Η Clare Bradford, Ομότιμη Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Deakin της Αυστραλίας συζητά με τη Βασιλική Βασιλούδη(*) για την αποικιοκρατία, τη διεθνικότητα, την πολυπολιτισμικότητα, τη διασπορά και τους Αυτόχθονες στην Αυστραλιανή Λογοτεχνία για Παιδιά και Νέους
Η Clare Bradford είναι εκλεγμένο μέλος της Αυστραλιανής Ακαδημίας Ανθρωπιστικών Επιστημών (Fellow of the Australian Academy of Humanities) και Ομότιμη Διακεκριμένη Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Deakin στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Μεταξύ των μελετών της συμπεριλαμβάνονται οι εξής βραβευμένοι τίτλοι: το Reading Race: Aboriginality in Australian Children’s Literature (2001), που τιμήθηκε με το βραβείο Children’s Literature Association Book Award, καθώς και με το βραβείο International Research Society Book Award˙ το Unsettling Narratives: Postcolonial Readings of Children’s Literature (2007), το οποίο έλαβε το βραβείο the Children’s Literature Association Honor Book˙ το Girls, Texts, Cultures (2015) (σε συνεργασία με τη Mavis Reimer), που τιμήθηκε με το βραβείο the Children’s Literature Association Honor Book για συλλογικούς τόμους˙ και το The Middle Ages in Children’s Literature (2015), που έλαβε το βραβείο Children’s Literature Association Book Award. To έτος 2023, η Clare Bradford τιμήθηκε με το βραβείο Grimm, το οποίο αποτελεί την ανώτατη διάκριση στον χώρο της Παιδικής Λογοτεχνίας. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα αφορούν τις αναπαραστάσεις της μετα-αποικιοκρατίας, της οικολογίας και του Μεσαίωνα στην Παιδική Λογοτεχνία και στην κουλτούρα των παιδιών.
Αγαπητή κυρία Bradford, σας ευχαριστούμε θερμά που αποδεχτήκατε την πρόσκληση του Αναγνώστη για μια συνέντευξη με σκοπό την ανάδειξη πτυχών της Αυστραλιανής Παιδικής Λογοτεχνίας. Το έργο σας για την πολυπολιτισμική και τη μετα-αποικιοκρατική Παιδική Λογοτεχνία, καθώς και για την Παιδική Λογοτεχνία των Αυτοχθόνων και για τους Αυτόχθονες έχει τύχει διεθνούς αναγνώρισης. Πρώτα απ’ όλα, πώς βρεθήκατε στο πεδίο της Λογοτεχνίας για Παιδιά και Νέους; Και πώς στραφήκατε στη μελέτη της μετα-αποικιοκρατίας, της διεθνικότητας [transnationalism] και των Αυτοχθόνων στην Παιδική Λογοτεχνία;
Mεγάλωσα στη Νέα Ζηλανδία όπου αρχικά σπούδασα για να γίνω εκπαιδευτικός. Εργάστηκα στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ενώ παράλληλα ακολούθησα μεταπτυχιακές σπουδές. Ήθελα να γίνω μεσαιωνολόγος και γι’ αυτόν τον λόγο μετακόμισα στο Σίδνεϋ στην Αυστραλία, όπου ολοκλήρωσα το διδακτορικό μου στις μεσαιωνικές σπουδές. Όταν, όμως, αποφοίτησα, ήταν δύσκολο να εργαστώ ως μεσαιωνολόγος, οπότε ξεκίνησα να εργάζομαι σε ένα κολέγιο, το οποίο αργότερα έγινε πανεπιστήμιο. Κάπως έτσι άρχισα να διδάσκω και να κάνω έρευνα στην Παιδική Λογοτεχνία. Ωστόσο, διατήρησα το ενδιαφέρον μου για τον Μεσαίωνα, ενδιαφέρον που αποτυπώνεται στη μελέτη μου The Middle Ages in Children’s Literature (2015).
Μεγάλωσα σε μια πρώην αποικία (Aotearoa, Nέα Ζηλανδία) και τώρα ζω σε μια χώρα, την Αυστραλία, που υπήρξε, επίσης, αποικία. Έτσι, οι γνώσεις μου για την αποικιοκρατία πηγάζουν από την εμπειρία μου ως λευκού ατόμου και απογόνου αποίκων. Ο όρος «εποικισμός» (settlement) είναι ευφημισμός γι’ αυτό που συνέβη, από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, και στις δύο χώρες, όπου οι Βρετανοί σφετερίστηκαν τη γη, σκότωσαν πολλούς Αυτόχθονες, διέλυσαν οικογένειες και απομάκρυναν τα παιδιά από τους γονείς τους, αφήνοντας πίσω τους μια κληρονομιά απώλειας και διχασμού.
Ως παιδί μεγάλωσα σε ένα αγρόκτημα κοντά σε μια μικρή πόλη όπου ζούσαν πολλοί Māori που αναζητούσαν εργασία στο εργοστάσιο επεξεργασίας κρέατος που υπήρχε εκεί. Παρατηρούσα ότι τα παιδιά των Māori που έρχονταν στο σχολείο μου συχνά ήταν ξυπόλητα, ακόμα και όταν τα κρύα πρωινά η πάχνη κάλυπτε το έδαφος. Ως παιδί δεν μπορούσα να αντιληφθώ την απαλλοτρίωση των περιουσιών και τη φτώχεια που βίωναν και βιώνουν ως σήμερα οι Māori. Όταν, όμως, αργότερα, σπούδασα Ιστορία και Λογοτεχνία, και διάβασα αφηγήσεις των Māori, συνειδητοποίησα ότι η Νέα Ζηλανδία απείχε πολύ από την εικόνα της ευτυχισμένης χώρας που είχα σχηματίσει και ότι για πολλούς Māori ήταν ένας τόπος συνδεδεμένος με τον πόνο και την απώλεια.
Όταν βρέθηκα στην Αυστραλία, ανακάλυψα μια μορφή αποικιοκρατίας παρόμοια, μα συνάμα διαφορετική από αυτήν που ήδη γνώριζα. Στη Νέα Ζηλανδία, έβλεπα και άκουγα συχνά τους Māori, αλλά στην Αυστραλία οι Αυτόχθονες παρέμεναν αόρατοι. Εν μέρει, αυτή η διαφορά αντανακλά τα δημογραφικά στοιχεία: περίπου 17.8% του πληθυσμού της Νέας Ζηλανδίας αυτοπροσδιορίζονταν ως Māori στην απογραφή του 2023, ενώ στην Αυστραλία στην απογραφή του 2021 περίπου 3.8% του πληθυσμού δήλωσαν Αυτόχθονες ή Ιθαγενείς των νησιών του Στενού Τόρρες.
Στη Νέα Ζηλανδία, ο πλοίαρχος William Hobson υπέγραψε το 1840 μια συνθήκη (τη Συνθήκη Waitangi) με κάποιους από τους αρχηγούς των Māori. Η συνθήκη ήταν πάντα προβληματική, τόσο γιατί επιδεχόταν διαφορετικές ερμηνείες όσο και γιατί οι άποικοι για πολλά χρόνια δεν τηρούσαν τους όρους της. Τουλάχιστον, όμως, διακήρυσσε ότι η περιοχή Aotearoa της Νέας Ζηλανδίας ανήκε αρχικά στους Māori. Αντίθετα, στην Αυστραλία, οι Βρετανοί κατασκεύασαν έναν μύθο, ότι η χώρα ήταν terra nullius, «Γη που δεν ανήκει σε κανέναν», και συνεπώς μπορούσε να καταληφθεί εξ ολοκλήρου από τους Βρετανούς. Οι Māori αποτελούσαν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας της Νέας Ζηλανδίας. Στην Αυστραλία, οι άποικοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αφανίσουν και να περιθωριοποιήσουν τους Αυτόχθονες, και ως έναν βαθμό η καταπάτηση των δικαιωμάτων τους, στο πλαίσιο της αυστραλιανής κουλτούρας, συνεχίζεται ως σήμερα.
Όταν ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου ως ερευνήτρια στο πεδίο της Λογοτεχνίας για Παιδιά και Νέους, άρχισα να διερευνώ πώς αναπαρίστανται οι Ιθαγενείς και οι κουλτούρες τους στα παιδικά βιβλία. Αργότερα, όταν πλέον απέκτησα περισσότερες γνώσεις για τα παιδικά βιβλία που εκδίδονταν από τους Αυτόχθονες, έκανα εκτενέστερες έρευνες που εστιάζονταν στα συστήματα γνώσης που διαθέτουν οι Αυτόχθονες, καθώς και στις προσεγγίσεις τους απέναντι στην αφήγηση και την τέχνη. Προσπαθώ να διαβάζω κείμενα των Ιθαγενών, έχοντας επίγνωση ότι προσεγγίζω ως ξένη (outsider) την κουλτούρα τους και ότι ποτέ δεν θα κατανοήσω πλήρως τις αφηγήσεις τους και τα νοήματα αυτών των αφηγήσεων.
Το ενδιαφέρον μου για την έννοια της διεθνικότητας (transnationalism) απορρέει, εν μέρει, επίσης, από την εμπειρία μου σε δύο χώρες, παρά το γεγονός ότι αυτές συνδέονται στενά μέσω της γλώσσας και των αποικιοκρατικών Ιστοριών τους. Οι θεωρίες περί διεθνικότητας μας βοηθούν να κατανοήσουμε τα κείμενα που παράγονται διασχίζοντας κουλτούρες, όταν οι συγγραφείς αντλούν από πολλές επιρροές, αφηγήσεις και κοσμοθεωρίες.
Η κοινωνία της Αυστραλίας είναι εξ ορισμού πολυπολιτισμική κοινωνία, καθώς αποτελείται από απογόνους αποίκων, αυτόχθονες πληθυσμούς, μετανάστες και πρόσφυγες. Ανταποκρίνεται σήμερα η Παιδική Λογοτεχνία της Αυστραλίας στις ανάγκες αυτού του τόσου πολύμορφου αναγνωστικού κοινού;
Από την εποχή που θεσπίστηκε ο Νόμος περί Περιορισμού της Μετανάστευσης [Immigration Restriction Act], το έτος 1901, η πολιτική της Λευκής Αυστραλίας προσπάθησε να περιορίσει τον αριθμό των μη Βρετανών μεταναστών που έφταναν στην Αυστραλία. Αυτή η πολιτική αφορούσε κυρίως τους μετανάστες ασιατικής καταγωγής, αλλά χρησιμοποιήθηκε για να αποκλείσει και άλλη μη λευκά έθνη. Κυριαρχούσε η πολιτική αντίληψη ότι οι λευκοί (Βρετανοί) ήταν ανώτεροι από τους μη λευκούς συνανθρώπους τους, λόγω της καταγωγής, των αξιών και των πνευματικών ικανοτήτων τους.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλοί Ευρωπαίοι μετανάστευσαν στην Αυστραλία, μεταξύ των οποίων και ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων. Η Μελβούρνη, η πόλη όπου ζω, συχνά περιγράφεται ως η τρίτη μεγαλύτερη ελληνική πόλη στον κόσμο, μετά την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Η Αυστραλία χρειαζόταν περισσότερους ανθρώπους που θα στήριζαν την ανάπτυξη επιχειρήσεων, υποδομών και βιομηχανίας. Σταδιακά, οι περιορισμοί περί μετανάστευσης καταργήθηκαν και καθώς ο πληθυσμός της Αυστραλίας αυξανόταν, μαζί του συμβάδιζε και η πολυπολιτισμικότητα. Το 1975, η προοδευτική κυβέρνηση του Gough Whitlam εισήγαγε επίσημα την πολιτική της πολυπολιτισμικότητας, θεσπίζοντας αλλαγές στους τομείς της υγείας, της κοινωνικής πρόνοιας και της εκπαίδευσης.
Τα περισσότερα βιβλία για παιδιά μέχρι και τη δεκαετία του 1950 γράφονταν και εικονογραφούνταν από λευκούς Αυστραλούς για λευκά παιδιά-αναγνώστες. Καθώς ολοένα και περισσότεροι μετανάστες έφταναν στην Αυστραλία, συγγραφείς από διαφορετικές κουλτούρες άρχισαν να δημοσιεύουν βιβλία για παιδιά. Σήμερα, η παιδική λογοτεχνία της Αυστραλίας αντανακλά αυτήν την πολυμορφία ως έναν βαθμό, αλλά όχι αρκετά. Το Συμβούλιο για το Παιδικό Βιβλίο στην Αυστραλία [The Children’s Book Council of Australia] έχει να επιδείξει το πιο επιδραστικό σύστημα βράβευσης, που διακρίνει διάφορες κατηγορίες έργων. Μια επισκόπηση των τίτλων που βραβεύονται κάθε χρόνο[1] αποκαλύπτει έναν μικρό αριθμό μη αγγλόφωνων συγγραφέων, κυρίως στις κατηγορίες «Νεαροί Αναγνώστες» και «Εικονοβιβλία». Κάποια από αυτά τα έργα έχουν δημιουργηθεί από Ιθαγενείς συγγραφείς και εικονογράφους. Σήμερα, περισσότεροι συγγραφείς με μειονοτική καταγωγή δημοσιεύουν βιβλία για παιδιά, αλλά οι εκδότες συχνά επιλέγουν έργα που απευθύνονται σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό.
Ποιος θεωρούνταν ο Άλλος στην Παιδική Λογοτεχνία της Αυστραλίας, για παράδειγμα, έναν αιώνα πριν, και ποιος είναι ο Άλλος σήμερα;
Έναν αιώνα πριν, οι Αυτόχθονες αντιμετωπίζονταν συστηματικά ως ο Άλλος. Εκείνη την εποχή, οι λευκοί έγραφαν για τους Ιθαγενείς. Συνήθως, διέθεταν ελάχιστες γνώσεις γύρω από τους Ιθαγενείς και τις κουλτούρες τους. Ως αποτέλεσμα, οι στερεοτυπικές αναπαραστάσεις ήταν σύνηθες φαινόμενο: οι Ιθαγενείς χαρακτήρες παρουσιάζονταν ως άγριοι, με περίεργες και βάρβαρες πρακτικές, ή ως υπάκουοι υπηρέτες των λευκών. Δεν τους αναγνωριζόταν η αυτόβουλη δράση και απεικονίζονταν σαν να ήταν λιγότερο ευφυείς.
Σήμερα νομίζω ότι καμία ομάδα ανθρώπων δεν παρουσιάζεται ως ο Άλλος στην Παιδική Λογοτεχνία της Αυστραλίας, καθώς οι Αυστραλοί εκδότες επιδιώκουν να κερδίσουν ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό και το να διακρίνουν μια ομάδα ως διαφορετική και κατώτερη από τις άλλες θα οδηγούσε σε μείωση των πωλήσεων και θα έπληττε τη φήμη του εκδότη. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι οι μειονότητες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται. Το ίδιο ισχύει και για τα άτομα με αναπηρίες που είτε απουσιάζουν από τα παιδικά βιβλία είτε αναπαρίστανται με τρόπους που υπονοούν ότι οι αναπηρίες τους τους καθιστούν λιγότερο ικανούς από τους συνανθρώπους τους χωρίς αναπηρίες.
Στο δημοσιευμένο έργο σας, έχετε ασχοληθεί εκτενώς με τη διεθνικότητα στην παιδική λογοτεχνία. Ει δυνατόν, θα ήταν χρήσιμο να κάνετε μια διάκριση μεταξύ των όρων «πολυπολιτισμικός», «διαπολιτισμικός», «διεθνικός» και «διασπορικός». Πρόκειται για όρους που στο πλαίσιο των μετακινήσεων του εικοστού πρώτου αιώνα συχνά εμφανίζονται στον λόγο μας. Αποκλείουν αυτοί οι όροι ο ένας τον άλλον ή αλληλοεπικαλύπτονται;
Οπωσδήποτε αυτοί οι όροι αλληλοεπικαλύπτονται. Παράλληλα, μπορεί να σημασιοδοτούν διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικά πλαίσια. Ο όρος «πολυπολιτισμικός» αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αυτός ο όρος μπορεί να αναφέρεται σε μια «αδύναμη» ή σε μια «ισχυρή» μορφή πολυπολιτισμικότητας. Η αδύναμη πολυπολιτισμικότητα αναφέρεται σε ένα είδος σχέσεων μεταξύ των πολιτισμών που περιορίζεται σε επιφανειακά στοιχεία. Για παράδειγμα, ένας λευκός Αυστραλός που τρώει σουβλάκι, σαγανάκι ή τζατζίκι˙ μπορεί να του αρέσει η ελληνική κουζίνα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι υπέρμαχος της πολυπολιτισμικότητας. Η ισχυρή πολυπολισμικότητα εμφανίζεται όταν οι άνθρωποι μιας κουλτούρας μαθαίνουν και αξιοδοτούν τις ιδέες, τις παραδόσεις και τις πρακτικές ανθρώπων που ανήκουν σε άλλες εθνοτικές ομάδες. Η αδύναμη πολυπολιτισμικότητα εδράζεται στην αντίληψη ότι τα μέλη μιας κουλτούρας ανέχονται τους συνανθρώπους τους με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο. Στην Αυστραλία, αυτή η μορφή πολυπολιτισμικότητας ερείδεται στην αντίληψη ότι όσοι έχουν βρετανική καταγωγή «ανέχονται» όσους έχουν φτάσει σε αυτή τη χώρα από άλλα μέρη του κόσμου. Αλλά το να ανέχεσαι κάποιον, σημαίνει ότι υιοθετείς μια στάση υπεροχής απέναντί του, σαν να του κάνεις χάρη που τον δέχεσαι στην Αυστραλία.
Ο όρος «διαπολιτισμικός» έχει χρησιμοποιηθεί προσφάτως για να περιγράψει τις σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ ατόμων με διαφορετικές πολιτισμικές ταυτότητες, οι οποίες τους δίνουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν την αίσθηση της κοινής ιθαγένειας. Δεν χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο, γιατί θεωρώ ότι ο όρος «πολυπολιτισμικός» περικλείει και αυτήν τη σημασία. Παρατηρώ, ωστόσο, ότι οι ερευνητές αναπτύσσουν με συστηματικό τρόπο θεωρίες γύρω από αυτόν τον όρο.
Ο όρος «διασπορικός» αναφέρεται στις κοινότητες ανθρώπων που ζουν σε διαφορετική από τον τόπο καταγωγής τους χώρα. Τα μέλη της ελληνικής Διασποράς στη Μελβούρνη συχνά εγκαθίσταντο σε προάστια ή πόλεις όπου ζούσαν γνωστοί συμπατριώτες ή συντοπίτες τους. Οι διασπορικές κοινότητες αλλάζουν συν τω χρόνω, καθώς τα μέλη αυτών των κοινοτήτων μετακινούνται μεταξύ των χωρών καταγωγής και εγκατάστασης.
Ο όρος «διεθνικός» αποδίδει την εμπειρία όσων ζουν ανάμεσα σε (δι)-εθνικές κουλτούρες και διαμορφώνουν τις ταυτότητές τους με τέτοιον τρόπο ώστε οι κουλτούρες να γεφυρώνονται. Οι θεωρίες περί διεθνικότητας είναι χρήσιμες για την προσέγγιση έργων παιδικής λογοτεχνίας που ενσωματώνουν στοιχεία από διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις. Μπορούν, επίσης, να μας βοηθήσουν να αναλύσουμε πώς να προωθούμε τρόπους διεθνικής ανάγνωσης, κομίζοντας στα κείμενα τις εμπειρίες μας από διαφορετικούς τόπους, γλώσσες και αξίες.
Η Αυστραλία έχει επανειλημμένα υπάρξει προορισμός πολλών διασπορικών κοινοτήτων. Υπάρχουν σύγχρονοι συγγραφείς με διασπορικό υπόβαθρο που γράφουν για παιδιά και νέους; Ποια είναι τα θέματα με τα οποία καταπιάνονται στο έργο τους και σε ποιους απευθύνονται;
Πολλοί Αυστραλοί συγγραφείς έχουν διασπορικό υπόβαθρο το οποίο διαχέεται στο έργο τους και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αναπαριστούν την Αυστραλία. Αναφέρω, επί παραδείγματι, τους David Martin, Alice Pung, Randa Abdel-Fattah, Maxine Beneba Clarke, Anh Do, Amal Awad, Rebecca Lim, Guo Jing Jing. Σε γενικές γραμμές, αυτοί οι συγγραφείς ασχολούνται με τις εμπειρίες και τις αφηγήσεις των κοινοτήτων από τις οποίες προέρχονται, και γράφουν για ένα μεικτό κοινό παιδιών που περιλαμβάνει αναγνώστες από αυτές τις κοινότητες, καθώς και από τον ευρύτερο πληθυσμό.
Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στη διεθνική και τη μετα-αποικιοκρατική λογοτεχνία για παιδιά και νέους;
Η διεθνική παιδική λογοτεχνία παράγεται μέσω διαπραγματεύσεων μεταξύ πολιτισμών και ανθρώπων. Η μετα-αποικιοκρατική παιδική λογοτεχνία αναφέρεται στη λογοτεχνία των Ιθαγενών και μη Ιθαγενών συγγραφέων και εικονογράφων στις χώρες με αποικιοκρατικό παρελθόν.[2] Το πρόθημα μετα- στον όρο «μετα-αποικιοκρατικός» δεν σημαίνει ότι η αποικιοκρατία έχει παρέλθει. Οι Μετα-αποικιακές Σπουδές επικεντρώνονται στις μακροχρόνιες επιπτώσεις της αποικιοκρατίας στους Ιθαγενείς πληθυσμούς, στους απογόνους των αποίκων και στους μετανάστες. Οι μετα-αποικιοκρατικές αναγνώσεις των βιβλίων για παιδιά εξετάζουν τη γλώσσα και τις αφηγήσεις των αυστραλιανών κειμένων, διερευνώντας πώς αυτά τα έργα προσεγγίζουν το αποικιοκρατικό παρελθόν και τις συνέπειές του στο παρόν.
Είναι η διεθνική λογοτεχνία για παιδιά και νέους η απάντηση στους εθνικιστικούς και φονταμενταλιστικούς λόγους;
Θεωρώ ότι όταν τα παιδιά και οι νέοι διαβάζουν αφηγήσεις που απεικονίζουν την εθνοτική πολυμορφία σε όλη της την πολυπλοκότητα, τότε αναπόδραστα τους γεννιούνται ερωτήματα για την έννοια του ανήκειν. Όταν τα παιδιά με διαφορετικό υπόβαθρο αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους στους χαρακτήρες που συναντούν, τότε οι αναγνωστικές θέσεις που υιοθετούν τους ωθούν να σκέφτονται ότι δεν είναι μόνοι τους και ότι οι ιστορίες και οι ταυτότητές τους είναι εξίσου σημαντικές με εκείνες των παιδιών που ανήκουν στην κυρίαρχη κουλτούρα.
Στο άρθρο σας “Children’s Literature in a Global Age: Transnational and Local Identities”,[3] κάνετε διάκριση ανάμεσα στην ελάσσονα λογοτεχνία—λογοτεχνία που γράφεται από μια μειονότητα στην κυρίαρχη γλώσσα—και στη λογοτεχνία που γράφεται σε μια ελάσσονα γλώσσα, ενσωματώνοντας διεθνικές διαμεσολαβήσεις με άλλες γλώσσες και κουλτούρες. Μπορείτε να αναφέρετε παραδείγματα αυτών των δύο τύπων λογοτεχνίας; Τι αντίκτυπο έχουν τέτοιου είδους εκδόσεις;
Τα έργα των Αυτοχθόνων στην Αυστραλία ανήκουν στην ελάσσονα λογοτεχνία, όχι γιατί είναι λιγότερα σημαντικά από όσα γράφονται στα αγγλικά, αλλά γιατί γράφονται από ανθρώπους που ανήκουν σε μια μειονότητα. Η αγγλική γλώσσα που χρησιμοποιείται στη λογοτεχνία για παιδιά από Αυτόχθονες συγγραφείς είναι συχνά ένας συνδυασμός Αγγλικών και Αγγλικών των Αυτοχθόνων, μια lingua franca που χρησιμοποιείται από πολλούς Ιθαγενείς σε όλη την Αυστραλία. Ένα παράδειγμα αυτής της ελάσσονος λογοτεχνίας είναι το εικονοβιβλίο Down the Hole, των Edna Tantjingu Williams και Eileen Wani Wingield, με εικονογράφηση της Kunyi June-Anne McInerney, που κυκλοφόρησε το 2000 από τις εκδόσεις IAD Press. Το βιβλίο αυτό εξηγεί πώς οι Αυτόχθονες της περιοχής Cooper Pedy στη Νότια Αυστραλία συνήθιζαν να κρύβουν τα παιδιά τους στο έδαφος, σε τρύπες που είχαν δημιουργηθεί από τους μεταλλωρύχους οπαλίου, ώστε να μην «απομακρυνθούν [απαχθούν]» από τις αρχές.[4] Η ιστορία ξεκινά ως εξής:
Αυτοί ήταν οι άνθρωποι που είχαν στείλει οι Αρχές. Αυτοί που θα τους έπαιρναν. Που θα τους απήγαγαν!
Οι δικοί μου μας έσπρωχαν—pitingka—μας έσπρωχαν στις τρύπες…
Μιλάμε για την εποχή μας—όταν ήμασταν μικρά παιδιά (2, 6).[5]
Όπως μπορεί να δει κανείς, το κείμενο είναι στα Αγγλικά. Πρόκειται, όμως, για μια μορφή Αγγλικών που αποκλίνει από τα τυπικά Αγγλικά. Για παράδειγμα, η φράση ‘That’s the lot’ σημαίνει κάτι σαν ‘Those were the people’ (Αυτοί ήταν οι άνθρωποι), αλλά συγχρόνως υπονοεί και τους ανώνυμους αξιωματούχους που εισέβαλλαν ξαφνικά στους οικισμούς των Αυτοχθόνων για να αρπάξουν τα παιδιά τους. Η λέξη “chuck” (πετάω-αργκό), ορίζεται μέσα από τη χρήση της λέξης “pitingka”, λέξη που απαντά στις γλώσσες των Αυτοχθόνων. Και ο όρος “Μy Old People” (οι γέροι μου) είναι ένας όρος σεβασμού και στοργής που περιγράφει τους γονείς των παιδιών.
Η χρήση των Αγγλικών των Αυτοχθόνων σκοπό έχει να αποτυπώσει τη διαφορά. Οι λέξεις σποκτούν διαφορετική σημασία από εκείνη που έχουν στην τυπική αγγλική γλώσσα και αποδίδουν την αμεσότητα του προφορικού λόγου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το κείμενο απευθύνεται στους αναγνώστες με αμεσότητα και παραστατικότητα.
Το δεύτερο παράδειγμά μου είναι ένα εικονοβιβλίο από τον Καναδά, με τίτλο Li Minoush, γραμμένο από τη Bonnie Murray, με εικονογράφηση της Sheldon Dawson, σε μετάφραση της Rita Flamand. Η αφήγηση σε αυτό το βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Pemmican Publications το 2001, περιλαμβάνει αγγλικά που έχουν μεταφραστεί στη γλώσσα Michif, τη γλώσσα των Métis, μια κοινότητα της οποίας τα μέλη έλκουν την καταγωγή τους από τους Ευρωπαίους (κυρίως Γάλλους) εμπόρους γούνας και τους Αυτόχθονες.
Η ιστορία αφορά ένα αγόρι της φυλής Métis, τον Thomas, που ακούει τους συμμαθητές του να μιλούν για τα κατοικίδιά τους και λέει στη μαμά του ότι θα ήθελε και αυτός ένα ζωάκι. Εκείνη του απαντά ότι μπορεί να αποκτήσει μια γάτα αν υποσχεθεί ότι θα την προσέχει. Το όνομα της γάτας είναι Minoush, η λέξη «γάτα» στη γλώσσα Michif.
Το κείμενο εμφανίζεται μεταφρασμένο πρώτα στα αγγλικά και εν συνεχεία στη γλώσσα Michif. Το κείμενο που ακολουθεί εμφανίζεται όταν ο Thomas ρωτάει τη μαμά του αν μπορεί να αποκτήσει μια γάτα:
Η μαμά του σκέφτηκε λιγάκι και είπε: «Εντάξει, αν δώσεις μια υπόσχεση. Ξέρω κάποιον που χαρίζει γατάκια. Ας πάμε, λοιπόν, να δούμε».[6]
Το κείμενο στη γλώσσα Michif απευθύνεται κυρίως σε παιδιά της φυλής Métis, ώστε να μάθουν τη γλώσσα Michif, η οποία κινδυνεύει με εξαφάνιση. Το κείμενο στα αγγλικά καθιστά την ιστορία προσβάσιμη στα παιδιά που μιλούν αγγλικά, παράλληλα με τη γλώσσα Michif. Αυτό το έργο, που κινείται μεταξύ δύο γλωσσών, είναι ενδεικτικό της διεθνικής όσμωσης γλωσσών και πολιτισμών.
Τι θα λέγατε για την παρουσία των έργων από Αυτοχθόνες συγγραφείς για παιδιά και νέους στην εκδοτική αγορά της Αυστραλίας και στην παγκόσμια αγορά; Ποιο είναι το κοινό στο οποίο απευθύνονται και τι σκοπούς εξυπηρετούν αυτού του είδους τα βιβλία σήμερα;
Τα έργα των Αυτόχθονων συγγραφέων για παιδιά γεννήθηκαν από την πεποίθηση των Πρώτων Εθνών ότι τα παιδιά των Ιθαγενών είναι απαραίτητο να διαβάζουν βιβλία για τον πολιτισμό και τις παραδόσεις τους που έχουν γραφεί από Ιθαγενείς συγγραφείς. Αυτό το σώμα κειμένων απευθύνεται πρωτίστως στους Ιθαγενείς αναγνώστες. Δευτερευόντως, σε αναγνώστες με διαφορετική καταγωγή που διαθέτουν ελάχιστες γνώσεις γύρω από τους Ιθαγενείς πληθυσμούς και τις κουλτούρες τους.
Όπως συμβαίνει και με τη γλώσσα Michif στον Καναδά, οι εναπομείναντες φυσικοί ομιλητές για πολλές γλώσσας των Αυτοχθόνων στην Αυστραλία είναι ελάχιστοι. Πολλές από τις διακόσιες και πλέον γλώσσες που υπήρχαν πριν από την εισβολή των λευκών έχουν εξαφανιστεί εντελώς, μαζί με τα τραγούδια, τους ύμνους και τις προφορικές αφηγήσεις. Οι κοινότητες των Αυτοχθόνων και κάποιοι μικροί εκδοτικοί οίκοι έχουν δημοσιεύσει πολλά βιβλία σε διαφορετικές γλώσσες των Ιθαγενών, προκειμένου να ανακτήσουν τις χαμένες γλώσσες και να στηρίξουν τις διαδικασίες διάσωσης των υπό εξαφάνιση γλωσσών. Αυτά τα βιβλία συνήθως παράγονται σε μικρό αριθμό σε τοπικό επίπεδο.
Από τη δεκαετία του 1970, έχουν ιδρυθεί εκδοτικοί οίκοι από Αυτόχθονες, με σκοπό τη δημοσίευση αυτόχθονων έργων για παιδιά και ενήλικες. Πολλά από αυτά τα βιβλία είναι καινοτόμα, με δυνατές αφηγήσεις. Ωστόσο, η έκδοση έργων για τις παγκόσμιες αγορές συνιστά δύσκολο εγχείρημα για τους αυτόχθονες εκδότες. Οι πολυεθνικοί εκδοτικοί οίκοι ενδιαφέρονται κυρίως για προϊόντα που θα προσελκύσουν μεγάλο μέρος της παγκόσμιας αγοράς. Οι αυτόχθονες εκδότες δεν έχουν τους πόρους που απαιτούνται για να προωθήσουν τα έργα τους παγκοσμίως.
Ο καλύτερος τρόπος για να αντλήσει κανείς πληροφορίες για τις εκδόσεις των Αυτοχθόνων της Αυστραλίας είναι να επισκεφτεί τις ιστοσελίδες των εκδοτών. Συνιστώ τις εκδόσεις Magabala Books και IAD Press.[7]
Θα μπορούσατε να περιγράψετε τα θέματα με τα οποία ασχολείται η σύγχρονη αυστραλιανή λογοτεχνία για παιδιά και νέους; Είναι για τους σύγχρονους συγγραφείς τα θέματα της διασποράς, της μετανάστευσης, του νομαδισμού (και των Αυτοχθόνων) μείζονος σημασίας;
Η σύγχρονη αυστραλιανή λογοτεχνία για παιδιά και νέους ασχολείται πρωτίστως με το ζήτημα της συγκρότησης ταυτοτήτων: πώς τα παιδιά αναπτύσσουν μία αίσθηση του εαυτού˙ πώς μαθαίνουν να σχετίζονται με τους άλλους˙ πώς ξεπερνούν τους περιορισμούς για να εναγκαλιστούν νέους τρόπους συγκρότησης της υποκειμενικότητάς τους. Πολλά βιβλία για παιδιά και νέους επικεντρώνονται σε κόσμους στο εγγύς μέλλον όπου τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά προβλήματα αποτελούν ενδημικό φαινόμενο, μέσω των ειδών της μετα-καταστροφικής και δυστοπικής μυθοπλασίας. Σε αυτήν την κατηγορία έργων, οι διαπροσωπικές σχέσεις επανέρχονται συχνά ως θέμα. Τα βιβλία για μικρά παιδιά συνήθως ασχολούνται με τα θέματα του σπιτού και της οικογένειας, αγγίζοντας μερικές φορές τη μεταναστευτική και διασπορική εμπειρία. Πολλά εικονοβιβλία έχουν θεματοποιήσει το ταξίδι των μεταναστών και των προσφύγων προς την Αυστραλία, καθώς και τους κινδύνους και τις δυσκολίες που υφίστανται οι πρόσφυγες.
Έχω την εντύπωση ότι οι σύγχρονοι μη αυτόχθονες συγγραφείς γενικά αποφεύγουν να γράψουν για αυτόχθονες πολιτισμούς και χαρακτήρες, με εξαίρεση όσους έχουν μακροχρόνιες και ισχυρές σχέσεις με τις κοινότητες των Αυτοχθόνων ή συνεργάζονται με αυτόχθονες συγγραφείς και καλλιτέχνες. Θεωρώ ότι αυτό είναι μια θετική εξέλιξη, καθώς στην Αυστραλία υπάρχει μακρά παράδοση μη αυτόχθονων συγγραφέων που έγραφαν για τους Αυτόχθονες με τρόπο στερεοτυπικό και πατερναλιστικό. Έχει έρθει πλέον η ώρα να μιλήσουν οι ίδιοι οι Ιθαγενείς συγγραφείς για τις δικές τους εμπειρίες, τις κουλτούρες και τις ιστορίες τους.
[1] Βλ. https://cbca.org.au.
[2] Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με τον όρο μετα-αποικιοκρατία, βλ. Clare Bradford (2026). Μετα-αποικιοκρατία. Στο Nel Ph., Paul L. and Christensen N. (eds), Λέξεις-κλειδιά για την Παιδική Λογοτεχνία [μτφ. Βασιλική Βασιλούδη] (σσ. 277–283). Gutenberg.
[3] Bradford, C. (2011). Children’s Literature in a Global Age: Transnational and Local Identities. Barnelitterært Forskningstidsskrift, 2(1). https://doi.org/10.3402/blft.v2i0.5828
[4] Για τις «κλεμμένες» γενιές στην Αυστραλία, βλ. ενδεικτικά Cruickshank J, McKinnon C. (2023). Australia’s Stolen Generations, 1914–2021. Στο Kiernan B., Lower W., Naimark N., Straus S. (eds). The Cambridge World History of Genocide (σσ. 93–117 ). Cambridge University Press.
[5] Το αγγλικό κείμενο έχει ως εξής:
It was the State People: the State People – that’s the lot that were taking them. Just kidnapping them!…
My Old People used to chuck us down – pitingka – chuck us down the holes…
We’re talking about our time – when we was little kids. (2, 6)
[6] Το αγγλικό κείμενο και το κείμενο στη γλώσσα Michif αντίστοιχα έχουν ως εξής:
His mom thought about it and said, “Ok, if you promise. I think I know someone who is giving away kittens, so lets go see.”
Omámáwa nanakatawe’itaméwa, ikoshi eyishi itikot. “Aham maka késhpin kitashuten. Spans nkishke ’yimaw awéyak lé pichi shá ewé mekit. Ashtam nanta wapamata.”
[7] Για περισσότερα στοιχεία, βλ. www.magabala.com και www.iadpress.com.au.
* Η Βασιλική Βασιλούδη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.





















