Δευτέρα, 27 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Πάρτε ποίηση στις διακοπές σας (επιλέγει η Βαρβάρα Ρούσσου)

Πάρτε ποίηση στις διακοπές σας (επιλέγει η Βαρβάρα Ρούσσου)

0
15
Πίνακας της Μαρίας Φιλοπουλου

επιλέγει η Βαρβάρα Ρούσσου

Βρισκόμαστε στα μέσα του καλοκαιριού και έχουμε ήδη περάσει τα μέσα της χρονιάς. Το 2025 η παρουσία ποιητριών και ποιητών με μακρότερη διαδρομή —όχι μόνο ηλικιακά αλλά και εκδοτικά, με περισσότερες από τέσσερις συλλογές— ήταν περιορισμένη. Αντίθετα, ορισμένες ποιητικές φωνές έδειξαν με την τρίτη ή τέταρτη συλλογή τους ότι βρίσκονται σε ένα γόνιμο και κρίσιμο σημείο της διαδρομής τους: είτε αποτόλμησαν μια υφολογική ή θεματική στροφή είτε εδραίωσαν ένα απολύτως αναγνωρίσιμο ιδίωμα, στο οποίο η επανάληψη δεν οδήγησε σε ατονία αλλά απέκτησε στέρεη εσωτερική συνέχεια.

Το 2026, έως τώρα, κάνουν αίσθηση αρκετές από τις συλλογές που έχουν εκδοθεί. Πρόκειται αφενός για έναν αξιοσημείωτο αριθμό νεότερων και πρωτοεμφανιζόμενων δημιουργών που έχουν καταθέσει το πρώτο τους βιβλίο και αφετέρου για πολυαναμενόμενες συλλογές καταξιωμένων ποιητριών και ποιητών.

Από όσες/ους εμφανίζονται πρώτη φορά διακρίνονται ορισμένες φωνές με μορφική επινοητικότητα, ιδιαίτερη ρητορική και δουλεμένη εικονοποιία. Παράλληλα, όμως, όπως και το 2025, επανέρχεται μια αφηγηματικότητα που μεταφέρει σχεδόν αυτούσια την ιδιωτική εμπειρία, με άνισα αποτελέσματα: άλλοτε αποκτά αντίκρισμα στο συλλογικό και άλλοτε παραμένει εγκλωβισμένη στον ιδιωτικό χώρο. Το πρόβλημα δεν είναι το βίωμα, το οποίο συχνά δαιμονοποιείται ως υπαίτιο μιας χαμηλής ποιότητας ποίησης -τι σημαίνει χαμηλή ποιότητα εξαιτίας του βιώματος δεν είναι άραγε βιωματική η λογοτεχνία-. Ίσως, η έκθεση της εμπειρίας με τρόπους διαφορετικούς από το παρελθόν ώστε, συχνά, να προσιδιάζει σε αδιαμεσολάβητη παράθεση βιωμάτων φαίνεται έλλειψη επεξεργασίας. Το φαινομενικά αδιαμεσολάβητο μπορεί όμως να συγκροτείται ως αποτέλεσμα συνειδητής επεξεργασίας, ώστε να φαίνεται ανεπεξέργαστο. Πρόβλημα προκύπτει όταν η καταγραφή υποκαθιστά τον ποιητικό μετασχηματισμό, η πολιτική σημασία της εμπειρίας εξαντλείται στη δήλωσή της. Οι όψεις της διαρκούς κρίσης (permacrisis) αποτελούν βασική αφόρμηση για πολλές ποιητικές φωνές. Στις πιο αδύναμες περιπτώσεις, όμως, η κρίση λειτουργεί ως υποχρεωτικό σήμα εναρμόνισης με τη συγχρονία και αδρανές ποιητικό υλικό που εξαντλείται σε λέξεις και όχι ως εξωτερική και εσωτερική πίεση που αναδιοργανώνει τη γλώσσα και τη μορφή.

Έχω την αίσθηση ότι μια σειρά ποιητριών/τών, που ήδη έδωσαν ισχυρά δείγματα μιας διαφορετικής ποιητικής και δημιούργησαν ένα πλαίσιο ρητορικής και θεματικών,  το οποίο οι νεότερες φωνές επαναλαμβάνουν συχνά άκριτα. Η δύναμη του νέου καταναλώνεται έτσι στην αναπαραγωγή ήδη αναγνωρίσιμων σχημάτων. Η έμφυλη και η γενικότερη βία, η προλεταριοποίηση ή ο πνιγηρός αστικός χώρος δεν αποτελούν από μόνα τους ποίηση: η πολιτική βαρύτητα του θέματος δεν αρκεί αν δεν μετασχηματίζει τη γλώσσα, τη μορφή και τη θέση του υποκειμένου. Αντίστοιχα, πολλά ερωτικά ποιήματα ή ποιήματα για την απώλεια και τους οικογενειακούς δεσμούς καταλήγουν να μοιάζουν μεταξύ τους, παρότι γράφονται από διαφορετικά πρόσωπα. Θέλω να πω ότι εμφανίζεται συχνά μια ομογενοποίηση και μια ευκολία, την οποία αξίζει να σημειώσουμε και να παρακολουθήσουμε. Υπάρχουν, ωστόσο, εξαιρέσεις.

Θέτω εδώ το πολυπαραγοντικό ζήτημα -μόνο όμως ως προβληματισμό προς διερεύνηση και όχι ως δεδομένο- για τους μηχανισμούς που ευνοούν αυτή την ομογενοποίηση: εργαστήρια γραφής, κάθε είδους φεστιβάλ (παρά τη θετική συμβολή τους), μέσα κοινωνικής δικτύωσης και εκδοτικές προσδοκίες.

Γράφω λοιπόν για ορισμένες συλλογές και θα επανέλθω προσεχώς σε: Γιάννη Αντιόχου, Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες (Ίκαρος), Θανάση Χατζόπουλο, Ο χρόνος ο επιούσιος (Πόλις) Μαρία Α. Ιωάννου, Πυροτεχνήματα κάτω από τον ήλιο (Ίκαρος). Γιώργο Ψάλτη, Ιστορία ενός παρόντος (Ίκαρος), Ευθυμία Γιώσα Όταν πέφτουμε από το τρένο (Κίχλη)

Επίσης βλ. για Σταύρο Ζαφειρίου Επειδή έτσι γίνεται (βλ. κείμενό μου https://www.oanagnostis.gr/oi-maiandroi-tis-poiitikis-skepsis-st-zafeirioy-tis/ )

 

Δημήτρης Πέτρου, Μιλάνε σιγανά (Πόλις)

Ακόμη μία στροφή στην ποιητική του Πέτρου. Από τη σύνθεση Εικοστός κόσμος, μια στοχαστική ποιητική ιχνηλασία της συλλογικής ιστορίας με πραγματολογικό υλικό και υφολογικές διακυμάνσεις, περνάμε εδώ στην απόλυτη πυκνότητα ποιημάτων τα οποία, όπως υποδηλώνει ο τίτλος, «μιλάνε σιγανά». Αυτό υποκρύπτει και τον μορφικό τρόπο: ποιήματα σύντομα, στίχοι επίσης σύντομοι, παύσεις, αφαίρεση, λιτότητα σχεδόν χαϊκού (βλ. και το εξώφυλλο). Με ορατά συνδετικά νήματα μεταξύ τους, επιστρέφουν στο χώρο του ατομικού. Πρόκειται για επανεπίσκεψη, κυριολεκτική και μεταφορική, σε τόπο και σε εικόνες της παιδικής ηλικίας. Η παιδικότητα δεν εξιδανικεύεται ως χρόνος αθωότητας αλλά συνδέεται περισσότερο με την εγγύτητα προς το -απόν από το αστικό πλαίσιο- φυσικό τοπίο. Η αντίθεση δεν είναι νέα. Ο χειρισμός της, όμως -η ανάκληση ενός τόπου που δεν κατονομάζεται, η επαναληπτική παρουσία «του παιδιού» και η διπλή υπόσταση του σημερινού ενηλίκου- αφήνει περιθώρια για διαφορετικές ερμηνείες. Το προφανές πολιτικοκοινωνικό στοιχείο των προηγούμενων συλλογών υποχωρεί, ενώ διακρίνεται ένας αναστοχασμός με γενικότερες ρίζες. Ας σκεφτούμε επίσης ορισμένες απευθύνσεις ως αναζήτηση: «να βρω μια λέξη / […] έλα κοντά / και άκου» και κάποιους στίχους-κλειδιά στη δική μου ανάγνωση: «κάποτε θα γνωρίσω / τον κόσμο κι εγώ», «Τρέμω στην ιδέα / του θανάτου», «πόσο λίγος καιρός απομένει / για την περίφημη χαρά».

 

Χλόη Κουτσουμπέλη Οι άνθρωποι δεν είναι τσαγιέρες (Κίχλη)

Η Κουτσουμπέλη συνεχίζει να εμβαθύνει στην απώλεια και στο πένθος. Ο πρωτότυπος τίτλος παραπέμπει στη ρωγμή που προκαλεί η απώλεια: τι συμβαίνει όταν μια τσαγιέρα «σπάει» ξαφνικά, ενώ οι άνθρωποι δεν είναι τσαγιέρες; Το κενό που αφήνει η απώλεια ραγίζει το υποκείμενο και η ποίηση λειτουργεί ως «κιντσούγκι», η ιαπωνική τέχνη της επισκευής ενός ραγισμένου αντικειμένου με χρυσό, η οποία δεν αποκρύπτει αλλά αναδεικνύει το ράγισμα. Νομίζω ότι αυτό το ερώτημα τίθεται γενικά στη συλλογή: η ποίηση εδώ «επισκευάζει» τη ρωγμή -καλύτερα το ρήγμα- ή, επειδή οι άνθρωποι δεν είναι τσαγιέρες, αναδεικνύει τελικά το ανεπανόρθωτο. Πάντως δημιουργεί μια σιερά επιστολών προς τους νεκρούς επαναφέροντάς τους σχεδόν ισότιμα ως ζώντες παραλήπτες και αυτό λειτουργεί μάλλον παραμυθητικά. Η Κουτσουμπέλη ξεκινά συχνά από αντικείμενα φορτισμένα με συναίσθημα. Συγκροτώντας ονειρικές εικόνες, μεταμορφώνει αιφνιδιαστικά το πραγματικό με τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις της, απαγκιστρώνεται από αυτό και επιστρέφει σε αυτό στο τέλος του ποιήματος. Εκεί επανέρχεται συνήθως είτε η μοναξιά της πενθούσας φωνής είτε η παρηγορητική αίσθηση επικοινωνίας με τους νεκρούς μέσω της ποίησης. Άλλα ποιήματα παραμένουν στον χώρο του συγκεκριμένου και αναπτύσσουν τους στοχασμούς τους, και πάλι, μέσα από μεταφορές και εικόνες. Η συλλογή αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ποίηση μπορεί να μιλήσει για το πένθος στο μεταίχμιο λυρικού και ρεαλιστικού.

 

Δημήτρης Γκιούλος Αναμνήσεις από το τέλος (Κείμενα)

Ο Δημήτρης Γκιούλος συνεχίζει με την τρίτη συλλογή του χωρίς να μεταβάλλει ούτε το αποτύπωμα ούτε τη ρητορική του, αλλά με εμφανή τάση σύμπτυξης των ποιημάτων, ώστε η λιτότητα να τα καταστήσει δραστικότερα. Με αναγνωρίσιμες επιρροές από «κοινωνικούς» ποιητές, καταγγέλλει όψεις της ιστορίας και κοινωνικά ζητήματα που εξακολουθούν να μας βαραίνουν. Εδώ, ωστόσο, η καταγγελτική ρητορική επαναλαμβάνεται χωρίς την πειστικότητα των προηγούμενων συλλογών του. Όταν αυτοσαρκάζεται και ο φακός στρέφεται στο εγώ, το αποτέλεσμα είναι ισχυρότερο. Υπάρχουν στίχοι με ένταση, οι οποίοι φανερώνουν δυνατότητες που ο ίδιος περιορίζει σε προγραμματικά σχήματα.

 Κυριάκος Συφιλτζόγλου, σχέδια πάνω σε μια ήττα (αντίποδες)

Με αφετηρία παλαιότερες συλλογές του αλλά με ανανεωτική διάθεση, ο Συφιλτζόγλου επιστρέφει σε μια ποίηση του συλλογικού, μετατρέποντας σε ποιητικό υλικό ερωτήματα και κρίσεις που ακούμε γύρω μας. Άμεσος, καθαρός και λιτός στα συντομότατα ποιήματα, κλείνει πολύ δυνατά τη συλλογή τόσο με το τελευταίο ποίημα σε γκρίκλις όσο και με την τελική ενότητα «Έξοδος». Εκεί συναντούμε πολύχρωμα σχέδια -μια τέχνη του τοίχου ή των παιδιών- και κυρίως έναν κατάλογο ονομάτων ανθρώπων από περιοχές γύρω από τη Δράμα, οι οποίοι μετανάστευσαν στο εξωτερικό. Αυτή η ιδιότυπη καταγραφή, πιθανόν με πραγματική βάση, μετατρέπει το θεωρούμενο μη ποιητικό σε ποίημα με ζωντανή συγκίνηση. Ο κατάλογος λειτουργεί ως τοπικό αρχείο της μετανάστευσης: η περιφερειακή μνήμη αποκτά συλλογική και ιστορική διάσταση. Πρόκειται για μια συλλογή που επιστρέφει στην κρίση και στις ακόμη ανοιχτές συνέπειές της με πρωτότυπο τρόπο.

Πηνελόπη Αλεξίου, Millennials. Χρονικό βιωμάτων μιας γενιάς σε κρίση (βακχικόν)

Στη δεύτερη συλλογή της ποιήτριας ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα μότο, αντλημένα από ένα ευρύ αναγνωστικό φάσμα. Σε αυτά συνυπάρχουν, μάλλον άνισα, ισχυρότατα αποσπάσματα με στίχους χαμηλότερης έντασης -πρόκειται, βέβαια, για προσωπική επιλογή-, τα οποία όμως κινητοποιούν τα ποιήματα που ακολουθούν και ανοίγουν έναν διάλογο. Η ποίηση επιχειρεί να συστήσει τόπους αντίδρασης, διαμαρτυρίας και αντίστασης μέσα από ένα διαρκώς μεταίχμιο υποκείμενο, το οποίο αισθάνεται να συντρίβεται από την κοινωνική και πολιτική συνθήκη. Εργασιακή επισφάλεια και εκμετάλλευση, προσφυγικό, μετανάστευση, κάθε μορφή βίας και ιδίως η έμφυλη αποτελούν βασικούς άξονες. Η ένταση των βιωμάτων, όμως, δεν μετασχηματίζεται αυτομάτως σε ποιητική ένταση. Οι ποιητικοί τρόποι δεν είναι πάντοτε επαρκώς δουλεμένοι: εικόνες που θα μπορούσαν να απογειώσουν τα ποιήματα μένουν ανεκμετάλλευτες, ενώ η αμεσότητα της καταγραφής χάνει σε αρκετά σημεία τη δυναμική της. Ο υπότιτλος «Χρονικό βιωμάτων μιας γενιάς σε κρίση» μας οδηγεί να διαβάσουμε τη συλλογή ως χρονικό και υπογραμμίζει την τάση στην οποία επέμεινα παραπάνω.

**

Σε παρόμοιο πλαίσιο προτιμώ, παρά τις αδυναμίες της, τη σύντομη συλλογή του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου Εμιγκρενιάδα (κοβάλτιο-τάιγκα). Ο τίτλος προοικονομεί τον άξονα της συλλογής και μπορεί να εκληφθεί ως ειρωνικός ή παρωδιακός διάλογος με το είδος της επικής ποίησης και ιδίως εθνική έπη. Με υπόβαθρο την ανάγκη καταγγελίας και την οργή, εστιάζει με ιδιαίτερο τρόπο, έντονη ειρωνεία στη μετανάστευση, στην οικονομική συνθήκη και στο εμφυλιακό παρελθόν που επιβιώνει λησμονημένο στο μίζερο παρόν ακριβώς μέσα σε ένα πλαίσιο όπου οι μετανάστες-πρόσφυγες γίνονται ανάξιες ζωές. Σημασία στη διαμόρφωση του ύφους έχουν οι φόρμες που επιλέγονται.

 

***

Ξεχωρίζω δυο συλλογές στις οποίες θα επανέλθω:

Μαρία Βαχλιώτη, Τόπος εξορίας (Μελάνι). Η Βαχλιώτη ξέρει πολύ καλά να στήνει ποιητικές συλλογές πάνω σε έναν διακειμενικό άξονα και να προχωρεί πέρα από το αρχικό κείμενο που επιλέγει ως βάση, χωρίς αυτό να εγκλωβίζει τα δικά της ποιήματα. Εδώ ο διάλογος με την ποίηση του Λάγιου οργανώνει τον βασικό διακειμενικό άξονα της συλλογής.

Ηλέκτρα Λαζάρ, Tyrant (ενύπνιο)

Και εδώ συναντούμε ένα διακειμενικό στήσιμο, με πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Η οπτική διάσταση – χρήση της διαγραφής- και η ηχητική  -επαναλήψεις λέξεων, ρυθμική φροντίδα, φωνητική απόδοση φράσεων και η οργάνωση του ειρμού- καθιστούν τις λέξεις πολυσήμαντες και φορτίζουν τον ποιητικό λόγο. Επαναφέρουν έτσι μία από τις συχνά λησμονημένες διαστάσεις της ποίησης, την προφορικότητα, η οποία εδώ συνδυάζεται με την υλικότητα της γραφής και την οπτική οργάνωση της σελίδας. Η σελίδα λειτουργεί σχεδόν ως παρτιτούρα της φωνής.

 

Πρωτοεμφανιζόμενες/οι

Χριστίνα Κασσεσιάν, Δομές μεγάλης κλίμακας (εκδ. Στοχαστής)

Ανάμεσα στην αστρονομία, τη φιλοσοφία, τη μουσική και τη ροπή προς την οπτική ποίηση, με μετάβαση από το κοσμικό και συμπαντικό μέγεθος στον ποιητικό ρυθμό, το φιλόδοξο εγχείρημα της Κασσεσιάν αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα ιδιοφωνία. Από τον συμπαντικό μεγάκοσμο στον ανθρώπινο μικρόκοσμο, υλικό και άυλο, ήδη από το πρώτο ποίημα-ενότητα σχηματίζεται το ερώτημα για το τι εντέλει είναι οι «δομές μεγάλης κλίμακας»: οι οργανωτικοί μηχανισμοί του σύμπαντος μεταφέρονται στο επίπεδο της ατομικής, συχνά καθημερινής και ενσώματης εμπειρίας, όπου η μνήμη επανέρχεται επίμονα. Ο λύκος, στα ιδιαίτερα τυπωμένα ιντερλούδια, αποκαλύπτει την ταυτότητά του στο τελευταίο ποίημα και αποτελεί το ένα από τα δύο συνδετικά στοιχεία που δημιουργούν εσωτερικές ενότητες. Το άλλο, από την πλευρά της μορφής, είναι το οπτικό στοιχείο. Θα μπορούσε να αξιοποιηθεί περισσότερο, ώστε να συμβάλει αποφασιστικότερα στην ιδιαιτερότητα του βιβλίου.

 

Νίνα Καψάλη, Ο Συλλέκτης κι Εγώ ένα podcast (θράκα)

Σε 38 επεισόδια-ποιήματα με ενδιάμεσα σχέδια η Καψάλη στήνει σε ένα γραπτό πόντκαστ την προσωπική ιστορία της ποιητικής φωνής: είναι μια νεαρή εικαστική καλλιτέχνις, βοηθός νάρκισσου καταξιωμένου συλλέκτη και ερωμένη του (όχι σύντροφος) και σε αυτή την προφανή σχέση εξουσίας βιώνει όχι μόνο την εργασιακή εκμετάλλευση αλλά τον εξευτελισμό της προσωπικότητας και του έργου της. Εξομολογητική αφήγηση που σε κάποια σημεία θυματοποιεί τη νεαρή γυναίκα.

 

Τζίνα Ρουμπέα, Νερό στις σκάλες (κάπα)

Ενδιαφέρουσα φωνή, η οποία προχωρεί σε σημαίνουσες και όχι τυχαίες μορφικές επιλογές. Τα ποιήματά της κινούνται στο πεδίο του προσωπικού, με ορισμένους από τους άξονες στους οποίους επικεντρώνονται πολλές νεότερες ποιητικές φωνές: τις γονεϊκές σχέσεις, την ενηλικίωση που απογυμνώνει τους γονείς από την προηγούμενη εξιδανίκευσή τους, τα διλήμματα του γυναικείου υποκειμένου, την ερωτική σχέση και το αστικό πλαίσιο. Έχει ενδιαφέρον ότι ακόμη μία φωνή στρέφεται στην παιδική ηλικία χωρίς γλυκερή νοσταλγία. Αναζητεί την απαγκίστρωση από την ωραιοποίησή της και αντιμετωπίζει την παιδική εμπειρία ως στοιχείο συγκρότησης της ενήλικης ταυτότητας, όχι ως καταφυγή σε μια πλασματική ανηλικότητα.

Γιάννης Σκορδάς, στάρμπορντ, (θίνες)

Παρότι δεν κατορθώνει πάντοτε να διαφύγει από την ευκολία, ιδίως στα ποιήματα που αναδεικνύουν το ερωτικό στοιχείο, η συλλογή αποκτά ενδιαφέρον όταν εστιάζει σε μια ιδιαίτερη νησιωτικότητα: στη θάλασσα, στα πλοία και στο καλοκαίρι. Ο νησιωτικός χώρος δεν αντιμετωπίζεται εξιδανικευτικά. Η ποίηση είναι άμεση και όχι κραυγαλέα, με καθαρό λεξιλόγιο, χωρίς γλωσσικές ή μορφικές υπερβολές και με σύντομα ποιήματα που δεν φλυαρούν ενώ η εμπειρία συνδέεται με τον τόπο —νησιά, Αθήνα, εξωτερικό— και επαναφέρει την αστική δυσφορία ενός νέου ηλικιακά ποιητή.

Κατερίνα Χατζοπούλου γόνατα μόνο (Περισπωμένη)

Η Χατζοπούλου διαφοροποιείται από άλλες πρωτοεμφανιζόμενες φωνές με μια ποίηση οικονομίας και ελλειπτικής γραφής, επικεντρωμένη στην καθαρή ισχύ των λέξεων, την οποία επιτείνει η αστιξία. Απομακρύνεται από την αφηγηματικότητα —χαρακτηριστική σε πολλές πρώτες καταθέσεις— και μένει είτε στον πυρήνα της εμπειρίας είτε σε μια λεπτομέρειά της, κινούμενη ανάμεσα στην αφαίρεση και στην υποδήλωση. Πρωτότυπες εικόνες παράγουν μεταφορές, το συγκεκριμένο περιστέλλεται και τα μεγάλα κενά ανάμεσα στους στίχους επιβάλλουν τη σιωπή. Αυτή η γοητεία και η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα ορισμένες φορές αφαιρούν από το ποίημα την ένταση. Η αφαίρεση δεν είναι από μόνη της από-πολιτικοποιητική, αλλά σε ορισμένα σημεία διακόπτει τη σχέση της σωματικής εμπειρίας με το υλικό και κοινωνικό της πλαίσιο. Το σώμα και η υλικότητα φυσικών όντων, αντικειμένων ή φαινομένων -χώμα, φυτά, έντομα- παραμένουν παρόντα, χωρίς πάντοτε να αναπτύσσουν όλη τη δυναμική τους.

 

****

Ξεχώρισα και θα επανέλθω: Πέτρος Ζερβός, Καπνός από τον βοριά (Θράκα), Κωνσταντίνα Παναγιωτοπούλου, Στον 9ο (Θράκα), Σ. Πανοπούλου, Ασφαλή ποιήματα (Θράκα), Ανδρονίκη Τασιούλα, ραχοκοκαλιά (Θράκα). Συλλογές στις οποίες το ύφος και η γλώσσα υπογραμμίζουν τον προσωπικό χαρακτήρα των δημιουργών. Χρησιμοποιώντας έναν πολύπαθο παλαιό όρο -τον οποίο αξίζει να επανεξετάσουμε στη σύγχρονη σημασία του και σε σχέση με όσα έχω καταγράψει παραπάνω- θα μιλήσω για γνησιότητα, όχι (μόνο) ως βίωμα, όχι μόνο ως αφήγηση και ταυτόχρονη συγκρότηση εαυτού για ή για αυθόρμητη εξομολόγηση αλλά ως εσωτερική συνέπεια ανάμεσα στη φωνή, στη γλώσσα και στην επιλεγμένη μορφή. Και, βέβαια, για συστηματική δουλειά.

 

 

Προηγούμενο άρθροΌταν ο Φλατ Έρικ θέλησε να επισκεφθεί της Αρχαία Ολυμπία (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ