του Γιάννη Μουγγολιά
Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή —
φωνή που μπαίνει
μες στην καρδιά μας και την συγκινεί
και την ευφραίνει.
Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός.
Φέρνει μηνύματα εις τες ψυχές δροσάτα
η μελωδία της. Τα περασμένα νιάτα
θυμίζει χωρίς πίκρα και χωρίς καημό.
Οι περασμένοι έρωτες κρυφομιλούνε,
αισθήματα λησμονημένα ξαναζούνε
μες στων κυμάτων τον γλυκό ανασασμό.
Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Και σαν κοιτάζεις την υγρή της πεδιάδα,
σαν βλέπεις την απέραντή της πρασινάδα,
τον κάμπο της που ’ναι κοντά και τόσο μακρινός,
γεμάτος με λουλούδια κίτρινα που σπέρνει
το φως σαν κηπουρός, χαρά σε παίρνει
και σε μεθά, και σε υψώνει την καρδιά.
Κι αν είσαι νέος, μες στες φλέβες σου θα τρέξει
της θάλασσας ο πόθος· θα σε πει μια λέξι
το κύμα απ’ τον έρωτά του, και θα βρέξει
με μυστική τον έρωτά σου μυρωδιά…
Το πρώτο μέρος του ποιήματος «Φωνή απ’ την θάλασσα» (1893, 1898) του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη από τα «Αποκηρυγμένα» του (επιμέλεια: Γ. Π. Σαββίδης, εκδ. Ίκαρος, 1983) θα μπορούσε κάλλιστα να ταιριάξει στην προσπάθεια αυτού του άρθρου να ρίξει φως και να υπογραμμίσει κάποιες από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις όπου η μουσική συναντά, εμπνέεται ή αναπαριστά τη θάλασσα, τη ροή και τους ήχους της. Το ποίημα που ανήκει στα πρώιμα, νεανικά έργα του Κ. Π. Καβάφη, είναι ένα ολοζώντανο, λυρικό έργο με έντονη μελωδικότητα όπου ο ποιητής αναφέρεται στον ψίθυρο της θάλασσας ως ερωτικό και παρηγορητικό τραγούδι δομημένο από τους τρεις μεγάλους ποιητές, τον ουρανό, τον αέρα και τον ήλιο.
Μουσικές για τη θάλασσα λοιπόν σε μια ευρύτατη γκάμα μουσικών ειδών, από την ελληνική κλασική και την ροκ έως την τζαζ και την αβανγκάρντ. Μουσικές και τραγούδια που μιμούνται την οργή, το ξέσπασμα, την ηρεμία, τη δροσιά και τη ζωή της θάλασσας ακροβατώντας επιδέξια ανάμεσα σε μορφές και κύματα. Και μαζί πραγματικοί ήχοι σαν αυτούς που ακούγονται στην επιφάνεια ή στο βυθό της θάλασσας, αυτής που μας ευφραίνει αλλά και κάποιες φορές μας απειλεί.

Πολλοί από μας έχουν τραγουδήσει και συγκινηθεί με τους λυρικές μελωδίες και τους στίχους των Waterboys (τι τίτλος συγκροτήματος γεμάτος θάλασσα και νερό κι αυτός!). Ποιος δεν θυμάται το «This is the sea» από τον ομώνυμο δίσκο που οι Waterboys κυκλοφόρησαν το 1985 στη δισκογραφική εταιρεία Ensign αλλά και τα άλλα υπέροχα μελωδικά τραγούδια του δίσκου όπως τα «Don΄t Bang the Drum», «The Pan Within», «The Whole of the Moon» κ.α. Τρία χρόνια αργότερα ένας ακόμα «θαλασσινός» δίσκος μας έρχεται από το σπουδαίο folk-rock συγκρότημα με μέλη από Αγγλία, Ιρλανδία και Σκωτία. Εύγλωττος τίτλος του «Fisherman΄s Blues» (Ensign, 1988) και τα παράκτια ανεμοδαρμένα ύδατα ζωντανεύουν μέσα από folk, rock και κέλτικα (ιρλανδικά και σκωτσέζικα) μουσικά στοιχεία. Ένα από τα πιο επιτυχημένα εμπορικά άλμπουμ των Waterboys που έφτασε στο Νο 13 των βρετανικών charts και στο Νο 76 του Billboard 200.
«Η Θάλασσα» του Νίκου Σκαλκώτα
Από την εγχώρια κλασική μουσική, δικαιωματικά η κορυφαία στιγμή για μουσικές εμπνευσμένες από τη θάλασσα ανήκει στον σημαντικότερο Έλληνα συνθέτη Νίκο Σκαλκώτα (1904-1949). Το έργο του με τον τίτλο «Θάλασσα (Sea)» είναι ένα λαϊκό μπαλέτο, το οποίο συνέθεσε τη διετία 1948-1949, 13 ολόκληρα χρόνια μετά τους «36 ελληνικούς χορούς» του που αποτέλεσαν ίσως το έργο της ζωής του.

Υποστηρικτής του νεοκλασικισμού στη μουσική, καίριος εκπρόσωπος της δυτικότροπης μουσικής, αλλά και ιδιοφυής συνθέτης με τεράστια ευελιξία που έγραψε τόσο στο τονικό όσο και στο ατονικό και στο δωδεκαφθογγικό σύστημα, ο Νίκος Σκαλκώτας στο έργο αυτό όπως και στο σύνολο σχεδόν της δημιουργίας του, συνδύασε υποδειγματικά τα λαϊκά και παραδοσιακά στοιχεία (δημοτικό τραγούδι) με τις σύγχρονες συνθετικές μορφές και τεχνικές. Η «Θάλασσα» είναι μια από τις σημαντικότερες συνθέσεις της εργογραφίας του γραμμένη με τονικό τρόπο γραφής και εκτός από το βαθύτατο ελληνικό αποτύπωμα που διακρίνεται στη σύνθεση, έχουμε ως χαρακτηριστικά την πληθωρική ενορχήστρωση, τον έντονο ρομαντισμό, τη συμφωνική πληρότητα και τη ρυθμική ζωντάνια. Με έναν πρωτοποριακό τρόπο ο Σκαλκώτας παρουσιάζει τη θαλασσινή ζωή, τις σκηνές και τα συναισθήματα της ζωής των ψαράδων άλλοτε με χαρούμενο και ανάλαφρο τρόπο κι άλλοτε με πιο σκοτεινή διάθεση.
Ενδεικτικά κομμάτια του σημαντικού αυτού έργου που μας μεταφέρουν τη θαλασσινή αύρα: «Στην ακρογιαλιά», «Ο χορός των κυμάτων», «Η Τράτα», «Τα μικρά ψαράκια», «Τα Δελφίνια», «Προετοιμασία της Γοργόνας», «Ο χορός της Γοργόνας» και «Ο ύμνος στη θάλασσα».
Το μπαλέτο έχει ηχογραφηθεί από σημαντικά μουσικά σύνολα. Ξεχωρίζουν δύο δίσκοι που μας προσφέρουν εξαιρετικές εκδοχές του έργου. Ο πρώτος είναι με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ισλανδίας υπό τη διεύθυνση του Βύρωνα Φιδετζή το 2005 στη δισκογραφική εταιρεία BIS στην οποία επίσης συμπεριλαμβάνονται επίσης τα έργα του Νίκου Σκαλκώτα «Four Images» και «Greek Dance in C minor» καθώς και η σύνθεση του Δημήτρη Μητρόπουλου «Fete cretoise (Κρητική Γιορτή)». Σε όλα τα έργα της έκδοσης κοινός παρονομαστής είναι η βαθιά ελληνικότητα και η τονικότητα.

Στον δεύτερο δίσκο που κυκλοφόρησε το 2006 από τη δισκογραφική εταιρεία ANKH Productions η «Θάλασσα» του Νίκου Σκαλκώτα ερμηνεύεται ιδανικά από την Ορχήστρα των Χρωμάτων υπό τη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη.
Στο ένθετο του cd «Η Θάλασσα (Λαϊκό Μπαλέτο)» (ΑΝΚΗ, 2006) με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, διαβάζουμε το διευκρινιστικό σημείωμα του Νίκου Σκαλκώτα για το έργο του:
«Μια σειρά ζωντανών εικόνων, παρμένων αποκλειστικά από τη ζωή του θαλασσινού κόσμου και της ωραίας θάλασσας: Ένας ναύτης, ονειρεύεται σε μια ακρογιαλιά, στ΄ όνειρό του μέσα αναθυμάται λύπες και χαρές. Σε λίγο, όμως γίνεται τρικυμία, η θάλασσα οργιάζει και κάνει τα κύματα να χορεύουν μέσα σε μια σκοτεινή νύχτα – είναι ο χορός των κυμάτων. Η θάλασσα κοπάζει, η φύση σε λίγο γαληνεύει – μια τράτα των ψαράδων που τραγουδάνε τον φέρνει σε άλλη πραγματικότητα. Βλέπει μικρά ψαράκια να τρέχουν και να ταξιδεύουν στο άγνωστο – βλέπει και την ευτυχία των ψαράδων πάνω στη δουλειά τους.. Σε λίγο όλοι απομακρύνονται και μια απέραντη γαλήνη ξαπλώνεται, μια ιδιαίτερη ομορφιά της θαλασσινής φύσεως. Τ΄ όνειρό του εξακολουθεί. Ξάφνου, εκεί πάνω στα κύματα βλέπει κάτι το εξωτικό, μια γυναίκα να προετοιμάζεται στον χορό. Τι είναι; Μια Γοργόνα, η νεράιδα της θάλασσας, η αδελφή του Μ. Αλέξανδρου. Το θαλασσινό πλήθος που μαζεύεται την παρακολουθεί στον χορό της – εκείνη νομίζοντας πως χορεύει μπροστά στον αδελφό της, τον Μ. Αλέξανδρο, χορεύει έναν οργιαστικό χορό. Το πλήθος τότε ρωτά: ζει ο Μ. Αλέξανδρος; Ζει! Απαντούν από μακριά. Το παραμύθι του Μ. Αλέξανδρου γίνεται πραγματικότης. Εδώ τελειώνει και τ΄ όνειρο του θαλασσινού. Μόλις συνέρχεται, μια μεγάλη λύπη και χαρά σκορπίζεται επάνω του μαζί με το θαλασσινό πλήθος τραγουδάει τον τελευταίο ύμνο προς τη θάλασσα …».
Από τον χώρο της κλασικής μουσικής η θάλασσα δεν απουσίασε, αντιθέτως ευθύνεται για αριστουργηματικά, διαχρονικά έργα. Το διάσημο «La Mer» (1905) του Claude Debussy είναι ένα ιμπρεσιονιστικό αριστούργημα για μεγάλη ορχήστρα που με υποδειγματικό τρόπο ενώ εξελίσσεται καταγράφει μέσα από τρία συμφωνικά σκίτσα στο ηχητικό περιβάλλον τις αλλαγές του φωτός στο νερό, το παιχνίδι των κυμάτων και τον διάλογο του ανέμου με τη θάλασσα. Από την πλευρά του το έργο «The Hebrides / Fingal’s Cave» («Η Σπηλιά του Φίνγκαλ») που ο Felix Mendelssohn έγραψε μεταξύ 1830 και 1832 ανοίγει με μια εντυπωσιακή εισαγωγή που δύσκολα μπορεί να ξεχαστεί και ουσιαστικά παριστάνει τη δύναμη της θάλασσας της Σκωτίας και τον ήχο των κυμάτων που σκάνε πάνω στα βράχια μιας θαλάσσιας σπηλιάς. Αλλά και το πρώτο από τα τέσσερα μέρη του έργου «Scheherazade» (1888) του Nikolai Rimsky-Korsakov με τον τίτλο «The Sea and Sinbad’s Ship» («Η θάλασσα και το καράβι του Σίντμπαντ») μέσω των εγχόρδων και των πνευστών μας μεταφέρουν στις συνθήκες του απέραντου και φουρτουνιασμένου ωκεανού.
Τραγουδούν και οι φάλαινες;
Στον βυθό του ωκεανού και στους ήχους των φαλαινών μας μεταφέρει ο Ρωσοαμερικανός διευθυντής και ενορχηστρωτής δημοφιλούς ορχηστρικής μουσικής Andre Kostelanetz με το έργο του «And God Created Great Whales (Και ο Θεός δημιούργησε τις μεγάλες φάλαινες), Op. 229, No. 1». Πρόκειται για ένα συμφωνικό ποίημα του Αμερικανού συνθέτη Alan Hovhaness, το οποίο συνδυάζει ηχογραφημένα τραγούδια φαλαινών (humpback whales) με μια συμφωνική ορχήστρα. Ήταν το αποτέλεσμα μιας παραγγελίας του Andre Kostelanetz και παρουσιάστηκε σε πρώτη εκτέλεση από τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης στις 11 Ιουνίου 1970. Το έργο εμπνεύστηκε από τις ηχογραφήσεις «Songs of the Humpback Whale» που πραγματοποίησε ο Dr. Roger Payne. Ο Kostelanetz, γοητευμένος από αυτούς τους θαλάσσιους βιοακουστικούς ήχους, ζήτησε από τον Hovhaness να ενσωματώσει τα υποβλητικά και αιθέρια καλέσματα των φαλαινών σε μια πλούσια, ατμοσφαιρική ορχηστρική υφή. Το έργο περιέχει τέσσερα τμήματα τραγουδιών φαλαινών. Για μουσικούς σκοπούς, το τρίτο τμήμα έχει σκόπιμα υποβαθμιστεί για να χαμηλώσει τον τόνο, αλλά το τέταρτο περιέχει πραγματικούς χαμηλούς ήχους που παράγονται από τις φάλαινες.

Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του δίσκου: «Οι φάλαινες δεν έχουν φωνητικές χορδές και δεν είναι σαφές πώς τραγουδούν. Ο Dr Payne έχει χαρακτηρίσει τα τραγούδια ως “κυκλικά”, ενωμένα στα άκρα. Δεν μπορούμε να πούμε αν έχουν αυστηρή αρχή και τέλος. Φαίνεται να υπάρχει ένα πρόχειρο μοτίβο τραγουδιού χαρακτηριστικό του είδους humpback ως σύνολο, ένα θέμα στο οποίο κάθε μεμονωμένη φάλαινα τραγουδάει το δικό της σύνολο παραλλαγών».
Σχετικά με τη μουσική, ο Hovhaness έχει γράψει: «Ελεύθερα, χωρίς ρυθμό, δονητικά περάσματα, με κάθε έγχορδο να παίζει ανεξάρτητα, υποδηλώνουν κύματα σε έναν απέραντο ωκεανό. Η πεντατονική μελωδία ακούγεται ανοιχτά του απέραντου ωκεάνιου ουρανού. Υποθαλάσσια βουνά ανεβαίνουν και κατεβαίνουν σε κόρνα, τρομπόνια και τούμπα. Η μουσική των φαλαινών ανεβαίνει και κατεβαίνει επίσης στις οροσειρές. Το τραγούδι της φάλαινας αναδύεται σαν γιγάντιο μυθικό θαλασσοπούλι. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει, δεν έχει γεννηθεί ακόμη στην επίσημη ενότητα της φύσης».
Η μουσική περιλαμβάνει στοιχεία μελωδικού πεντατονισμού και έντονα στοιχεία τυχαιότητας (αλεατορικά), που ο Hovhaness αποκαλούσε «ελεύθερο χάος χωρίς ρυθμό». Ειδικά ηχογραφημένοι φωνητικοί ήχοι φαλαινών ακούγονται κατά διαστήματα σε όλη τη διάρκεια του έργου. Το έργο χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακές κορυφώσεις.

Αποτελεί ένα από τα πρώιμα έργα του κινήματος για τη διάσωση των φαλαινών από την εξαφάνιση και συνδέθηκε με τα περιβαλλοντικά μηνύματα σε διεθνές επίπεδο. Ο τίτλος του προέρχεται από το εδάφιο Γένεσις 1:21 της Βίβλου.
Στον δίσκο που κυκλοφόρησε το 1971 από τη δισκογραφική εταιρεία Columbia Masterworks (την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα), εμπεριέχονται τρία μέρη από ένα ακόμη σημαντικό έργο που αναφέρεται στη θάλασσα, το «Tempest» (Τρικυμία) του μεγάλου Φινλανδού συνθέτη Jean Sibelius, αλλά και «Τρεις Ελληνικοί Χοροί» (Ηπειρώτικος, Πελοποννησιακός, Κλέφτικος) του Νίκου Σκαλκώτα, το «Mack The Knife» του Kurt Weill και ο ισπανικός χορός «Jota Aragonesa» του Mikhail Ivanovich Glinka.
Στα άλμπουμ των γκρουπ της progressive rock
Αλλά και τα συγκροτήματα της progressive rock δεν έμειναν αδιάφορα και σε σημαντικό βαθμό επηρεάστηκαν από τη θαλάσσια θεματολογία. Τον Απρίλιο του 1969, την καταλυτική αυτή χρονιά από άποψη δημιουργικότητας, κυκλοφόρησε από τη δισκογραφική εταιρεία Polydor το τρίτο στούντιο άλμπουμ του βρετανικού συγκροτήματος Procol Harum με τίτλο «A Salty Dog» (Ένας παλιός θαλασσόλυκος).

Ηχογραφήθηκε ένα μήνα πριν. Ένας σαφώς πρωτότυπος δίσκος με επιβλητικές ενορχηστρώσεις, αξιοσημείωτη μελωδικότητα και μεταφορές για τα ταξίδια και την επιβίωση των ναυτών. Από τα πιο ώριμα και ποικιλόμορφα έργα του συγκροτήματος που συνδυάζει τον progressive ήχο, τον ψυχεδελικό με το blues, την pop και την ορχηστρική μουσική. Το ομώνυμο τραγούδι με ναυτική θεματολογία και ορχηστρικά έγχορδα ξεδιπλώνεται κερδίζοντας τις εντυπώσεις και εισάγοντάς μας στο γενικότερο ύφος του δίσκου. Οι στίχοι του αφηγούνται μια τραγική ιστορία της θάλασσας. Αλλά και το «Boredom» χαρακτηρίζεται από την ιδιομορφία και το νησιώτικο ύφος που εκπέμπει. Όσο για το εξώφυλλο του άλμπουμ, αυτό κι αν δεν είναι ναυτικό…
Τον Οκτώβριο του 1977 κυκλοφόρησε από τη δισκογραφική Harvest / EMI Electrola το έκτο στούντιο άλμπουμ των Eloy με τον απόλυτα διευκρινιστικό τίτλο «Ocean» και θέμα την άνοδο και την πτώση της Ατλαντίδας.

Το γερμανικό συγκρότημα με τις επικές και ατμοσφαιρικές μουσικές στιγμές κινείται μεταξύ progressive rock, space rock και krautrock και μας χαρίζει τέσσερις εκτεταμένες συνθέσεις μεταξύ των οποίων το 12λεπτο «Poseidon’s Creation» και το 16λεπτο «Atlantis’ Agony». Και οι τέσσερις συνθέσεις είναι βασισμένες στην έννοια της δημιουργίας, της απεραντοσύνης, του μυστηρίου και του μεγαλείου του ωκεανού και ξεδιπλώνονται από ποικίλες αφετηρίες όπως του περιβαλλοντικού ακτιβισμού ή της ατμοσφαιρικής μουσικής που οι Eloy χτίζουν με πολλή αγάπη. Το εξώφυλλο του άλμπουμ βασίζεται στον πίνακα «Η Τρικυμία» (The Tempest)» του Wojciech Siudmak που έχει ως τίτλο τον τίτλο του θεατρικού έργου του William Shakespeare.
Αλλά και οι Camel την ίδια περίπου περίοδο με το άλμπουμ τους «Moonmadness» (Decca, 1976) κατέθεσαν ένα έξοχο συμφωνικό progressive άλμπουμ ταξιδεύοντάς μας σε απαλούς κυματισμούς μέσα από κομμάτια όπως τα «Spirit of the Water» και «Lunar Sea».
Τέλος σε έναν μουσικό κόσμο με έντονα ηλεκτρονικά ηχοτοπία, ambient ανάπτυξη και συμφωνική progressive διάθεση ο Ουκρανός συνθέτης, πολυοργανίστας (παίζει όλα τα όργανα ο ίδιος) και παραγωγός Antony Kalugin, με παρελθόν στη μουσική new age, μας ταξιδεύει μέσα από τον δίσκο «The Water» (Caerllysi Music, 2008). Αιχμή του δίσκου το 15λεπτο καταιγιστικό ομώνυμο κομμάτι με τα πλήκτρα να φτιάχνουν εξαίσια μοτίβα εμπνευσμένα από τον ωκεανό. «Atlantis» και «In The Wake Of … (Poseidon’s Gates)» είναι δυο ακόμα κομμάτια της θαλάσσιας θεματολογίας του δίσκου.
Στην τζαζ και σε παρεμφερή μουσικά είδη
Αν θα επιλέγαμε έναν δίσκο από τον χώρο της τζαζ με θέμα τη θάλασσα, αναμφίβολα προσανατολιζόμαστε στο αριστουργηματικό άλμπουμ του συνθέτη και πιανίστα Herbie Hancock «Maiden Voyage» που κυκλοφόρησε το 1965 στην Blue Note αντανακλώντας το απόγειο της δημιουργικής του φάσης στην πρώτη τζαζ περίοδό του.

Έχοντας δίπλα του τους μουσικούς του «Empyrean Isles» (τον μεγάλο τρομπετίστα Freddie Hubbard, τον εκλεκτό κοντραμπασίστα Ron Carter και τον διαστημικό ντράμερ Tony Williams) συν τον τενόρο σαξοφωνίστα George Coleman, ο Herbie Hancock μας προσφέρει μια πληθωρική, ανεπανάληπτη εμπειρία και ταυτόχρονα ένα υποδειγματικό υψηλής αισθητικής ακρόαμα. Πέντε αριστουργηματικές συνθέσεις, όλες αυθεντικές με την υπογραφή του Hancock, με το ομώνυμο, το «Eye of the Hurricane» και το «Dolphin Dance» να υπερέχουν, ενώ το έξοχο «Little One» να δίνει την αφορμή για να δημιουργήσει ο Miles Davis με το κουιντέτο του συμπεριλαμβανομένου του Hancock και με τον Wayne Shorter αντί του George Coleman μια επίσης ξεχωριστή εκδοχή που εντάχθηκε στο άλμπουμ του Miles «E.S.P.» (1965).
Το «Maiden Voyage» είναι αναμφίβολα ένα από τα σημαντικότερα τζαζ άλμπουμ όλων των εποχών και βρίσκεται στην αφρόκρεμα της δισκογραφίας του Hancock κατά την ακουστική του περίοδο, πριν εισχωρήσει μέσα του η πρόκληση του ηλεκτρισμού. Το hard bop και το mainstream συναντούν με μοναδικό τρόπο το post bop, τη modal και την αβανγκάρντ απελευθερώνοντας έναν ακαταμάχητο μελωδικό λυρισμό και ταυτόχρονα εμπνευσμένες στιγμές ευφάνταστου ελεύθερου αυτοσχεδιασμού αλλά και πολύπλοκης συνθετικής δομής. Ο Hancock στα κορυφαία του ως συνθέτης, πιανίστας και ηγέτης συγκροτήματος σε έναν δίσκο ιστορικό, δομημένο γύρω από ένα ωκεάνιο, θαλασσινό concept. Και όπως γράφει στο οπισθόφυλλο του δίσκου «Maiden Voyage» (Παρθενικό Ταξίδι) ο ίδιος ο Hancock: «Αυτή η μουσική προσπαθεί να αιχμαλωτίσει την απεραντοσύνη και το μεγαλείο της θάλασσας, το μεγαλείο ενός θαλάσσιου σκάφους στο παρθενικό του ταξίδι, τη χαριτωμένη ομορφιά των παιχνιδιάρικων δελφινιών, τον συνεχή αγώνα για επιβίωση ακόμη και των πιο μικροσκοπικών θαλάσσιων πλασμάτων και την τρομερή καταστροφική δύναμη του τυφώνα, νέμεσης των ναυτικών».

Από τον χώρο της σύγχρονης και ηλεκτρονικής τζαζ, της αβανγκάρντ και της μουσικής abstract μας έρχεται το άλμπουμ του Ιταλού συνθέτη κινηματογραφικής μουσικής, διευθυντή ορχήστρας και ενορχηστρωτή Armando Sciascia «Sea Fantasy» που κυκλοφόρησε το 1972 από τη δισκογραφική εταιρεία Vedette Records, προσωπική εταιρεία του Sciascia. Μια σουίτα 12 κομματιών (χαρακτηριστικοί οι τίτλοι μεταφρασμένοι στα ελληνικά: «Μαύρη Άμμος», «Ορμητικά Κύματα», «Πλημμυρίδα», «Ηλιοβασίλεμα στη Μεσόγειο», «Καταιγίδα: Ένταση 8», «Ναυάγιο», «Ρύπανση των Ωκεανών», «Υποβρύχια Φαντασία», «Το Φεγγάρι στη Θάλασσα», «Στα Βάθη του Ωκεανού», «Νοσταλγική Θάλασσα», «Ήρεμη Θάλασσα») με έντονο τον εξωτικό χαρακτήρα στα οποία αναδεικνύονται πολλές και διαφορετικές δράσεις αλλά και τα δραματικά στοιχεία της ζωής, μέσα από μια διεισδυτική «βουτιά» στον βυθό της θάλασσας. Στον δίσκο συνυπάρχουν περίτεχνα η σύγχρονη κλασική μουσική με τον υποβλητικό χαρακτήρα της και οι ανεξίτηλες χροιές του flamenco όπως αποδίδονται από τα συνθεσάιζερ. Η μουσική θυμίζει σάουντρακς του Ennio Morricone και του Piero Umiliani. Κομμάτια από τον δίσκο συμπεριλήφθηκαν στο σάουντρακ του ντοκιμαντέρ του Harald Reinl «The Mysteries of the Gods» (1975) που έχει ως θέμα την επίδραση των αρχαίων αστροναυτών στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Στα μονοπάτια της τζαζ, του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού και της δημιουργικής μουσικής που δεν μπορεί με ασφάλεια να καταταχτεί σε μουσικά είδη και στιλιστικές κατευθύνσεις ανήκει το άλμπουμ «Aquatic» του σύγχρονου αυστραλέζικου τρίο The Necks. Πρόκειται για το τρίτο άλμπουμ τους που κυκλοφόρησε το 1994 από τη δισκογραφική εταιρεία Fish of Milk label. Το άλμπουμ αποτελείται από δυο γιγάντιες συνθέσεις, διάρκειας 28 και 26 λεπτών με τους τίτλους «Aquatic I» και «Aquatic II» όπου οι Chris Abrahams (πιάνο, χάμοντ), Lloyd Swanton (κοντραμπάσο) και Tony Buck (ντραμς) κατά κύριο λόγο και ο Stevie Wishart παίζοντας hurdy-gurdy στο δεύτερο κομμάτι ξεδιπλώνουν τις πληθωρικές ιδέες τους, τη μινιμαλιστική κυκλική δομή τους, την μοναδική ατμόσφαιρα της μουσικής τους και τις εκρήξεις τους πάνω στη διαρκώς μεταβαλλόμενη συνθετική γραμμή τους. Μια σπάνια εμπειρία με μια ολοκληρωτική στην ουσία σύνθεση που καθηλώνει και ταυτόχρονα μιμείται ένα υπνωτικό μπακγκράουντ ήχου που διαρκώς μεταμορφώνεται αργά ακριβώς σαν τους κυματισμούς και τα βαθιά υποθαλάσσια ρεύματα της θάλασσας.
Ο Brian Eno
Στον χώρο της ambient ο Brian Eno αποτελεί ίσως την πιο αντιπροσωπευτική και ακρογωνιαία μουσική φυσιογνωμία έχοντάς μας προσφέρει σπάνια αριστουργήματα του είδους. Ωστόσο το άλμπουμ «The Pearl» (Editions EG, 1984) που συνυπογράφει με τον Harold Budd και με τη συμμετοχή του Daniel Lanois ακούγεται πραγματικά σαν … θάλασσα. Η υποβρύχια γαλήνη και η έντονη υδάτινη ατμόσφαιρα του δίσκου σε υποβάλλει ενώ κομμάτια σαν το ομώνυμο και τα «Dark Waters», «A Stream With Bright Fish», «Against The Sky» που αποδίδουν με απόλυτη πιστότητα τη ρέουσα μαγεία του ωκεανού μέσω των ηλεκτρονικών, αναμφίβολα σαγηνεύουν τον ακροατή.


Αρκετά χρόνια νωρίτερα, το 1977 ο Brian Eno με τον art rock δίσκο του «Before and After Science» (Polydor, 1977), πέμπτο στούντιο άλμπουμ της δισκογραφίας του, ο Eno προσδιόριζε ο ίδιος τη δουλειά του ως «μουσική του ωκεανού» σε αντίθεση με το προηγούμενο δίσκο του «Another Green World», το οποίο περιέγραψε ως «μουσική του ουρανού». Ενδεικτικά κομμάτια της εξαιρετικά ισορροπημένης αυτής δουλειάς του είναι τα «Backwater», «Julie With…» και «By This River». Φιγουράρουν τα ονόματα των Robert Wyatt (με το ψευδώνυμο Shirley Williams), Fred Frith, Phil Collins, Phil Manzanera, Paul Rudolph, Andy Fraser, Dave Mattacks, Jaki Liebezeit, Dieter Moebius και Hans-Joachim Roedelius δίνοντας ένα ανεπανάληπτο επιτελείο μουσικών που ο καθένας συνεισφέρει τα μέγιστα με τον τρόπο του.
Άλμπουμ ορόσημο αφού μετά από αυτό οι τάσεις του Brian Eno φλερτάρουν ανοιχτά με την αβανγκάρντ και την ambient. Η μουσική αυτή κατεύθυνση του Eno έγινε αισθητά διακριτή από τη δεύτερη πλευρά του «Before and After Science». Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα άλμπουμ της δισκογραφίας του που ήρθε την περίοδο που ο Eno συμμετείχε δημιουργικά στα άλμπουμ «Low» και «Heroes» του David Bowie ενώ η προσωπική πορεία του Eno ετοιμαζόταν να καταγραφεί μέσα από ambient άλμπουμ σαν τα «Music for Films» και «Discreet Music». Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι για το άλμπουμ αυτό ο Brian Eno έγραψε 100 κομμάτια από τα οποία βέβαια συμπεριλήφθηκαν μόνο 10 στον δίσκο.
«Ο Κόσμος της Θάλασσας» του Dominique Guiot
«Ο Κόσμος της Θάλασσας» είναι ο απόλυτα διευκρινιστικός τίτλος του εξαιρετικού ambient, ηλεκτρονικού, άλμπουμ του Γάλλου Dominique Guiot διάρκειας 34 λεπτών, που κυκλοφόρησε το 1978 από τη δισκογραφική εταιρεία Chicago 2000 και ήταν εξαιρετικά σπάνιο και θρυλικό άλμπουμ. Μέχρι την πρόσφατη σχετικά επανέκδοσή του, το «L’ univers de la mer» ήταν δυσεύρετο και αποτέλεσε αντικείμενο του πόθου των συλλεκτών δίσκων.

Με τίτλους ακριβώς στο πλαίσιο της θεματικής του δίσκου («Μπαλάντα Wind Surf», «Χορός της Μέδουσας», «Τα Δύο Ψάρια», «Μπαλέτο Αγάπης για τα Δελφίνια», «Πιγκουίνοι σε Παιχνίδι», «Ταξιδεύοντας στο Παγόβουνο», «Συναγερμός στη Θάλασσα», «Μετανάστες της Θάλασσας») ο Dominique Guiot μας χαρίζει ένα απολαυστικό όσο και απαιτητικό ακρόαμα το οποίο συνδυάζει αρμονικά prog-rock, library και synth μουσική. Το μάτι μαγνητίζεται από το μαγευτικό έργο που κοσμεί το εξώφυλλο του δίσκου. Πρόκειται για ένα εξώφυλλο με το έργο τέχνης του σουρεαλιστή καλλιτέχνη επιστημονικής φαντασίας Jacques Wyrs, ο οποίος κατά καιρούς, εκτός των άλλων, δημιούργησε θαυμάσια εξώφυλλα σε άλμπουμ σημαντικών μουσικών και συγκροτημάτων της rock και της progressive.
Με τη σύνθεση και την εκτέλεση να ανήκουν στον Dominique Guiot —ο οποίος χρησιμοποιεί Mellotron, Minimoog, clavinet, εκκλησιαστικό όργανο και κιθάρα— το «L’Univers de la Mer» αντλεί την έμπνευσή του από την εξερεύνηση της βαθιάς θάλασσας, τα θαλάσσια πλάσματα και τα υποβρύχια βασίλεια.

Το κινηματογραφικής αισθητικής άλμπουμ των 12 κομματιών (μεγαλύτερη διάρκεια κομματιού: 3 λεπτά) περιηγείται οργανικά μέσα από ποικίλες μεταλλάξεις του prog-rock και της synth μουσικής: από ατμοσφαιρικά κομμάτια διαλογισμού («Wind Surf Ballad») και μεσαιωνική electronica («Une Ballade Pour Une Goélette»), μέχρι spacey smooth jazz («Les Deux Poissons»), folk εμπλουτισμένη με funk στοιχεία («L’Univers De La Mer»). Όλα αυτά συνθέτουν έναν συναρπαστικό κόσμο γεμάτο απόκοσμη μαγεία και υποβρύχια αισθησιακή ατμόσφαιρα και ταυτόχρονα μια εμπειρία ακρόασης που προτρέπει για αποδράσεις από τη συμβατική πραγματικότητα. Ακούγοντας το άλμπουμ σε αρκετά σημεία εντοπίζουμε την επιρροή του ήχου του Mike Oldfield στον ήχο του Dominique Guiot. Μπορεί ο Oldfield να μη συνέθεσε άλμπουμ σχετικό με θαλάσσιους ήχους ωστόσο τόσο η μουσική του δοσμένη με την υδάτινη αίσθηση και ροή της αποτέλεσε δεξαμενή έμπνευσης με διακριτικές επιρροές στο έργο του Dominique Guiot. Αρκετά αργότερα βέβαια ο Mike Oldfield, το 1987 έγραψε τον δίσκο «Islands» επηρεασμένο έντονα από τη μουσική του ωκεανού και το 1994 έγραψε το άλμπουμ «The Songs of Distant Earth» (1994) με θέματα βασισμένα στο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Arthur C. Clarke και κομμάτια με τους ενδεικτικούς τίτλους «Oceania», «Lament for Atlantis» και «Crystal Clear». Έργο υποβλητικό, χαμηλών τόνων και μελωδικών αποχρώσεων
Ο σπουδαίος συνθέτης σάουντρακς Sven Libaek
Γεννημένος το 1938 στη Νορβηγία, ο Libaek συνδέθηκε ουσιαστικά με την Αυστραλία. Ήρθε για πρώτη φορά στην Αυστραλία το 1960 ως μέλος του συγκροτήματος Windjammers, το οποίο έκανε περιοδείες στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αυστραλία. Λίγο μετά τη διάλυση του γκρουπ, ο Libaek και η σύζυγός του επέστρεψαν στην Αυστραλία για να ζήσουν.
Το 1963 ο Libaek προσλήφθηκε από τη νεοσύστατη CBS Records (Αυστραλία), η οποία είχε συσταθεί μετά την εξαγορά της Αυστραλιανής δισκογραφικής εταιρείας το 1960 από την Columbia Records στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως μουσικός διευθυντής και διευθυντής της CBS (καθώς και γενικός διευθυντής για την April Music Publishing στο Σίδνεϊ) ο Libaek δημιούργησε μια λίστα με καλλιτέχνες ποπ, φολκ και τζαζ και παρήγαγε πάνω από διακόσια σινγκλ και άλμπουμ. Άφησε τη CBS το 1968 για να εργαστεί ως ανεξάρτητος συνθέτης, ενορχηστρωτής, μαέστρος και ίδρυσε τη δική του εταιρεία παραγωγής μουσικής.

Ο Libaek έζησε και εργάστηκε στο Λος Άντζελες από το 1977 έως το 1994, όπου ενορχήστρωσε περισσότερα από 300 δημοφιλή τραγούδια για ραδιοφωνικούς σταθμούς και καλλιτέχνες των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των Lionel Richie και Neil Diamond, και επίσης εργάστηκε για την εταιρεία Hanna-Barbera, συνθέτοντας τις παρτιτούρες όλων των superstars της εταιρείας, 10 τηλεοπτικών ταινιών κινουμένων σχεδίων.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, ο Libaek κυκλοφόρησε περισσότερα από τριάντα άλμπουμ με τη μουσική του, στην οποία το μεγάλο μέρος αφορά μουσικές που έγραψε για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Έχει συνθέσει έργα συναυλιών για όργανα όπως το πιάνο, η κλασική κιθάρα, το φλάουτο και το κλαρίνο και διετέλεσε μόνιμος μαέστρος της Sutherland Shire Symphony Orchestra του Σίδνεϊ. Για την Αυστραλιανή Εκατονταετηρίδα της Ομοσπονδίας το 2001 του ανατέθηκε από το Συμβούλιο του Σάδερλαντ Σάιρ να συνθέσει ένα έργο για συμφωνική ορχήστρα, χορωδία και μπάντα πνευστών. Το First Shire εκτελέστηκε στην παραλία Cronulla μπροστά σε 10.000 άτομα τον Ιανουάριο του 2001.
Το «The music of Sven Libaek» που κυκλοφόρησε το 1967 και επανεκδόθηκε το 2017, είναι ένα από τα πιο σπάνια LP του και αποτελεί συλλογή των σάουντρακ για μικρού μήκους ταινίες και ντοκιμαντέρ της δεκαετίας του 60 που έγραψε. Η μουσική του άλμπουμ κινείται μεταξύ jazz και library music μεταδίδοντας τη φρεσκάδα των εξωστρεφών ρυθμών και των εξαιρετικών μελωδιών του μέσα από το πρίσμα ενός εκπληκτικού γκρουπ. Ο ίδιος διευθύνει το 8μελές σχήμα (άλτο, τενόρο σαξόφωνα, φλάουτα, τρομπέτα, κιθάρα, μπάσο, ντραμς, βιμπράφωνο κλπ) που παίζει τις συνθέσεις του, ενώ ηγείται στο πιάνο και στην κιθάρα. Μουσική με δροσερή αύρα, εξαιρετικές ενορχηστρώσεις, ατμόσφαιρες και μια νωχελική αίσθηση που σε χαϊδεύει με το βελούδινο άγγιγμά της. Ένα πολύχρωμο μωσαϊκό που χωρά τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό, την τζαζ της δυτικής ακτής και τους βραζιλιάνικους ρυθμούς σε συνδυασμό με μια μοναδική διάθεση. Υπνωτικά βαλς και ρυθμοί bossa σε συνδυασμό με τα τονικά χρώματα του βιμπράφωνου και του φλάουτου πλημμυρίζουν τις αισθήσεις μας με χαρούμενες μελωδίες. Σαγηνευτική μουσική ενός εκλεπτυσμένου μοντερνιστή της τζαζ με υπέροχη ποπ ευαισθησία.

Ωστόσο στη δισκογραφία του περίοπτη θέση κατέχει το «Inner Space», μια από τις πιο θρυλικές ηχογραφήσεις μουσικής για ταινίες στην ιστορία της αυστραλιανής μουσικής. Κυκλοφόρησε το 1973 από τη δισκογραφική εταιρεία Festival Records ως μουσική επένδυση για μια σειρά ντοκιμαντέρ σχετικά με την υποβρύχια ζωή, σε σκηνοθεσία των Ron και Valerie Taylor (έμπειρων σκηνοθετών και ερευνητών της θαλάσσιας ζωής με κύριο αντικείμενο τους λευκούς καρχαρίες, που η βοήθειά τους επιστρατεύτηκε από τον Steven Spielberg για την θρυλική ταινία «Τα σαγόνια του Καρχαρία»), και πλέον κατέχει επάξια τη θέση του ως κομβικό άλμπουμ της «υποβρύχιας μουσικής». Με αστείρευτη εφευρετικότητα και υπέροχες μελωδίες, άλλοτε παραπέμποντας στον ωκεανό, άλλοτε σε αμφίβια φύση και άλλοτε σε μυστηριώδεις πελαγικές ζώνες, το «Inner Space» συγκαταλέγεται στα κορυφαία έργα του. Με τη συμμετοχή κορυφαίων Αυστραλών μουσικών της τζαζ, όπως ο Don Burrows και ο John Sangster, η μουσική κινείται αριστοτεχνικά ανάμεσα στη λειτουργική συνοδεία (incidental music) και τον αυτοσχεδιασμό, δημιουργώντας μια δίνη από εξαίσια, εξωτική τζαζ. Μουσική που ζωντανεύει ιδανικά τη μαγεία του βυθού, δοσμένη με ηλεκτρισμό, ψυχεδελική ατμόσφαιρα που εκκινεί από φλάουτα, πλήκτρα, πνευστά (τρομπόνια και τρομπέτες), κιθάρες, ντραμς και που κορυφώνει την αγωνία και το μυστήριο αναπαριστώντας την ύπουλη και ανησυχητική προσέγγιση του αιμοβόρου κήτους, του καρχαρία του εξωφύλλου του άλμπουμ. Παραθέτουμε μερικούς από τους ενδεικτικούς τίτλους των κομματιών: «Μουσική για Σμήνη Χελιών», «Ήχοι του Βυθού», «Νησιά των Πουλιών», «Επικίνδυνος ύφαλος», «Θαλάσσια Φίδια», «Μουσική για Χελώνες», «Καρχαρίες σε Επίθεση». Oι πρωτότυπες φωτογραφίες στο άλμπουμ (εξώφυλλο και οπισθόφυλλο) προέρχονται από το υποβρύχιο αρχείο των Ron και Val Taylor. Μετά από 30 και πλέον χρόνια, το 2004 αρκετά κομμάτια του χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία του Wes Anderson, «The Life Aquatic with Steve Zissou». Το «Inner Space» επανεκδόθηκε για πρώτη φορά το 2007 από τη Voltary Records.


Μια ακόμη υπέροχη «θαλασσινή» δουλειά απολαμβάνουμε και στο «To Ride a White Horse» (Festival Records 1966, επανέκδοση: Votary Records 2016), το θαυμάσιο σάουντρακ που έγραψε ο Libaek για το ομώνυμο ντοκιμαντέρ του Bob Evans για το σερφ. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1967 και συνδυάζει αριστοτεχνικά κινηματογραφική modal jazz, παιχνιδιάρικα βαλς και ιμπρεσιονιστική μουσική ατμόσφαιρα που σχολιάζει ιδανικά τις υποβρύχιες λήψεις. Θαλάσσιοι τίτλοι κι εδώ: «Περιήγηση σε τοποθεσίες Surf», «Στο Κύμα», «Κορίτσια με Μπικίνι», «Βαλς με Καταμαράν», «Για να πιάσεις έναν καρχαρία», «Ιππασία σε Λευκό Άλογο (Μικροσκοπικά Κύματα)», «Σέρφινγκ μέσω των πουλιών» με τα κομμάτια να αντικατοπτρίζουν τη γενικότερη θεματική του δίσκου. Παιγμένα υποδειγματικά από τους George Golla (κιθάρα), Richard Brooks (φυσαρμόνικα), John Sangster (βιμπράφωνο) και Don Burrows (ξύλινο πνευστό) εκπέμπουν την ευελιξία και την εκφραστικότητα ενός σπουδαίου σχήματος μοντέρνας μουσικής. Δίσκος πρώιμος και ταυτόχρονα ορόσημο για την μουσική των ταινιών surf.
Με τον τίτλο «Inner Space (The Lost Film Music Of Sven Libaek)» και εξώφυλλο τον καρχαρία του εξώφυλλου του πρωτότυπου «Inner Space» το 2006 κυκλοφόρησε από την Trunk Records μια συλλογή από επιλεγμένες στιγμές που ο Libaek έγραψε σε διάφορα «θαλασσινά» του σάουντρακ. Εκτός από αποσπάσματα από τα «To Ride a White Horse» και «Inner Space» εμπεριέχονται θέματα από τις ταινίες «Nature Walkabout» (Festival Records 1966, επανέκδοση: Votary Records 2013) και «The Set» (Philips 1969, επανέκδοση: Voltary Records 2014).
Ηχογραφήσεις θαλάσσης από τους Michel Redolfi και Jean-Luc Hérelle
Όσοι προτιμούν αντί μιας καθαρά μουσικής εμπειρίας και ενός ολοκληρωμένου μουσικού έργου όπως έχουμε συνηθίσει, να ακούσουν περίπου «πραγματικούς ήχους» θαλάσσης, μπορούν να αποζημιωθούν με το παραπάνω ανακαλύπτοντας το έργο των δυο επόμενων συνθετών. Σε μια άλλη διάσταση της θαλάσσιας ζωής μας μεταφέρουν οι δίσκοι των Γάλλων Michel Redolfi και Jean – Luc Herelle. Για την περίπτωση του Michel Redolfi στεκόμαστε στους δίσκους «Immersion / Pacific Tubular Waves» (INA-GRM, 1980) που αποτέλεσε το δισκογραφικό ντεμπούτο του και «Sonic Waters, Underwater Music 1979-1987» (Sub Rosa, 2021) και για την περίπτωση του Jean-Luc Hérelle στους δίσκους «Le Chant Des Vagues – The Song of the Waves» (Sittelle, 1994) και «Histoire De L’Eau – Water Story» (Ambiances Sonores, 1995).

Ο 75χρονος σήμερα Γάλλος συνθέτης ηλεκτροακουστικής μουσικής και πειραματικός μουσικός από τη Μασσαλία Michel Redolfi, γνωστός κυρίως για την έννοια της «υποβρύχιας μουσικής» που το 1969, συνίδρυσε το GMEM (Groupe de musique expérimentale de Marseille) μαζί με τους Marcel Fremiot και Georges Boeuf, δημιουργεί ηλεκτροακουστική, ambient μουσική συνθέτοντας τμήματα του πρώτου του άλμπουμ ενώ βρισκόταν σε κατάδυση στα ανοιχτά των ακτών της Καλιφόρνιας, καταγράφοντας τις φυσικές διαθλάσεις του ήχου που προκαλούνταν από τα θαλάσσια ρεύματα. Το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει με μια αργή κάθοδο από την επιφάνεια του ωκεανού έως την πλήρη βύθιση στο νερό. Στο «Sonic Waters, Underwater Music 1979-1987» ο Redolfi επιχειρεί μια βαθύτερη και πιο διευρυμένη συνέχεια των υποβρύχιων εγχειρημάτων του. Ο δίσκος περιλαμβάνει τα έργα «Music for Fresh Water» και «Music for Salt Water» και συνδυάζει πρώιμα ψηφιακά συνθεσάιζερ (όπως το Synclavier) με ηχογραφήσεις από υδρόφωνα. Μια σουρεαλιστική, χωρική εμπειρία ακρόασης, παρόμοια με την παρακολούθηση συναυλίας κατά τη διάρκεια κατάδυσης.

Οι δίσκοι του Jean-Luc Hérelle ξεφεύγουν από τα όρια ενός μουσικού έργου και περισσότερο αποτελούν ηχογραφήσεις πεδίου. Στην περίπτωση αυτή η «μουσική» δημιουργείται μέσα από καθαρούς, ακατέργαστους φυσικούς ήχους. Στο προσκήνιο βρίσκεται εδώ ο ήχος των κυμάτων του ωκεανού και των παράκτιων οικοσυστημάτων και η αποτύπωσή του αναδεικνύει τη στοχαστική ή χαοτική σε κάποιες περιπτώσεις διάσταση. Η επεξεργασία των ήχων στην περίπτωση αυτή συνθέτει ένα πρωτοποριακό μινιμαλιστικό ακουστικό τοπίο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί υπό κάποιες προϋποθέσεις ως ambient «μουσική».
H Σαβίνα Γιαννάτου και το «Watersong»
Κλείνουμε την αναφορά μας με ένα άλμπουμ που συνδέεται με το νερό και τη θάλασσα με ποικίλους τρόπους. Ο λόγος για το υπέροχο «Watersong» (ECM, 2025) της Σαβίνας Γιαννάτου, της Lamia Bedioui και των Primavera en Salonico που έγινε θερμά δεκτό από τεράστια μερίδα της διεθνούς κριτικής και απέσπασε τα εγκωμιαστικά σχόλια του κοινού.

Ένα μαγευτικό άκουσμα που συγκεντρώνει τραγούδια από πολλές και διαφορετικές περιοχές που στη συντριπτική τους πλειοψηφία βρέχονται από τη θάλασσα (όχι μόνο τη Μεσόγειο): Ελλάδα, Αίγυπτο, Κύπρο, Ισπανία, Καλαβρία της Ιταλίας, Κορσική, Μικρά Ασία, Ιρλανδία, Βόρεια Μακεδονία. Μαζί τους το «Full Fathom Five», ένα τραγούδι του 17ου αιώνα του Robert Johnson σε στίχους από την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ («Τα κόκαλά του γίνανε κοράλλια, τα μάτια του μαργαριτάρια» με θέμα τη μεταμόρφωση ενός ανθρώπου που κατοικεί στον βυθό της θάλασσας) και το θαυμάσιο αμερικάνικο σπιρίτσουαλ «Wade in the water». Η αναμφισβήτητη ευελιξία της φωνής της Σαβίνας Γιαννάτου και οι απεριόριστες δυνατότητές της σε ερμηνευτικό επίπεδο συναντούν την αυθεντικότητα της ερμηνείας και το γνήσιο, λαϊκό ύφος της τραγουδίστριας Lamia Bedioui και η μουσική παρουσία των Primavera en Salonico, της κορυφαίας μπάντας των Κώστα Βόμβολου- κανονάκι, ακορντεόν, Χάρη Λαμπράκη- νέι, Κυριάκου Γκουβέντα- βιολί, Γιάννη Αλεξανδρή- ούτι, Μιχάλη Σιγανίδη- κοντραμπάσο και Dine Doneff- κρουστά είναι υποδειγματική και καθοριστική διευρύνοντας το ηχητικό πεδίο που μπορεί να ανοιχτεί το άλμπουμ. Οι ενορχηστρώσεις των κομματιών ανήκουν στον Κώστα Βόμβολο. Η θάλασσα και το νερό όμως δεν υπάρχουν εδώ όμως μόνο ως στίχοι ή ως μουσική μεσογειακή αίσθηση. Υπάρχουν και σε πιο χαλαρές μορφές όπως στα μεταναστευτικά μονοπάτια που οδηγούν τις ανθρώπινες ροές μεταξύ των κρατών. Μια εκπληκτική εκδοχή για παραδοσιακό κατά βάση υλικό που παρουσιάζεται μεταμορφωμένο μέσα από τη σφραγίδα των ερμηνευτριών και του εκλεκτού μουσικού σχήματος.

Το παραπάνω άρθρο δεν είχε τη φιλοδοξία να καλύψει όλα τα έργα -συνθέσεις ή τραγούδια- που γράφτηκαν για τη θάλασσα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να το κάνει όταν στην παγκόσμια δισκογραφία είναι αναρίθμητα τα ολοκληρωμένα πρότζεκτς αλλά και τα σκόρπια, διάσπαρτα κομμάτια που «μιλούν» για θάλασσες και ωκεανούς από πολλές και διαφορετικές οπτικές γωνίες, με στενή ή χαλαρή σύνδεση με το υδάτινο στοιχείο. Εδώ, μέρες Αυγουστιάτικες που είναι, εντοπίζουμε ένα μέρος αυτών και αντλούμε από τη δροσιά της θάλασσας.





















