της Έφης Κατσουρού
Λίγο πριν κλείσει η βαλίτσα ή λίγο μετά την άφιξη στον προορισμό, από το αγαπημένο βιβλιοπωλείο της πόλης, από το μικρό βιβλιοχαρτοπωλείο του νησιού, από την παλιά βιβλιοθήκη του σπιτιού, από χέρι σε χέρι, όποια κι αν είναι η διαδρομή που τα οδηγεί ως τον εκδρομικό μας σάκο, τα θερινά αναγνώσματα και η επιλογή τους, για ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων, αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιεροτελεστίας των διακοπών, και ο καθένας μας διαθέτει τη δική του. Μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων (νέες εκδόσεις και κλασσικοί συγγραφείς σε πρόσφατες επανεκδόσεις) είναι τα συνηθέστερα «βιβλία-παραθεριστές», αρέσκονται να λιάζονται πάνω σε βρεγμένες πετσέτες και να νιώθουν το γδάρσιμο της άμμου στις σελίδες τους. Έχω πάντα αυτή την «κακή» συνήθεια, να χαζεύω τα βιβλία στα πλαϊνά τραπέζια, στις ξαπλώστρες και στα βράχια της οικείας παραλίας, επιχειρώντας να διαμορφώσω ένα τοπίο δεύτερο, πίσω από το ορατό, ικανό να διηγηθεί τη δική του ιστορία για την ανθρωπογεωγραφία του τόπου της ραστώνης. Βάσει παρατήρησης, λοιπόν, μπορώ να πιστοποιήσω με αρκετή βεβαιότητα ότι στη «μάχη της ξαπλώστρας» η πεζογραφία, με το μυθιστόρημα στην πρώτη θέση και το διήγημα να ακολουθεί ασθμαίνον, νικούν κατά κράτος την ποίηση και τις non-fiction επιλογές, που πολύ σπανιότερα έχουν την τύχη να μπλέξουν το άρωμά τους με εκείνο της θάλασσας και να κιτρινίσουν τις σελίδες τους στην αφή του αντηλιακού. Αφήνω στην άκρη το non-fiction, που ίσως μπορεί κανείς να πει ότι απευθύνεται ανάλογα με τη θεματολογία του, από τη γέννησή του και εν γνώσει του, σε ένα πιο περιορισμένο κοινό και μένω στην άδικα παραμελημένη, στην μεγάλη απούσα από τα καλοκαίρια μας (και τις ζωές μας), ποίηση. Ίσως μια ιδέα ή μια πρόταση φανεί αρκετή για να φτάσει ένα ποίημα ως την ακροθαλασσιά, για να του αποδοθεί το κύμα και η τραχιά αφή που του μέλλεται.
Ξεκινάμε..
Πάρτε ποίηση μαζί σας το καλοκαίρι αν:
- επιθυμείτε ανοίγοντας το βιβλίο σας κάτω από τον καυτό ήλιο, αντί να μπείτε μέσα σε μια ιστορία να εισέλθετε σε έναν κόσμο. Αντί να διαβάσετε τη ζωή των ηρώων, να διαβάσετε ή έστω να υπομνηματίσετε τη δική σας ζωή. Η ποίηση ειδικεύεται στο να μετασχηματίζει το προσωπικό βίωμα σε συλλογική συνθήκη συνάντησης των αισθημάτων. Εξ ορισμού, ο ποιητής μεταποιεί την ιδιωτική εμπειρία μέσα από την αφαίρεση και τη γενίκευση -μιλάω πολύ σχηματικά- ώστε ακραία η γλωσσική κατασκευή που παραδίδει να μπορεί να γίνει για κάθε αναγνώστη απόλυτα ιδιόκτητη. Ίσως, λοιπόν, η ποίηση (κάπως πανομοιότυπα με ένα τραγούδι) αποτελεί τον μόνο γλωσσικό τόπο, όπου ο καθένας μπορεί να διαβάσει τον εαυτό του -με ότι αυτό συνεπάγεται για τον καθένα. Το καλοκαίρι, ίσως είναι ιδανική εποχή για τέτοιου είδους «επικίνδυνα σπορ»..
- στις μέρες της θερινής ανάπαυλας αναζητάτε να επανασυνδεθείτε με το συναίσθημά σας, να αισθανθείτε τον εαυτό, τον διπλανό ή τον άνεμο που δέρνει τα μαλλιά σας, παύοντας να μετράτε με λεπτά, με χρόνους, με σελίδες. Εδώ -στην ποίηση- δεν υπάρχει καμιά αφήγηση που πρέπει να τελειώσει, η μόνη αφήγηση που ελλοχεύει πίσω από τις λέξεις και εκτείνεται στο διηνεκές είναι εκείνη του βιωμένου αισθήματος, και σπάει σε ποιήματα, σε στίχους, σε σιωπές όπως ο χρόνος ο ίδιος σε στιγμές. Και ακόμη και αν ο στίχος, κάποτε, στέκει μετέωρος ανάμεσα σε ξαφνικά γέλια και ονειροπολήσεις, σε μωρά που φωνάζουν και ρακέτες που κτυπούν δίχως έλεος έναν αδιαπραγμάτευτο ρυθμό, λειτουργεί· γιατί η αφήγηση του αισθήματος δεν είναι γραμμική, μπορεί να σπάει και να επανεκκινεί, να παρακολουθεί και να συντονίζεται, να προχωρά παράλληλα με όλη εκείνη την οχλοβοή. Άλλοτε υποχωρώντας και άλλοτε υπερβαίνοντάς τη, συνδηλεί το τοπίο και περιθάλπει την αταξία της θερινής ανάγνωσης.
- αποσκοπείτε σε μια ολοκληρωτική απόδραση, σε ένα σχίσμα με τον χώρο και το χρόνο του πραγματικού. Η ποίηση είναι ο τόπος, όπου η ίδια η γλώσσα εξερευνά τα όριά της, παίζει μαζί τους, ακροβατεί και κάποτε, στις πιο απόκρημνες ακτές της, τα καταλύει. Καθώς διαρρηγνύεται, διευρύνεται ή επαναπροσδιορίζεται το όριο του πρωτογενούς επικοινωνιακού εργαλείου, με την κατάλυση των συνεκτικών δεσμών που μειώνουν/περιορίζουν τη γλώσσα σε μέσο απλής συνδιαλλαγής, καθίσταται ορατή η επαναδιαπραγμάτευση των ορίων της ίδιας της ύπαρξη. Η ποίηση, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό της, είτε πρόκειται για ποίηση ερωτική, υπαρξιακή, κοινωνική κ.ο.κ., δομικά/οντολογικά αποτελεί το γλωσσικό τοπίο που υπενθυμίζει ότι ο κανόνας υπάρχει για να σπάει, η ψυχή για να αγαπά άνευ ορίων και όρων και το κορμί για να ριγεί την ώρα του έρωτα.
- (εντάξει είπαμε τα σοβαρά.. ας πέσουμε τώρα λίγο πιο χαμηλά, γιατί ειδικά το καλοκαίρι είναι ωραίο να μην παίρνουμε και τόσο σοβαρά τους εαυτούς μας)
θέλετε να μοιάξετε μυστηριώδεις/ψαγμένες/οι αναγνώστριες/ες, να πουλήσετε λίγο μούρη ή να πιάσετε πιο εύκολα κουβέντα με κάποιον άλλο βιβλιόφιλο στην παραλία. Και πιάσατε κουβέντα και έπεσε ο ήλιος και βγήκε το φεγγάρι αλλά λόγια δεν υπάρχουν κι αποθέματα εαυτού για να χαριστούν. Τα είπαμε: αφεθείτε λίγο στην ποίηση για να αναστατώσετε ότι βάλτωσε ο χειμώνας ή οι πολλοί χειμώνες που έχουν περάσει από πάνω μας, ανασκουμπωθείτε και ξεσηκώστε και κανέναν στίχο για ώρα ανάγκης (πιάνουν ακόμη αυτά), κατά προτίμηση, όχι για να τον πείτε ή να τον ψιθυρίσετε αλλά για να τον ακουμπήσετε γλυκά στα χείλη κάτω από τον έναστρο θερινό ουρανό…
5 + 2 επιλογές πέρα από τα «κλασσικά εικονογραφημένα»
Πέρα από τους ποιητές εκείνους που κάθε χρόνο επαναληπτικά θα μπορούσα να προτείνω [Οδυσσέα Ελύτη, Ανδρέα Εμπειρίκο, Μάτση Χατζηλαζάρου, Αντρέ Μπρετόν κ.α.] και ανάλογα τη χρονιά και τις διαθέσεις, εμμονικά και εκ περιτροπής, επιλέγω κι εγώ να έχω για συνοδοιπόρους του θέρους μου, σταχυολογώ από τις πρόσφατες εκδόσεις και από μια ευρεία γκάμα (σύγχρονη ελληνική ποίηση, μεταφρασμένη ποίηση, αθησαύριστα κείμενα Ελλήνων ποιητών) της ποιητικής παραγωγής, βιβλία άξια να προσεχθούν, το καθένα για λόγους διαφορετικούς, βιβλία που θα φάνταζαν ωραία συντροφιά για τις ζεστές μέρες και νύχτες του Αυγούστου, όπου κι αν αυτές σας βρουν.
Τζεμάλ Σουρέγια, Πτεριστέρα, μτφρ.: Σοφία Διονυσοπούλου, Γκοβόστης 2025
Μιας και μιλήσαμε για γλώσσα που επαναστατεί και έρωτα που διαρρηγνύει τα ιμάτια των εραστών και τα όρια των σωμάτων, επιλέγω αυτό το βιβλίο του κουρδικής καταγωγής, Τούρκου ποιητή, Τζεμάλ Σουρέγια (1931-1990), για να ανοίξει τη λίστα. Πρόκειται για ένα βιβλίο (δίγλωσση έκδοση), στο οποίο όπως αποδίδεται από την μεταφράστρια, η γλώσσα επαναδιαπραγματεύεται διαρκώς τα όρια της, αντικατοπτρίζοντας μια κοινωνία εν βρασμώ και έναν άνθρωπο διψασμένο, που καλείται να εφεύρει τις δικές του πηγές μέσα στα άνυδρα τοπία του παρόντος. Οι εικόνες του Σουρέγια είναι σχεδόν χειροπιαστές, με συχνές, άμεσες ή έμμεσες, αναφορές σε ζωγραφικά έργα. Τα ερωτικά πορτραίτα των γυναικών, που λατρεύονται με τόλμη από τον ποιητή, σάρκινα και αλληγορικά, κινούνται μέσα σε χώρους που κοχλάζουν μοιάζοντας να σέρνουν εκείνα τα λάβαρα των κοινωνικών εξεγέρσεων. Η πτεριστέρα εκδόθηκε πρώτη φορά στην Τουρκία το 1958 και αποτέλεσε τομή για τα λογοτεχνικά δρώμενα και την κοινωνία της εποχής. Η σύντηξη του ερωτισμού και του κοινωνικού οράματος μέσα σε μορφικά τοπία και εικόνες που αναδιατυπώνουν τα όρια της γλώσσας συχνά δείχνει να συγγενεύει, για εμάς, με τις ερωτικές στιγμές του Γιάννη Ρίτσου και του Τάσου Λειβαδίτη.
Λεονέλ Πλάσας Μεντιέτα, Η μυρωδιά της σκόνης, μτφρ.: Αγάθη Δημητρούκα, Πατάκης, 2026
Παραμένοντας στη μεταφρασμένη ποίηση, το μικρό αυτό βιβλίο, με υπότιτλο πρόζες και ποιήματα, σε μετάφραση της Αγάθης Δημητρούκα αποτελεί το δεύτερο της σειράς βιβλίων «Βάλε τον ήλιο σύνορο», των εκδόσεων Πατάκη, που επιχειρεί να μας γνωρίσει σύγχρονους ποιητές από όλο τον κόσμο και προέρχεται από την Κολομβία, με τον ποιητή του (και φιλόσοφο) μόλις να έχει περάσει τα σαράντα έτη. Πρόκειται για μία επιλογή που συνειδητά ενσωματώνω στις επιλογές των θερινών αναγνωσμάτων ποίησης, τη στιγμή που το τουριστικό προϊόν γιγαντώνεται μα η συνάντηση των λαών μέσα από την κατευθυνόμενη πληροφορία και εικόνα είναι πιο αβέβαιη παρά ποτέ. Ο Μεντιέτα μέσα από τις πρόζες και το στίχο του, αποτυπώνει τα τοπία μιας παιδικής ηλικίας που ακροβατεί μεταξύ αθωότητας και τρόμου, επιβιώνοντας μέσα σε μια κοινωνία με όλες τις μαγγανείες και τα συμπλέγματα του ακατέργαστου υλικού της. Το βιβλίο αυτό διαβάζεται απνευστί σαν ταξίδι σε μια Κολομβία που μόνο στα σημεία (και πίσω από αυτά-στους υποδόριους ιστούς που τα συνδέουν) συναντιέται με τον θελκτικό χορό της Σακίρα και τους ύμνους του Μουντιάλ.. Ο λόγος του συχνά ξεβολεύει και δημιουργεί ρωγμές στις βεβαιότητές μας, φανερώνοντας κλιμακώσεις και μετασχηματισμούς της βίας, οι οποίοι σε ένα κόσμο που διαρκώς μικραίνει, ίσως δεν βρίσκονται τόσο μακριά όσο θέλουμε να πιστεύουμε.
Μαρία Ιωάννου, Πυροτεχνήματα κάτω από τον ήλιο, Ίκαρος, 2026
Και κάπου εδώ αφήνουμε για λίγο στην άκρη τη μετάφραση και περνάμε στα εγχώρια, χωρίς να μετατοπιζόμαστε όμως ιδιαίτερα θεματολογικά. Η βία, ως συνθήκη ύπαρξης της κοινωνίας, επιβεβαίωσης και αυτοαναίρεσής της έρχεται να συγκροτήσει τα τοπία και τις αρνήσεις μιας ποίησης, αναφερόμενης στην ελληνική πραγματικότητα που απαλείφεται μέσα στην παγκοσμιότητά της. Η ποιήτρια οργανώνει μία σύνθεση την οποία σπαραγματικά διατρέχει η pop κουλτούρα. Διαφημιστικά σλόγκαν και αγγλικές λέξεις, σύμβολα «@», που μοιάζουν με θραύσματα λόγου μέσα στο λόγο, στην πραγματικότητα αποτελούν συγκροτητικά στοιχεία της γραφής και της ύπαρξης του ποιητικού υποκειμένου, που μέσα από αυτά αυτοεπαληθεύται και αυτόαναιρείται ως ένα γρανάζι της ίδιας της γενιάς του. Η γλώσσα προβάλλει με μία δριμύτητα, χωρίς καλλωπισμούς, επιθυμώντας άλλοτε να προκαλέσει, άλλοτε να ξεσηκώσει και άλλοτε να συγκινήσει μέσα στην τρωτότητα της εκφοράς της. Το συναίσθημα της γραφής, μέσα από μορφικά σχήματα που ακολουθούν και συντονίζονται απόλυτα με τις διακυμάνσεις του, κινείται από τον θυμό και την απελπισία έως την απεγνωσμένη ελπίδα. Η τελευταία αχνοφαίνεται μέσα από μικρές ρωγμές φωτός, τραύματα ευαισθησίας που εμφανίζονται ακαριαία μέσα στο σώμα του κειμένου. Πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί, όπως αυτοπαρουσιάζεται σαν ένα πυροτέχνημα κάτω από τον ήλιο, σαν μια κραυγή νέο-ρομαντικής αναζήτησης.
Αθανάσιος Αλεξανδρίδης, Γυμνή ψυχή – Ποιητικό ημερολόγιο 1996-2016, Ίκαρος 2026
Νωρίτερα μίλησα για την ανάγνωση του εαυτού, ένα σπορ επικίνδυνο συχνά μα και ιδιαζόντως απελευθερωτικό αν υπάρξει το θάρρος να επιδοθεί κανείς με ειλικρίνεια στις αθλοπαιδιές του. Το εγχείρημα αυτό του Αλεξανδρίδη, αποτελεί την καταγραφή μιας τέτοιας προσπάθειας. Όπως υποτιτλίζει ο ποιητής, πρόκειται για ένα ποιητικό ημερολόγιο, μια καταγραφή που φλερτάρει με την αυτόματη γραφή και φωτίζει την ψυχή γυμνή και αφτιασίδωτη, με τις κορυφές και τα βάθη της, ακέραια. Ο ποιητής παίζει με τις λέξεις, το συντακτικό και τα σχήματα δημιουργώντας τελικά ένα γλωσσικό τοπίο προς εξερεύνηση. Στην πορεία της ανάγνωσης έχεις την ανάγκη να πηγαινοέρχεσαι στις σελίδες, να σταματάς και να οπισθοχωρείς καθώς, ο ίδιος μένει πιστός στις προθέσεις του, δεν λοξοδρομεί: η δομή του λόγου του πηγάζει από την αταξία του σημειωματαρίου, και ως τέτοιο αποζητά κανείς να το αγγίξει. Μέσα από την ανάγνωση των διαγραμματικών τοπίων της ψυχής του Αλεξανδρίδη, με όλη την αφαίρεση και την αναρχία, τη δομή και την αποδόμησή τους πλησιάζει κανείς τα δικά του ύψη και βάθη διαγράφοντας ένα ταξίδι σε τοπία απόκρημνα της ύπαρξής του. Ίσως το βιβλίο αυτό αποτελεί μία από τις πιο απελευθερωτικές επιλογές της λίστας καθώς, συχνά η ροή και η παύση του λόγου, οι μετατοπίσεις των λέξεων, οι συνειρμοί, συνοψίζοντας, δηλαδή, το ριψοκίνδυνο παιχνίδισμα, που δοκιμάζει εδώ η ποίηση, αποτελεί το βασικότερο θέλγητρο της γραφής του.
Νίκος Εγγονόπουλος, Το ευγενικό μυθιστόρημα, φιλ. επιμ. Ελισάβετ Αρσενίου, Άγρα, 2026
Φτάνουμε στην πιο συμβαδίζουσα με το χώρο και το χρόνο επιλογή, στον κλασσικό. Και αντί να ταξιδέψουμε φέτος ξανά με τον τόμο των απάντων, την κοιλάδα με τους ροδώνες ή κάποια από τις πρόσφατες ή παλαιότερες ανθολογίες ποιημάτων του -το έχω κάνει πολλές φορές, το ευγενικό μυθιστόρημα αποτελεί την ιδανική επιλογή. Μέσα από την μελέτη και ανασύσταση των χειρογράφων του Νίκου Εγγονόπουλου από την Ελισάβετ Αρσενίου έχουμε την ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με ένα λυρικό αφηγηματικό ποίημα 190 στίχων του ποιητή, που προηγείται χρονολογικά του Μπολιβάρ και της οδυνηρής επερχόμενης γνώσης, που κατακτήθηκε μέσω του πολέμου. Στη λυρική αφήγησή του κατοικούν οι μύθοι και οι ήρωες του, οι ερωτικές γυναικείες φιγούρες των ζωγραφικών του έργων και η Ελληνίδα κόρη, ως το απόλυτο αρχέτυπο της μυθολογίας του. Όλος ο κόσμος του ποιητή ξεδιπλώνεται σταδιακά μέσα στο εύρος των 190 στίχων, στην εικόνα ενός υδραίικου τοπίου, όπου ο κοκκινομάλλης άντρας εισέρχεται μέσω του εγκαταλελειμμένου λιμανιού για να συναντήσει την ωραία κόρη της μνήμης, για να ενωθούν οι εραστές, γυμνοί κι αυτόφωτοι μέσα στο περίκλειστο χώρο του έρωτα. Οι μυημένοι στην ποίηση του Εγγονόπουλου ίσως αναγνωρίσουν αυτό το κείμενο ως μια προοικονομία της ποίησής του, εντοπίζοντας και επανακατοικώντας με τη βοήθεια και του εκτενέστατου επίμετρου της Αρσενίου τις συζεύξεις και τις απαρχές των συμβόλων του. Οι νέοι επισκέπτες του εγγονοπουλικού χώρου, από την άλλη πλευρά, έχουν την ευκαιρία να ανοίξουν μια πόρτα μικρή από όπου μπορούν να κατοπτεύσουν κι έπειτα, αν το θελήσουν, να ξεκινήσουν ένα μεγάλο πολύχρωμο ταξίδι στα μήκη και τα πλάτη του.
Και δύο ακόμη επιλογές:
Ίσως μια επίτομη ανθολογία δεν είναι το κατάλληλο βιβλίο για να πάρετε μαζί στην παραλία λόγω όγκου. Είναι όμως η ιδανική επιλογή για ένα τραπέζι στη βεράντα το σούρουπο ή αργά τη νύχτα, στις ώρες εκείνες που περιμένουν να γεμίσουν ατάραχες από περισπάσεις. Εδώ, συναντάμε ξανά την Αγάθη Δημητρούκα, η οποία σκηνοθετεί μέσα από αυτή την πληρέστατη ανθολογία, ένα ταξίδι στα γλωσσικά τοπία της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, φωτισμένα μέσα από τις μυστικές συζεύξεις με τα πραγματικά και μυθικά τοπία της ελληνικότητας. Πολιτισμοί συνυφασμένοι με τον εξωτισμό, κάθε ένας από αυτούς με το δικό του συνειδησιακό και συγκινησιακό αποτύπωμα, δίνουν ο ένας τη σκυτάλη στον άλλο και ξεκινά μια αφήγηση. Από την Αϊτή έως τη Βενεζουέλα, την Κούβα, την Ουρουγουάη, το Κεμπέκ και την Αργεντινή (αναφέρω ενδεικτικά μόνο κάποιες χώρες) η γλώσσα πάλλεται και η αρχετυπική μορφή του ταξιδευτή, στο πρόσωπο του Οδυσσέα εμπνέει επαναληπτικά τη γραφή. Πέρα όμως από τον/τους μύθους που μεταφέρονται σε νέο πλαίσιο, αναδιατυπώνονται και πλέουν σε άλλα νερά, μέσα στα ποιήματα του βιβλίου αναπνέει και η νεώτερη Ελλάδα με τους ποιητές της, τον Καρυωτάκη, το Ρίτσο, το Σεφέρη, τη Ζωή Καρέλλη κ.α., και τα φυσικά τοπία της, οργανώνοντας ένα χώρο ενότητας του ποιητικού λόγου και επιβεβαιώνοντας μια σύζευξη που διαισθάνεται κανείς ακόμη και όταν βλέπει τους λαούς αυτούς απλά να παίζουν μπάλα. Λιγότερο ή περισσότερο, όλοι παθιαστήκαμε με τον Μέσσι, τον Φερνάντες, τον Νεϊμάρ, παρακολουθώντας από επιλογή ή από σπόντα το πρόσφατο Μουντιάλ. Ίσως λοιπόν, δεν υπάρχει καταλληλότερη συγκυρία από τη στιγμή αυτή, τώρα που έχουμε έρθει πιο κοντά στο ιδίωμα τους (γιατί το ποδόσφαιρο μεταφέρει κάτι από το συλλογικό ασυνείδητο ενός λαού), να προχωρήσουμε λίγο πιο βαθιά, αναζητώντας να ερμηνεύσουμε την ακατέργαστη έλξη που μας δημιουργούν οι λαοί αυτή στην ρίζα του πάθους που είναι η ποίηση.
Σταυρούλα Παγώνα, Ακόμα παιδί, εικ. Πέτρος Μπουλούμπασης, Ίκαρος, 2026
Ήμουν γύρω στα έξι με επτά, όταν στις πρώτες διακοπές που διάβαζα μόνη μου, περνώντας από την πρώτη στη δευτέρα τάξη του Δημοτικού, στο βιβλιοπωλείο του νησιού ζήτησα να μου αγοράσουν για βιβλίο των διακοπών την συλλογή παιδικών ποιημάτων του Γιώργη Κρόκου «Τα χαμομήλια που μιλούν». Θυμάμαι ακόμη εκείνο το καλοκαίρι και κάπου εκεί επιστρέφω κάθε φορά που αναζητώ τις απαρχές της σύνδεσής μου με την ποίηση. Αυτός είναι και ο λόγος που ενσωματώνω αυτό το βιβλίο στη λίστα μου. Πρόκειται για ένα εικονογραφημένο βιβλίο, πολύ καλής αισθητικής, με σύντομα ποιήματα που εξερευνούν και επιχειρούν να αφυπνίσουν την έννοια της παιδικότητας με τρόπο παιγνιώδη. Το καλοκαίρι είναι η τέλεια εποχή για να αγαπήσει ένα παιδί την ποίηση και για έναν μεγάλο να νιώσει ακόμα παιδί..
Καλές (ποιητικές) αναγνώσεις…





















