του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)
Το πατρικό μου σπίτι ήταν μια μονοκατοικία, τη θεώρηση της κατασκευής της οποίας είχε ο πατέρας μου- που μερίμνησε ώστε να είναι αντισεισμικά ενισχυμένη, ευρύχωρη, αυξάνοντας το ύψος που είχε προβλεφθεί για τους χώρους στη μελέτη του καλού μηχανικού, και άνετη, υψώνοντας το επίπεδό της σε σχέση με το έδαφος, ώστε να είναι σχετικά πλεονεκτικότερη η θέαση του «έξω» από «μέσα», σε μια εποχή που σχεδόν δεν υπήρχαν ακόμα πολυκατοικίες στην πόλη.
Μπροστά από το σπίτι, στην αυλή που έβλεπε στον δρόμο, η μητέρα μου είχε φτιάξει ένα δικό της έργο: έναν κήπο που σταθερά φρόντιζε. «Οι κήποι δεν γεννιούνται, μα φτιάχνονται» μου έλεγε όταν την παρατηρούσα να ανοίγει τους ωραίους πολύχρωμους φακέλλους με τις σπάνιες ζωγραφιές, με τους οποίους ερχόταν οι σπόροι που είχε παραγγείλει, κι’όταν την έβλεπα να μεριμνά για τις αποστάσεις των λουλουδιών, την ποικιλία τους, το χώμα, το ύψος των διαφορετικών ειδών ώστε να τα βλέπει ο ήλιος…
Για μένα και τον αδελφό μου, ως παιδιά, ο κήπος κάθε άλλο παρά συγκέντρωνε το κύριο ενδιαφέρον μας, λειτουργούσε περισσότερο «σαν βιολί σε αρραβώνα» όπως ωραία τραγουδάει ο Σαββόπουλος, όπου για μας ο «αρραβώνας» ήταν η πίσω αυλή με τις εξιταριστικές δραστηριότητές της, με το πλυσταριό και το τζάκι του όπου καίγοντας πράγματα εκεί ψηλαφούσαμε τα μυστήρια της φωτιάς, με το γκαράζ του αυτοκινήτου, και τα ατέλειωτα παιδικά παιχνίδια. Ακόμα περισσότερο, «αρραβώνας» ήταν η έξω από το σπίτι επαφή με τον Κόσμο, πέρα από το σχολείο, αλλά αυτό είναι μια άλλη, πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία.
Παρ’όλα αυτά, η μύησή μας ως παιδιών στο «βιολί» που ήταν ο κήπος, λίγο δεν είναι. Μάλιστα, όπως συνειδητοποιώ σήμερα, το ότι το ενδιαφέρον μας ήταν έκκεντρο, είναι συμβατό με τη λειτουργία αυτού του παράξενου χώρου: ένας κήπος συνδέεται με μια αίσθηση χαλαρή, λεπτεπίλεπτη, ελαφρώς εξωπραγματική- από τη φύση του δεν συνιστά την κεντρική σκηνή.
Αλλά, σε τί συνίσταται αυτή η μύση; Και πού μπορεί να σε οδηγήσει;
Τί είναι σε έναν κήπο;
Κυκλοφόρησε στα τέλη του 2025 στην Ελλάδα, από τις εκδόσεις Ροπή, το βιβλίο «Ποιητική του Κήπου», με υπότιτλο «Δοκίμιο για τους περίφρακτους τόπους», του Γιάννη Παρασκευόπουλου. Ο συγγραφέας σπούδασε Ιστορία του Κινηματογράφου στο Λονδίνο και σκηνοθεσία στο Παρίσι, και είναι διδάκτορας Φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Πρόκειται για μια θαυμάσια προσέγγιση σ’αυτή τη χρωματιστή παραδοξότητα που είναι ο κήπος, με την έννοια ότι για τον άνθρωπο, κάτι που υπάρχει για να υπάρχει είναι κατ’αρχάς αδιανόητο. Με τα λόγια του συγγραφέα: «Αυτό το χαρακτηριστικό καθιστά, ως υπέρβαση της κανονικότητας, την κηποποιΐα μια κοσμογέννηση. Μια ξέχωρη οντότητα κρυσταλλοποιημένων (μα και εν εξελίξει, προσθέτουμε) φαντασιώσεων και μεταφυσικών ελπίδων (και διόδων, προσθέτουμε)». Παραπέμποντας ο συγγραφέας στον σύγχρονο κηποποιό και φιλόσοφο Gilles Clément, και στο βιβλίο του «Où en est l’herbe? Reflections sur le Jardin Planétaire», μνημονεύει: «Κάθε άνθρωπος που υπόκειται στην κοσμογονία του, φέρει μέσα του έναν κήπο που μεταφράζει το τοπίο, και πίσω απ’αυτό ολόκληρο το σύμπαν».
Περιδιαβάζοντας το βιβλίο όπως θα συναναστρεφόμαστε έναν κήπο, συναντάμε τον Πολιτισμό των Φαντασμάτων αλλιώς από ό,τι στα κτίρια παλαιότερων εποχών της ανθρωπότητας. Γράφει ο Παρασκευόπουλος: «Ο κήπος προδίδει την αρχαιολογία. Κανένα εύρημα δεν μπορεί να προσδώσει αμιγώς την ιστορική του παρουσία». Γι’αυτό «κανένα ερείπιό του δεν μπορεί να ανασκαλευτεί στο έδαφος». Οι κήποι αφήνουν ίχνη μόνο στη μνήμη και στην περιγραφή (όχι τόσο τη ρεαλιστική όσο την ποιητική) εκείνων που τη βίωσαν. Ενώ συνιστούν εκ των πραγμάτων μια επαφή με το μεταφυσικό, παράλληλα έχουν σχέση με την περατότητα του ανθρώπου.
Αλλού, γράφει: «Εννοιολογικά, ο κήπος ακροβατεί ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, σε εκείνο που χάθηκε στο παρελθόν και που μπορεί να ανακτηθεί αν όχι ως πραγματικότητα, τουλάχιστον ως ξανακερδισμένο αίσθημα. Πέρα από τη χρονική μάχη παρελθόντος και παρόντος πιυ βρίσκει τον άνθρωπο κατακερματισμένο στη στιγμή, ο κήπος αποτελεί ένα ουτοπικό σχέδιο, μια φαντασίωση που τροφοδοτεί την επιθυμία για ζωή και τη ζωή της επιθυμίας».
Ένα από τα προτερήματα του βιβλίου είναι ότι μας φέρνει σε επαφή με έναν γαλαξία σύγχρονων φωτεινών διανοούμενων, κυρίως της Ευρώπης, που εξελίσσουν δημιουργικά την αντίληψή μας για τα πράγματα. Είναι καιρός εδώ στην Ελλάδα να συναναστραφούμε με περισσότερους ευρωπαίους στοχαστές από όσους ήδη (ευτυχώς) γνωρίζουμε. Μεταξύ πολλών άλλων, αναφέρεται ο Ισπανός Santiago Beruette, κηποποιός, φιλόσοφος, εκπαιδευτικός, που υποστηρίζει ότι «η οντολογική λειτουργία του κήπου συνίσταται στην επίλυση της διαμάχης ανάμεσα στο ιδεατό και το πραγματικό. Ο κήπος έχει μια ουτοπική διάσταση: ανέκαθεν θεωρούνταν ως μια οπτική μεταφορά της ευτυχίας σε τέτοιο σημείο που, μέσω ενός αλχημιστικού αισθήματος, το οποιοδήποτε μέρος όπου νιώθουμε απαλλαγμένοι από τους πόνους και τις έγνοιες μας μεταμορφώνεται σε κήπο». Η ευρεία έννοια του κήπου αποπνέει αυτή την υπερβατική διάθεση.
***
Φυσικά, ακριβώς επειδή ο κήπος συνδυάζεται με μια προβολή ευτυχίας, μπορεί να γίνει αντιστρόφως, στην παρακμή του, η εικόνα μιας μεγάλης ή μικρής δυστυχίας. «Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες, μαραμένα και τα γιασεμιά/ Μαραμένες κι οι ελπίδες μου όλες, στης καρδιάς μου τη μαύρη ερημιά» τραγουδούσε πριν από πολλά χρόνια η Κάκια Μένδρη, σε στίχους και μουσική του Αττίκ. Αλλού, στη Γαλλία, έτσι όπως η χώρα έβγαινε τραυματισμένη και φοβισμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και με δέος απέναντι στην προοπτική ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος, σπουδαίοι καλλιτέχνες απεικόνιζαν αυτή την ατμόσφαιρα στα έργα τους. Η φύση που ζωγράφιζε ο Ζαν Φωτριέ (Jean Fautrier), ήταν τέτοια, που έκαναν και τους υποστηρικτές του ακόμα να γράφουν: «απεικονίζουν έναν υπερβολικό και τερατώδη κόσμο, βίαιο και καταχρηστικό, όπου τα αχλάδια είναι μεγαλύτερα και τα λουλούδια σπάζουν. Βλέποντάς τα, ξεχνάει κανείς ότι τα φρούτα είναι φτιαγμένα για να τρώγονται, τα λουλούδια για να μυρίζουν και τα τοπία για να μας ηρεμούν». Ο κήπος ως παραβολή διπλής ανάγνωσης.
***
Επιστρέφοντας στο βιβλίο «Ποιητική του Κήπου», ο συγγραφέας, σε μια συναρπαστική στροφή, αναδεικνύει τις ποικίλες εκδοχές των Κήπων σε μια σειρά από κοινωνίες – πέραν των ιδιωτικών κήπων- κατά τη διαχρονία της ανθρωπότητας.
Ιδιαίτερη είναι η αναφορά του στη Ρωμανία, την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, από την οποία, όπως γράφει, «δεν σώζονται εικαστικές αναπαραστάσεις κήπων. Χάνονται μαζί με την ιστορία της κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης και το τέλος του κόσμου της». Αντλώντας όμως από τη σχετικά πλούσια γραμματεία της εποχής, αλλά και σύγχρονες έρευνες Ελλήνων, όπως ο Σπύρος Τραϊανός, ο Κωνσταντίνος Πιτσάκης, η Βάσω Τουρπτσόγλου- Στεφανίδου (από το βιβλίο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου», συλλογικός τόμος με επιμέλεια του Παναγιώτη Ν. Δουκέλλη, Εστία, 2009) , παρουσιάζει μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση εκείνου του πολιτισμού: «Η αναζήτηση της αισθητικής απόλαυσης δεν περιοριζόταν στα έργα τέχνης, ή γενικότερα, στα προϊόντα του τεχνικού πολιτισμού, Κατά κύριο λόγο η αναζήτηση αυτή στρεφόταν προς το φυσικό περιβάλλον και μάλιστα ανεξάρτητα από τα θρησκευτικά κίνητρα. Δεν αποτελούσε δηλαδή λατρευτική εκδήλωση προς τον Δημιουργό του Σύμπαντος».
Μιλάει επίσης συγκεκριμένα για περίβλεπτους κήπους στην Κωνσταντινούπολη, στη Θεσσαλονίκη, την Τραπεζούντα, τη Λακωνία, με προεξάρχοντα το Μεσοκήπιον ή Νέα Εδέμ, τον ανακτορικό κήπο περί το Μέγα ή Ιερόν Παλάτιον, ο οποίος κατά τον αυτοκράτορα Βασίλειο τον Ά «διεγείρει τους οφθαλμούς και την ψυχή προς τον ουράνιο έρωτα».
Σ’αυτό το πλαίσιο, πολύ μεγάλο ενδιαφέρον έχουν οι πολεοδομικές ρυθμίσεις του Ζήνωνα (491 μ.Χ.), όπως αυτές εξελίχθηκαν στη συνέχεια από τον Λέοντα τον Σοφό (866- 912 μ.Χ.), και τον Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο (1320- 1385) με την Εξάβιβλο, σύμφωνα με τις οποίες, μεταξύ άλλων, να προνοείται η θέση κάθε νέας κατοικίας σε σχέση με τις προϋπάρχουσες, ώστε με τον κατάλληλη διάταξη των αξόνων να εξασφαλίζεται απρόσκοπτα τόσο ο φωτισμός (κάθετος άξονας), όσο και η θέα (οριζόντιος άξονας).
***
Δεν στέκεται βεβαίως μόνο στη Ρωμανία. Στο βιβλίο του Παρασκευόπουλου που προσομοιάζει σε κήπο αυτό καθ’εαυτό, υπάρχουν πολλά «παρτέρια», που φέρουν ονομασίες όπως «Η ευδαίμων Αραβία στην Ευρώπη», «Ο Πλάτων στη Φλωρεντία», «Τόποι και ερείπια», «Οι κήποθ στον μαζικοδημοκρατικό και βιομηχανικό κόσμο», «Έρημος χώρος: το γκρίζο και το πράσινο».
Οπότε;
Δεν υπάρχει «οπότε;» εδώ. Η σχέση μας με τον κήπο είναι αέρινη, απρόβλεπτη, έκτακτη. Δεν υπόκειται σε θεωρήσεις του τύπου «αρχή/ μέση/ τέλος». Η αίσθηση έχει εδώ προτεραιότητα, παρά η περιγραφή. Ενίοτε, δεν χρειάζεται καλά καλά να είναι αυστηρά γεωμετρημένος. Πέρα από τον αγγλικό «άγριο κήπο»- που προσωπικά πολύ με θέλγει-, υπάρχουν πλείστες όσες εκδοχές του κήπου: ο Gille Clement, που προαναφέραμε, παίζει με την ιδέα των λουλουδιών που ανθίζουν σε εγκαταλειμμένα κτίρια ή περιοχές, και όλα μαζί τα αδέσποτα συνιστούν έναν ιδιόμορφο κήπο, μια ενότητα υψηλού φρονήματος. Μια εκδοχή «μεταξύ του δάσους και του ζωολογικού κήπου», όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται. Με αυτή την έννοια, ακόμα και το χτισμένο (και συχνά αφρόντιστο και παρατημένο) τοπίο των σύγχρονων ελληνικών πόλεων, μπορεί- σαν σε παραμύθι- να αποκτήσει τους έστω αδέσποτους και μάλλον μικρούς κήπους του. Κάτι τέτοιο θα ήταν και μια έμπρακτη δήλωση της διάθεσης της κοινωνίας για μια καλλίτερη ζωή.
Θυμάμαι μ’αυτή την ευκαιρία ένα περιστατικό με τη μητέρα μου. Περνώντας με αυτοκίνητο από ένα πολύ φθαρμένο οικιστικά τοπίο, τη ρωτάω- για να δοκιμάσω την (πολύ δυνατή) θέλησή της απέναντι στις αντιξοότητες: «τί θα έκανες αν τα πράγματα ερχόταν έτσι, ώστε να ζούσες αναγκαστικά εδώ;». Δεν πτοήθηκε ούτε στιγμή: «Α, θα γέμιζα το μπαλκόνι μου με λουλούδια!» μου λέει.
Αν όλο αυτό σχετίζεται με την «ένωση του δίπολου Φύσης και Πολιτισμού», όπως ωραία το διατυπώνει ο Παρασκευόπουλος στο βιβλίο του, ως κήπο με την ευρεία έννοια του όρου μπορώ να δω και το δάσος του Περτουλίου, στον Ασπροπόταμο της Πίνδου στα βουνά των Τρικάλων, το θαυμαστό τοπίο που συναναστράφηκα τα καλοκαίρια των διακοπών μου στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. Ο «κήπος» αυτός είχε διαμορφωθεί ως «πολιτισμένο δάσος» (στον αντίποδα του πολύ κινδυνώδους δάσους των παραμυθιών των αδελφών Γκριμ) με πρόνοιες της Δασολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που τη θερινή περίοδο μετακόμιζε με τους καθηγητές του και τους φοιτητές του στο Περτούλι.
Τέτοιου είδους πρόνοιες μας φέρνουν σε επαφή με τον υπότιτλο του βιβλίου που προσεγγίζουμε εδώ, το οποίο δηλώνεται από τον συγγραφέα του ως «Δοκίμιο για τους Περίφρακτους Τόπους». Στη συγκεκριμένη του δάσους του Περτουλίου, η έννοια του περίφρακτου μετασχηματίζεται σε «πλαίσιο», χωρίς το οποίο δεν μπορεί να προκύψει όχι μόνο ο κήπος, μα και ο,τιδήποτε το δημιουργικό.
Ολοκληρώνοντας, η εξαίσια έννοια του κήπου μπορεί να εφαρμοστεί συμβολικά σε ποικίλα πεδία, από το σαλόνι των σπιτιών που άνοιγαν στις μεγάλες γιορτές, ως το υπόγειο που οριοθετεί κάποιες χρήσεις αποθήκευσης, μα παράλληλα μπορεί να λειτουργήσει εναλλακτικά ως ησυχαστήριο, για λίγο μακριά από τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας του πάνω σπιτιού- άρα ώς οριοθετημένος χώρος διαφορετικού τροπισμού.
***
Τα πεδία προσομοίωσης είναι ανεξάντλητα:
Παρά το ότι η μητέρα μου είχε φτιάξει και συντηρούσε έναν ωραίο κήπο στο σπίτι μας, με τριαντάφυλλα, πανσέδες, πυράκανθους, ακόμα κι έναν φοίνικα (δεν ξέρω από πού τον είχε μεταφυτεύσει), παράλληλα αγαπούσε να φτιάχνει για το σπίτι ωραία ψεύτικα λουλούδια, που έμοιαζαν με εξωτικό τρόπο πραγματικά.
«Γιατί δεν παίρνεις λουλούδια από τον κήπο;» την είχα ρωτήσει. «Δεν είναι να τα κόβουμε αυτά» μου είπε, αν και άφηνε τα κορίτσια από το γειτονικό Γυμνάσιο Θηλέων να κόβουν για τον Επιτάφιο. «Κι έπειτα, τα ψεύτικα στολίζουν το σπίτι για καιρό, χωρίς φροντίδα».
Ήταν για μένα μια μαθητεία στη γοητεία του αντίγραφου.
***
Επίμετρο
Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος στην «Ποιητική του Κήπου» έχει επανειλημμένα αναφερθεί στο βιβλίο του Μανώλη Γλέζου «Ύδωρ Αύρα Νερό», εκδόσεις Καστανιώτη, 2000. Αντλώ από τον Επίλογο αυτού του βιβλίου, μια πολύ δραστική σύνδεση της αύρας του κήπου με τις λέξεις- οι οποίες άλλωστε συνιστούν τη βάση της παρούσας επαφής μας. Συμβαίνει μάλιστα, αυτή η σύνδεση νάρχεται να βρει αλλιώς τον υπότιτλο του έργου του Παρασκευόπουλου «Δοκίμιο για τους περίφρακτους τόπους».
Γράφει ο Μανώλης Γλέζος:
«Στα δεκαέξι χρόνια της απομόνωσής μου από την κοινωνία και τη φύση (δώδεκα χρόνια στη φυλακή και τέσσερα στην εξορία), αλλά ιδιαίτερα τον ένα χρόνο της απόλυτης απομόνωσής μου από τους άλλους συγκρατούμενούς μου, συνειδητοποίησα απόλυτα την αξία του λεκτικού συμβολισμού. Ο κόσμος μου ήταν κάθε φορά όσα οι λέξεις αντιπροσώπευαν…
…Για τον σημερινό άνθρωπο, ο κόσμος δεν αποτελείται μόνον από το αισθητηριακό περιβάλλον του, αλλά από όλα όσα ο λεκτικός συμβολισμός έχει εναποθηκεύσει στο μυαλό του, σε λέξεις που αντιπροσωπεύουν πράγματα και έννοιες. Για τον φυλακισμένο ακόμα περισσότερο. Η επαφή με τον έξω από την φυλακή κόσμο έχει αντικατασταθεί με το λεκτικό ενδιάμεσο. Η ανατολή και η δύση του ήλιου, τα άστρα και το φεγγάρι, τα λουλούδια και το άρωμά τους, η χρωματική πανδαισία της άνοιξης, η ώρα που ξυπνάν οι ήχοι της μέρας δεν πιάνονται πιά με τα αισθητήρια όργανα, είναι λέξεις. Με τις λέξεις φέρνεις μέσα στο κελί τον έξω κόσμο.
Τότε ανακάλυψα όλη την αξιοθαύμαστη δύναμη της λέξης…Γι’αυτό το πάθος μου για τη γλώσσα…»
Μπορεί να υπάρξει ένας κήπος από λέξεις σε έναν περίφρακτο τόπο όπου δεν επιτρέπονται τα λουλούδια.
(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι συγγραφέας και πολιτικό μηχανικός. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του «Μεθόριος- η αυτοκρατορία των ορίων», όπως και το σύνολο του έργου του στην Ελλάδα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
Γιάννης Παρασκευόπουλος,Ποιητική του Κήπου,Δοκίμιο για τους περίφρακτους τόπους, Εστία
![]()











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)









Σχετικά με το έργο City του Michael Heizer, μια γλυπτική τοπίου τεράστιας κλίμακας στην έρημο της Νεβάδα, δεν γνωρίζω το έργο ή τον καλλιτέχνη, ωστόσο, παρατηρώντας την εικόνα που κοινοποίησες, μπορώ να μοιραστώ κάποιες σκέψεις.
Πρόκειται, όπως διάβασα, για ένα έργο που κατασκευάστηκε μέσα σε δεκαετίες, όπως κάθε μνημειακό έργο άλλωστε. Μου θύμισε αρχαιολογικό χώρο | νεκρόπολη | πύλη, έναν τόπο μετάβασης, που συγκροτείται σταδιακά στον χρόνο και επεκτείνεται τόσο χρονικά όσο και χωρικά.
Το τοπίο περιγράφεται ως ερημικό και απόκοσμο, αποκομμένο από κάθε ίχνος ανθρώπινης δραστηριότητας, χωρίς φωτισμό ή σήμα κινητής τηλεφωνίας, ενώ η πρόσβαση είναι περιορισμένη. Σε τέτοιους τόπους | νεκροπόλεις κυριαρχεί η σιωπή, όχι ως απουσία ήχου, αλλά ως εσωτερική κατάσταση.
Το έργο αυτό αφορά τόσο τη σμίλευση και συνεπώς την αφαίρεση του φυσικού, αμμώδους τοπίου, όσο και την κατασκευή γλυπτικών, γεωμετρικών στερεών και παριών από οπλισμένο σκυρόδεμα. Συνεπώς, συνυπάρχουν στοιχεία σταθερά, σχεδόν αναλλοίωτα στον χρόνο, με στοιχεία μεταβαλλόμενα από την επίδραση των καιρικών συνθηκών. Η ύλη σηματοδοτεί, ορίζει, συγκροτεί τόπο, ενώ η «ρευστή» γλυπτική του ενδιάμεσου χώρου συνδέει τα επιμέρους στοιχεία. Μέσα από τη φθορά, το έργο μετασχηματίζεται και ρέει.
Το φως είναι διάχυτο και εκτυφλωτικό. Μέσα στην έντασή του, τα όρια της ύλης διαλύονται. Η μορφή αναδύεται μέσω της σκιάς, της αφαίρεσης και της προβολής. Το ίχνος δεν παύει παρά να είναι μια μορφή γραφής στον χώρο.
Εκτείνεται σε ένα τοπίο tabula rasa, όπου η προοπτική θέαση καθίσταται αδύνατη και η εμπειρία μετατοπίζεται από το οπτικό επίπεδο στο βιωματικό. Δεν το βλέπεις, το διασχίζεις. Δεν πρόκειται για «promenade», ή «flânerie», αλλά για πράξη διάσχισης: μίας κίνησης από ένα σημείο Α σε ένα σημείο Β, και ούτω καθεξής, χωρίς ποτέ να σου δίνεται το σύνολο των σημείων.
Η κίνηση του σώματος στον χώρο γίνεται κλίμακα, μέτρο και ρυθμός. Ο χώρος αποκαλύπτεται σταδιακά, καθώς απουσιάζει η συνολική εικόνα. Η απόσταση δεν είναι πλέον αφηρημένη έννοια, αλλά μία αλληλουχία εμπειριών που συνθέτουν το όλον, το οποίο εκτείνεται πέρα από εσένα και αποκτά υπόσταση καθώς το διασχίζεις.
Καταπιαστήκαμε με το σκοτάδι ,το άπειρο και το κενό με αφορμή την έννοια του overview effect, του «φαινομένου της επισκόπησης». Σε αυτό το έργο, το κενό δεν είναι απουσία ύλης, είναι το ίδιο το αντικείμενο. Ένα αντικείμενο που σε περιβάλλει και σε εμπεριέχει. Η βιωματική σχέση με ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο δεν μπορεί παρά να σε συμπαρασύρει σε μια συνεχή μετάβαση και μια αέναη επαναγραφή του χώρου και των ρευστών του|ή μη στοιχείων. Το κενό, έτσι όπως το ορίζουμε, σίγουρα δεν μοιάζει να είναι ένα παθητικό υπόλοιπο, αλλά ένα ενεργό πεδίο.
Επιστρέφω στο «φαινόμενο της επισκόπησης», ως μιας βαθιάς γνωστικής μετατόπισης, μιας μορφής κοσμικής συνείδησης, καθώς και στον διαλογισμό, ως πιθανή εσωτερική αναλογία αυτής της εμπειρίας. Ίσως, κλείνοντας τα μάτια μας την ώρα του διαλογισμού, να μην απομακρυνόμαστε από το περιβάλλον μας, αλλά να αναζητούμε την ένταξή μας στη συνέχεια αυτού του κοσμικού σκοταδιού. Το σκοτάδι τότε δεν είναι απουσία, είναι κάτι που μας εμπεριέχει και μέσα σε αυτό, γινόμαστε μέρος ενός ευρύτερου όλου. Και ίσως, τελικά, η διάσχιση να μην έχει προορισμό, ή κάποιο άλλο βαθύτερο νόημα, αλλά να είναι ο τρόπος με τον οποίο το κενό και το σώμα γίνονται ένα.
Θαυμάσια η σύνδεση με τη γλυπτική τοπίου- με την έννοια του κήπου ως μυητικής ετεροτοπίας.
Εμβαθύνει στην έννοια του καλλιεργημένου “κήπου”- ακόμα και χωρίς λουλούδια!
Ας προσθέσουμε μια αναφορά για τον «κήπο του Επίκουρου».
Ἐπίκουρος Νεοκλέους καὶ Χαιρεστράτης,
Ἀθηναῖος, τῶν δήμων Γαργήττιος, γένους τοῦ τῶν Φιλαϊδῶν
(Διογένης Λαέρτιος – Βίοι Φιλοσόφων- Επίκουρος X.1.1)
“Πήγαινε στον Κήπο του Επίκουρου και διάβασε την σμιλευμένη επιγραφή που υπάρχει εκεί:
“Ω ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ, ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΟ ΝΑ ΧΡΟΝΟΤΡΙΒΗΣΕΙΣ, ΕΔΩ ΤΟ ΥΨΗΛΟΤΕΡΟ ΑΓΑΘΟ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΗΔΟΝΗ”.
Ο ευγενικός οικοδεσπότης και φύλακας του Κήπου θα είναι έτοιμος για σένα, θα σε καλωσορίσει προσφέροντας κριθαρένιο ψωμί και άφθονο νερό με αυτά τα λόγια: “Δεν ευχαριστήθηκες αρκετά; Αυτός ο Κήπος”, θα πει, “δεν σου ανοίγει την όρεξη, στην σβήνει. Επιπλέον δεν σε κάνει να διψάς περισσότερο με κάποιο ποτό, αλλά σβήνει τη δίψα με φυσική φροντίδα, με το νερό, μια φροντίδα που δεν απαιτεί αμοιβή”.
Αυτή είναι η “ηδονή” στην οποία έχω γεράσει Λουκίλιε”.
https://epicuros.gr/pages/epic_kipos.htm
Επιπλέον θα ήθελα να προσθέσω, αν μου επιτρέπετε, στο κείμενο για την «ποιητική του κήπου» αναφορές για τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας, τους ιαπωνικούς κήπους.
Τέλος τα αλσύλλια που περιέβαλαν τους αρχαίους ναούς και τα μοναστήρια, τόπους ιερούς – δημόσιους που ανήκουν στο σύνολο της κοινότητας και της ανθρωπότητας.
Κλείνοντας καταθέτω την περιγραφή του θεσπέσιου κήπου – περιβολιού ενός μπαχτσεβάνου, που έκλεισε με την φράση «με ζηλεύει ο Θεός».
Η ανάδειξη του Κήπου του Επίκουρος από τον κύριο Τσεμπερλίδη είναι καίρια: “Αυτός ο Κήπος δεν σου ανοίγει την όρεξη, στη σβήνει…”
Θέλω μόνο να προσθέσω κάτι που είναι κρίσιμο για τη δική μας εποχή: ο Κήπος είναι ένας τόπος που έρχεσαι σε επαφή με τη σύνθετη, φυσική πραγματικότητα, έναν πολύ πλούσιο Κόσμο που δεν αφορά μόνο την κοινωνία των ανθρώπων, κατά κάποιο τρόπο έρχεσαι σε φυσική επαφή με το Θαύμα της Ζωής- πέρα από τις οθόνες της τεχνολογίας, αλλά ακόμα και από το τυπωμένο χαρτί.
Πολλαπλασιάζεται και εμβαθύνεται ο ζωτικός χώρος των κινήσεων και των αισθήσεών σου.