Εισαγωγή, μετάφραση: Χρήστος Τσιάμης
Πολύ συχνά συγγραφείς που καθιερώθηκαν σαν μυθιστοριογράφοι είχαν αρχίσει τη λογοτεχνική τους πορεία εκδίδοντας πρώτα αξιόλογα βιβλία ποίησης. Θα αναφέρω μερικούς γνωστούς: τον Σάμουελ Μπέκετ, τον Πολ Όστερ, τον Ντένις Τζόνσον, και τη δική μας Έρση Σωτηροπούλου. Η Ολλανδέζα Σάσια Γιάνσεν, ακολούθησε την αντίθετη πορεία. Άρχισε με το μυθιστόρημα. Είχε εκδώσει δυο μυθιστορήματα μέχρι που πέθανε ο πατέρας της. Αυτό το γεγονός την έστειλε στην ποίηση, όπως μας λέει η ίδια. Μέχρι σήμερα, έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές και έχει κερδίσει μια πολύ διακεκριμένη θέση στην Ολλανδική ποίηση. Η συλλογή της Virgula (2021) είχε προταθεί για πέντε βραβεία και κέρδισε το Βραβείο Ποίησης Awater καθώς και το Βραβείο Ποίησης Johan Polak (το μεγαλύτερο ποιητικό βραβείο τής Ολλανδίας). Η τελευταία συλλογή της, Ο πατέρας μου λέει εντροπία η μητέρα μου λέει λογική (2024,) επίσης κέρδισε το Βραβείο Ποίησης Awater. Έχει ακόμα κερδίσει το Βραβείο Adriaan Roland Holst για το σύνολο του έργου της. Τέλος, οι συλλογές της Φορώντας το είδος μου (2014) και Virgula έχουν εκδοθεί σε μετάφραση στην Αγγλία (η Virgula έχει επίσης εκδοθεί στα ισπανικά στην Αργεντινή). Έχει παρουσιάσει την ποίηση της διεθνώς, σε χώρες όπως η Κολομβία, το Μεξικό, η Νικαράγουα, η Αργεντινή, η Ινδία και η Γερμανία.
Αν είναι κάτι που κάνει την ποίηση της Γιάνσεν να ξεχωρίζει είναι η αυτοτέλεια και η δύναμη κάθε της στίχου. Και ακόμα η δυναμική τής ακολουθίας των στίχων μέσα σε ένα ποίημα. Δυναμική με την κυριολεξία της λέξης, έτσι που στο τέλος να έχεις την αίσθηση, όταν διαβάζεις το ποίημα, ότι δεν πρόκειται για μια μεθοδευμένη κατασκευή, για ένα ολοκληρωμένο κτίσμα, αλλά για ένα ναρκοπέδιο! Όπου σε κάθε βήμα ο αναγνώστης ριψοκινδυνεύει. Τα μεγαλύτερα ρίσκα βέβαια τα έχει ζήσει προηγουμένως η ποιήτρια. Κάποτε, ο Χιλιανός ποιητής Νίκανορ Πάρρα μου είχε εκμυστηρευθεί ότι το μεγαλύτερο του πρόβλημα στην ποίηση ήταν το πέρασμα από στίχο σε στίχο. Δεν ήθελε, μου έλεγε, μια λογική, αφηγηματική ακολουθία. Άλλα, ούτε και κάτι ξεκάρφωτο. Αυτό μου είπε ήταν τότε το «Holy Grail» της ποιητικής του. Φαίνεται ότι η Σάσια Γιάνσεν το έχει επιτύχει αυτό στην ποίηση της.
Η θεματική της είναι ο εαυτός της, μια γυναίκα στην εποχή της. Ο Γουόλτ Γουίτμαν είχε γράψει «γιορτάζω τον εαυτό μου», με εκείνα τα δοξαστικά του ποιήματα για το σώμα όπου βρίσκει την αποθέωση της η ψυχή. Στην ποίηση της η Σάσια Γιάνσεν αποσκοπεί να κάνει το ίδιο κάτω από το νυστέρι ενός χειρούργου (κάποιες φορές κυριολεκτικά) και ανάμεσα στις κοφτερές, σαν σπασμένο γυαλί, πλευρές του κοινωνικού χώρου, τις αντιξοότητες της ζωής που πρέπει να διαπραγματευθεί. Και έτσι, εντελώς παραδόξως, η ποίηση της αποκτάει μια μορφή πανηγυρική. Σε αυτό συμβάλλουν βέβαια και οι μοναδικές εικόνες της. Δεν πρόκειται για έντεχνα φτιαγμένες εικόνες ενός δομημένου συμβολισμού. Έχουμε την αίσθηση πως πρόκειται για οντότητες τριγύρω μας που η μαλθακή, διασπασμένη ματιά μας αδυνατεί να τις προσδιορίσει. Χάρις στη ματιά τρυπάνι της ποιήτριας τώρα βρίσκονται στο πεδίο της όρασης μας.
Φόρεσα το είδος μου
1.
Γεννήθηκα από μια κουκκίδα στις εννιά ένα πρωί
το πρώτο δυνατό πρωί γιατί δεν βγήκε από τη νύχτα,
χρώμα από ένα φούξια λαμπρό ως κίτρινο σαν θειάφι.
Ακόμα το θυμάμαι αυτό.
Σωστή, όλα σωστά, η ευκρίνεια, το μέγεθος, φτιαγμένη από
κάποια που της έδωσαν ένα 9H, προς στιγμήν καθηλωμένοι
την αποκάλεσαν Θεό ξέχωρα από εμένα.
Μια απαίσια πρώτη φορά, αλλά επί τέλους έπαψα να είμαι
κανένας.
2.
Φόρεσα ένα σπάργανο που θα γινόταν σάβανο,
είναι αδύνατο, και όμως έγινε έτσι ακριβώς.
Όχι τόσο μακριά από εδώ έγινα πάλι κουκκίδα, η μοναδική
αλλά πιο αδύναμη, ίσως φτιαγμένη από ένα 9B από εκείνο το ίδιο
άτομο, αυτή με έκλεισε πίσω στον εαυτό μου, τα βαμβακερά
συνέχισαν να σκορπίζουν το άρωμα τους μες στη ντουλάπα μου.
3.
Πίστευα ότι τα πράγματα συνέβαιναν ταυτοχρόνως.
Ίσως να ήταν το είδος που έπρεπε να φορέσω, ίσως να ήταν η κίνηση,
Ίσως να ήταν η χαρά, η τρέλα, ή και τα δύο μαζί, λιακάδα με βροχή.
Πίστεψα ότι έπρεπε να χιονίσει, έβαλα τις σκέψεις πίσω από αυτό
και μεγάλωσα και έγινα η ίδια μου δοκιμαστική κάρτα,
απατηλά πανομοιότυπη, σαν και οποιουδήποτε άλλου.
4.
Έμαθα αμέσως πώς να ζω και πρόβλεψα τι θα συνέβαινε κατόπιν.
Όταν ήρθε η αγάπη ούτε καν με τη μορφή
ενός νεαρού αγγέλου ξέχασα την κουκκίδα μου και λαμπάδιασα, κίτρινη
μια φούξια καρδιά.
Κατόπιν ξέχασα να ξεχνάω, γυμνή σαν ένα μοναχικό τριαντάφυλλο.
5.
Μετά από αυτό ξεντύθηκα το είδος μου, να δω αν ήμουν άδεια
να δω αν θα το τολμούσα, στραγγισμένη από αίμα το τόλμησα.
Οι άλλοι κοίταζαν, πώς ήμουν έτσι, πως δεν είχε απομείνει τίποτα
από μένα, δεν θα έπρεπε να υπάρχει κάποιο υπόλειμμα μου, κάτι;
6.
Έγινα αμέσως λιγότερο καλή στο να ζω, δεν θα πρέπει να ξεντύνεσαι αυτό
που μετά δυσκολίας μπορείς να φορέσεις, στον γύψο ξανά έγινες άμορφη.
Τρόποι για να θάψεις ένα χέρι
Το γάλα βράζει ξεχυλίζοντας από το σμαλτωμένο τηγάνι πρωινό κίτρινο
η βάση του σαν φρέσκια μαύρη γη, αυτός ο φόβος δεν είναι φτιαγμένος
από όσους ουρλιάζουν τη νύχτα τη μαύρη χολή το πράγμα με αρχή και τέλος
την κακόβουλη όχθη με τις παπαρούνες της.
Από τι είναι φτιαγμένος λοιπόν, γαλατάκι μου;
Από κήπους βαθιούς όπου εναέριες ρίζες σού κόβουν την ανάσα,
ψείρες κρύβονται στη σχισμή σου, δάχτυλα ξεπροβάλλουν από την
κοιλιά σου. Σηκώνω τους ώμους ότι δεν ξέρω, ανασκαλεύω τη φωτιά.
Το χερούλι το νιώθω στο στομάχι, γαλατάκι μου,
να περιπαίζει το χέρι το καυτό, με χώμα φρέσκο να το θάψω εκεί.
Μονάχα…
Μονάχα που έχω ένα μουνάκι
σαν φύκια στη μπανιέρα ή δέρμα τεντωμένο γύρω από έναν άντρα
κρύα πλακάκια, πιο συχνά, παρά σάρκα
υπάρχει και εκείνο το σφιχτό, το γλυκό που δεν σπρώχνει όμως προς
ένα απόγευμα σκληρό με λουρίδες φωτός αν εγώ είμαι εκεί κι εσύ όχι.
Είμαι το φύλο μου
Μακριά! τα πόδια τού μοσχαριού που πάνε να με αποπλανήσουν
ούτε η κοιλιά που να φουσκώνει, τα βυζιά μου
αν πράγματι τα βυζιά μου κάνουν το κάτι άλλο
τότε ο νους θα καταλήξει ότι ανήκει σε άλλη κατηγορία εντελώς.
Αφήνει…
Αφήνει πίσω της ένα ανδρικό πουκάμισο άσπρο σαν πάγο σε ένα καρφί
ένα πουλόβερ που απειλεί τον αφαλό μου βρώμικο γκρι, παπούτσια για
ένα πέλμα γυμνό, ο κάτασπρος τοίχος ελεημοσύνη για όταν θα είμαι μόνη μου.
Έρχεται λέει αντίο, για κοίτα, μπάι-μπάι νιρβάνα, γιατί λοιπόν τότε εσύ να αφήσεις
τον εαυτό σου να σκεπαστεί μια τελευταία φορά σαν τραπέζι χωρίς καλεσμένους,
ένα γλειφιτζούρι να πέφτει επάνω στα λινά;
Απλώνεται σε εκείνο το μικρό μικρότατο πιο γοητευτικό πιο ενδόμυχο μέρος
εκεί όπου παρατηρώ πόσο εγκαταλελειμμένη είμαι.
Φυλλοαρρωστημένη
ο άνεμος με έσπρωξε στα δεξιά, την καλύτερη πλευρά μου,
και ήταν εκεί, όπου το ηράκλειο σφοντύλι με ρούφηξε
μέσα στη βαθιά θάλασσα, ήξερα τα πάντα
από τι είμαστε φτιαγμένοι εμείς, τα ζώα, τα πράγματα
το μπλε του ουρανού που χάνει τα λογικά του στο σκοτάδι
γιατί η σκόνη δεν είναι σκόνη
από όπου προέρχονται όλα και όπου εξαφανίζονται
γιατί η μέρα με σκοτώνει, εμένα σαν το πρώτο άτομο
που ξέρει το κάθε τι χωρίς όγκο χωρίς βάθος απλώς
έτσι όπως είναι το κάθε τι έτσι που να μπορώ να κάνω αυτό.
Περιμένω στο πράσινο φως.
Κανείς δεν αμφισβήτησε τη γνώση μου, έτρεμα σαν το διαπίστωσα.
Άγρια προάστια
Θα διαλέξω τον δικό μου θάνατο, είμαι γυναίκα από τα προάστια,
και όχι κοπέλα από την επαρχία.
Περπατώ στη βεράντα με το πεταλουδένιο παντελόνι μου, μάτια πετάγονται από παντού,
από τα πόδια μου, από την κοιλιά και το παντελόνι μου είναι τόσο μικρό,
και απαλό και τόσο σαμπανιζέ, εδώ σε αυτή τη γειτονιά με τις προβλήτες τις ξύλινες
χωρίς νερό, όπου τα πόδια των κοριτσιών φυτρώνουν πάνω στις προσόψεις των σπιτιών.
Ξέρω ένα χελιδόνι που ανταλλάσσει φτερά για τα καρύδια μου
τα ρίχνει στα πόδια μου, τα κρατώ για τον ύπνο μου.
Βλέπω έναν άντρα να κρεμάει μια ανάμνηση αλφαδιασμένη σαν ζάρι
πάνω από τη γυναίκα του, το παιδί του είναι η ραφή που αυτή ξεράβει.
Δείχνει τις θηλές μου απ’ τη γωνία.
Κάνω μια στροφή στις φτέρνες μου.
Είμαι ένας τρομερός οργανισμός που επιλέγει.
Είμαι ένα μπλε βασιλικό.
Στέκομαι καταμεσής μιας ομορφιάς άγριας.






















