Σάββατο, 1 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 ΜΆννα (διήγημα της Αναστασίας Δανάλη)

ΜΆννα (διήγημα της Αναστασίας Δανάλη)

0
16

Αναστασία Δανάλη

Το πρώτο μπάνιο του καλοκαιριού το κάνω πάντα μόνη μου. Φεύγω νωρίς για να προλαβαίνω τη θάλασσα όπως είναι. Γαλήνια, πριν την αμαυρώσουν οι τσιρίδες των παιδιών και τα χτυπήματα της ρακέτας. Περπατάω ξυπόλυτη ώσπου το νερό να μου βρέξει τους αστραγάλους. Σκύβω, γεμίζω τις χούφτες μου, το κρατάω για λίγο κι έπειτα το αφήνω να γλιστρήσει πάλι στη θάλασσα.

Αυτό είναι. Το δικό μου ξόρκι, που μου έμαθε εκείνη. Δέκα χρόνια που γλίστρησε σαν νερό κι αυτή μέσα από τα χέρια μου. Μέρα δεν έχει περάσει που να μην γυρίσει το μυαλό μου εκεί. Στην αυλή. Στο αγιόκλημα. Στη θεία Άννα. Τα σπίτια μας δίπλα δίπλα, οι πόρτες πάντα ανοιχτές.

«Λουλούδι μου!» Έτσι με φώναζε πάντα.

Τα καλοκαίρια μας άρχιζαν από νωρίς. Πριν ακόμη κάψει ο ήλιος, εκείνη είχε ήδη απλώσει μπουγάδα, είχε σφουγγαρίσει την αυλή, είχε ποτίσει τις γλάστρες και είχε μιλήσει μία μία στις τριανταφυλλιές της. Παιδιά δεν είχε. Τα λουλούδια της τα φρόντιζε σαν παιδιά της. Κι εμένα σαν τα μάτια της. Το αγιόκλημα είχε σκαρφαλώσει πάνω από τη μάντρα και μοσχοβολούσε ολόκληρη η γειτονιά. Η αυλή ήταν πάντα βρεγμένη. Όταν καταλάγιαζε ο ήλιος και οι σκιές μάκραιναν πάνω στις πλάκες της αυλής, έβγαζε την τηλεόραση στο μπαλκόνι. Αυτό ήταν το σύνθημα. Ο ελληνικός καφές μοσχοβολούσε. Τα παγάκια κουδούνιζαν στα ποτήρια. Οι λιγοστοί γείτονες έβγαζαν καρέκλες έξω. Κάποιος έκοβε καρπούζι. Κάποιος άλλος άνοιγε το λάστιχο. Κι από τις αυλές ακούγονταν πότε γέλια, πότε φωνές, πότε οι ειδήσεις από τρεις διαφορετικές τηλεοράσεις που έπαιζαν όλες δυνατά.

Το καλοκαίρι δεν κλεινόταν μέσα στα σπίτια τότε. Καθόταν στις αυλές.

Η θεία Άννα περίμενε πάντα τη μάνα μου. «Μαίρη! Έλα, έφτιαξα καφέ.» Η μάνα μου έκανε πως βαριόταν. «Άσε μας, ρε Άννα… Όλη μέρα μαζί είμαστε.» Κι όμως, πέντε λεπτά αργότερα καθόταν ήδη απέναντί της. Εγώ τρύπωνα ανάμεσά τους χωρίς να μιλάω πολύ. Μου άρεσε να τις ακούω. Δεν υπήρχε καλύτερο θέατρο από τις δυο τους. Γελούσαν τόσο δυνατά, που πολλές φορές γελούσαν και οι γείτονες χωρίς να ξέρουν γιατί. Κι άλλοτε μάλωναν για το τίποτα, για την τηλεόραση, για την επικαιρότητα.

«τι λες κοπέλα μου, δεν είσαι με τα καλά σου» συνηθισμένη ατάκα και των δύο. Εξοβελιζόταν από όποια την προλάβαινε. Η Άννα πάντα συμπλήρωνε «Εγώ, κοπέλα μου, την αλήθεια θα την πω. Και σ’ όποιον αρέσει.» Η αλήθεια είναι πως σχεδόν ποτέ δεν άρεσε σε κανέναν.

Εκείνο το σαββατόβραδο ο αέρας μύριζε γιασεμί. Έφηβη εγώ πια, ετοιμαζόμουν να βγω με τους φίλους μου. Θυμάμαι ακόμη το τραπεζομάντιλο να σηκώνεται κάθε τόσο από το αεράκι, τα παγάκια να έχουν σχεδόν λιώσει στα ποτήρια και το τσιγάρο της θείας να καίγεται αργά μέσα στο τασάκι. Η κουβέντα πήγαινε από το ένα θέμα στο άλλο, ώσπου η μάνα μου σέρβιρε το ραβανί που είχε φτιάξει το πρωί. Τη συνταγή την είχε βρει στο εβδομαδιαίο τηλεοπτικό περιοδικό που αγόραζαν ανελλιπώς κάθε Παρασκευή. Η θεία το δοκίμασε.

«Πώς σου φαίνεται;»

Η θεία συνοφρυώθηκε. «Σαν λάσπη είναι, καλά τι το θελες τόσο σιρόπι;»

Δοκίμασε η μάνα μου, «Μια χαρά είναι. Τέλειο, όπως το έκανε η Βέφα.»

«Μια χαρά για να σου ανεβάσει το ζάχαρο. Μα να μην νιώθεις ρε Μαίρη πόση ζάχαρη πρέπει να βάλεις; Τη Βέφα περιμένεις να στο πει;» Η μάνα μου σηκώθηκε απότομα. «Εμ σας ταΐζουμε, εμ μας βρίζετε». Η καρέκλα σύρθηκε πάνω στις βρεγμένες πλάκες.

«Πού πας βρε Μαίρη , κάτσε, θα αρχίσει η Ρούλα τώρα, μόνη μου θα μ’ αφήσεις να τη δω;»

Η εξώπορτα έκλεισε με δύναμη. Και αμέσως μετά η θεία Άννα άρχισε να κλαίει.

«Έλα, βρε Μαίρη… μια κουβέντα είπα…»

Το δάκρυ κορόμηλο, όπως έλεγε γελώντας για τον εαυτό της. Μείναμε οι δυο μας. Κάθισα δίπλα της, της έπιασα το χέρι. Δεν της είπα αν είχε δίκιο ούτε αν είχε άδικο. Της είπα μόνο: «Θα της περάσει.» Σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε μέσα από τα δάκρυά της. «Μόνο εσύ με καταλαβαίνεις, λουλούδι μου.»

Εκείνο το βράδυ έγραψα ένα ποίημα. Όταν το είχε διαβάσει αφού έκλαψε από συγκίνηση, έκανε μια δυο παρατηρήσεις βελτίωσης και τελικά το καδράρισε σε περίοπτη θέση στο σαλόνι της πάνω στο καλό της τραπεζομάντηλο.

 

Άννα

Ένα όμορφο χαμόγελο και τα ξεσπάσματα

Που στενοχώρια φέρνουνε σε όλες τις πλευρές

Μέσα αιωρούνται τα αιώνια φαντάσματα

Κι έξω αγωνία αν θ’ ανθίσουν λεμονιές

 

Σ’ ένα σαββατόβραδο ωραία στημένο

Μια φωνή κι όλα τα αλλάζει

Το καλοκαίρι ζεστό μα πήγε χαμένο

Σε θέλει να κλείνεσαι μες στο σκοτάδι

 

Πολλά τα βήματα, μακρύς ο δρόμος

Γυρισμό με ποιο θάρρος να ζητήσεις

Όλα τα πράγματα σε μια βαλίτσα και όμως

Μέσα της χώρεσαν χιλιάδες αναμνήσεις

 

Αλήθειες που βγαίνουν σαν βέλη απ’ τα στόματα

Καρδιές που ζητάνε να δουν λίγο φως

Και φεύγουν τα χρόνια, λυγίζουν τα γόνατα

Η ζωή ξεγλιστράει σαν να μην ανήκει κανενός

 

Μα όσα σου οργίζουνε το μυαλό

Μένουνε δίπλα σου για το «καλό» σου

Κάθε νύχτα συντροφιά το θεριό

Κι ό,τι απέμεινε απ’ το όνειρο σου

 

Ήτανε αλήθεια μόλις χθες που φόραγες κορώνα

Βασίλισσα στεκόσουνα με φτωχικό φουστάνι

Τώρα παλεύουν μέσα σου τα αισθήματα τα μόνα

Και στο κεφάλι βάσανο ακάνθινο στεφάνι

 

Στο βουνό το ψηλό και στις πέντε τις θάλασσες

Στα λουλούδια που θέλησαν ν’ ανθίσουν αλλού

Σε ό,τι έφτιαξες και σ’ ό,τι χάλασες

Τα δάκρυα σου τρέξαν παντού

 

Ένα όμορφο χαμόγελο κι ένα άρωμα βαθύ

Μεθυστικό και δυνατό, αυτό που φέρνει ζάλη

Πέρασε από μέσα σου κι έγινε φυλακή

Έγινε κύμα ορμητικό, φεύγει κι έρχεται πάλι

 

***

Τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων αγαπούσα πιο πολύ απ’ όλα τις απογευματινές μου διαδρομές μαζί της.  Δεν είχε σημασία πού πηγαίναμε. Στο περίπτερο, στην πλατεία, στον φούρνο ή μέχρι το σπίτι μιας γειτόνισσας. Ακουμπούσε πάντα το δεξί χέρι της στο σβέρκο μου κι αρχίζαμε να περπατάμε μέσα στον απογευματινό ήλιο. Το καλοκαίρι στο χωριό είχε πάντα την ίδια μυρωδιά. Ζεστό χώμα, σύκα που έσκαγαν πάνω στις συκιές. Γιασεμί που ξεχείλιζε από τις αυλόπορτες. Η θεία Άννα ήξερε κάθε σπίτι. «Εδώ έμενε ο τάδε.» «Αυτό το οικόπεδο ήταν αμπέλι.» «Εκεί έπαιζαν τα παιδιά παλιά». Κάθε στενό είχε μια ιστορία κι έναν άνθρωπο.

«Να ακούς τους ανθρώπους, λουλούδι μου», μου έλεγε. «Ακόμα κι ο τελευταίος των τελευταίων κάτι ξέρει που εσύ δεν το ξέρεις.»

Όταν γυρίζαμε από τη βόλτα πρώτα πέρναγα από το σπίτι της και μετά πήγαινα στο δικό μου. Η αγαπημένη στάση για κρύο νερό και υποβρύχιο, μια μεγάλη ποσότητα για εμένα που αν την έβλεπε η μάνα μου σίγουρα θα ήταν άλλος ένας λόγος για καβγά. Το σπίτι της, το κονάκι της. Έτσι το ‘λεγε.  Το πρωί άνοιγε διάπλατα πόρτες και παράθυρα. Το μεσημέρι κατέβαζε τις τέντες. Το απόγευμα έπιανε το λάστιχο. Στεκόταν στην άκρη της αυλής και άφηνε το νερό να κυλάει αργά στις πλάκες κι εκείνη μιλούσε. Στην αρχή νόμιζα πως μιλούσε στα λουλούδια. Μια μέρα με φώναξε κοντά της. «Έλα εδώ.» Μου έδωσε το λάστιχο. «Κράτα το.» Το κράτησα αδέξια. Έβαλε το χέρι της πάνω στο δικό μου. Έκλεισε για λίγο τα μάτια. Και μου είπε σχεδόν ψιθυριστά:

«Ό,τι σε βαραίνει να μην το κρατάς μέσα σου. Θα σε φάει.»

«Να το λες στο νερό. Στη βρύση που πλένεις τα πιάτα. Στο μπάνιο που πλένεσαι. Στην αυλή όταν ποτίζεις. Να τα παίρνει το νερό μαζί του. Μην τα κρατάς μέσα σου, λουλούδι μου.»

Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να καταλάβω ότι χωρίς να το ξέρω έκανα ακριβώς το ίδιο. Κάθε φορά που κάτι με βάραινε, καθόμουν περισσότερη ώρα κάτω από το νερό. Και κάθε πρώτο μπάνιο του καλοκαιριού, στεκόμουν για λίγο στην άκρη της θάλασσας πριν βουτήξω. Της μιλούσα. Εκείνης ή της θάλασσας; Δεν είμαι σίγουρη.

Η θεία Άννα δεν άντεχε τη μοναξιά. Γι’ αυτό το σπίτι της ήταν πάντα ανοιχτό. Όποιος περνούσε από τη γειτονιά, θα σταματούσε για ένα κρύο νερό ή μια πορτοκαλάδα, από αυτές τις συμπυκνωμένες που τις αραίωνε με νερό και παγάκια. Όποιος είχε καημό, θα του έφτιαχνε ελληνικό καφέ και μετά θα του τον έλεγε. Η θεία αναποδογύριζε το φλιτζάνι αργά πάνω στο πιατάκι. Περίμενε να στεγνώσει. Το σήκωνε με ιεροτελεστία  «Εδώ βλέπω δρόμο…» «Εδώ γράμμα…» «Εδώ έναν ξανθό… όχι… μελαχρινός είναι τελικά…». Δεν ξέρω αν όντως κάποια Μικρασιάτισσα γνωστή της είχε μάθει να λέει το φλυτζάνι ή είχε βγάλει από το μυαλό της την ιστορία, για να προσελκύει παρέα.

Τα βράδια, όταν έμενε μόνη, το σπίτι σώπαινε απότομα. Η τηλεόραση συνέχιζε να παίζει. Το τσιγάρο έκαιγε αργά. Κι εκείνη καθόταν στη βεράντα, με τα μάτια χαμένα στον δρόμο, σαν να περίμενε κάποιον που είχε αργήσει πολλά χρόνια να έρθει.

Έμεινε χήρα μόλις στα σαράντα της. Δεν ξαναέφτιαξε τη ζωή της.

***

Κάθε καλοκαίρι πίστευα πως θα είναι ίδιο με το προηγούμενο. Πως η θεία Άννα θα έχει ήδη ποτίσει την αυλή πριν ξυπνήσω. Πως ο καφές θα αχνίζει πάνω στο τραπεζάκι του μπαλκονιού και πως, μόλις περάσω τη μάντρα, θα ακούσω τη γνώριμη φωνή.

«Λουλούδι μου, πού πας;»

«Πάω μια βόλτα, δεν θα αργήσω, θα σου έρθω σε λίγο».

«Θα σε περιμένω , ε; μη με γελάσεις;»

Φοβόταν μήπως δεν τηρήσω την υπόσχεση μου, την καθημερινή στάση μου στο σπίτι της. Ποτέ δεν την παρέλειπα. Τελικά εκείνη ήταν που με γέλασε. Νόμιζα ότι θα υπάρχει για πάντα. Με το ίδιο κραγιόν, τα χρυσαφικά της φορεμένα ακόμη κι όταν καθάριζε φασολάκια, τα μαλλιά πάντα χτενισμένα και το σπίτι της τόσο περιποιημένο, σαν να περίμενε κάθε μέρα επισκέψεις. Η μακροχρόνια αρρώστια της μάνας μου και εντέλει ο θάνατος της, ήταν η αρχή τους τέλους. Η θεία μου είχε περάσει μια ζωή μαζί της, δεν είχανε μάθει να ζούνε χώρια.

Λίγους μήνες μετά το θάνατο της μαμάς, μάθαμε για την αρρώστια της. Καμιά μας δεν ήταν έτοιμη.  «Λουλούδι μου, πήγαινε να πληρώσεις τη ΔΕΗ.» «Άσε τους λογαριασμούς τώρα», της έλεγα. «Δεν είσαι με τα καλά σου. Και να πεθάνω και να λένε ότι η Άννα άφησε χρέη;»

Μπορούσε να αστειεύεται με τον θάνατο και να ανησυχεί για έναν απλήρωτο λογαριασμό. Στο νοσοκομείο έκανε τους θαλάμους να μοιάζουν λίγο λιγότερο θλιβεροί. Κοιμόμουν στην καρέκλα δίπλα της για τριάντα μέρες. Κάθε βράδυ μου έλεγε και από μία ιστορία. Τις τελευταίες μέρες κουραζότανε, θα τη συνεχίσω αύριο.  Πάντα υπήρχε άλλη μία ιστορία. Κι εγώ… πίστευα ότι είχα χρόνο. Έφυγε Μάϊο, αφού είχαν πρώτα ανθίσει όλα της τα λουλούδια.

***

Το πρώτο μπάνιο εκείνης της χρονιάς άργησα να το κάνω. Δεν είχα το θάρρος να ομολογήσω στο νερό πως την έχασα κι εκείνη. Πέρασε σχεδόν κι ολόκληρος ο Ιούλιος ώσπου να πάρω την απόφαση. Ξεκίνησα νωρίς, όπως πάντα. Η θάλασσα με περίμενε εκεί. Ίδια κι αδιάφορη για τις απώλειες μου. Άφησα τα σανδάλια στην άμμο και προχώρησα αργά. Μόλις το χέρι μου άγγιξε το νερό, άκουσα τη φωνή της τόσο καθαρά, που γύρισα ασυναίσθητα να την ψάξω. «Να τα λες στο νερό, λουλούδι μου… Μην αφήνεις τίποτα να σαπίζει μέσα σου.»

Της μίλησα σαν να με άκουγε. Της είπα πως μου έλειπε αφόρητα. Πως συνέχιζα να βγάζω την καρέκλα στο μπαλκόνι τα απογεύματα, κι ας μην περιμένω κανέναν για να κάτσει. Πως κάθε φορά  που περνάω από την πόρτα της κουζίνας, περιμένω να τη δω να βγαίνει με τον ελληνικό καφέ στο χέρι. Πως ακόμη θυμώνω όταν σκέφτομαι τη μοναξιά της. Και πως, τελικά, είχε δίκιο.. το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αφήσουμε τη ζωή σαν νερό να κυλήσει.

Το ίδιο απόγευμα πέρασα από το παλιό σπίτι. Η αυλή ήταν αποπνικτικά ήσυχη. Το αγιόκλημα είχε αγριέψει. Ένιωσα τύψεις που δεν το είχα φροντίσει αυτούς τους μήνες. Οι πλάκες είχαν χάσει τη γυαλάδα τους. Πήρα το λάστιχο και ξεκίνησα να ποτίζω. Δεν πρόσεξα πότε άνοιξε η αυλόπορτα.  Ένα νεαρό κορίτσι στάθηκε απέναντί μου. Με κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε.

«Συγνώμη , μήπως είναι εδώ η κυρά Άννα;»

Δεν απάντησα. «ξέρετε είμαι γνωστή της , μου είχε πει μια φορά τον καφέ και μιας και ξαναβρέθηκα στην γειτονιά, είπα να περάσω να τη δω. Ήθελα να της πω ότι είναι πολύ καλή! Ότι μου είχε πει , βγήκε!»

Μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα για να απαντήσω.

«Ναι, έτσι είναι. Σε όλα της καλή αλλά δυστυχώς δεν μένει πια εδώ.»

«α, κρίμα. Να της πείτε ευχαριστώ από την Ελένη.»

«θα της πω»

«κόρη της είστε;»

«ναι, ήταν μάννα μου»

 

 

Προηγούμενο άρθροΜικρή Επίδαυρος: «1961», Κ. Σελαμσής, Χ. Φραγκούλης – Μουσικό και εικαστικό παραμύθι (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΈνας χρόνος από την απώλεια του Μάρκου Κρητικού (του Γιάννη Μπασκόζου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ