της Αγάθης Γεωργιάδου
Ένα αναπάντεχο ερώτημα αποτελεί τον τίτλο της πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Κοζία, Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025). Ο ποιητής αναρωτιέται για τον «αιώνα» με την ίδια καθημερινή αγωνία που θα ρωτούσε κανείς για τον καιρό, αναζητώντας προστασία από τα στοιχεία της φύσης.
Ο τίτλος προέρχεται από τον δημιουργό του Δόκτορα Ζιβάγκο, Μπόρις Πάστερνακ (1890-1960), όπως σημειώνεται στην έκδοση. Διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή, όχι ως ρητορικό ερώτημα, αλλά ως κραυγή αγωνίας. Άλλωστε, τόσο ο καιρός όσο και ο αιώνας δεν εμπνέουν ασφάλεια, γεγονός που συνειδητοποιούμε καθημερινά. Το ερώτημα αυτό συνεχίζει να μας θυμίζει πως, παρά την αλλαγή του αιώνα, τα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα παραμένουν έντονα. Ο ποιητικός λόγος μοιάζει να αδυνατεί να προσδιορίσει το ιστορικό ή ηθικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται, καθώς τα τραυματικά γεγονότα επαναλαμβάνονται με καταιγιστικό τρόπο και ο χρόνος εμφανίζεται θρυμματισμένος, με θεωρητικούς όρους «μετα-ιστορικός».
Στα ποιήματα της συλλογής, ο αιώνας βιώνεται ως παρατεταμένο παρόν κρίσης. Ο Κοζίας σκιαγραφεί με μελανά χρώματα τόσο τον αιώνα που ήδη διανύει το πρώτο του τέταρτο, όσο και εκείνον που προηγήθηκε: «Σε άλλον αιώνα σκουπιδιών / σε άλλη εποχή / κάνουν την τσάρκα τους / πολιτικάντηδες, μουνούχοι και καθάρματα […] Πικρό ψωμί και κίβηλη ζωή / Τί απέγινε των παλαιών πόλεων η οργή;» («Των παλαιών πόλεων η οργή»). Η διακειμενική αναφορά στον «Λαό των μουνούχων» και στους «Μοιραίους» του Βάρναλη είναι προφανής, υπογραμμίζοντας την πρόθεση του ποιητή να στηλιτεύσει τη σύγχρονη πραγματικότητα και να αφυπνίσει τον άνθρωπο απέναντι στο ηθικό και πολιτικό κατρακύλημα του κόσμου. Αξιοποιώντας μοτίβα φθοράς, αποσύνθεσης και αδυναμίας επικοινωνίας, η ποιητική συλλογή του Κοζία αναμετράται με την παρακμή του σύγχρονου πολιτισμού μπροστά σε έναν παρηκμασμένο, κουρασμένο και απονευρωμένο, τεχνοκρατικό και απάνθρωπο.
Οι πόλεις του κόσμου (η Θεσσαλονίκη, η Ιερουσαλήμ, η Αλεξάνδρεια, η Βηρυτός, η Οδησσός, το Λένινγκραντ, η Μόσχα) περιγράφονται ως μελαγχολικά πεδία ερήμωσης, πληγωμένες, έρημες, παραδομένες στον μαρασμό. Ο ποιητικός λόγος διατρέχει ιερούς τόπους που πνίγονται στο αίμα: οι πολιτείες του Δαυίδ και τα σοκάκια του Αλαδίνου μετατρέπονται σε σκηνικά βίας, όπου ο «κρότος και το αίμα» αποτελούν την καθημερινή πραγματικότητα. Η αίσθηση του τέλους απλώνεται πάνω από τα πάντα. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται γυμνός, μόνος, ένας υποδουλωμένος στη μοίρα, παγιδευμένος ανάμεσα στην πλάνη και τον Μαμωνά.
Η κριτική του Κοζία για την ψηφιακή εποχή είναι, επίσης, αμείλικτη: η τεχνολογική πρόοδος βαδίζει παράλληλα με την ηθική καθίζηση. Ο κόσμος, «τυφλός σαν νυχτερίδα», παραδίδεται στη χαύνωση και την ανία. Ο θάνατος στοιχειώνει τη συλλογή, από τη «Madonna Θάνατο» έως το «Πριγκιπάτο του Θανάτου», υπογραμμίζοντας μια βία καθολική —πολιτική, κοινωνική, αλλά και γλωσσική.
Για τον ποιητή, ο άνθρωπος είναι «ανίατα περαστικός», ένα σώμα που αδυνατεί να ριζώσει στο σήμερα, παγιδευμένο σε έναν αιώνα κενό νοήματος. Το θεμελιώδες ερώτημα μετατοπίζεται: δεν είναι πλέον το «ποιος είμαι;», αλλά το «σε ποιον αιώνα υπάρχω;». Σε αυτό το πεδίο, η Ιστορία βιώνεται ως τραύμα και ως βάρος που συνθλίβει κάθε προσδοκία στο παρόν.
Όλα τα παραπάνω διατυπώνονται με ένα ύφος πολυεπίπεδο —ελεγειακό, σαρκαστικό, προφητικό και στοχαστικό—, απογυμνωμένο από περιττή ρητορεία. Ο λόγος του Κοζία συνδυάζει τον φιλοσοφικό τόνο με τον λυρικό υπαινιγμό και την κοινωνική αγωνία. Από τη μία πλευρά κυριαρχεί μια βαθιά μελαγχολία για όσα χάθηκαν («Πικρό ψωμί και κίβδηλη ζωή») και από την άλλη ένας αιχμηρός σαρκασμός για την κοινωνική σήψη («trafficking, ρομπότ και LSD»), που σε ορισμένους στίχους αποκτά προφητική διάσταση, προμηνύοντας το τέλος της εποχής («ΘΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ», «Πατριδάλογο»).
Μορφολογικά, τα ποιήματα είναι σύντομα, σε ελεύθερο στίχο, με έντονη ρητορικότητα, που τονίζεται με τη συχνή χρήση θαυμαστικών, αποσιωπητικών, ξένων όρων και κεφαλαιογράμματων λέξεων ή μόνο με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα (Ομορφιά, Θλίψη, Τέλος, Ανία, Θνητό, Μάταιο). Αν και στερούνται ομοιοκαταληξίας, τα ποιήματα διαθέτουν έναν ισχυρό εσωτερικό ρυθμό που θυμίζει ψαλμό, ενώ οι έντονες αντιθέσεις (π.χ. «το τσεκούρι ανθίζει», φως/σκοτάδι, μνήμη/λήθη) τονίζουν το χάσμα μεταξύ ιδανικού και πραγματικού. Η γλώσσα, τέλος, κινείται ανάμεσα στο καθημερινό και το υπαινικτικό· υιοθετώντας μια τραχιά, σχεδόν αντι-λογοτεχνική χροιά, η ποιητική φωνή μετατρέπεται σε κραυγή διαδήλωσης ή δημόσια καταγγελία.
Παράλληλα, ο Κοζίας αξιοποιεί ένα πλήθος διακειμενικών αναφορών σε ιστορικά πρόσωπα και λογοτέχνες. Αναφορές στον Φεραίο, τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Μπρεχτ, τον Μαγιακόφσκι, τον Χλέμπνικοφ, τον Καρυωτάκη, τον Βιγιόν, τον Σεφέρη, τον Καββαδία λειτουργούν ως πνευματικές σταθερές σε έναν κόσμο που χάνει τον προσανατολισμό του.
Στο ποίημα «Η Κόκκινη Ρεγκάτα», ο ποιητής επιστρατεύει τον Σολωμό για να αναδείξει την αντίθεση ανάμεσα στο υψηλό ιδανικό και τη διάψευση κάθε οράματος. Η επίκληση στη «Madonna Θάνατο» λειτουργεί ως μια σκοτεινή παραλλαγή της σολωμικής αναζήτησης του θείου, με τη διαφορά ότι εδώ η κατάληξη δεν είναι η λύτρωση, αλλά η «Κόκκινη Ρεγκάτα» των εξόριστων και των διωγμένων. Η παραπομπή στους στίχους από την «Ξανθούλα» του Σολωμού («Αν έβλεπα πανάκι / Ή του πελάγου αφρό») αντιπαρατίθενται στη «μοράβια» (το τοξικό υφαλόχρωμα) και στα σκεβρωμένα κορμιά. Η ειρωνεία είναι εμφανής: το «πανάκι» έχει αντικατασταθεί από «σπασμένες αντένες στα μουράγια». Ο Σολωμός δανείζει εδώ το μέτρο της απώλειας, υπενθυμίζοντας ένα λυρικό παρελθόν που φαντάζει ακατόρθωτο μέσα στη σύγχρονη «Βαβυλώνα», τη δική μας «σκοτεινή τσάρκα» στον 21ο αιώνα.
Παράλληλα, πλήθος είναι και οι αναφορές στην ποίηση του Καρυωτάκη. Στο ποίημα «Ο Ερημόκαμπος», ο Κοζίας εισάγει τον Καρυωτάκη ως σύμβολο υπαρξιακής συντριβής και ποιητικής θυσίας. Η αναφορά αυτή συνδέεται άμεσα με την προσφώνηση «Κακορίζικε άνθρωπε // Σε εποχή γερασμένη», ενώ η φράση «Είναι στο πιάτο του Καρυωτάκη η καρδιά» υποδηλώνει μια ποίηση που δεν εξαντλείται στον λόγο, αλλά αποτελεί σωματική και ψυχική προσφορά — μια «καρδιά στο πιάτο» έτοιμη προς κατανάλωση ή θυσία σε μια εποχή που την αγνοεί επιδεικτικά. Ο Κοζίας επιστρατεύει το καρυωτακικό κλίμα για να περιγράψει τη σύγχρονη πλήξη και το αδιέξοδο, προβάλλοντας τον Καρυωτάκη ως την «αλήθεια που πονάει» απέναντι στη σημερινή «Δημοκρατία της πλάνης».
Η συλλογή εμπλουτίζεται περαιτέρω με βιβλικές και μυθολογικές αλληγορίες (Βαβυλώνα, Γη Χαναάν, Τροία, Ωραία Ελένη), οι οποίες προσδίδουν οικουμενικότητα στο σύγχρονο δράμα. Ιδιαίτερα κομβικό είναι το ποίημα «Τι να τραγουδήσω;», καθώς θέτει το ζήτημα της ποιητικής λειτουργίας σε έναν κόσμο παρακμής. Ξεκινώντας με μια προσταγή αφύπνισης απέναντι στον κοινωνικό «λήθαργο», ο ποιητής αναρωτιέται μέσα από το επαναλαμβανόμενο ερώτημα «Τι να τραγουδήσω;» αν οφείλει να υμνήσει την ομορφιά της καθημερινότητας ή αν πρέπει να αναμετρηθεί, τελικά, με τη σκληρή πραγματικότητα.
Στο ποίημα, τα θρησκευτικά και μυθολογικά σύμβολα επιστρατεύονται για να περιγράψουν εύγλωττα τη σύγχρονη παρακμή: η «Βαβυλώνα η μεγάλη» γκρεμίζεται, ενώ ο έκπτωτος άγγελος καταλήγει «μισθοφόρος στις κρεατομηχανές της Ευρώπης». Πρόκειται για μια ισχυρή εικόνα που καταδεικνύει πώς τα υψηλά ιδανικά καταβροχθίζονται από τους «πολιτισμένους» λαούς. Οι προφήτες, οι πολιτικοί και οι Γραφές αποκαλούνται «μαυλίστρες» (πλανευτές), υποδηλώνοντας την καθολική προδοσία λόγων και υποσχέσεων. Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι ζωντανοί μοιάζουν να κρέμονται σαν «νυχτερίδες», ενώ ένας «κόσμος χαλασμένος» σέρνει το νεκροκρέβατό του.
Στο τελευταίο μέρος, ο ποιητής απευθύνεται στον «Friedrich» (πιθανότατα στον Friedrich Hölderlin, τον υμνητή της ποίησης σε σκοτεινούς καιρούς), καταλήγοντας σε μια πικρή διαπίστωση: «Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια». Το «πέτρωμα» αυτό συμβολίζει την αδυναμία του λυρισμού να ανθίσει σε ένα περιβάλλον βίας και πνευματικής στειρότητας. Παρά την αρχική ευχή οι λέξεις να γεννηθούν σαν λουλούδια, η σκληρή πραγματικότητα τις μετατρέπει σε πέτρα, καθιστώντας το τραγούδι μια πράξη οριακή, σχεδόν ακατόρθωτη.
Συγκεφαλαιώνοντας, η συλλογή δεν απαντά στο ερώτημα «τι αιώνα κάνει έξω»· το κρατά ανοιχτό, σαν πληγή. Μας δείχνει έναν αιώνα σκληρό και βίαιο, σημαδεμένο από την πολιτική παρακμή, τις διαρκείς συγκρούσεις και την επιβολή των ισχυρών. Οι λέξεις που επανέρχονται —πολιτικάντηδες, καθάρματα, εξουσία, αίμα, κουρέλια, αγορά, ψέμα— το καταδεικνύουν εμφατικά. Ωστόσο, ο ποιητής δεν επιδιώκει μόνο τη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη, αλλά τον φέρνει αντιμέτωπο με τις ιστορικές και πολιτικές του ευθύνες. Η ποίησή του λειτουργεί ως «κέντρισμα» για όσους παραμένουν απαθείς μάρτυρες της σύγχρονης βαρβαρότητας και του ολέθρου. Γι’ αυτό και το ερώτημα του τίτλου δεν είναι αλληγορικό· είναι κραυγή πολιτικής αγωνίας και ρητή άρνηση συνενοχής σε έναν αιώνα παράδοξο και παράλογο.
Γιώργος Κοζίας, Τι αιώνα κάνει έξω;Εκδ. Περισπωμένη, 2025
![]()











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










