εξηγούν στην εισαγωγή τους οι δύο ιστορικοί που επιμελήθηκαν τον τόμο.

 

Παναγιώτης Δαραμάρας (επιμ.), +oikismos, futura

Ποιος δεν θυμάται τις νέες συνθήκες ανελευθερίας και καταστολής που επέβαλλαν τα διαδοχικά lockdown που αποφασίστηκαν στο όνομα της υγειονομικής κρίσης; Η πανδημία αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για την πάταξη της συνεύρεσης, της πολυφωνίας και της έκπληξης στον δημόσιο χώρο, ωθώντας όσες και όσους αντιδρούσαν στην αναζήτηση νέων τόπων και νέων κοινοτήτων. Μια τέτοια απόπειρα αποτελεί και η δράση εικαστικών καλλιτεχνών και θεωρητικών της τέχνης που τα τελευταία πέντε χρόνια συσπειρώνονται γύρω από το πρόγραμμα +oikismos. Με επίκεντρο μια προσφυγική οικία στον Συνοικισμό Χαλανδρίου, επιχειρούν, μέσα από συζητήσεις με τους ανθρώπους της περιοχής, να ανατροφοδοτήσουν καλλιτεχνικά γεγονότα με εικαστικές εγκαταστάσεις, δράσεις σε δρόμους, μαγαζιά, ακόμα και αυλές σπιτιών, με στόχο τον ενεργό διάλογο των καλλιτεχνών με τον τοπικό πληθυσμό. Σε συνολικά τέσσερις δράσεις, από το 2019 μέχρι το 2023 (μεσολάβησε η χρονιά του μεγάλου εγκλεισμού, το 2020), με κοινή αναφορά τον δημόσιο χώρο του Συνοικισμού Χαλανδρίου, ανέπτυξαν, αφενός, καλλιτεχνικό έργο και, αφετέρου, θεωρητικές επεξεργασίες, που ταλαντεύονται μεταξύ ιστορικότητας και επικαιρότητας: Από την αναδίπλωση των πληθυσμών των πόλεων στον συμβολικό κόσμο των παραδοσιακών αξιών έως την ανάγκη επαναπροσδιορισμού στο κοινωνικό και καλλιτεχνικό πεδίο του δημόσιου χώρου και από τα σιωπηλά αποτυπώματα της ιστορίας του προσφυγικού συνοικισμού έως την απειλή αλλοτρίωσης του δημόσιου χαρακτήρα του χώρου εξαιτίας της σχεδιαζόμενης μεταφοράς στην περιοχή του Καζίνο της Πάρνηθας. Σε αυτούς τους προβληματισμούς, που θέτουν διαρκώς στο επίκεντρό τους τον δημόσιο χώρο και τις εντάσεις που προκαλούνται περί αυτόν, εστιάζονται τα 12 κείμενα που συγκροτούν τον παρόντα τόμο, ο οποίος προέκυψε από τις θεωρητικές επεξεργασίες των καλλιτεχνών κατά την προετοιμασία των ετήσιων εικαστικών δράσεων του προγράμματος +oikismos.

 

Ζωή Βερβεροπούλου, Το σύγχρονο θέατρο του πραγματικού, Παπαζήσης

Η εισαγωγή πραγματικών προσώπων ή γεγονότων, αλλά και αυτούσιου υλικού της πραγματικότητας, στη θεατρική σκηνή αποτελεί μια ερευνητική πρακτική στην οποία καταφεύγουν όλο και συχνότερα οι νεότεροι, ιδίως, δημιουργοί, ήδη από τις αρχές του 21ου αιώνα. Μακριά από το να είναι κάποια περαστική μόδα, το «θέατρο του πραγματικού» συνιστά μια γόνιμη, καλλιτεχνικά και κοινωνικά, πρακτική, που οι απαρχές της ανάγονται στα μέσα του 20ού αιώνα και το θέατρο-ντοκουμέντο της δεκαετίας του ’60, αν όχι στο μεσοπολεμικό πολιτικό θέατρο. Αποτελεί ένα φαινόμενο που θέτει άλλο τόσο γόνιμα ερωτήματα, που αγγίζουν την οντολογία του θεάτρου, όπως τον βαθμό στον οποίο το θέατρο είναι σε θέση να υπερβεί τις οικείες συμβάσεις του ή τη δυνατότητα της θεατρικής τέχνης να αντιδρά άμεσα στα ζητήματα του καιρού της. Εκκινώντας από αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα, η συγγραφέας, καθηγήτρια και κριτικός, διερευνά τα προβλήματα που εμφανίζονται μέσα από την πολυδιάστατη σχέση του θεάτρου με την πραγματικότητα. Αφού κάνει μια αναδρομή στην προϊστορία του είδους, επιχειρεί να ορίσει τις σύγχρονες ερευνητικές δραματουργίες του πραγματικού και της τεκμηρίωσης, παρέχοντας τη θεωρητική πλαισίωση για την κατανόηση του είδους, εστιάζοντας, στη συνέχεια, πιο συγκεκριμένα στην ελληνική εμπειρία. Η συγγραφέας αφιερώνει σημαντικό μέρος της μελέτης της στο «θέατρο verbatim» (αυτολεξεί), που σηματοδοτεί τη θεατρική πρακτική που ενσωματώνει κατά λέξη τα λόγια πραγματικών ανθρώπων στο σκηνικό εγχείρημα, εξετάζοντας τις διαφορές του με το θέατρο μαρτυρίας και παρουσιάζοντας την ηχοκεντρική παραλλαγή του, που χρησιμοποιεί ακουστικά. Ακόμη, εξετάζεται η συσχέτιση του θεάτρου του πραγματικού με την έννοια της πολιτειότητας, της ιδιότητας του πολίτη, καθώς και οι δημοφιλείς στους καλλιτέχνες δικαστηριακές δραματουργίες του πραγματικού. Η μελέτη ολοκληρώνεται με μια σειρά συνεντεύξεων με οκτώ δημιουργούς της νεότερης γενιάς, που εστιάζουν την ερευνητική τους σκηνική πρακτική σε μορφές του θεάτρου του πραγματικού, σε έναν διάλογο επιστημονικής θεωρίας και σκηνικής πράξης.

 

Πέτρος Θέμελης, Ταξίδια της μνήμης, Κάππα Εκδοτική

Τελευταίο βιβλίο πριν από τον αδόκητο θάνατο του ρηξικέλευθου αρχαιολόγου και ανασκαφέα της Αρχαίας Μεσσήνης, Πέτρου Θέμελη (1936-2023), αποτελεί μια συλλογή κειμένων που προέρχονται από διαλέξεις, δημοσιεύσεις και συνεντεύξεις του, τα οποία διατηρούν ακέραια την αμεσότητά τους, αλλά και τη συναισθηματική ένταση με την οποία γράφτηκαν. Πρόκειται για «ταξίδια» στα οποία κυρίαρχη είναι η παρουσία του παρελθόντος, αρχαιοελληνικού και όχι μόνο, έτσι όπως εκβάλλει κάθε φορά στο παρόν, κάτι που όλη του τη ζωή υπηρέτησε με πείσμα ο αείμνηστος αρχαιολόγος. Θεοί και ήρωες, μύθος και πραγματικότητα, ζώα και άνθρωποι, έτσι όπως κάνουν την εμφάνισή τους στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, αλλά και ιστορικά περιστατικά μεταγενέστερων χρόνων, αποτελούν, θεματολογικά, τις ενότητες στις οποίες κατανέμονται τα κείμενα αυτά, τα οποία συμπληρώνονται από δύο άλλες εξίσου κρίσιμες, καθώς κάθε αρχαιολόγος αναπόφευκτα θα αναμετρηθεί μαζί τους, οι οποίες αφορούν τον λαϊκό πολιτισμό και το περιβάλλον στην κάποτε ανταγωνιστική σχέση του με τον πολιτισμό. Με αφορμή ένα τεχνούργημα, ένα ιστορικό περιστατικό ή μια μυθολογική δοξασία, ο αναστηλωτής της Αρχαίας Μεσσήνης αναφέρεται με εύληπτο και γλαφυρό τρόπο στο παρελθόν, ενώ ως ενεργός πολίτης διατυπώνει με παρρησία την κριτική του άποψη για κοινωνικά φαινόμενα, πολιτιστικές τάσεις ή και πολιτικές επιλογές της διοίκησης…

 

Προηγούμενο άρθροΣάββατο, 27 Απριλίου: Περίπατος Βιβλίου στο κέντρο της Αθήνας
Επόμενο άρθροΤζέιμς Μπόλντουιν: έδεσα τότε τα παπούτσια μου και ξεκίνησα (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ