Ενεργοποιώντας ένα κοίτασμα πολιτισμού- Όψεις του μαγικού ρεαλισμού (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

0
923

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)

Υπάρχουν σχεδόν για κάθε άνθρωπο ή για ολόκληρες κοινωνίες, ποικίλα κοιτάσματα εμπειριών, εν δυνάμει υψηλής ενεργειακής έντασης, που για ένα σωρό λόγους-μεταξύ άλλων και για λόγους οικονομίας δυνάμεων, όπως έγραφε με άλλα λόγια ο Λέων Τολστόϊ στο βιβλίο του «Πόλεμος και Ειρήνη», ότι δηλαδή θα αξιοποιηθούν όταν προκύψει κάποιου είδους ανάγκη- παραμένουν σε μια κατάσταση που μοιάζει με χειμερία νάρκη.

Πρόκειται για εμπειρίες του παρελθόντος- προσωπικές ή συλλογικές- μισοτελειωμένες, που έμειναν στη μέση του δρόμου σε σχέση με τον σκοπό για τον οποίο ξεκίνησαν, ή μέχρις εκεί τις σήκωνε η ατμόσφαιρα, ή κανονικά συντελεσμένες που μπορεί δημιουργικά να ξαναλειτουργήσουν, διαβασμένες σήμερα αλλιώς, ακόμα κι’όταν (ή επειδή) κουβαλάνε (ή είναι εμπλουτισμένες με) ήδη πολλά στρώματα ερμηνειών και προσεγγίσεων.

****

Από καιρό τώρα, ήθελα να δώσω ένα δικό μου φιλί της ζωής- σε ό,τι μου αντιστοιχεί-σ’αυτό που σχηματικά ονομάζω «πολιτισμό των βουνών» (δηλαδή του πολιτισμού που παρά τις πολλαπλές αντιξοότητες άνθισε στα βουνά του χώρου μας στους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης), όπως αυτός συνδέεται με τον πολιτισμό της προ-μοντερνικότητας στα μέρη μας, και όπως θαυμαστά τον γνώρισα πρώτα μέσα από το φίλτρο του «πολιτισμού των παραθεριστών» των παιδικών μου χρόνων. Πρόλαβα τις καλοκαιρινές γιορτές, αυτές με τη χαμηλή ένταση: με τα όργανα- το κλαρίνο, το σαντούρι- χωρίς ενισχυτές, όπου «το λίγο γίνεται πολύ», χωρίς ηλεκτρικό- γι’αυτό έχω πολλούς λόγους να λατρεύω το «Εγκώμιο της σκιάς» του Τανιζάκι-, τον γαλαξία των ανθρώπων που έρχονται από μακριά και ήσυχα χορεύουν «Νάσαν τα νιάτα δυό φορές, τα γηρατειά καμμία», το πνεύμα του πολλαπλά κατεστραμμένου τόπου: «Τα σπίτια κι αν μας κάψουν, άλλα φτιάχνουμε», το υγρό δάσος με τον δικό του αέρα, τα δέντρα και τις φτέρες του, τα ποτάμια και τα γεφύρια του, τα ρυάκια, τις πηγές, τα μονοπάτια και τα ξέφωτα, ως έμπνευση και παρακίνηση, ως φωλιά και απαντοχή. Εμπλούτισα τη σχέση μου μ’αυτό στη συνέχεια, μέσα από ποικίλα διαβάσματα, μουσικά ακούσματα, συναναστροφές, εμπειρίες αναστηλώσεων μνημείων.

Ήθελα λοιπόν να ξαναπλησιάσω εκείνο το παλιό κοίτασμα, πέρα από καθηλώσεις «λαογραφικού» τύπου (ακόμα και ο όρος μου φαίνεται παραπλανητικός: με παραπέμπει στην πόζα που κουβαλάει η εκφορά «θα το πώ λαϊκά», λες και ο εκφέρων καταδέχεται για λίγο να ανακατευτεί με τους άλλους, τους πολλούς) ή άλλες θορυβώδεις σημερινές εκδηλώσεις που επικαλούνται ρηχά το όποιο παρελθόν. Δεν με ενδιαφέρουν από το παρελθόν οι στάχτες, μα η φωτιά.

 

Αναζητώντας πυξίδα

Ως όχημα αυτής της προσέγγισης έπρεπε να είναι μια διάσταση άψαχτη από μένα μέχρι τώρα, ώστε να δω τα πράγματα με όσο γίνεται φρέσκια ματιά. Γρήγορα κατέληξα ότι θα εξυπηρετούσε τον σκοπό μου ένα από αυτά τα μεταφυσικά πλάσματα που αφθονούσαν στο μυαλό των ανθρώπων τότε, εκεί, όπως τα αναδεικνύουν τα δημοτικά τραγούδια, και να τα χρησιμοποιήσω λογοτεχνικά ως κλειδί, όχι φυσικά για να τα «αναστήσω» (δηλαδή;), αλλά να τα χρησιμοποιήσω ως ένα «παράξενο κλειδί» προκειμένου να αντιληφθώ αλλιώς αυτό τον κόσμο, αφού για να «υπάρχουν» σημαίνει ότι κάποια παράδοξη και κατ’αρχάς  λειτουργία επιτελούσαν για την κοινότητα, η οποία ορισμένως εμπλεκόταν με τις άλλες λειτουργίες της «κανονικότητας», που είχαν συγκεκριμένους κανόνες, γραπτούς και άγραφους- πάντως συμφωνημένους, και γνωστούς.

Δεν ήταν απλό. Κατ’αρχάς, έτσι όπως επιχείρησα να ανασύρω πλάσματα τέτοιου είδους από το «υπόγειο», τα βρήκα τυλιγμένα με μια «γλίτσα». Οι λάμιες, οι «νεράϊδες» που σου παίρνανε τη φωνή, η μάγισα που μεταμορφώθηκε σε πεθερά για να βασανίσει, οι ιστορίες κάποιων μαυροφορεμένων γιαγιάδων της πόλης, που καθόταν σε σκαμνάκια έξω από τα σπίτια τους το καλοκαίρι, και μιλούσαν για κόκκαλα πεθαμένων στο δάσος που σε κυνηγούσαν το βράδυ, αφορούσαν πολύ μοχθηρά πλάσματα και συχνά σιχαμερές καταστάσεις. Επί πλέον, δεν προσφερόταν και από την άποψη μιας- έστω σκοτεινής- δημιουργίας, καθώς αυτά τα πλάσματα της φαντασίας ήταν στατικά, καθηλωτικά, δεν συμμετείχαν σε οποιασδήποτε μορφής εξέλιξη, δεν έμπλεκαν με τους ζωντανούς, παρά μόνον για να τους τρομάξουν. Δεν είχαν σχέση με ό,τι έψαχνα.

Αυτή η πρώτη επαφή, πάντως, με βοήθησε ως προειδοποίηση ως προς το τί θα έπρεπε να αποφύγω, σε σχέση μ’αυτό που ήθελα να κάνω. Ό,τι ανέφερα για τα στατικά, μοχθηρά πλάσματα δεν αφορούν βεβαίως ολόκληρο τον ευρύτερο άϋλο κόσμο αυτού του είδους. Οι «Παραδόσεις» του Ν.Γ. Πολίτη, εκδόσεις Γράμματα, 1994, μεταξύ άλλων, είναι μια πολύ πλούσια εγκυκλοπαίδεια τέτοιων θεμάτων, που σίγουρα προσφέρεται ως υλικό για μια στιβαρή ανθρωπολογική έρευνα, και όχι μόνο. Υπάρχει σ’αυτό το πεδίο ακόμα μια «γλίτσα» σαν αυτή που προανέφερα, μα υπάρχει και μια ενεργή σύνδεση με την κοινωνία και τις εξελίξεις στο πεδίο. Στην ουσία, υπάρχει μια συνάφεια με τον κόσμο της μαγείας, που συνοδεύει διαχρονικά την ιστορία της ανθρωπότητας και των πολιτισμών της. Για τα καθ’ημάς, υπάρχει μια πλούσια βιβλιογραφία γι’αυτό το πεδίο από τα χρόνια της αρχαιότητας και μετά. Χαρακτηριστικό για το «μετά» είναι, μεταξύ άλλων, το βιβλίο της Διονυσίας Γιαλαμά «Ελληνίδες μάγισσες στη Βενετία 16ος-18ος αιώνας», Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2009, αλλά και το εξαιρετικού ενδιαφέροντος μυθιστόρημα του Ιωάννη Κονδυλάκη «Οι άθλιοι των Αθηνών», εκδόσεις Πελεκάνος, 2005. Το συγκεκριμένο υπόβαθρο του άϋλου κόσμου αυτού του είδους, με το οποίο οι άνθρωποι εκείνης της εποχής ήταν εξοικειωμένοι, έχει πάντοτε και μια καταπτωτική διάσταση είναι η αλήθεια, ιδιαίτερα αν του αποδοθεί υπέρμετρη σημασία, παράλληλα όμως προσφέρεται ώστε να μεγαλώσει ο χώρος των ελιγμών μας, αλλά και για να δώσει εναλλακτικές θεάσεις του Κόσμου, οπότε μπορεί να λειτουργήσει ως μια γέφυρα προς ένα πεδίο εναλλακτικής επεμβατικότητας.

Μια προβληματική γέφυρα πάντως, αν τη συγκρίνω με τα στιβαρά πέτρινα γεφύρια που είναι ακόμα διάσπαρτα στα βουνά, οπότε- κρατώντας τη για ενδεχόμενη χρήση, εφ’όσον κάπως ενισχυθεί- πρέπει κατά τα άλλα, να συνεχίσω την αναζήτησή μου για πιο στέρεα μέσα.

***

Κάνοντας μια στάση ώστε να βάλω σε μια δημιουργική τάξη τα όσα προέκυψαν από τις πρώτες αναζητήσεις μου, σε συνδυασμό με τις ανάγκες μου και τα μέσα που διέθετα, κατάστρωσα το περίγραμμα ενός λογοτεχνήματος με τον τίτλο «Βρυκόλακας» . Στο μυαλό μου διέφερε από τον πολτό των πλασμάτων της φαντασίας που απώθησα, τόσο για τη στιβαρότητα και την επεμβατικότητα, που υποτίθεται ότι διαθέτει ένα «πλάσμα» σαν τον Βρυκόλακα, όσο και για το πολύτροπο του «χαρακτήρα» του, καθώς παρά τον τρόμο που προκαλεί, δεν είναι απαραίτητα ένα πλάσμα που «υπηρετεί το Κακό». Εχοντας ανάγκη την ώσμωση και με έναν άλλο, κατά το δυνατόν διαφορετικό, πολιτισμό προκειμένου να μην εγκλωβιστώ σε ένα «δοχείο κλειστής αντήχησης»- να μην ανακυκλώνω δηλαδή τα ίδια και τα ίδια τα δικά μας, μα να τα «παντρέψω» και με επιρροές από τα ξένα- εμπνεόμουν και από το μυθιστόρημα «The Monk», το γοτθικό μυθιστόρημα του άγγλου Lewis, που είχε εκδοθεί το 1796, και πολύ αργότερα (2005) στα ελληνικά με τίτλο «Ο καλόγερος», από τις εκδόσεις Gutenberg. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα με χαρακτηριστικά φρενίτιδας, λατρεμένο από τους υπερρεαλιστές της Γαλλίας, όπου τα μεταφυσικά πλάσματα κυκλοφορούν μεταξύ των όντως υπαρκτών προσώπων σαν να είναι οι γείτονες της διπλανής πόρτας.

Βρίσκω το έργο ορισμένως συγγενές με το βιβλίο «The Vampyre» που αποδόθηκε αρχικά στον Λόρδο Βύρωνα, μα στην πραγματικότητα γράφηκε από τον φίλο του Polidori, στα πλαίσια της ίδιας παρέας και διαδικασίας από την οποία προέκυψε ο «Φρανκενστάϊν»» της Μαίρης Σέλλεϋ. Το βιβλίο «The Vampyre» κυκλοφόρησε στα ελληνικά (1994) με τίτλο «Ο βρυκόλακας» από τις εκδόσεις Αγρα.

 

 Εκλεκτικές συγγένειες

Αφησα το λογοτεχνικό περίγραμμά μου για τον «Βρυκόλακα» για ένα διάστημα στην άκρη. Όταν το ξανασκέφτηκα σε συνδυασμό με τα παλιά αγγλικά κείμενα που με είχαν εμπνεύσει, βρήκα ότι ούτε αυτά ήταν ευθέως κατάλληλα για τον (ακόμα αόριστο, μα επίμονο) σκοπό μου. Τα βιβλία ήταν συναρπαστικά (ρουφώντας κυριολεκτικά τον «Καλόγερο», έκανα τη διαδρομή με τραίνο από το Victoria Station του Λονδίνου ως το Münster της Γερμανίας, περνώντας ενδιαμέσως τη Μάγχη, χωρίς να καταλάβω το ταξίδι), μα αφορούσαν καθαρά το πεδίο της ψυχολογίας, την εποχή της μετάβασης του εαυτού από ένα ιστορικό πλαίσιο σε ένα άλλο, καινούριο. Αυτός ήταν και ο λόγος της έξαψης των υπερρεαλιστών με το έργο του Lewis, καθώς θεώρησαν (ορθώς) ότι κατά βάση ήταν μια τρικυμιώδης περιπέτεια του υποσυνείδητου. Η σύνδεση της ψυχολογίας με τον μεταφυσικό τρόμο, μας φέρνει σε επαφή με ένα άλλο λαμπερό (στο έρεβός του) σύμπαν, αυτό που στην Αγγλία ονομάστηκε σχηματικά «Gothic» και επηρέασε πολύ τις τέχνες και τα γράμματα τον 18ο, και κυρίως τον 19ο αιώνα, σε μια εποχή που οι άνθρωποι μετακόμιζαν από την ύπαιθρο στις πόλεις, μεταφέροντας εκεί μεταλασσόμενες και τη δεισιδαιμονίες τους, ή γενικότερα τη σχέση τους με εξω-λογικά στοιχεία. Επανερχόμενοι στην ψυχολογία, έχω στο μυαλό μου-εκτός των γραπτών του Φρόϋντ φυσικά- το κείμενο του επιφανούς Αγγλου ψυχαναλυτή Ernest Jones (1879-1958) «Για τους εφιάλτες», γραμμένο το 1931, όπως περιέχεται στο βιβλίο «The Gothic Reader- a critical anthology», εκδόσεις Tate Publishing, 2006, με επιμέλεια των Martin Myrone και Christofer Frayling, ένα βιβλίο που συνόδευε μια εξαιρετική Εκθεση με το ίδιο θέμα στην Tate Britain του Λονδίνου. Οι εκφραστικοί πίνακες του Henry Fusely, όπου η σεξουαλική απόλαυση αντιπαλεύει με τον τρόμο, θα μπορούσαν να ειδωθούν και ως μία ζωγραφική προσομοίωση αυτών των κειμένων.

Βεβαίως, στενά και μόνο η ψυχολογία δεν μου αρκούσε για να ενεργοποιήσω μια φρέσκια ανάγνωση του πολιτισμού των βουνών. Θα μπορούσα να επεκταθώ, συνδέοντας τους συγκεκριμένους ψυχολογισμούς με την κοινωνία της εποχής τους- κάτι πολύ ενδιαφέρον, αναμφισβήτητα- μα η συγκροτημένη, συστηματική δουλειά των Αγγλων σ’αυτό το πεδίο, δεν θα άφηνε ρωγμές όπου θα χωρούσαν καινοφανείς διερωτήσεις για το αντικείμενό μου. Χρειαζόμουν μια μεθοριακή περιοχή ως μονοπάτι στην άλλη μεθόριο, αυτή του πολιτισμού των βουνών.

Κατά τα άλλα, προσέθεσα στις ψυχοδιανοητικές αποσκευές μου, συνειδητά πιά, το σύμπαν του «Gothic»- που είναι απείρως ευρύτερο από την Ψυχολογία-, και οπωσδήποτε κάποιους κορυφαίους διανοητές του όπως τον μύστη της μεταφυσικής William Blake, ως άλλη μια άϋλη περιουσία για αξιοποίηση. Σημειώνουμε μόνο την υψιπέτεια αυτής της ατμόσφαιρας που αναγνωρίζει ότι ο κίνδυνος, ο τρόμος, είναι αναπόφευκτα στοιχείο της κατάστασης των πραγμάτων, μα «ο ουρανός και η γη, πλεονεκτήματα και εμπόδια, συνομωτούν ώστε να εκπαιδεύσουν τη μεγαλοφυΐα». Ο Edmund Burke (1729-1797) καταλήγει σχετικά ότι «οι πιο δυνατές εμπειρίες προκύπτουν από το συναπάντημα με το απέραντο, το υπερχειλίζον και το τρομερό». Μια έντονη περιέργεια, μια γνωστική δίψα διατρέχει όλα αυτά, και παρακινεί όχι στην περιπλάνηση μα στην αποκαλυπτική περιήγηση, ακόμα κι αν αυτή εμπεριέχει την κινδυνώδη περιπέτεια.

***

Richard_Francis_Burton

Και επειδή οι Αγγλοι είναι περισσότερο εμπειριστές παρά θεωρητικοί, η μορφή του Richard Burton (1821-1890) είναι εμβληματική σε σχέση μ’αυτό το πεδίο. Μυθική μορφή της βικτωριανής εποχής στην Αγγλία του 19ου αιώνα, κινούμενος από μια τεράστια και ασίγαστη περιέργεια στο πεδίο, ήταν ο πρώτος μη μουσουλμάνος που εισχώρησε (μεταμφιεσμένος) στη Μέκκα, έζησε για μήνες με μια φυλή ανθρωποφάγων στην Αφρική, πήρε μέρος σε μάχες όπου χρειάστηκε, υπήρξε ο πρώτος ευρωπαίος που ανακάλυψε τη λίμνη Τανγκανίκα, δεινός διπλωμάτης σε πόστα της μεθορίου, όπως στο Σάντος της Βραζιλίας, και, όντας πολύγλωσσος, μετέφρασε με θαυμαστό τρόπο τις «Χίλιες και Μία Νύχτες», το «Κάμα Σούτρα», αλλά και τα έργα του εμβληματικού πορτογάλου ποιητή και εξερευνητή Luis de Camões στα αγγλικά. Περιφρονώντας την αυστηρή ηθικολογία της εποχής του, εμπλούτισε τις εκδόσεις με δικές του εθνολογικές παραπομπές και τολμηρά δοκίμια για την πορνογραφία, την ομοφυλοφιλία, τη σεξουαλική ανατροφή των γυναικών, τα ήθη των άλλων χωρών. Ενώ οι παρατηρήσεις του άνοιξαν καινούριους δρόμους, κατηγορήθηκε από κάποιους συντηρητικούς του καιρού του ότι συνιστούν «στατιστικές της αμαρτίας»

Στο σπίτι του στην Αγγλία είχε έντεκα τραπέζια στο σαλόνι με απλωμένα τα χαρτιά του σ’αυτά, για έντεκα διαφορετικά βιβλία που έγραφε, ενώ σε ένα δωδέκατο είχε ένα βάζο με λουλούδια και μια κανάτα με νερό για να πίνει ενώ γράφει.

Ζωές τεράστιας έντασης: αναζητώντας το περίγραμμα της εσωτερικής γεωγραφίας της ψυχής σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη…

***

Ο δυναμισμός ανθρώπων σαν το Richard Burton, σε συνδυασμό με τα στοιχεία μεταφυσικής του Gothic, εύρισκα ότι συντονίζονται -ασχέτως των πολύ διαφορετικών συνθηκών στο πεδίο- με τον δυναμισμό που με έντονο τρόπο συνοδεύει τον πολιτισμό των βουνών, ποικιλοτρόπως. Η εγκατοίκηση για αιώνες σε απρόσιτες για την κεντρική εξουσία περιοχές, πολύ μακριά από τις πόλεις, η απαντοχή στις πολύ τραχιές συνθήκες, μα και η εγρήγορση για νέες περιπέτειες υπέρ της εξέλιξης και της προκοπής, η εποποιΐα των ξενιτεμένων, απέναντι σε όλες τις καινοφανείς αντιξοότητες των νέων περιβαλλόντων στα οποία έπρεπε να δημιουργήσουν, αλλά και των πολύ επικίνδυνων διαδρομών προκειμένου να φτάσουν στον προορισμό τους, η νέου τύπου απαντοχή που έπρεπε να βιώσουν όσοι αποχωριζόταν για απροσδιόριστα μακρύ διάστημα τους ξενιτεμένους, και με τη συνδρομή του «μαγικού κόσμου» που προαναφέραμε, είναι χαρακτηριστικά δυναμισμού πολύ υψηλών παλμών: ο Κόσμος αλλάζει εκ βάθρων, και οι άνθρωποι συμμετέχουν πολύ ενεργά σ’αυτές τις αλλαγές, τις επηρεάζουν και επηρεάζονται από αυτές.

 

   Μια μακρινή, μα πολύ υψηλής ενέργειας μεθόριος

Κάθε άλλο παρά με κούραζε αυτή η συνεχής αναζήτηση που δεν ολοκληρωνόταν. Άλλωστε, όλο και περισσότερο έμοιαζε με εξερεύνηση: το μυστηριώδες της περιπέτειας ήταν παρακινητικό, και η διαδικασία εξελικτική. Αισθανόμουν ότι ερχόμουν σταδιακά σε μια συνειδητή πιά και δημιουργική επαφή με γνωστικές και βιωματικές περιοχές που τις είχα μεν ακουστά ή και αποσπασματικά γνωρίσει, μα τώρα τις ενέτασσα σε έναν χάρτη και έναν σκοπό: η «Ηδονική Γεωγραφία» ερχόταν να συναντήσει κανονικά τον «Πολιτισμό των Φαντασμάτων».

Ετσι όπως προχωρούσα, μάλιστα, από πεδίο σε πεδίο, αισθανόμουν ότι έκανα μια πορεία «σαν να μάζευα στρατό» ώστε να επιχειρήσω τελικά να «κατακτήσω» την επιδιωκόμενη ανα-ψυχή του θέματός μου. Η ψυχοδιανοητική περιέργεια της περιπέτειας με γαλβάνιζε.

***

Κι επειδή ό,τι ψάχνεις βρίσκεις, ήταν η σειρά τώρα της Λατινικής Αμερικής να μου προσφερθεί ως μεθοριακή περιοχή που θα με οδηγούσε ως μονοπάτι στην άλλη μεθόριο, αυτή του «πολιτισμού των βουνών» του τόπου μας.

Camille-Montfort, η βαμπίρ του Αμαζονίου

Μια ιστορία για μια «γυναίκα βαμπίρ» ήταν το έναυσμα. Η γυναίκα αυτή, σύμφωνα με μυθιστορίες που κυλοφορούν ποικιλοτρόπως (και, γιατί όχι; κατ’εξοχήν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου μια μυθιστορία μπορεί να έχει πολύ περισσότερους αναγνώστες από πολλά βιβλία), η Camille Montfort, που σύμφωνα με αυτές τις μυθιστορίες έζησε μόνο τριάντα χρόνια, αναστάτωσε συθέμελα την κοινωνία της Βραζιλίας στα τέλη του 19ου αιώνα, ιδιαιτέρως της πλούσιας πόλης Belém , της πύλης στον Αμαζόνιο, που είχε απογειωθεί οικονομικά εκείνη την εποχή με το πολύ αποδοτικό εμπόριο καουτσούκ.

Γαλλικής καταγωγής, σύμφωνα με τις μυθιστορίες, τραγουδίστρια της Όπερας που εγκαταστάθηκε στο Belém της  Βραζιλίας, προκάλεσε έντονα πάθη, τρομερές διαμάχες μεταξύ των ανδρών που την πολιορκούσαν ή απλώς την ποθούσαν από απόσταση, μεγάλες ενδοοικογενειακές αναστατώσεις, μια γενική αναβράζουσα ανησυχία.

Σύμφωνα με τις μυθιστορίες, όλη αυτή η εκρηκτική κατάσταση απέκτησε και μια έντονα τοξική διάσταση. Έδιναν κι έπαιρναν οι φήμες ότι η γυναίκα ήταν μάγισα ή και βαμπίρ, ότι έπινε το αίμα των ανθρώπων, ότι οργάνωνε νυχτερινές τελετουργίες σαν τις βαλπούργειες νύχτες των μαγισών. Όταν πέθανε- στην τρομερή επιδημία χολέρας, που όντως συνέβη σε πραγματικό χρόνο, και αυτό μας συνδέει με το βιβλίο “Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας” του κολομβιανού Γκαμπριέλ Μαρκές-, πολλοί το αμφισβήτησαν, και για χρόνια έλεγαν ότι ο τάφος της ήταν άδειος.

***

Οι μυθιστορίες αυτές δεν είναι τυχαίο που έχουν ως έδρα τους το Belém, καθώς είναι μια πόλη που κάθε τόσο “εκρήγνυται” από τρομερό ξαφνικό πλουτισμό- στην αρχή με τη ζάχαρη, μετά με το καουτσούκ-, ο οποίος πλούτος μετά από λίγες δεκαετίες χάνεται, επειδή οι διεθνείς συνθήκες του εμπορίου αλλάζουν γοργά.

Το ότι στο Belém, αυτό το προκεχωρημένο φυλάκιο πλουτισμού στην περιοχή του Αμαζονίου, χτίζεται μια Όπερα- η οποία εξακολουθεί σήμερα να υπάρχει ως “Θέατρο La Paz” στην καρδιά της παλιάς κατ’ευφημισμόν αποικιακής συνοικίας (στην τότε πραγματικότητα: αποικιοκρατικής)- παραπέμπει σε δράσεις της Μεθορίου, όπως συμβολικά αναπτύσσονται στο εμβληματικό φιλμ “Φιτζκαράλντο” του Χέρτζογκ, με τον Κλάους Κίνσκι. Η τεράστια ένταση, σχεδόν λύσσα, προκειμένου “να επιτευχθεί το ακατόρθωτο”, ένα παράδοξο “ακατόρθωτο” που κινείται παράλληλα προς το ενεργειακό πεδίο του εξωφρενικού πλουτισμού από την εκμετάλλευση των δασών χωρίς ουσιαστικά να έχει μερίδιο, και με αυτό το “ακατόρθωτο” να μην έχει σχέση με την όποια κοινωνία (ποιά;), μα με προσωπικές εμμονές.

Επί πλέον, το Belém ως “πρωτεύουσα της περιοχής του Αμαζονίου στη Βραζιλία”, στην οποία ζουν ακόμα φυλές των αυτοχθόνων, θεωρείται και ως μια ιδιότυπη έδρα του “πνευματισμού” του Αμαζονίου, ένα κράμα δυτικών και τοπικών παραφυσικών δοξασιών.

Οι δοξασίες αυτές σπάνια προκύπτουν “εν κενώ”: από ιστορικές μαρτυρίες για την “εποχή του καουτσούκ”, οι ιθαγενείς χρησιμοποιήθηκαν με πολύ σκληρό τρόπο από τους επιχειρηματίες του καιρού, για να δουλέψουν υπερεντατικά στα δάση. Απ’αυτή την άποψη, ένας ολόκληρος πληθυσμός αυτοχθόνων βίωνε με απόγνωση τον βαμπιρισμό στο πραγματικό πεδίο: κάποιοι, “του έπιναν το αίμα”. Ο βαμπιρισμός λοιπόν ήταν έντονα παρών στον χώρο. Το φαινόμενο να εμφανίζεται (έστω και στη φαντασία) και σε βάρος αυτών που τον ασκούν, ονομάζεται στην Ψυχολογία “καθρεπτισμός”.

***

Έτσι κι’αλλιώς, ο μύθος της “επικίνδυνα όμορφης γυναίκας” – της “γυναίκας βαμπίρ”- που απειλεί την αρμονία όχι μόνο μιας οικογένειας, μα και ολόκληρης της κοινωνίας, είναι διαχρονικός και υπερτοπικός.

Σε κάθε περίπτωση, ο απόηχος της μακρινής αυτής εκρηκτικότητας, της συμβατής με την κρίσιμη θέση που έχουν τα πάθη στις λατινοαμερικάνικες χώρες, φαίνεται ότι ακόμα σήμερα σέρνεται στη Βραζιλία και αλλού- με μυθιστορίες που για να εξάπτουν σημαίνει ότι συνδέονται με πολύ σημερινές ανησυχίες.

 

 Μαγικός ρεαλισμός

Η μυθιστορία της «γυναίκας βαμπίρ» στη Βραζιλία, ενδυναμωμένη από τα κοινωνικά συμφραζόμενα, μπορεί να συναρπάσει και να εξάψει- κυρίως ως μια αφήγηση ένα βράδυ δίπλα στη φωτιά. Είναι μια ιστορία εκδίκησης- μοιάζει σ’αυτό με κάποια γαλλικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα-, που με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μπορεί να δώσει ιντριγκαριστικές ιδέες και για άλλες ιστορίες, ειδικά με το εργαλείο του «καθρεπτισμού», το «να αντιστρέψεις το κακό που σου προκαλεί κάποιος, στρέφοντάς το πάνω του».

Μα δεν πήρα αυτό τον δρόμο, για να μείνω εκεί. Η εκδίκηση είναι κάτι το στενό, το περιοριστικό, κι’έπειτα αυτή η ιστορία έχει σχέση περισσότερο με παραφυσικά φαινόμενα, που εμπεριέχουν μια συγκεκριμένη σκοπιμότητα, παρά με τα μεταφυσικά που με θέλγουν, επειδή με φέρνουν σε επαφή με κάτι το απέραντο. Αναζητούσα κάτι πιο πολυσύνθετο και πιο «υψηλό», όχι μόνο για να μου προσφέρει έξαψη, μα για να με πάει σε ένα ιδιαίτερο, προικισμένο «αλλού».

Πού θα το αναζητούσα; Η Λατινική Αμερική συνιστά μια αναβράζουσα μεθόριο για μένα. Οψεις της παραπέμπουν στην Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική, μα αυτή είναι κάτι άλλο. Τεράστια η ρευστότητα εκεί, το ίδιο και η ένταση- για το καλό και το κακό. Και πάντα παρούσα η δίψα για δημιουργία, παρά το ότι «κάθε τόσο διαβαίνουν και θερίζουν χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα» σε όλη τη διαχρονία αυτού του τόπου. Το ένστικτό μου, μαζί με μια αποσπασματική εποπτεία, κατηύθυνε εκεί το ενδιαφέρον μου.

***

Και τότε ήρθε η γνωριμία με το έργο του ξεχωριστού συγγραφέα Miguel Ángel Asturias (1899-1974), του πρώτου Λατινοαμερικάνου που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1967. Όταν ο Γουατεμαλανός Asturias άρχισε να γράφει το μεγάλο του μυθιστόρημα El Señor Presidente (μια νέα μετάφρασή του κυκλοφόρησε με μεγάλη προβολή, στη σειρά Penguin Classics, το 2023 στον αγγλοσαξονικό κόσμο, ενώ κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1986 με τίτλο «Ο κύριος Πρόεδρος» από το Πλέθρον, εξαντλημένο στον εκδότη), τον Δεκέμβριο του 1922, ούτε ο Bολιβιανός Gabriel Garcia Márques, ούτε ο Mario Vargas Llosa είχαν γεννηθεί. Χρόνια μετά, από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 μέχρι σήμερα, αυτό το βιβλίο θεωρείται το έργο αναφοράς για τους λαμπρούς λατινοαμερικάνους συγγραφείς που ακολούθησαν, όπως οι Márquez, o Llosa, o Carlos Fuentes, o José Donoso, o Julio Cortázar, και άλλοι, όπως και ο θεμέλιος λίθος του λογοτεχνικού είδους που ονομάστηκε «μαγικός ρεαλισμός».

Όπως εξηγεί ο Γιάννης Θηβαίος στην εισαγωγή του στο θεατρικό του Asturias «Σολούνα» (το οποίο και μετέφρασε), εκδόσεις Δοδώνη, 1977, ο όρος δημιουργήθηκε από τον Φραντς Ροχ, για να χαρακτηρίσει τη ζωγραφική παραγωγή της μεταεξπρεσιονιστικής εποχής, γύρω στα 1925. Ο Ροχ έβαλε τη λέξη «μαγικός» αντί μυστικιστικός για να υπογραμμίσει πως «το μυστήριο δεν κατεβαίνει στον κόσμο, αλλά κρύβεται και πάλλεται πίσω του». Κάπου στα 1948, ο Αλέχο Καρπαντιέ , στον πρόλογο του μυθιστορήματός του «Το Βασίλειο αυτού του κόσμου», εξηγούσε τον «μαγικό ρεαλισμό» σαν μια προνομιακή αποκάλυψη της πραγματικότητας, έναν ασυνήθιστο καταυγασμό.

Ο ίδιος ο Asturias, που κατά τον σύγχρονο κριτικό Gerald Martin είναι ο πατριάρχης του είδους στη Λατινική Αμερική, εξηγεί: «Ο ρεαλισμός μου είναι μαγικός…όπως τον συλλάβανε οι υπερρεαλιστές, και όπως τον συλλάβανε οι Μάγιας στα ιερά τους κείμενα. Διαβάζοντας αυτά τα τελευταία, συνειδητοποίησα πως υπάρχει μέσα τους μια πραγματικότητα χειροπιαστή, που πάνω της μπολιάζεται μια άλλη πραγματικότητα, δημιουργημένη από τη φαντασία και που ξετυλίγεται με τόσες λεπτομέρειες ώστε να γίνεται το ίδιο «πραγματική» με την άλλη. Όλο μου το έργο ξετυλίγεται ανάμεσα σ’αυτές τις δύο πραγματικότητες: η μια κοινωνική, πολιτική, λαϊκή, με πρόσωπα που μιλάνε όπως μιλάει ο γουατεμαλέζικος λαός, η άλλη φανταστική, που τους κλείνει μέσα σ’ένα περιβάλλον και τοπίο ονείρου».

Η αναφορά του Asturias τόσο στους υπερρεαλιστές όσο και στους Μάγιας έχει τη σημασία της. Πρώτα απ’όλα, η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της Γουατεμάλας είναι αυτόχθονες Ινδιάνοι. Στον τόπο αυτόν είχε ανθίσει ο πολιτισμός των Μάγιας. Επί πλέον, ο συγγραφέας είχε μείνει δέκα χρόνια στη Γαλλία, σπουδάζοντας εθνολογία στη Σορβόννη υπό τον Georges Raynaud, ο οποίος ενθάρρυνε το ενδιαφέρον του για τον πολιτισμό και τη μυθολογία των Μάγιας. Ο καρπός των ερευνών του εκδόθηκε στα γαλλικά το 1931, με πρόλογο του Paul Valéry, με τίτλο «Μύθοι της Γουατεμάλας». Στο Παρίσι αναμίχθηκε με τους σουρεαλιστές, και με προσωπικότητες όπως ο André Breton, o Tristan Tzara, o César Vallejo, ο Louis Aragon, και ο Robert Desnos.

Ο συγγραφικός του τρόπος αντλούσε από την ανάδειξη του υποσυνείδητου από τους υπερρεαλιστές, όπως αυτός αντιλαμβανόταν να το κάνει και ο πολιτισμός των Μάγιας, με την επισήμανση ότι δεν τον ενδιέφερε στενά το προσωπικό ασυνείδητο, μα το συλλογικό. Τον ενδιέφερε η κοινωνία συνολικά, γι’αυτό και είχε εμπράκτως μια στιβαρή πολιτική συνείδηση των πραγμάτων.

Δεν ήταν εύκολο. Εζησε τη δικτατορία του Cabrera στη χώρα του, που κυβέρνησε από το 1898 ως το 1920, «με δολοφονίες, καταπίεση, διαφθορά και ψεύτικες εκλογές», όπως γράφει ο Larry Rochter, ανταποκριτής στην Κεντρική Αμερική, του Newsweek στη δεκαετία του 1980, και των New York Times στη δεκαετία του 1990, στην κριτική του για το βιβλίο «Mr President». Ο Asturias αντιστάθηκε εμπράκτως στο καθεστώς Cabrera, και ήταν γραμματέας στη δίκη του δικτάτορα, όταν αυτός ανατράπηκε. Με τη μεγαθυμία που του έδινε η διάσταση του μαγικού ρεαλισμού, αναγνώριζε στον δικτάτορα ότι με τον τρόπο του αυτός τον έστρεψε στην συγγραφή και στην πολιτική: «Όταν ο σεισμός κατέστρεψε την πόλη μου το 1917, θυμάμαι που έβλεπα ένα τεράστιο σύννεφο να σκεπάζει το φεγγάρι. Ημουν σε ένα υπόγειο, σε μια τρύπα στο έδαφος, κάτι σαν σπηλιά. Μέρες μετά, όταν άρχισε να φτάνει οικονομική βοήθεια από το εξωτερικό, είχα θυμώσει πολύ με τον τρόπο που αυτή αντί να πάει στην αποκομιδή των χαλασμάτων και την πρόνοια για τα θύματα, πήγαινε στις τσέπες του  Cabrera και των δικών του». Τότε έγραψε το πρώτο κείμενό του με τίτλο «Πολιτικοί ζητιάνοι».

Με την ανατροπή του Cabrera αποκαταστάθηκε μια κάποια ηρεμία στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, μα οι συνθήκες στο πεδίο για τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν δεινές. Κάθε χώρα της Λατινικής Αμερικής διαφέρει από την άλλη, μα το βιβλίο του José Carlos Mariategui “ Εφτά δοκίμια για την ερμηνεία της Περουβιανής πραγματικότητας”, μεταφρασμένο από τον δεινό μελετητή της Λατινικής Αμερικής και της ποίησής της Ρήγα Καππάτο, και επίμετρο του Michael Löwy, Εκδόσεις Αγρα, 2008, είναι πολύ κατατοπιστικό. Πρόκειται για κοινωνίες τεράστιων ανισοτήτων και πολλαπλής καταπίεσης, με την οικονομική επικυριαρχία των μεγάλων γαιοκτητών αρχικά, με την προσθήκη της μεγάλης βιομηχανίας στον Μεσοπόλεμο για χώρες όπως η Αργεντινή, και την τελική φάση της κυριαρχίας της οικονομίας των διεθνών χρηματιστηρίων στην τωρινή εποχή.

Η περίπτωση της Γουατεμάλας του Asturias ήταν ακόμα πιό επιβαρυμένη, καθώς για πολλές δεκαετίες έζησε στο έλεος της στυγνής εκμετάλλευσης της United Fruit Company, της περιβόητης εταιρείας που προνομιακά παρήγαγε και πουλούσε μπανάνες σε ολόκληρο τον κόσμο. Στο μυθιστόρημά του “Harsh Times”, εκδόσεις Faber and Faber, 2021, ο περουβιανός συγγραφέας Mario Vargas Llosa, βραβευμένος με Nobel το 2010, δίνει το χρονικό της ανατροπής του νόμιμα εκλεγμένου Προέδρου της χώρας Árbenz, που επιχειρούσε αγροτικές μεταρρυθμίσεις, τιθάσευση της United Fruit, και κατά το δυνατόν μια ισονομία των πολιτών, μαζί με δικαιώματα σε μια καλλίτερη Παιδεία και τα σχετικά. Το πραξικόπημα για την ανατροπή του, όπως και τις τραγικές συνέπειες που είχε αυτό για τον πληθυσμό, με λουτρό αίματος, κάψιμο βιβλίων, ανθρωποκυνηγητά, και βεβαίως ακύρωση όλων των μεταρρυθμίσεων με επιστροφή στην κατάσταση προ Árbenz, οργάνωσε κανονικά η CIA, με ενορχηστρωτή τον Πρεσβευτή των ΗΠΑ Πιουριφόϋ, ο οποίος διορίστηκε εκεί με νωπές εμπειρίες από την αποδοτική θητεία του ως Πρεσβευτή στην Ελλάδα του Εμφυλίου.

Μετά την επιτυχία του πραξικοπήματος και την εκδήλωση των συνεπειών του, προκλήθηκε διεθνώς μεγάλη δυσαρέσκεια κατά των ΗΠΑ, οπότε ανατέθηκε στον Πιουριφόϋ το -πρακτικά αδύνατο- έργο της συγκάλυψης του ρόλου των υπηρεσιών της χώρας του στη βίαια επέμβαση στη Γουατεμάλα. Τον μετέθησαν στη συνέχεια ως πρεσβευτή στην Ταϊλάνδη, όπου σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

Για τον Árbenz, όπως και για τη United Fruit, υπάρχουν εκτεταμένες αναφορές σε εγκυκλοπαίδειες όπως η Britannica, έχουν γραφεί βιβλία και έχουν γυριστεί ντοκυμαντέρ. Πρόσφατα, η οικογένειά του επέτυχε από την κυβέρνηση της Γουατεμάλας μια έμπρακτη αναγνώριση του έργου του, μαζί με μια δημόσια συγνώμη.

 

   Μια στάση για λίγο αναστοχασμό

Πού βρισκόμαστε ως προς το θέμα του κειμένου; Μήπως ξεμακρύναμε πολύ; Ξεκινήσαμε από τον πολιτισμό των βουνών του τόπου μας, βρεθήκαμε στην Αγγλία του 19ου αιώνα, και μετά στη Λατινική Αμερική του 20ου αιώνα. Μεγάλη έξαψη και πολλή γνώση έρχεται από αυτά τα περάσματα, μα ποιά είναι η πυξίδα μας σ’αυτή την περιπέτεια που αρχίζει να έχει κάποιες ομοιότητες με την «Οδύσσεια», από το νησί της Κίρκης ως τη Νέκυια, την επίσκεψη του Οδυσσέα στον Κάτω Κόσμο;

Εξηγούμαστε, καθώς βρισκόμαστε ακόμα στη Λατινική Αμερική, και μάλιστα στη Γουατεμάλα: δεν είναι παράδοξο αν έχουμε μια αίσθηση του απόκοσμου. Ακόμα και ένας άνθρωπος με τη μεγάλη γεωπολιτική εποπτεία του Winston Churchill, είχε εκμανεί με τη συχνή αναφορά της χώρας τον καιρό που αυτή κολυμπούσε σε φριχτές περιπέτειες: «I’d never heard of this bloody place Guatemala until I was in my seventy-ninth year».

Χρειαζόμαστε λοιπόν απαραιτήτως μια πυξίδα. Ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής  της πυξίδας είναι η αντίληψη ότι η διαχρονική περιπέτεια της ανθρωπότητας είναι ενιαία, οπότε ό,τι έχει συμβεί αλλού μπορεί να μας φωτίσει εδώ. Ετσι λειτουργούν οι επιστήμες, όχι μόνο οι τεχνικές, αλλά και οι Επιστήμες του Ανθρώπου, όπως είναι η Ιστορία, η Κοινωνιολογία, και άλλες, μα και η Τέχνη σε όλες τις εκδοχές της.

Σύμφωνοι, μα τί ζητάμε σε μυστηριώδεις περιοχές όπως το «Gothic» ή κινδυνώδεις και αναστατωτικές, όπως η Λατινική Αμερική; Μα ακριβώς επειδή αυτές έχουν τις συγκεκριμένες ιδιότητες, προσφέρονται για αποκαλυπτικές θεάσεις, σε αντίθεση με τις καταστάσεις παγιωμένης «κανονικότητας», για τις οποίες είμαστε ευτυχείς όταν τις ζούμε (ποιος θέλει αχρείαστους μπελάδες; Κι’έπειτα, αυτή την «κανονικότητα» δεν αποζητούμε όλοι;), μα εκ των πραγμάτων θολώνουν τα ανακλαστικά μας. Ο σύγχρονος  Γάλλος φιλόσοφος Paul Virilio λέει χαρακτηριστικά: «Αντιλαμβανόμαστε τις ιδιότητες του αυτοκινήτου μας, όχι όταν παίρνουμε το αυτοκίνητό μας για μια βόλτα την Κυριακή, μα όταν τρακάρουμε».

Και γιατί μπορεί να μας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Μα, για τη δίψα της γνώσης, τη διεύρυνση της αντίληψής μας για τα πράγματα, τον συντονισμό με τη διαχρονία. Για κάποιους από μας: έτσι αναπνέουμε, δεν γίνεται να το στερηθούμε.

Επί πλέον, ένα τέτοιο ταξίδι, μια τέτοια περιπέτεια, έχει τους τρόπους της, και τους κανόνες της: θέλουμε να φτάσουμε στην ουσία, στην ιδέα που διέπει τα πράγματα, και όχι να ανταποκριθούμε σε τυχόν τρέχουσες σκοπιμότητες οποιουδήποτε είδους- ξοδεύοντας την ενέργειά μας απαντώντας σε όσουν ζουν διακινώντας ή υπηρετώντας σκοπιμότητες, καθιστώντας το ταξίδι μας μια «χαμένη τυράγνια», όπως θα λέγανε στα βουνά την εποχή της ακμής τους. Σε κάθε περίπτωση, σ’αυτά μας ενδιαφέρει ο μεγάλος ορίζοντας, η ζωτική τάξη, όχι η γεωμετρική.

***

Επιστρέφουμε για να ολοκληρώσουμε με τη Γουατεμάλα, τη Λατινική Αμερική, τον Asturias και τον μαγικό ρεαλισμό.

Αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο (στον οποίο δεν συμμετείχαν, γι’αυτό δεν συνιστά σημαντικό κόμβο αναφοράς στη συλλογική συνείδηση εκεί) έζησαν μια σύντομη περίοδο οραματιζόμενες μια νέα εποχή, μακριά από τις χρονίζουσες δυσανεξίες, με μια Δημοκρατία σαν αυτή των ΗΠΑ. Πολλά σπουδαία δημόσια έργα αρχιτεκτονικής αυτής της περιόδου αντανακλούν το πνεύμα αισιοδοξίας και οραματισμού αυτής της περιόδου.

Η Γουατεμάλα του Árbenz μετείχε εμπράκτως σ’αυτόν τον οραματισμό, μέχρι που το πραξικόπημα του 1954 τη βύθισε στο αίμα, και ανοίγοντας έναν κύκλο βίας, οι συνέπειες του οποίου κρατάνε μέχρι σήμερα. Αυτό που έχει κρίσιμη σημασία, είναι ότι όπως γράφει ο Llosa στο βιβλίο του «Harsh Times», είναι ότι αυτή η πολύ βίαια ενέργεια « η οποία άλλαξε για πάντα τον τρόπο ανάπτυξης της Λατινικής Αμερικής, βασίστηκε σε ένα ψέμμα που προβλήθηκε ως αλήθεια: ότι δηλαδή οι δημοκρατικά εκλεγμένοι κυβερνώντες, ενθάρρυναν τη διάδοση του σοβιετικού κομμουνισμού στην Αμερική». Κατά τον Llosa, τίποτα δεν απείχε περισσότερο από την αλήθεια.

Στη βάση αυτής της ενσυνείδητης αλλοίωσης της πραγματικότητας, αναπτύχθηκε ο κατασυνθλιπτικός για τους ανθρώπους στη χώρα μηχανισμός. Αν η υλική αντίσταση αποδειχθεί μάταιη, και αφεθεί η προσχεδιασμένη και προκατασκευασμένη ωμή πραγματικότητα μόνη της, σκέτη, να εκδηλωθεί, τότε δεν υπάρχει παρά η συντριβή όσων γίνονται βορά του μηχανισμού. Στην περίπτωση αυτή, η συντριβή δεν αφορά μόνο τον παρόντα χρόνο, μα και τον μελλοντικό, γιατί αν η “μαγεία” (τα όνειρα, οι οραματισμοί, η διάθεση, η αναπόληση, η προβολή) εξαλειφθεί ολοσχερώς, δεν μένει παρά η στάχτη από την καταστροφή, καμμιά σπίθα που “θα θυμίζει”, στην περίπτωση αυτή είναι δύσκολο κάποια φωτιά καινούρια να ανάψει. Ενα παράδειγμα πιό κοντά στις εμπειρίες μας, αν και βεβαίως πολύ πιό ήπιο από τη συλλογική καταστρεπτικότητα, είναι το απολύτως “καταστρεπτικό” ρίξιμο από έναν κακοήθη συνεταίρο, όταν δηλαδή καταφέρνει “να ρίξει τα μούτρα του μέχρι τότε ανυποψίαστου στη λάσπη”, καταφέρνοντας να αφαιρέσει όλη τη “μαγεία” από το θύμα. Μια κατασυνθλιπτική καταστροφή.

Απέναντι σ’όλη αυτή τη μαυρίλα στέκεται ο μαγικός ρεαλισμός, που ξαναθυμίζοντας τα λεγόμενα του Asturias “μπολιάζει τη χειροπιαστή πραγματικότητα με μια άλλη, δημιουργημένη από τη φαντασία τόσο ώστε να γίνεται το ίδιο ^πραγματική^ με την άλλη, περικλείοντας την πρώτη σ’ένα περιβάλλον και τοπίο ονείρου”. Εδώ ο μαγικός ρεαλισμός έρχεται να χτυπήσει την πόρτα της Μεταφυσικής. Της Μεταφυσικής με την έννοια που της δίνει ο Ηράκλειτος: “Η φύση κρύπτεσθαι φιλέει”. Δηλαδή, όπως το προσεγγίζει ο σύγχρονος ψυχίατρος και φιλόσοφος Umberto Galimberti: “Στη φύση αρέσει να κρύβεται. Η απόκρυψή της δεν έχει τίποτα το κοινό με την πλάνη και πολύ λιγότερο με την απάτη. Η φύση κρύβεται, διότι σ’αυτήν τα σημεία υπεραφθονούν σε σχέση με την ικανότητα της λογικής να τα βάζει σε τάξη, διότι η πληθώρα νοημάτων της φύσης υπερισχύει της κατασκευής τους από τη λογική θεμελιωμένων σημασιών”.

***

Αυτός ο τρόπος θέασης του κόσμου- η ευρύτερη δυνατή (αντίστοιχη με την “πληθώρα των νοημάτων” της φύσης) ματιά, σε αντίθεση με εκείνη που είναι “καρφωμένη” στον παροντικό στενό χρόνο και τόπο ή σε εμμονές, κάτι σαν τον τρόπο που κοίταζε τον Κόσμο ο Κύκλωπας στην Οδύσσεια- δεν αφορά βεβαίως μόνο καταστάσεις άμυνας απέναντι στη δράση ενός κατασυνθλιπτικού μηχανισμού (βυθιστήκαμε στα δεινά της μακρινής μεθορίου της Λατινικής Αμερικής, μόνο για να βοηθηθούμε σε μια καλλίτερη αντίληψη των πραγμάτων), ούτε είναι παθητική.

Τέτοια ματιά έχει και ο έρωτας- για έναν άνθρωπο, μια πατρίδα, έναν σκοπό-, που είναι κατ’εξοχήν ά-τοπος, όπως έβαλε ο Πλάτων τη Διοτίμα να εξηγήσει στον Σωκράτη.

***

Συμπληρώνω αυτή τη θεώρηση με μια επισήμανση. Καθώς δεν υπάρχει (δημιουργικό) πεδίο που να στερείται, μεταξύ όλων των διαστάσεών του, μιας κάποιας επικινδυνότητας, που σημαίνει ότι μια αστόχαστη- ή καλλίτερα, πέραν του μέτρου- συναναστροφή μαζί του μπορεί να προκαλέσει πληγές ανεπούλωτες, συμμερίζομαι κάτι που έχει ειπωθεί στο «Μπαγκαβάτ Γκίτα» (μεταφράζεται: «Θείο Τραγούδι»): «Όποιος κινείται μόνο στον κόσμο της Πράξης, είναι σε σκοτάδι βαθύ. Όποιος κινείται μόνο στον κόσμο των Ιδεών, είναι σε ακόμα βαθύτερο σκοτάδι. Όποιος συνδυάζει αυτούς τους δύο κόσμους, με την Πράξη απομακρύνει τον φόβο του θανάτου, και με τις Ιδέες ψηλαφεί την αιωνιότητα».

 

Επιστροφή στα πάτρια και τα μήτρια

Όταν έχεις ζήσει «στα γεμάτα» τις περιηγήσεις σου στον ευρύτερο Κόσμο, επιστρέφοντας,  όλα τα παλιά δικά σου φαίνονται (και είναι) λαμπερά καινούρια, πολλά σημεία τους καλυμμένα μέχρι τώρα, βγαίνουν θελκτικά στην επιφάνεια.

Προκειμένου κάπως να επανασυνδεθώ, έψαξα το παλιό μου χειρόγραφο για τον «Βρυκόλακα». Δεν το βρήκα (κάπου κάποτε θα εμφανιστεί ή και όχι), μα δεν ενοχλήθηκα καθόλου. Είχα ήδη προχωρήσει πολύ σε σχέση μ’αυτό, απ’όσο το θυμόμουνα. Παρ’όλα αυτά, κάτι υπήρχε ακόμα στο κείμενο με τις πρώτες σκέψεις μου, κι’έπειτα του χρωστούσα ότι μ’αυτή τη σημαία ξεκίνησα.

Έψαξα λοιπόν δεξιά και αριστερά το λήμμα «Βουρκόλακας»- θυμάμαι τη λέξη από παλιά, και μου φαινόταν πιο ταιριαστή από το αποκαθαρμένο «βρυκόλακας». Προς μεγάλη μου ευχαρίστηση, ανακάλυψα έναν θησαυρό: το ομώνυμο θεατρικό έργο του Αργύρη Εφταλιώτη, γραμμένο το 1894, και δημοσιευμένο σε συνέχειες στην εφημερίδα «Εστία» εκείνης της εποχής. Κυκλοφορεί σήμερα από τις εκδόσεις «Ανέσπερον», 2017.

Ο Αργύρης Εφταλιώτης (1849-1924), ψευδώνυμο του Κλεάνθους Μιχαηλίδη από τη Λέσβο, ήταν ένας κοσμοπολίτης Ελληνας του καιρού του. Εμαθε τα πρώτα γράμματα από τον σχολάρχη πατέρα του. Με κλίση στο εμπόριο, εργάστηκε σε οίκο συγγενών του στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, και μετά στον οίκο των Ράλληδων στη Βομβάη της Ινδίας. Εκεί γνωρίστηκε με τον Αλ. Πάλλη, και μαζί προσχώρησαν στο κίνημα του δημοτικισμού. Δεινός συγγραφέας, με σημαντικό ποιητικό και μεταφραστικό έργο, βραβευμένος για τα «Τραγούδια του ξενιτεμένου», και με κορυφαίο έργο του την απόδοση στη δημοτική της «Οδύσσειας» του Ομήρου.

Ο «Βουρκόλακας» ανέβηκε πρόσφατα στην Αθήνα σε δυο εξαιρετικές θεατρικές παραγωγές- παρά το ότι ο ίδιος ο συγγραφέας είχε επισημάνει με τη σεμνότητα και το υψηλό του δημιουργικό ήθος ότι «να παρασταθεί αυτό το έργο στη σκηνή σα δύσκολο πράγμα, αφού συχνά πυκνά ξεπέφτει από γοργό διάλογο σε μακρινές ομιλίες που δεν τις σηκώνει το θέατρο».

Με αυτό το θεατρικό ο συγγραφέας φέρνει πιο κοντά στον πολιτισμό της πόλης ένα από τα σπουδαιότερα μεταφυσικά έργα της δημοτικής ποίησης (έχει γραφεί ο Γκαίτε είχε βαθειά εντυπωσιαστεί από ένα άλλο δημοτικό, τον «Χάρο», ένα κορυφαίο μεταφυσικό έργο της δημοτικής ποίησης του τόπου μας):  του «Νεκρού αδελφού» ή «Μάνα με τους εννιά σου γιούς και με τη μια σου κόρη» ή «Βουρκόλακας». Γράφει ο Αργύρης Εφταλιώτης σχετικά: «Όσο για τα κάπως λυρικά προσόντα του δικού μου έργου, σ’αυτό απάνω βρίσκεται με λαμπρή συντροφιά, που μάλιστα δεν του αξίζει…Περιττό να εξηγηθεί πώς η ουσία του έργου είναι παρμένη από το περιξάκουστο τραγούδι του ^Νεκρού αδελφού^. Αν και γνωστό σ’Ανατολή και Δύση, το βάζουμε κι αυτό δίπλα σαν είδος Εισαγωγή, για να ξέρει ο αναγνώστης τί να προσμένει», καταλήγει ο συγγραφέας.

***

Ξαναδιάβασα το κείμενο- το γνωρίζω από 12-15 χρονών, μου το γνώρισε η μάνα μου ως συγκλονιστικό τραγούδι του αποχωρισμού (η ξενιτιά, ο ζωντανός ο χωρισμός ως μεθόριος). Βαθειά η συγκίνησή μου, όπως κάθε φορά: σφιχταγκαλιασμένη η χειροπιαστή πραγματικότητα με την άλλη, που εξ αιτίας της έντασής της είναι εξίσου πραγματική.

Σταμάτησα. Πρώτα να γράφω, και μετά να ψάχνω. Είχα βρεί αυτό που ζητούσα, κι ευγνωμονώ το ταξίδι, την περιήγηση, τη διερεύνηση που μ’έκανε να ξαναβρώ αλλιώς αυτό που γνώριζα από πάντα. Ο Αργύρης Εφταλιώτης μου κλείνει το μάτι, επιβεβαιώνοντάς το: «Τα ψεγάδια του έργου μου δεν προσπάθησα να τα λιγοστέψω όσο μπορούσα, αφού σκοπός μου δεν ήτανε να δείξω δραματικό πρότυπο παρά μόνο τον δρόμο».

***

Ολοκληρώνοντας:

Μολονότι χρωστάμε πολλά σε συλλογές ποιημάτων, οι οποίες μπορεί να λειτουργήσουν και ως αρχεία για μελλοντική επιμέλεια και ανθολόγηση, η συσσώρευση ποικίλου ποιητικού λόγου σε έναν τόμο αδιακρίτως μπορεί να κουράσει, να αποθαρρύνει ή ακόμα και να παραπλανήσει. «Ο τρόπος είναι και το μήνυμα» μπορούμε να πούμε, παραφράζοντας τον Mc Luhan.

Καθώς αυτό ισχύει κατά κόρον για τη δημοτική ποίηση, πάντοτε θεωρούσα ότι ιδιαίτερα για κάποια ποιήματα αιχμής έχει νόημα η εστίαση στο καθένα απ’αυτά ξεχωριστά. Με αυτή την έννοια, παρατίθεται ο «Βουρκόλακας» ή του «Νεκρού αδελφού» στο Επίμετρο. Σ’αυτό το κλίμα, ολόκληρο το παρόν κείμενο μπορεί να διαβαστεί και ως Εισαγωγή σ’αυτό το συγκεκριμένο έργο του προ-μοντερνικού πολιτισμού.

 

 

Επίμετρο

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη.
Την είχες δώδεκα χρονών και ήλιος δε σου την είδε.
Στα σκοτεινά την έλουζε, στ’ άφεγγα τη χτενίζει,
στ’ άστρι και στον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα,
να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Οι οκτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωνσταντίνος θέλει.
Μάνα μου κι ας τη δώσουμε την Αρετή στα ξένα.
Στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω,
αν πάμε εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε.

Φρόνιμος είσαι Κωσταντή, μ’ άσκημα απιλογηθης.
Κι α’ μο `ρτει γιε μου θάνατος κι α’ μο `ρτει γιε μου αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει;
Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους Αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια,
αν τύχει πίκρα γη χαρά, εγώ να σου τη φέρω.

Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα
κι εμπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι
κι έπεσε το θανατικό και οι εννιά αδερφοί πεθάναν,
βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο.

Σ’ όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ’ όλα μοιρολογιόταν,
στου Κωνσταντίνου το μνημιό μοιρολογάει και λέει.
“Ανάθεμά σε Κωσταντή και μύρια ανάθεμά σε,
οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
Το τάξιμο που μου `ταξες πότε θα μου το κάμεις;
Τον ουρανό έβαλες κριτή και τους Αγιούς μαρτύρους
αν τύχει πίκρα γη χαρά, να πας να μου τη φέρεις”.

Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
η γης αναταράχθηκε και ο Κωνσταντής εβγήκε.
Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι
και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να τη φέρει.

Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του.

Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι.
Από μακριά την χαιρετά κι από κοντά της λέγει:
Άιντε αδερφή να φύγουμε, στη μάνα μας να πάμε.
Αλίμονο αδερφάκι μου και τι είναι τούτη η ώρα;
Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να `ρθω.
Έλα Αρετή στο σπίτι μας κι ας είσαι όπως κι αν είσαι.
Κοντολογίζει τ’ άλογο και πίσω την καθίζει.

 

Στην στράτα που διαβαίνανε, πουλάκια κελαηδούσαν,
δεν κελαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια,
μον’ κελαηδούσαν κι έλεγαν ανθρώπινη ομιλία:
“Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει πεθαμένος”!
Άκουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
Πουλάκια είναι κι ας κελαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε.
Και παρακεί που πήγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:
“Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους”!
Άκουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους.
Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν.
Φοβούμαι σ’ αδερφάκι μου και λιβανιές μυρίζεις.
Εχτές βραδύς επήγαμε πέρα στον Αϊ Γιάννη
κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι.
Και παρεμπρός που πήγανε κι άλλα πουλιά τους λένε:
“Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο,
τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!

Τ’ άκουσε πάλι η Αρετή και ράγισε η καρδιά της.
Άκουσες Κωνσταντίνε μου τι λένε τα πουλάκια;
Άφησ’ Αρέτω τα πουλιά κι ό,τι κι α’ θέλ’ ας λέγουν.
Πες μου πού είναι τα κάλλη σου και πού είναι η λεβεντιά σου
και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ’ όμορφο μουστάκι;
Έχω καιρό π’ αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου!

Αυτού σιμά αυτού κοντά, στην εκκλησιά προφτάνουν.
Βαριά χτυπά τ’ αλόγου του κι απ’ εμπροστά της `χάθη.
Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει.

Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της.
Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δένδρα μαραμένα
βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο,
βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα.
Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα
και τα σπιτοπαράθυρα, σφιχτά μανταλωμένα.

Χτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν.
Αν είσαι φίλος διάβαινε κι αν είσαι εχτρός μου φύγε
κι αν είσαι ο πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω
κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα.

Σήκω μανούλα μου, άνοιξε, σήκω γλυκιά μου μάνα.

Ποιος είναι αυτός που μου χτυπά και με φωνάζει μάνα;

Άνοιξε μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου.

Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

 

 

(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Τα δύο πρόσφατα βιβλία του «Ηδονική Γεωγραφία» και «Πολιτισμός των φαντασμάτων», όπως και το σύνολο του συγγραφικού του έργου στην Ελλάδα, έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

 

 

 

.

.

.

.

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ Όλγα Τοκάρτσουκ στη Στέγη σήμερα 8.30 μμ
Επόμενο άρθρο«Εμένα με ενδιαφέρει η ιεροτελεστία του έρωτα…» (του Παντελή Βουτουρή)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ