Δευτέρα, 6 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ Katie Kitamura: «Να βρω μια φράση που ξέρει περισσότερα από μένα» (συνέντευξη...

Katie Kitamura: «Να βρω μια φράση που ξέρει περισσότερα από μένα» (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Χαΐνη)

0
36

 

συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Χαΐνη

Φαίνεται πως η Katie Kitamura έχει πιστό κοινό στην Ελλάδα. Εξού και με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματος Οντισιόν (μετ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Διόπτρα), η Αμερικανίδα συγγραφέας (με καταγωγή από την Ιαπωνία), βρέθηκε πριν λίγες ημέρες στη χώρα μας -μετά από πρόσκληση της Ελληνοαμερικανικής ένωσης, του Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων και των εκδόσεων Διόπτρα-, όπου μίλησε στο ελληνικό κοινό σε δύο διαδοχικές εκδηλώσεις: πρώτα στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, με τον δημοσιογράφο Γιώργο Νάστο και στη συνέχεια στο 5ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων, όπου παρουσίασε το βιβλίο της μαζί με τη δημοσιογράφο Ελεωνόρα Ορφανίδου.

Κατά την εκδήλωση στα Χανιά, την οποία είχα τη χαρά να παρακολουθήσω, εκτός από τα θέματα τα οποία πραγματεύεται στο Οντισιόν, αναφέρθηκε εκτενώς στην επικίνδυνη κατάσταση που επικρατεί στις ΗΠΑ με τη δεύτερη διακυβέρνηση Τραμπ, τονίζοντας πως παρότι όσα συμβαίνουν έχουν τις ρίζες τους στο παρελθόν της Αμερικής και η εξέλιξη αυτή ήταν λίγο πολύ προβλέψιμη, η «κάθοδος στον αυταρχισμό έγινε ταχύτερα από το αναμενόμενο». Χαρακτήρισε την παρούσα συνθήκη unamerican, μίλησε για την απαγόρευση βιβλίων και για την ανηλεή επίθεση στα ανεξάρτητα ΜΜΕ· για τον φόβο των ιθυνόντων απέναντι στη δύναμη της γλώσσας, εν κατακλείδι. Αποκάλυψε επίσης ότι ο αρχικός τίτλος του βιβλίου ήταν Performance, αλλά μετά από απόφαση των εκδοτών της, έγινε Audition – δικαίως, κατά τη γνώμη μου.

Εν συντομία, για όσες και όσους δεν το έχετε διαβάσει ακόμη, να πω ότι στο Οντισιόν έχουμε δύο ανταγωνιστικές αφηγήσεις με πρωταγωνίστρια μια ανώνυμη ηθοποιό και δορυφόρους τον σύζυγο και τον «γιο» της. Είναι μια ιστορία όπου τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, όπου κάθε βεβαιότητα μοιάζει έτοιμη να ανατραπεί. Οι σχέσεις αλλάζουν μορφή, οι χαρακτήρες αποκαλύπτουν διαρκώς νέες πλευρές τους και κάθε γεγονός μπορεί να διαβαστεί με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους (βλ. Κιταμούρα: Oικογένεια – μια αυταπάτη που μοιράζεται μια κοινή επινόηση; Από τη Δήμητρα Ρουμπούλα).

Εν όψει της συνέντευξης είχα προλάβει να διαβάσω στα αγγλικά και άλλα δύο βιβλία της Kitamura, το A separation (Ένας χωρισμός, μετ. Γιώργος Μαραγκός, εκδ. Κέδρος) και το Intimacies, τα οποία μαζί με το Οντισιόν συνθέτουν μια τριλογία. Της το ανάφερα και με ευχαρίστησε θερμά. «Δεν το θεωρώ αυτονόητο», μου είπε. Πριν μπούμε στο κυρίως θέμα, για την καλύτερη κατανόηση της κουβέντας μας, δυο τρία στοιχεία και για αυτά τα βιβλία: Και στα δύο υπάρχει επίσης μια ανώνυμη γυναίκα πρωταγωνίστρια. Στο μεν Ένας χωρισμός, είναι μεταφράστρια σε διάσταση με τον συγγραφέα σύζυγό της, ο οποίος βρίσκεται στη Μάνη δουλεύοντας πάνω στο νέο του βιβλίο. Θα τον αναζητήσει εκεί για να επισπεύσει το διαζύγιό τους, αλλά θα υπολογίσει χωρίς τον ξενοδόχο. Στο δε Intimacies, η γυναίκα είναι διερμηνέας, η οποία έχει προσληφθεί μόλις στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο της Χάγης. Καλείται να δουλέψει δίπλα σε έναν άνδρα που δικάζεται για γενοκτονία, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει κάποιον με τον οποίο επιθυμεί να συνδεθεί συναισθηματικά αλλά οι συνθήκες δεν την ευνοούν.

*

Θα μπορούσατε να περιγράψετε το Οντισιόν με μια-δυο λέξεις;

Μια-δυο λέξεις; Ω πρόκειται για ένα δύσκολο τεστ!

Για να σας βοηθήσω, θα αναφέρω τη λέξη «μητρότητα».

Συμφωνώ. Αφορά τη μητρότητα, παρόλο που οι εκδότες μου στην Αμερική έχουν αντίθετη άποψη.

Θα προσθέσω ότι είναι ένα «δράμα δωματίου».  

Ναι, είναι μια «οικιακή» ιστορία. Που αφορά σε μεγάλο βαθμό την οικογένεια. Η αλήθεια είναι ότι όταν έγραφα το βιβλίο σκεφτόμουν έντονα τη μητρότητα, τι σημαίνει να είσαι μητέρα και να προσπαθείς να κάνεις τέχνη, και πόσα αντιφατικά θέματα μπορεί να προκύψουν από αυτό.

Σαν μια παραβολή για την οικογενειακή ζωή. Πρέπει να πω ότι σε κάποια σημεία, ειδικά στο δεύτερο μέρος, μου θύμισε τις ταινίες του Τζον Κασσαβέτη. Όσον αφορά την ένταση που βγάζει.

Πολύ ωραίο αυτό, ευχαριστώ. Πάντως στις διάφορες παρουσιάσεις που έκανα τον τελευταίο χρόνο, και στις συζητήσεις με αναγνώστες, συνειδητοποίησα ότι για πολλούς το βιβλίο αφορά το τι σημαίνει να είσαι παιδί μιας μητέρας. Και με αυτή την έννοια είναι και ένα βιβλίο για το γάμο, για τον διαφορετικό τρόπο που λειτουργεί το ένα ή το άλλο μέρος μέσα σε αυτή τη συνθήκη.

Και μετά εισχωρεί ένα τρίτο μέρος.

Ναι, ακριβώς. Είτε πρόκειται για ένα παιδί, είτε για τον πιθανό σύντροφο αυτού του παιδιού, με ενδιέφερε αυτό που συμβαίνει στην οικογένεια – αν πρέπει να διασταλεί ή να συσταλεί για να επιβιώσει. Όλα αυτά θεωρώ ότι θέτει το μυθιστόρημα.

  • Η οικογένεια σε συνθήκες «πανδημίας»

Είναι ενδιαφέρον ότι κάθε βιβλίο αντανακλά ουσιαστικά την περίοδο που γράφτηκε, θες δεν θες. Θεωρώ ότι όταν κοιτάς ένα βιβλίο που διαδραματίζεται είτε το 2312 είτε το 1600, αν έχει γραφτεί το 2026, είναι αναπόφευκτο να αντανακλά την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα του 2026. Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα γράφτηκε στη διάρκεια της πανδημίας. Οπότε νομίζω ότι, ειδικά στο δεύτερο μισό του, είναι ένα μυθιστόρημα της πανδημίας. Την αντανακλά. Αφορά μια οικογένεια εγκλωβισμένη σε ένα διαμέρισμα μαζί με ένα ενήλικο παιδί που έχει επιστρέψει στο σπίτι και όπου ο ένας ωθεί τον άλλον στην κυριολεξία στα άκρα, ξεσπάει κρίση και τα μέλη της οικογένειας προσπαθούν να επαναδιαπραγματευθούν τις σχέσεις τους. Γι’ αυτό, παρόλο που δεν υπάρχει κάποιος ιός ή μάσκες και εμβόλια, είναι σαφής για μένα η περίοδος κατά την οποία το έγραψα.

Τελευταία έχω διαβάσει αρκετά μυθιστορήματα Αμερικανών και Ευρωπαίων συγγραφέων, όπου η οικογένεια, ή μάλλον η αποδόμησή της, αποτελεί κεντρική θεματική. Το πιο χαρακτηριστικό είναι, θεωρώ, το Η επέτειος του Andrea Bajani (μετ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Ίκαρος), ένα πολύ δυνατό βιβλίο. Βρίσκετε ότι έχει φτάσει το τέλος της οικογένειας όπως την ξέρουμε;

Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση. Δεν είμαι σίγουρη. Πιστεύω ότι αυτό που βλέπω τώρα, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, είναι ότι εξαιτίας της ασυνήθιστης οικονομικής συρρίκνωσης, ο αριθμός των νέων ανθρώπων που αναγκάζονται να επιστρέψουν στο σπίτι των γονιών τους αυξάνεται, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα πολυγενεακό νοικοκυριό που θυμίζει το ασιατικό μοντέλο οικογένειας. Όπου δύο ή τρεις γενεές διαμένουν στο ίδιο σπίτι – αυτό έχει να συμβεί στις ΗΠΑ πάρα πολλά χρόνια. Η κατάσταση όμως έχει αλλάξει πλέον. Ήμουν με μια φίλη που είναι λίγο μεγαλύτερή μου, της οποίας η 90χρονη μητέρα μένει στο διαμέρισμα κάτω από το σπίτι της. Οι δυο κόρες της δε, γύρισαν από το πανεπιστήμιο για να μείνουν πάλι με τους γονείς τους, δημιουργώντας κάτι σαν «σάντουιτς», με το ζευγάρι να μένει στο ενδιάμεσο πάτωμα από τη γιαγιά και τις κόρες. Αυτή η συνθήκη είναι πρωτόγνωρη για την Αμερική.

Για την Ελλάδα είναι ακόμη πολύ συνηθισμένη.

Και για την Ασία επίσης. Όμως στις ΗΠΑ, με το τεράστιο κόστος των φροντιστών, των γηροκομείων αλλά και των ενοικίων, μαζί με τη συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει κανένα δίχτυ προστασίας από πλευράς Πολιτείας, αυτό το πολυγενεακό μοντέλο διαβίωσης που δίνει έμφαση στην οικογένεια, αποδεικνύεται το μόνο ασφαλές. Και πιστεύω ότι θα γίνει ακόμη πιο διαδεδομένο. Ίσως λόγω αυτού, θα αρχίσουμε να επανεξετάζουμε τον θεσμό της οικογένειας όλο και περισσότερο, γιατί η οικογένεια, πιστεύω, θα περάσει νέα κρίση.

Διαβάζοντας τα δύο προηγούμενα βιβλία σας, με βοήθησε να κατανοήσω το Οντισιόν καλύτερα. Διέκρινα επίσης το νήμα που τα συνέδεε και θεώρησα λογικό να καταλήξετε σε ένα βιβλίο σαν αυτό. Θέλατε εξαρχής να γράψετε μια τριλογία ή προέκυψε στην πορεία;

Κατ’ αρχάς ευχαριστώ θερμά που μπήκατε στον κόπο να διαβάσετε τα βιβλία μου. Είναι πολύ γενναιόδωρο από μέρους σας. Δεν το θεωρώ αυτονόητο. Νομίζω ότι έγραψα το A separation και μετά είχα την ιδέα για το Οντισιόν και το Intimacies ταυτόχρονα. Τελικά έγραψα πρώτα το Intimacies και στη συνέχεια το Οντισιόν. Ενώ είχα φτάσει στα μέσα περίπου του Intimacies, σκεφτόμουν ότι τα τρία βιβλία θα είναι σίγουρα σε συνομιλία, σε διάλογο. Έχουν και τα τρία ανώνυμες γυναίκες πρωταγωνίστριες, οι οποίες δουλεύουν με τη γλώσσα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Όμως δεν είναι απαραίτητα και οι δημιουργοί των λόγων, των λέξεων, που εκφέρουν. Εννοώ ότι στην κυριολεξία δεν είναι δικά τους τα λόγια που λένε, αλλά είναι κάποιου τύπου φορείς της γλώσσας άλλων ανθρώπων – και αυτό έχει τη σημασία του και με όρους ταυτότητας φύλου, νομίζω. Και στα τρία βιβλία, αισθανόμουν ότι υπήρχε μια κλιμάκωση: ενώ η γλωσσική επικοινωνία ξεκινά ως μια εξωσωματική εμπειρία, καταλήγει σταδιακά σε σωματική, και φτάνοντας στο Οντισιόν, μετατρέπεται σε πραγματικό σώμα επί σκηνής το οποίο εκφέρει αυτά τα λόγια.

Σκεφτόμουν ότι παρόλο που η γλώσσα είναι το αντικείμενο της δουλειάς των γυναικών αυτών, και στα τρία βιβλία, υπάρχει τελικά έλλειψη επικοινωνίας. Στο βαθμό που γίνεται εμπόδιο, μια αναπηρία. Ακόμη και στο Οντισιόν, όπου όλοι οι πρωταγωνιστές είναι υψηλών διανοητικών ικανοτήτων και χειρίζονται άψογα τον λόγο, δεν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους.

Νομίζω ότι το εκφράσατε πολύ ωραία, λέγοντας ότι η γλώσσα γίνεται τελικά εμπόδιο. Γιατί θεωρώ ότι υπάρχει η τάση να σκεφτόμαστε τη γλώσσα ως το ες αεί εργαλείο αποσαφήνισης των πάντων, σαν να μπορεί να τα ξεκαθαρίσει όλα. Και δεν είναι αλήθεια αυτό. Η πιο συνηθισμένη φράση ανάμεσα στα ζευγάρια είναι «δεν καταλαβαίνεις τι λέω». Η αίσθηση ότι η γλώσσα δεν είναι πάντα η δίοδος για την επικοινωνία αλλά συχνά αποτελεί εμπόδιο. Πόσες φορές όταν μαλώνουμε με κάποιον λέμε «δεν εννοούσα αυτό που κατάλαβες»;· θυμάμαι τη μητέρα μου όταν μεγάλωνα να επαναλαμβάνει συνεχώς «διαστρεβλώνεις τα λόγια μου». Είναι πολύ ενδιαφέρον που σε μια ενδοοικογενειακή διένεξη, η γλώσσα μπορεί, όχι να μας απογοητεύσει, θα ήταν υπερβολή να πω κάτι τέτοιο, αλλά να μην σταθεί στο ύψος της, να φανούν οι περιορισμοί της – και αυτούς είναι που καλείσαι να αντιμετωπίσεις. Πράγμα δύσκολο στη ζωή αλλά πολύ ενδιαφέρον στη λογοτεχνία.

Στη ζωή δύσκολα παίρνεις το λόγο σου πίσω. Άπαξ και τον ρίξεις στο τραπέζι, παραμένει εκεί.

Και κατά κάποιο τρόπο αποκτά μια δική του ζωή.

Είπατε σε μια πρόσφατη συνέντευξή σας, κάτι που μου άρεσε. Ότι το διάβασμα είναι «ευμετάβλητο».

Ναι, θεωρώ ότι τα βιβλία δεν είναι πολύ σταθερά αντικείμενα, μπορούν να αλλάζουν κάθε φορά που τα διαβάζεις.

Αυτό σχετίζεται και με το γεγονός ότι στο Οντισιόν αλλά και στα δύο προηγούμενα βιβλία σας, αφήνετε ανοιχτή την έκβαση της ιστορίας, δεν δίνετε «τίτλους τέλους»;

Είναι μια συνεχιζόμενη διαδικασία με πολλούς τρόπους. Δεν αισθάνομαι άνετα με την εξουσία (authority) που ασκεί ο συγγραφέας (author) πάνω στον αναγνώστη. Οπότε αναζητώ αυθόρμητα εναλλακτικούς τρόπους να περιπλέξω κάπως την κατάσταση. Δεν θα ήθελα ποτέ να πω στον αναγνώστη τι να σκεφτεί. Επιπλέον δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα ή μάθημα να του μεταδώσω. Δεν αντιλαμβάνομαι έτσι το γράψιμο. Και πιστεύω ότι ειδικά στο Οντισιόν η τάση αυτή ενισχύεται.

Υπάρχει ωστόσο μια εσωτερική αντίφαση την οποία δεν έχω καταφέρει να επιλύσω. Συνίσταται στο ότι για να γράψω ένα βιβλίο τόσο ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες πρέπει να έχω τον απόλυτο έλεγχο πάνω του! Είναι πολύ δύσκολο, με αυτό υπόψιν, να μπορέσεις να πείσεις τον αναγνώστη ότι διαβάζει κάτι ενδιαφέρον που αξίζει να συνεχίσει. Ένα βιβλίο όπου πολλά στοιχεία της πλοκής αποκρύπτονται για να αποκαλυφθούν στη συνέχεια σε συγκεκριμένες στιγμές, απαιτεί μεγάλο κόπο και προσοχή από τον αναγνώστη. Επομένως υπάρχει μια εσωτερική αντίφαση, ήθελα μεν το βιβλίο να είναι ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες, δεν επιθυμούσα όμως να δυσκολέψω τον αναγνώστη!

Έχω ακούσει πολλές και διαφορετικές αναγνώσεις του βιβλίου και το ενδιαφέρον είναι πως οι άνθρωποι έχουν πολύ έντονα συναισθήματα για αυτό που θεωρούν ότι εννοεί. Για μένα όλες οι απόψεις ισχύουν κατά κάποιο τρόπο, ακόμη και εκείνες που δεν θα είχα φανταστεί ποτέ μου. Στο μυθιστόρημα του Hervé Le Tellier Η ανωμαλία (σ.σ: μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Opera, βραβείο Goncourt 2020), ο κεντρικός χαρακτήρας λέει κάποια στιγμή ότι αν μπορούσε να γράψει μια φράση που θα ήταν πιο έξυπνη από εκείνον, αυτό το θαύμα θα ήταν αρκετό για να γίνει συγγραφέας. Για μένα αυτή η φράση τα λέει όλα. Αυτό ελπίζεις στην πραγματικότητα – να καταφέρεις στη διάρκεια της καριέρας σου να γράψεις μια φράση που ξέρει περισσότερα από όσα εσύ.

Τι σύμπτωση που αναφέρατε αυτό το βιβλίο. Χθες το βράδυ, ο μεταφραστής του Αχιλλέας Κυριακίδης, μίλησε για κάτι παρόμοιο. Διάβασε ένα διήγημά του και είπε ότι όταν εκδόθηκε η συλλογή που το εμπεριέχει, δεν πίστευε ότι εκείνος είχε γράψει κάτι τόσο καλό. Σαν το ίδιο του το διήγημα να τον είχε ξεπεράσει.   

Ωραία σύμπτωση! Ο Ford Madox Ford, στην εισαγωγή του βιβλίου του Ο Καλός Στρατιώτης (σ.σ. :μφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Gutenberg), που μάλλον έγραψε αρκετά χρόνια αφότου είχε εκδοθεί, λέει χαρακτηριστικά: «Κοιτώντας πίσω δεν πιστεύω ότι έγραψα αυτό το βιβλίο. Η πλοκή και η δομή του είναι τόσο σύνθετες που αποκλείεται να είχα τη δύναμη να το γράψω σήμερα.»

Διαβάζετε ξανά τα μυθιστορήματά σας;

Όχι. Δεν μπορώ να το διανοηθώ καν ως εμπειρία. Ίσως όταν γίνω 80. Ακόμη και με το Οντισιόν που διόρθωσα σχετικά πρόσφατα και το είχα φρέσκο, όταν μου ζητήθηκε από το ραδιόφωνο του BBC να διαβάσω ένα απόσπασμα, ένιωθα το πρόσωπό μου να συσπάται. Αλλά πιστεύω ότι είναι υγιές να αισθάνεσαι μια δόση αηδίας για τη δουλειά σου, αλλιώς δεν θα είχες κίνητρο να συνεχίσεις να γράφεις, δηλαδή να σκεφτείς ότι την επόμενη φορά θα τα καταφέρεις καλύτερα.

Έχετε πει ότι το μυθιστόρημα ως λογοτεχνικό είδος είναι αυτό που σας εκφράζει καλύτερα επειδή είναι ένα είδος «που συγχωρεί». Ότι μπορείς να κάνεις λάθη στο μυθιστόρημα και να τη γλιτώσεις, σε αντίθεση με τα διηγήματα όπου δεν ισχύει αυτό. Μπορείτε να μου εξηγήσετε τι εννοείτε;

Με τρομάζουν τα διηγήματα ως είδος, είναι σα να υπάρχει ελάχιστο περιθώριο λάθους. Ενώ το μυθιστόρημα πραγματικά συγχωρεί. Υπάρχουν τόσα πολλά εξαιρετικά μυθιστορήματα στα οποία μπορώ να βρω κομμάτια που δεν δουλεύουν απόλυτα. Και μετά συνεχίζεις να τα διαβάζεις και ξαφνικά εκρήγνυνται. Είναι πολύ ανακουφιστικό να δουλεύεις πάνω σε μια φόρμα που σου επιτρέπει να παίρνεις τέτοια ρίσκα. Γιατί θεωρώ ότι όταν ανησυχείς υπερβολικά για τις συνέπειες της αποτυχίας, αυτό επηρεάζει πολύ αρνητικά το γράψιμό σου. Όταν όμως γράφεις ένα μυθιστόρημα, μπορείς να κάτσεις πολύ κοντά στην αποτυχία και να κάνεις λάθη – το μυθιστόρημα θα στα συγχωρήσει.  Οπότε, ναι αυτή τη μορφή γραφής έχω διαλέξει, αυτήν αγαπώ περισσότερο. Και μέχρι σήμερα το γράψιμο είναι κάτι από το οποίο παίρνω ευχαρίστηση. Δεν έχω νιώσει ματαιωμένη, ούτε έχω κολλήσει ποτέ. Ίσως επειδή δεν ανησυχώ μήπως κάνω λάθη. Αν έγραφα διηγήματα θα ανησυχούσα. Όποτε μου ζητούν να γράψω ένα, παραλύω και φοβάμαι ότι θα αποτύχω.

Στο Ένας χωρισμός η δράση μεταφέρεται στην Ελλάδα, στη Μάνη. Γράφετε σε ένα σημείο ότι «αυτή η χώρα είναι εθισμένη στη μάχη» – δεν εννοείτε τον πόλεμο, υποθέτω, αλλά το βρήκα πολύ εύστοχο. 

Πέρασα αρκετό χρόνο στην περιοχή, κάνοντας έρευνα για τις μοιρολογίστρες.

– Όπως και ο ήρωας του βιβλίου.

Ναι, επειδή το μοιρολόι είναι ένας πολύ ιδιαίτερος και ειλικρινής τρόπος έκφρασης του πένθους· του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το πένθος, δηλαδή. Και βλέπω ότι από εκεί ξεκίνησε το ενδιαφέρον μου για την παράσταση, που οδήγησε στην Οντισιόν. Έγραψα το βιβλίο όταν πέθανε ο πατέρας μου. Οπότε είναι ένα μυθιστόρημα για το πένθος. Με εντυπωσίασε το ότι η οικογένεια αναθέτει το ρόλο του πενθούντα για τον αγαπημένο της σε ένα άλλο, τρίτο, άτομο. Γιατί η κοινωνική πίεση προς τους συγγενείς, το πόσο θα κλάψουν δημοσίως ή όχι, είναι φαίνεται πολύ μεγάλη και ο πραγματικός πόνος τους πολλές φορές δεν μπορεί να βγει προς τα έξω. Στην Ιαπωνία τα πράγματα γίνονται διαφορετικά. Οι συγγενείς έρχονται σε απόλυτη επαφή με το σώμα του νεκρού, ήδη από το νοσοκομείο όταν καλούνται να το πλύνουν – το έκανα κι εγώ με τον πατέρα μου. Αυτή η διαδικασία αλλάζει την αντίληψή σου για το θάνατο· σε φέρνει αντιμέτωπο με την υλική πραγματικότητα του θανάτου. Είναι δύσκολο πια να αρνηθείς αυτό που έχει συμβεί.

Η οικογένειά σας ζει στις ΗΠΑ;

Όπως σας είπα πατέρας μου έχει πεθάνει, αλλά η μητέρα μου μένει στην Ιαπωνία και στην Καλιφόρνια.

Έχετε ζήσει στην Ιαπωνία, μιλάτε τη γλώσσα;

Έχω μείνει για σύντομες περιόδους. Μιλάω ιαπωνικά αλλά δεν μπορώ να διαβάσω και να γράψω, οπότε αισθάνομαι περιορισμένη.

Ωστόσο σίγουρα έχετε αγαπημένους Ιάπωνες συγγραφείς.

Λένε ότι υπάρχει μια τάση να ενδιαφέρεσαι πάντα για τους συγγραφείς που θεωρούν σημαντικούς οι γονείς σου – μπορεί και όχι! Ο Kenzaburō Ōe, είναι ένα συγγραφέας που αγαπούσαν οι γονείς μου μαζί με όλους τους συγγραφείς εκείνης της περιόδου μετά τον πόλεμο. Καθώς δεν διαβάζω ιαπωνικά χαίρομαι που τελευταία έχουν αρχίσει και μεταφράζονται ξανά στα αγγλικά σύγχρονοι αλλά και παλαιότεροι Ιάπωνες συγγραφείς – παρότι αισθάνομαι περίεργα που δεν τους διαβάζω στο πρωτότυπο. Για παράδειγμα ο Osamu Dazai, ο Yukio Mishima, η Mieko Kawakami, ο Haruki Murakami…

– Πώς δουλεύετε;

 Διδάσκω δημιουργική γραφή και λέω πάντα στους φοιτητές και στις φοιτήτριές μου να έχουν πρόγραμμα και να γράφουν τουλάχιστον δύο ώρες την ημέρα, οπότε κάποια στιγμή θα έχουν έτοιμο το χειρόγραφό τους. Τελικά όμως είναι πολύ υποκριτικό όλο αυτό από πλευράς μου γιατί εγώ περνάω μήνες που δεν γράφω καθόλου!

Έχετε πει ότι το γράψιμο δεν είναι το επίκεντρο της ζωής σας.

Ναι, το έχω πει, σε μια συζήτηση με την Αμερικανίδα συγγραφέα Karen Russell, η οποία έχει επίσης μικρά παιδιά. Βέβαια αυτό δεν είναι κάτι που μπορείς να πεις δημοσίως, όμως η αλήθεια είναι πως ούτε σε καθημερινή βάση ούτε σε υπαρξιακό επίπεδο, είναι το γράψιμο το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου, το επίκεντρο της ύπαρξής μου. Και με την έννοια επίκεντρο εννοώ όλος ο προγραμματισμός, όλα όσα κάνω, περιστρέφονται γύρω του, από εκεί ξεκινούν, εκεί τελειώνουν. Αυτή δεν είναι η δική μου συνθήκη. Για μένα όλα γυρνούν γύρω από την οικογένειά μου, αν και ελπίζω όταν μεγαλώσουν τα παιδιά, να αλλάξουν τα πράγματα και το γράψιμο να αποκτήσει πιο κεντρικό ρόλο στη ζωή μου. Προς το παρόν θεωρώ ότι πρέπει να βρω τρόπο να παράγω διαφορετικού τύπου κείμενα. Σίγουρα πάντως δεν θα είχα γράψει το Οντισιόν αν δεν είχα παιδιά. Ακόμη και η δομή του βιβλίου δεν θα ήταν ίδια. Στην πραγματικότητα οι διασπάσεις του βιβλίου απορρέουν από τις διασπάσεις στην προσωπική μου ζωή. Το καλοκαίρι για παράδειγμα θα είμαι με τα παιδιά μου, και δεν το μετανιώνω. Μιλούσα πρόσφατα στη Zadie Smith και μου έλεγε ότι υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν μπορείς να γράψεις όταν έχεις παιδιά. Και αυτό είναι μια χαρά για μένα. Για παράδειγμα, σε αυτή τη φάση δεν θα μπορούσα να γράψω ένα μυθιστόρημα που προϋποθέτει μεγάλη έρευνα ή ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Θα περιμένω λοιπόν να μεγαλώσουν.

– Έχει ενδιαφέρον που ξεκινήσαμε την κουβέντα μας με την οικογένεια και την κλείνουμε επίσης μιλώντας για την οικογένεια.

Με διαφορετικό τρόπο όμως. Αλλά ναι, η οικογένειά μου είναι ό,τι πιο σημαντικό έχω. Αν με ρωτούσατε αν θα άφηνα ένα βιβλίο για 4-5 χρόνια για να είμαι με τα παιδιά μου θα απαντούσα αμέσως ναι. Βέβαια, υπάρχουν πολλοί λόγοι που με εμποδίζουν πολλές φορές να γράψω, ας είμαι δίκαιη, δεν είναι μόνο τα παιδιά. Όμως αυτή την περίοδο αισθάνομαι ήρεμη μέσα μου.

***********

Who is who: Η Katie Kitamura είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Princeton και έχει διδακτορικό στην αμερικανική λογοτεχνία από το London Consortium. Είναι συγγραφέας πέντε μυθιστορημάτων. Το Intimacies επιλέχθηκε ως ένα από τα 10 καλύτερα βιβλία του 2021 από την εφημερίδα New York Times, ήταν υποψήφιο για το National Book Award και το PEN/Faulkner Award, και φιναλίστ για το Joyce Carol Oates Prize. Τα έργα της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες και έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Αρθρογραφεί στο New York Times Book Review, την Guardian, το Granta, το Frieze κλπ., και διδάσκει στο πρόγραμμα δημιουργικής γραφής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Το πέμπτο μυθιστόρημά της, Οντισιόν, ήταν στη βραχεία λίστα των βραβείων Booker 2025 και έχει ήδη διασκευαστεί για τον κινηματογράφο από την κινεζικής καταγωγής σκηνοθέτρια Lulu Wang, με πρωταγωνιστές την Lucy Liu και τον Charles Melton. Η Katie Kitamura θα είναι πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του Bukhman International Booker Prize 2027. Σύμφωνα με πληροφορίες από τις εκδόσεις Διόπτρα, σύντομα θα μεταφραστούν στα ελληνικά και άλλα βιβλία της.

Katie Kitamura, Οντισιόν, μτφρ. Βασια Τζανακάρη, Διόπτρα

Info: Katie Kitamura και Katie Kitamura | Οντισιόν.

Προηγούμενο άρθροΗ  γραφή ως αιθέρια συνύφανση ήχων και λέξεων (γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης)
Επόμενο άρθροΜουρακάμι:«ποιος γνωρίζει αν η ζωή είναι θάνατος και ο θάνατος ζωή; (του Γιώργου Βέη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ