Μαριανίνα  Κριεζή: καταφύγιο αθωότητας ή αλλιώς ένα μάθημα ερωτικής αγωγής (της Έφης Κατσουρού)

1
429

 

 

της Έφης Κατσουρού

 

Το φθινόπωρο αδιαμφισβήτητα, και όσο και αν προσπαθήσει κανείς να το αποφύγει, σε μία απέλπιδα προσπάθεια παράτασης του θέρους, φέρει στη σάρκα του τη ματαίωση της αθωότητας, στην υγρασία του την υποψία της βροχής, στην ονειροπόλησή του το αίσθημα της νοσταλγίας, όπως οι Κυριακές το απόγευμα φέρουνε την εκπληρωμένη μελαγχολία των ποιητών τους. Ό,τι θα μας στερούσε κάποιος μελλούμενος Σεπτέμβρης δεν υπήρξε ούτε ως υποψία μέχρι τα τέσσερα μας χρόνια και ό,τι μας έκλεψε εκείνος ο παρελθών της άνισα ερωτευμένης εφηβείας ξεχάστηκε στην εποχή της πρώτης ενηλικίωσης, τότε που ο χρόνος υπήρξε ένα αδιάρρηκτο συνεχές εκπληρωμένων στιγμών. Και μέσα στο κλίμα μίας παρατεταμένης αδράνειας των αισθήσεων και των αισθημάτων στο αστικό τοπίο που ακόμη και οι εποχές ορίζονται πια μόνο από την ακραία εκδοχή τους, τη φωτιά και την πλημμύρα, αυτή η ξεχασμένη μνήμη αφυπνίζεται από τον ήχο του σχολικού κουδουνιού που χτυπάει πάντα μεσάνυχτα της επιθυμίας και αργά αλλά σταθερά αδρανοποιεί το φαντασιακό των παιδιών για να τα παραδώσει με όλα τα εφόδια στον χώρο και τον χρόνο της λογικής, για να μας θυμίσει ότι πρέπει να αποχαιρετήσουμε την πιο αδάμαστη εκδοχή της φύσης μας. Είθε ο καθένας από κάπου να έχει να πιαστεί, από ένα όνειρο δίχως όρια, από μία μεγάλη ιδέα, από έναν έρωτα αντισυμβατικό, από την πλεονάζουσα πίστη στην ελευθερία της ύπαρξης, από όλα αυτά και από τίποτε, για να ξεπλύνει τα βλέμματα των παιδιών που τέτοιες μέρες έξω από τις πόρτες των σχολείων πλημμυρίζουν από τα πρωτοβρόχια της ενήλικης υποχρέωσης καθώς ο χρόνος επιστρέφει στα ρολόγια και ο χώρος στις ευθείες χαράξεις των κτιρίων. Για να επαναπροδσιορίσει τις διαστάσεις ενός κόσμου τόσο αχανούς για τα μικρά παιδικά όνειρα, τόσο ασφυκτικού για την ανεξάντλητη φαντασία τους. Να εφεύρει τα μαγικά τοπία, όπου τα παιδιά θα παίζουν, οι έφηβοι θα ερωτεύονται και οι ενήλικες θα επιστρέφουν για να έρθουν ξανά σε επαφή με το ακατέργαστο αίσθημά τους.

Ένα μικρό αγόρι ιστορώντας τις πρώτες μέρες στο σχολείο μακριά από τον ασφαλή χώρο του σπιτιού ξεκινά από το μόνο τοπίο οικειότητας που αναγνώρισε στην φωνή της δασκάλας: « μια αρκούδα καφέ, μια αρκούδα καφέ, τρέχει φορτωμένη με ένα ξύλινο μπουφέ», μία ερωτευμένη κοπέλα σιγοψιθυρίζει ακροβατώντας στα όρια της πόλης: «δεν είν΄ ο κόσμος πουθενά πιο τρυφερός απ’  το δικό σου ροζ, πιο απαγορευμένος κι από το μωβ σου πιο θλιμμένος», μία γυναίκα νανουρίζει ό,τι αγαπά, ένα παιδί, έναν έρωτα, το ίδιο το όνειρο της: «Κοίτα που άναψα το φως /  ο κόσμος πως /  είναι απλός και φωτεινός /  και κανείς δεν είναι εδώ /  μονάχα εγώ / που πάντα θα ‘μια εδώ /  εγώ που σ’  αγαπώ // Σώπα ησύχασε πια /  έχεις περάσει πολλά /  νάνι και όνειρα γλυκά /  χρωματιστά /  όνειρα ζαχαρωτά // ήταν όνειρο κακό εφιαλτικό /  μα πέρασε κι αυτό…». Και λέξη- λέξη, χρώμα το χρώμα αρχίζουν να καμπυλώνουν οι ευθείες και να σμιλεύεται ένα σπήλαιο καταφυγής των αισθημάτων – ο βιωμένος χώρος της αθωότητας που κατασκευάζεται από τη γραφή της Μαριανίνας Κριεζή, το παιδικό δωμάτιο, όπου κατά τον Γκαστόν Μπασελάρ και τις φαινομενολογικές θεωρήσεις του χώρου, πάντοτε επιστρέφουμε.

Η Μαριανίνα Κριεζή από τη Λιλιπούπολη μέχρι τους στίχους των «ενήλικων» τραγουδιών της (σε μία από τις ευτυχέστερες στιγμές τους όταν συναντιούνται με την φωνή της Αρλέτας) και τα παραμύθια που γράφει ή μεταφράζει, πλάθει ένα τοπίο πολύχρωμο, της στιγμιαίας διάρκειας και της ανατροπής, στο οποίο κάθε παιδί μπορεί να αναζητήσει τη δική του απόχρωση, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Τα χρώματά της άλλοτε έντονα και πληθωρικά προμηνύουν ή απεικάζουν μικρές εκρήξεις του αισθήματος και άλλοτε παστέλ και υδάτινα υποθάλπουν τις μυστικές συγκινήσεις και τις σιωπές των ερώτων. Δίπλα στο φως υπάρχει πάντοτε η σκιά, πλασμένη από χρώματα συμπληρωματικά και οι λερωμένες αποχρώσεις, οι μουντές ημέρες και ώρες που οφείλουν να βιωθούν, τα δάκρυα που οφείλουν να κυλήσουν για να μην κρυσταλλώσουν στα σπήλαια της ύπαρξης και γίνουν σταλαγμίτες, για να αραιώσουν το κόκκινο και να το κάνουν ροζ (το αγαπημένο της χρώμα) γεννώντας τη διαφάνεια της αγάπης. Μίας αγάπης που στον χώρο και το χρόνο της Κριεζή φαίνεται να αναζητά μεν τη διάρκεια, μία διάρκεια όμως περισσότερο ποιοτική παρά ποσοτική, ένα «πάντα» σχετικό ακόμη και στιγμιαίο που υπαγορεύεται από την ένταση -αν η στιγμή πολλαπλασιαστεί και τείνει στο άπειρο (κάτι που συχνά συμβαίνει στα παραμύθια της και στους στίχους της Λιλιπούπολης, όπου και πρωταρχικά απευθύνεται στο παιδικό κοινό καλλιεργώντας την ελπίδα για το απόλυτο) τότε ο χρόνος σπάει και ο χώρος συρρικνώνεται ανάμεσα στους δύο, στο ερωτευμένο ζευγάρι. Στον χώρο και το χρόνο της ενηλικίωσης από την άλλη πλευρά έχει πια παρεισφρήσει η γνώση, το παντοτινό μοιάζει έκπτωτο όνειρο, δυνητικά ανιχνεύσιμο και αναδυθέν από την καθαρότητα των στιγμών, την ελευθερία των αισθήσεων και των αισθημάτων, το οποίο μπορεί να βιωθεί μόνο ως άθροισμα θραυσμάτων του παρόντος και όχι ως μεγάλη ιδέα του μέλλοντος.

Η κατάκτηση του άλλου, η κυριαρχία στην ψυχή και στο σώμα του από την άλλη πλευρά, υπακούει στο συντονισμό της επιθυμίας προκύπτοντας ως απόρροια της αδιαρραγούς ένωσης με σκοπό να υπερασπιστεί, να οχυρώσει, στην πραγματικότητα, την ελευθερία του αγαπημένου προσώπου και όχι να την καταλύσει. Ο άλλος, φαντάζει πάντοτε ακριβό απόκτημα αλλά ποτέ κτήμα με όρους ιδιοκτησιακούς. Σε κάθε ερωτική της συν-δήλωση, η Κριεζή, προβάλλει τον ιδανικό έρωτα ως μία ένωση αντιθέτων, μία πράξη ολότελα επαναστατική, όπου τα σώματα μπορούν να κατοικούν το ένα το άλλο χωρίς να συνθλίβονται οι υπάρξεις τους, επιβιώνοντας ακέραια και αναδυόμενα το ένα μέσα από το άλλο και όχι κατακερματισμένα από την αδηφάγα ανάγκη της ανθρώπινης φύσης να υποτάσσει εκείνο που αγαπά.  Μέσα από αυτή την κτητική εκφορά του έρωτα ανά τα έτη και με διαρκώς αυξανόμενη ένταση του φαινομένου τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει, ως κοινωνικό σύνολο, μάρτυρες προσωπικών τραγωδιών μεταποιούμενων σε δράματα δημόσια ευρείας κατανάλωσης, «συγγενείς» γυναικών που ακούσια έγιναν εμβληματικές φιγούρες μίας προσπάθειας επαναδιαπραγμάτευσης εννοιών, όπως η ελευθερία, η αυτοδιάθεση, η ενσυναίσθηση, τις οποίες η βαθιά ριζωμένη πατριαρχική αντίληψη της κοινωνίας, ακόμη και σήμερα σε μία ανεπτυγμένη κοινωνία, πολιορκεί.

Την ίδια στιγμή έχει ανοίξει ένας ευρύς διάλογος για τον τρόπο, τον βαθμό και τον χρόνο που η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση πρέπει να ενταχθεί στην σκαλέττα των υποχρεωτικών μαθημάτων του ελληνικού σχολείου, εκκινώντας ήδη από τις πρώτες τάξεις της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Και θα συμφωνήσω ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπάρξει μία συντεταγμένη προσπάθεια για την ενημέρωση των νεότερων ατόμων της κοινωνίας για έννοιες και ελευθερίες που μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες χάνονταν μέσα στα κλειστά συρτάρια και τις σελίδες των ημερολογίων των εφήβων, πίσω από τις κλειστές πόρτες της κρεβατοκάμαρας ή έμεναν να θροΐζουν σαν ψίθυροι ανάμεσα στις φυλλωσιές των δέντρων του πάρκου της γειτονιάς. Σήμερα το σεξ τόσο ως λέξη όσο και ως εικόνα πλανάται παντού αδράχνεται από τη παιδική φαντασία και οικειοποιείται ως μνήμη ακόμη ακατέργαστη, εισάγεται απενοχοποιημένα στο λεξιλόγιο και αποτελεί, τελικά, κομμάτι της ποπ κουλτούρας. Πόσο όμως συνδέεται με τον έρωτα – πόσο το σώμα γίνεται αντιληπτό ως σκεύος της ψυχής και η ηδονή ως αποκύημα μίας ένωσης εκστατικής όπου η σάρκα γίνεται γη και ο έρωτας ύδωρ που την θρέφει, όπου ο οργασμός είναι κοινός και αμοιβαίος, καθώς την ώρα που τρέμει η σάρκα του ενός ριγεί η ψυχή του άλλου;

Με άλλα λόγια θέλω να πω, ότι προσπαθώντας να απελευθερώσουμε τις κοινωνίες μας από στερεότυπα και να τις παιδεύσουμε σεξουαλικά, αφαιρούμε από αυτή την μαγική συνθήκη την ποίηση – τον κατεξοχήν τόπο όπου συντελούνται οι έρωτες, και εισάγοντας τα παιδιά από τη μετα-νηπιακή ακόμη ηλικία σε θέματα τόσο πολύπλοκα στερούμε την αθωότητά τους, τους αισθητήρες, δηλαδή, που θα τους επιτρέψουν στο μέλλον να ερωτευθούν τρελά, όπως οραματίστηκε ο Αντρέ Μπρετόν. Και έρχομαι κάπως αιρετικά να αντιτάξω στο διάλογο, ένα μάθημα ερωτικής αγωγής που θα εκκινούσε από τη νηπιακή ακόμη ηλικία με τα τραγούδια της Μαριανίνας Κριεζή και τα παραμύθια της, το Μικρό και το Μεγάλο και τον Εμμανουήλ Α. Μπακακούλη, να μυούν (και όχι να διδάσκουν) τα παιδιά στον κόσμο των αντιθέσεων, στην ουσιαστική ζωή όπου η διαφορετικότητα δεν είναι μανιφεστική δήλωση αλλά αδιαπραγμάτευτη ανατολή του ήλιου, και το χρυσαλιφούρφουρο από τις λαγκαδιές της Λιλιπούπολης με βεβαιότητα οδηγεί εκεί, όσο παράξενο και διαφορετικό και αν είναι αυτό το μέρος, όπου Άλφα θα πει Αγαπημένος. Ένα μάθημα, το οποίο θα συνέχιζε με το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη και τα παιδιά του δημοτικού να πολεμούν τα τέρατα που δεν έχουν ακόμη εξημερωθεί, να κρύβονται στο σπίτι με τις κληματίδες παίζοντας με τις σκιές τους, και να ρωτούν το ένα το άλλο μέσα στο παιχνίδι τους να αγαπάς ή να αγαπιέσαι και να απαντούν φωνάζοντας όλα μαζί να αγαπώ [Γλωσσάριο των ανθέων, Νίκος Εγγονόπουλος] , για να φτάσουν πια στην εφηβεία τους να αναζητήσουν με οδηγό τους στίχους του Ανδρέα Εμπειρίκου και της Μάτσης Χατζηλαζάρου, που εμείς ποτέ δε διδαχτήκαμε στα σχολεία, την πιο ολοκληρωμένη εκδοχή του έρωτα ονειρευόμενα κάποτε να κατοικήσουν στο Γήπεδο της αγάπης τους ψιθυρίζοντας

είμαι κοντά σου εγώ και μένω μεσ’  στις ελπίδες σου, όπως μένεις εσύ μέσα στα βλέφαρά μου, όταν κοιμάμαι. Οι λέξεις των άλλων ήρχισαν να μοιάζουν με ξένα πρόσωπα, άγνωστα σε μένα και, ίσως, και σε σένα. Το κέλυφος του παρελθόντος έσπασε, και βγήκες εσύ, γιομάτη, οριστική και με βελούδο που άφινε ημίγυμνο το στήθος σου. Γι’ αυτό, τούτο το γήπεδον, δε θα το λησμονήσω ποτέ· θα το αγοράσω, και ποτέ δε θα το πουλήσω. Γι’  αυτό θα σου πω πως είμαι σαν μια πέτρα θερμή που την κρατάς εσύ στο χέρι σου. Πέτρα θερμή, παλλόμενη με κάθε χτυποκάρδι μου, μεσ’  στην ηδύτητα της αφής σου.

 

Προηγούμενο άρθροΟ «Αράφ» ήταν σκύλος ή μήπως όχι; Μια εύστοχη αλληγορία του Γ. Τσίρου (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΒραβείο Booker στον Ιρλανδό συγγραφέα Πολ Λιντς

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Συγχαρητήρια στην Εφη Κατσουρού που θέτει επί τάπητος ένα ευρύ θέμα όπως του πρέπει: σεμνά και τολμηρά ταυτοχρόνως (με γλώσσα ποιητική, αισθησιακή). Εύχομαι την πρόταση που αντιτάσσει να την ακούσουν Hoi Polloi (και στον χώρο της διανόησης) γιατί πολύ φοβάμαι πως αν ο Σαραμάγκου ήταν ΄Ελληνας θα έγραφε μυθιστόρημα με τίτλο «Περί Βαρηκοΐας» κι όχι «Περί Τυφλότητος»…

    Χρήστος Τσιάμης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ