Αναστασία Δανάλη
Με γέννησες Παρασκευή και 13 ενός κρύου Γενάρη. Και στ’ αλήθεια ούτε εγώ δεν ξέρω πόσες φορές άκουσα την ιστορία της γέννησης μου. Πόσο κρύο είχε, πόσο απρόβλεπτα ήρθα, δυο βδομάδες νωρίτερα απ’ ότι σας είχε πει ο γιατρός, πόσο δύσκολο ήταν να ειδοποιήσεις το μπαμπά που ήταν στη δουλειά γιατί ακόμα τότε παρότι δεκαετία του 80, δεν είχαμε σταθερό τηλέφωνο στο σπίτι. Τελικά σε πήγε στο μαιευτήριο ένας γείτονας που λίγα χρόνια αργότερα είδαμε αστυνομικούς να σπάνε την πόρτα του σπιτιού του και να τον συλλαμβάνουν μπροστά στα τρία παιδιά του. Μετά από αυτό με έβαζες να κάνω παρέα με το γιο του που ήταν συμμαθητής μου και συχνά πηγαίναμε στο σπίτι τους για να πιείς καφέ με τη μαμά τους. Σ’ αγαπούσαν όλοι μαμά.
Με βγάλατε Νίκη, ελπιδοφόρο όνομα αλλά αταίριαστο με τη ζωή μου.
Όταν πήγαινα Πέμπτη δημοτικού, ήταν Μεγάλη Παρασκευή θυμάμαι, πήγες να ξυπνήσεις το μπαμπά για να ξεκινήσετε τις δουλειές που είχατε να κάνετε εν όψει του Πάσχα, αλλά εκείνος είχε κοιμηθεί για τον ύπνο τον αιώνιο.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω τις φωνές σου ούτε και την αβεβαιότητα του τι ακριβώς σήμαινε πέθανε ο μπαμπάς.
Κατάλαβα όταν άκουσα στην κηδεία μια θεία σου να μου λέει «μη κλαις κορίτσι μου, ο Θεός ορφανά κάνει, άμοιρα δεν κάνει».
Την ορφάνια την συνειδητοποίησα, όταν από τη μια μέρα στην άλλη, σταμάτησες να παίζεις μαζί μου με τις κούκλες. Κοιμόμασταν όμως μαζί στο διπλό κρεβάτι και αυτό ήταν ό,τι καλύτερο είχε συμβεί στην παιδική μου ηλικία. Λίγο καιρό μετά ξεκίνησες να δουλεύεις στο εργοστάσιο. Ετοιμαζόμουν μόνη μου το πρωί για το σχολείο και το μεσημέρι έτρωγα μόνη μου το φαγητό που μου είχες αφήσει από βραδύς μες στο φούρνο. Θυμάμαι να βάζω να κάθονται οι κούκλες στις δυο άδειες καρέκλες σας και να στρώνω χαρτοπετσέτες και μαχαιροπήρουνα μπροστά τους. Να παριστάνω ότι είναι ή τα αδέρφια που ποτέ δεν απέκτησα ή εσείς οι γονείς μου και να τους λέω τα νέα του σχολείου.
Ήταν δύσκολα χρόνια μαμά. Συχνά σε άκουγα να κλαις τα βράδια όταν νόμιζες πως με είχε πάρει ο ύπνος. Δεν το σχολίασα ποτέ. Προσπαθούσα να μη σου δημιουργώ προβλήματα, να είμαι καλή μαθήτρια, να κάνω τις δουλειές του σπιτιού, να μη σου ζητάω τίποτα. Φοβόμουν μη σε χάσω μαμά. Χωρίς το μπαμπά άντεξα, χωρίς εσένα τι θα έκανα;
Τίποτα δεν είχα αλλά και τίποτα δεν μου έλειψε ποτέ. Τίποτα εκτός από εκείνο το ποδήλατο. Πόσο έκλαψα εκείνο το καλοκαίρι της πρώτης γυμνασίου. Πέρναγα τις διακοπές του σχολείου στη γειτονιά με τα παιδιά που έφευγαν και επέστρεφαν από τις διακοπές τους εναλλάξ. Εγώ πάντα εκεί να τα περιμένω να έρθουν μαυρισμένα και γεμάτα ιστορίες από τα μέρη που είχαν επισκεφτεί. Εγώ μέτραγα τα παγωτά και τα ένα δυο μπάνια που κάναμε όλο το καλοκαίρι. Δεν με πείραζε μαμά. Μόνο όταν τα απογεύματα ξεκίνησαν να πηγαίνουν βόλτες με τα ποδήλατα τους, τότε μόνο επέτρεπα να πω στον εαυτό μου πόσο θα ήθελα να ήταν όλα αλλιώς. Να μη μένω μόνη μου πίσω στο παγκάκι να περιμένω να επιστρέφουν την ώρα που έπρεπε να μαζευτούμε σπίτι.
Δεν μου είπες όχι, με πήγες σε ένα ποδηλατάδικο και βρήκαμε ένα γυαλιστερό γκρι ποδήλατο με πορτοκαλί καλαθάκι μπροστά και ασορτί σέλα. Μόλις μας είπαν την τιμή πριν μου πεις ότι δεν μπορούμε να το πάρουμε, το ήξερα ήδη. Και δεν είπα τίποτα, τίποτα το θυμάσαι; Αν το θυμάσαι, σφίξε μου το χέρι σε παρακαλώ. Δεν το θυμάσαι; Ή δεν με ακούς μαμά; Δεν ξέρω αν με κατάλαβες εκείνο το βράδυ, πόσο πολύ έκλαψα. Έκλαψα χωρίς να ξέρω γιατί κλαίω. Για το μπαμπά που δεν είχα, για τα σκισμένα μου παπούτσια, για τα παλιά μου ρούχα, για σένα που είχες γεράσει μέσα σε δυο χρόνια ή για το γυαλιστερό ποδήλατο που τόσο πολύ το ήθελα.
Με ακούς μαμά; Το χέρι σου παραμένει τόσο όμορφο. Τόσο ζεστό. Τα φουσκωτά σου δαχτυλάκια πώς θα τα αφήσω από τα χέρια μου; πώς; Πόσα ατελείωτα χάδια μου έχουν κάνει τόσα χρόνια. Δεν θα τα αφήσω. Στο λέω, θα ξυπνήσεις.. κοίτα να ξυπνήσεις και θα τα φτιάξουμε όλα μαζί. Εγώ και εσύ. Όπως τότε.
Εκείνο το βράδυ, όλη νύχτα έβλεπα στον ύπνο μου εκείνο το γυαλιστερό γκρι ποδήλατο. Έβλεπα ότι το οδηγούσα και πήγαινα βόλτες μαζί με τα παιδιά. Πρώτη απ’ όλους. Μπροστά τους να τους καθοδηγώ, εγώ που δεν είχα ανέβει ποτέ σε ποδήλατο. Εγώ που δεν το απέκτησα ποτέ.
Και τώρα να το, με περιμένει στην αυλή του σπιτιού μου μαμά. Ο Νίκος μου το πήρε πριν λίγο καιρό στην πρώτη επέτειο του γάμου μας. Ο Νίκος, ο έρωτας μου που για χάρη του πήγα να ζήσω σαράντα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μας. Ο Νίκος και η Νίκη, το τέλειο ζευγάρι που καμαρώνεις παντού. Μου πήρε ένα ποδήλατο γυαλιστερό και γκρι σαν εκείνο της βιτρίνας.
Στα είκοσι οχτώ μου χρόνια έκανα την πρώτη ποδηλατάδα της ζωής μου. Ήταν Σάββατο και εκείνος ήταν πάλι στη δουλειά. Ήταν η τέλεια καλοκαιρινή μέρα στο παραθαλάσσιο προάστιο που επέλεξε να ζούμε. Εν μία νυκτί βρέθηκα απ’ το βουνό μας στη θάλασσα. Και δεν με ένοιαζε μαμά. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να σε βλέπω χαρούμενη να με καμαρώνεις.
Μιας και αργούσε και είχε τόσο ωραία μέρα αποφάσισα να πάρω το ποδήλατο και να πάω να τον βρω στο γραφείο του. Η διαδρομή που επέλεξα να πάρω ήταν περίπου ένα τέταρτο, ανηφόρες και κατηφόρες, κουραστική, ίσως ακατάλληλη για αρχάριους. Την τόλμησα.
Φεύγοντας από το σπίτι, οι έγνοιες έμειναν πίσω. Το μοναδικό μου μέλημα ήταν να μην κάνω καμιά στραβοτιμονιά και πέσω.
Μετά τις πρώτες άτσαλες πεταλιές βρήκα την ισορροπία μου. Λίγα μέτρα σταθερής πορείας και ένιωσα εντελώς ανάλαφρη. Ένα γλυκό αεράκι χτύπαγε το πρόσωπο μου. Ιούνιος, ανθισμένες μπουκαμβίλιες και βασιλικοί. Ιούνιος, ανοιχτά πατζούρια, μυρωδιά από γεμιστά. Και οι πέντε αισθήσεις έγιναν ένα με το περιβάλλον. Έγινα Ιούνιος.
Ένα πρωτόγνωρο ρίγος κατέκλυσε την ύπαρξη μου. Μια συγκίνηση μοναδική. Έμοιαζε με ελευθερία.
Το τοπίο ακτινοβολούσε από τη λάμψη του ήλιου. Ζεσταινόταν η πλάτη μου και η ψυχή μου. Να τα και τα ανθισμένα γιασεμιά. Ανέπνεα όλο και πιο βαθιά για να τα κλείσω μέσα μου….
Όσο πήγαινα, πέρναγαν από δίπλα μου σπίτια μικρά, όμορφα, ανθισμένες αυλές, ασβεστωμένα πεζούλια και παιδιά που γελούσαν. Τριγύρω δέντρα στα πεζοδρόμια, ψηλά κλαριά ως πάνω, δύο άντρες παίζανε τάβλι σε πλαστικές καρέκλες κάτω από ένα πλάτανο. Μια γυναίκα πότιζε την αυλή της. Πολύ οικείο το τοπίο. Παρόμοιο με την γειτονιά των παιδικών μου χρόνων.
Καθώς συνέχιζα με πιο σταθερά τα πόδια μου πάνω στο πετάλι, ένα χαμόγελο μόνιμα είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο μου. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι συνέλαβα την ευτυχία.
Έζησα την εκπλήρωση του παιδικού μου ονείρου. Για δες, αυτή μάλλον ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής μου.
Και τώρα ας κάνουμε ταμείο.
Πόσο κοστίζει η εκπλήρωση του παιδικού μου ονείρου; Πώς τόλμησα να φανταστώ ότι θα συλλάβω την ευτυχία;
Φτάνοντας στο γραφείο του Νίκου, από το βλέμμα του κατάλαβα πως δεν του άρεσε καθόλου που βγήκα στο δρόμο μόνη μου με το ποδήλατο και μάλιστα φορώντας σορτσάκι. Γύρισα σπίτι με τα πόδια. Το ποδήλατο το άφησα εκεί κατ’ εντολήν του. Η διαδρομή που πριν έμοιαζε με ελευθερία τώρα είχε γίνει Γολγοθάς. Γιατί ήξερα τι θα ακολουθήσει.
Εκείνο το βράδυ, πάνω στον καβγά, ακόμα έναν καβγά από τους σχεδόν καθημερινούς, το είδα. Το είδα στον καθρέφτη. Και στο λέω. Στο λέω ναι, ξεκάθαρα. Κόστισε πάρα πολύ ακριβά μαμά.
Θεέ μου τι μου έδειξε εκείνος ο καθρέφτης. Μου έδειξε ένα παραμορφωμένο πλάσμα και με άφησε να αναρωτιέμαι αν είμαι εγώ. Πού είναι επιτέλους η Νίκη που μου ταξες στη βάφτιση μου; Εγώ ήμουν εκείνο το τέρας;
Μισόκλειστο μαυρισμένο το ένα μου μάτι, το άλλο πρησμένο απ΄ το κλάμα. Στα μάγουλα μου σχηματίζονταν οι παλάμες του. Στο λαιμό μου κατακόκκινες δαχτυλιές. Πώς γλύτωσα πάλι από τα χέρια του εκείνο το βράδυ; Μ’ ακούς; Μην κοιμάσαι μαμά. Πρέπει να ξυπνήσεις, να φύγουμε μαζί από δω μέσα. Να πάμε στο σπίτι μας μαμά. Δεν είσαι εσύ για νοσοκομεία. Είσαι πολύ νέα για να φύγεις , σε χρειάζομαι μαμά. Ξύπνα επιτέλους.
Νόμιζα ότι καβαλώντας το ποδήλατο θα έβγαινα από το κελί μου; Μα πόσο ανόητη είμαι ρε μαμά; Το ποδήλατο αυτό έχει ταπείνωση και υποτίμηση και χειραγώγηση. Έχει κριτική σε κάθε μου κίνηση, σε κάθε μου σκέψη. Έχει αμέτρητα γιατί. Γιατί το ένα, γιατί το άλλο, γιατί μίλησες, γιατί είπες έτσι, γιατί έκανες αλλιώς, γιατί να δουλέψεις, γιατί να φορέσεις αυτό, γιατί να πας εκεί, γιατί να βγεις έξω μόνη σου.
Ούτε το εγκεφαλικό που έπαθες πριν ένα μήνα και σε άφησε να κοιμάσαι συνεχόμενα από τότε, δεν τον έκανε να σταματήσει τις ερωτήσεις. Γιατί να πας πάλι στο νοσοκομείο; Γιατί να κοιμηθείς εκεί; Γιατί δεν βάζεις γυναίκα; γιατί μίλαγες με το γιατρό, Γιατί, γιατί, γιατί, γιατί.
Τελειώσανε τα ψέματα. Τώρα τα ξέρεις όλα. Τώρα ξέρεις ότι το καλό παιδί που πάντρεψες την κόρη σου δεν είναι η τύχη που νόμιζες. Μέσα σε ενάμιση χρόνο γάμου, αμέτρητες στιγμές απελπισίας.
Τόσο ακριβά κοστίζει το παιδικό μου όνειρο;
Πες μου τουλάχιστον ότι μ ακούς εσύ. Να στα πω να ξεθυμάνω.
«φοβάμαι μαμά. Φοβάμαι.
Και τρέμω να μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς, ωραία, νέα κι ατυχής…»
Τώρα στα είπα όλα. Τώρα ξέρεις. Σ’ αγαπάω ως τον ουρανό και πάλι πίσω ένα εκατομμύριο φορές, έτσι δεν μου λεγες όταν ήμουν μικρή;
Τώρα αν δεν μπορείς να ξυπνήσεις, μπορείς να φύγεις. Να πας να βρεις το μπαμπά, σε τόπο φωτεινό, σε τόπο χλοερό, σε τόπο αναψύξεως, εκεί που έχει δραπετεύσει ο πόνος, η λύπη κι ο στεναγμός. Να πας όπου θες. Θα σε βρω εγώ όταν θα έρθει η ώρα. Θα σε ψάχνω για πάντα στον παράδεισο. Μόνο που δεν ξέρω πώς θα βρω το κουράγιο να ισορροπήσω ξανά πάνω στο ποδήλατο…























Πολύ συγκινητικό… Πολύ όμορφη γραφή που με μετέφερε στη στιγμή με ιδιαίτερο τρόπο… Σε ευχαριστούμε πολύ…