γράφει ο Βαγγέλης Προβιάς (*)
Έχουμε απολαύσει ξανά τον σαγηνευτικό Ian Mc Ewan στην Ελλάδα, όμως εχτές υπήρξαμε προνομιούχοι. Συντονίστηκαν τα λογοτεχνικά αστέρια και ζήσαμε ένα αλησμόνητο ενενηντάλεπτο, χάρη όχι μόνο στο ήρεμο, στιβαρό χάρισμα του μεγάλου συγγραφέα αλλά και στην σεβαστική, ισορροπημένη και διακριτική παρουσία του συνομιλητή του, Ηλία Μαγκλίνη.
Η κουβέντα στην γεμάτη αναγνώστες αλλά και συγγραφείς και επαγγελματίες του βιβλίου αίθουσα στο Μέγαρο Μουσικής, ξεκίνησε με αναφορά στο βιβλίο με δοκίμια που σύντομα θα εκδώσει ο McEwan – μιλώντας για αυτό είπε κάτι που μας γέμισε χαρά για τη συνέχεια: «θα ήταν μια απλή μάζωξη κειμένων, αλλά κάποια στιγμή… ξεκίνησα να έχω υψηλές φιλοδοξίες για το πρώτο μη – μυθοπλαστικό βιβλίο μου». Και να, έτσι μας έκανε να έχουμε και εμείς υψηλές φιλοδοξίες για την εκδήλωση – που δεν διαψεύστηκαν ούτε στο ελάχιστο.
Αμέσως μετά, η αναφορά στην Ελλάδα ζέστανε περισσότερο την ατμόσφαιρα. Ο McEwan μας μίλησε για την Αμοργό, σκηνικό κάποιων επεισοδίων του τελευταίου του μυθιστορήματος, Τι Μπορούμε Να Γνωρίζουμε. Εντυπωσιακό: Ποτέ δεν την επισκέφτηκε, ούτε μια φορά – για να γράψει για το νησί ρώτησε ένα φιλικό του πρόσωπο, είδε φωτογραφίες στο internet, και έκανε… μυθοπλασία. Ίσως για αυτό τοποθετεί έναν κήπο με μια σκιερή πορτοκαλιά στο πιο άνυδρο, ίσως, νησί των Κυκλάδων – όχι πως δημιουργεί κάποιο πρόβλημα στην αφήγηση αυτό. Πάντως, εκτός από την ωραία, κλεφτή ματιά στα συγγραφικά παρασκήνια, η αναφορά στην Αμοργό ήταν και κολακευτική διότι αναφέρθηκε στο νησί ως εικόνα που έχει στο μυαλό του για τον Παράδεισο. Αλλά, θυμίζω, δεν έχει πάει ποτέ… το επινοητικό μυαλό του μυθοπλάστη.
Έπειτα, μας παρουσίασε το πλαίσιο των συγγραφικών προθέσεών του στο Τι Μπορούμε Να Γνωρίζουμε. Στο σπουδαίο του βιβλίο – ίσως το μυθιστόρημα που απόλαυσα περισσότερο φέτος το καλοκαίρι – δεν είχε πολύ συγκεκριμένη πρόθεση. Ήθελε να εξερευνήσει την κλιματική αλλαγή, την επίδραση του ανθρώπου στο περιβάλλον, καθώς και το τι μπορεί να σημαίνει όταν κάποιος βλέπει την εποχή μας από την οπτική του μέλλοντος, από μερικές εκατοντάδες χρόνια στο μέλλον, και ήθελε και να κάνει μια πανηγυρική αναφορά στην ποίηση και την αξία της.
Για την κλιματική αλλαγή, η αναφορά του Mc Ewan πως ο σύγχρονος μέσος άνθρωπος καταναλώνει περισσότεροι ενέργεια από όσο 100 βασιλιάδες τον μεσαίωνα, ήταν σωστή μεν, όμως με ξένισε. Μοιάζει να ξεχνά πως δεν είμαστε όλοι στον ίδιο βαθμό υπεύθυνοι για την κλιματική καταστροφή, και ότι εταιρείες και θεσμοί μπορούν να επιβραδύνουν έστω, από μόνα τους την πορεία προς την αποκάλυψη που πλέον θεωρείται σχεδόν αναπόφευκτη. Και κάτι ενδιαφέρον: ο McEwan, που μας είπε ότι αφιερώνει χρόνο και ενέργεια για να είναι ενημερωμένος για τον κόσμο σήμερα, μας πληροφόρησε πως πέρυσι, για πρώτη χρονιά, η Κίνα πέτυχε τον στόχο να μειώσει σε εθνικό επίπεδο τις εκπομπές του θερμοκηπίου.
Για το μέλλον που φαντάζει ζοφερό, μας είπε πως βάζει τα δυνατά του να ενθαρρύνει το συναίσθημα της αισιοδοξίας μέσα του, διότι αυτό που ονόμασε, εξαιρετικά, metaphysical gloom – μεταφυσική αθυμία – και που ενδεχομένως μας την προκαλεί και η σύγχρονη ζωή, έχει μια πολύ κρίσιμη επίδραση: μας κλέβει την πεποίθηση στην ιδέα της προόδου, δηλαδή μας παραλύει. Υπαινίχθηκε πως το γράψιμο τον βοηθά να ελέγξει την αθυμία, αυτή καθ’ αυτή η διαδικασία της συγγραφής. Ένας άλλος τρόπος να γίνει αυτό, είναι με το να εκτιμούμε ό,τι έχουμε, το παρόν μας, το τώρα, με τα προβλήματά του, μάλλον παρά τα προβλήματά του – και αυτό είναι ακόμη μια σημαντική λειτουργία της λογοτεχνίας: μας δείχνει τι έχουμε, τι είμαστε, και, γιατί όχι, και σε τι αξίζει να εστιάζουμε από τον κόσμο και την πραγματικότητά μας.
Ήταν υπέροχα εμπνευστικός ο τρόπος που ο MacEwan μας υπενθύμισε τι είναι οι ιστορίες, τι σημασία έχουν, πόσο αξίζουν, ακόμα ακόμα και γιατί τις απολαμβάνουμε. Ήταν πολύ συγκεκριμένος στον θαυμασμό του, μας μίλησε για το μυθιστόρημα, για το πώς πρόκειται για ένα σπουδαίο εργαλείο για την εξερεύνηση της ανθρώπινης συνθήκης, αλλά και πώς αποτελεί το ιδανικό όχημα για την διατύπωση και εξερεύνηση και των παράξενων πραγμάτων στο μυαλό μας. Όλα αυτά τα κάνει ο συγγραφέας επιλέγοντας την κατάλληλη αφηγηματική φωνή, το χρονικό σημείο, το πρόσωπο και έτσι συνθέτοντας, με έλεγχο και αυτοπεποίθηση, την ιστορία του.
Συνόψισε την μαγική δύναμη της γραπτής αφήγησης εξαιρετικά: «είναι θαύμα το πώς βλέπουμε μερικά απλά σχήματα πάνω σε μια σελίδα… και ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά μας ένα πρόσωπο, μια ιστορία».
Πιστεύει πως η μαγειρική ταιριάζει θαυμάσια με το γράψιμο, έχουν και τα δύο να κάνουν με τα χέρια μας και με σύνθεση από πρωτογενή υλικά– αλλά ο φίλος του ο Martin Amis που δεν μαγειρεύει ούτε βραστό αυγό, γράφει σπουδαία, γέλασε…
Για το θέμα της μελλοντικής οπτικής, που όπως δείχνει και ο τίτλος του βιβλίου είναι ο βασικός θεματικός άξονας του, ο McEwan μας μίλησε για το πόσο του προκάλεσε το ενδιαφέρον αυτό που ονόμασε «δυσκολία της ιστορίας». Βασικά, πρόκειται για το ερώτημα τι πραγματικά μπορούμε να ξέρουμε για το παρελθόν και τους ανθρώπους του, αλλά ακόμα ακόμα και για το παρόν. Και ίσως εκεί να υπάρχει μια ακόμη σημαντική λειτουργία της λογοτεχνίας – μας δίνει ένα εργαλείο να δούμε καλύτερα «τους ανθρώπους, είτε είναι σύγχρονοί μας, είτε υπήρξαν στο παρελθόν που γίνονται τα φαντάσματα εκείνων που θα ζήσουν στο μέλλον».
Τέλος για την ποίηση, ο Ian δήλωσε θαρραλέα και χωρίς δισταγμό πως την θεωρεί την υψηλότερη μορφή τέχνης. Μεταξύ άλλων επειδή μπορεί να γίνει η καλύτερη λεκτική σύνοψη της ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά και εξαιρετικό εργαλείο για την εξερεύνηση της παρούσας στιγμής, των εντυπώσεων του τώρα και όσων κρύβονται από κάτω τους. Θεωρεί πως μόνο με την ποίηση είναι εφικτή η πραγματική τελειότητα με τις λέξεις.
Αυτό συνδέεται με την άλλη, ενδεχομένως αιρετική του πεποίθηση πως στο μυθιστόρημα το κρίσιμο, το θεμελιώδες είναι οι χαρακτήρες και η ιστορία – και όχι το γυάλισμα της φράσης. Όπως είπε, δεν διαβάζεις την Doris Lessing για τις φράσεις της. Έδωσε εύσημα στο Jonathan Franzen που γράφει έτσι, με ιστορίες και χαρακτήρες και όχι με φράσεις, ενώ δεν φοβήθηκε να δηλώσει πως χαίρεται για την κατάρρευση του μοντερνισμού. Τον επηρέασαν, ως νέο συγγραφέα, πολύ οι Αμερικανοί συγγραφείς επειδή «δεν υπέφεραν από μοντερνισμό» – που θεωρεί ότι έφτασε στην κολοφώνα του με την Virginia Woolf και μετά απλώς τελείωσε – ο οποίος έκανε πολλούς συγγραφείς να θεωρούν πως αν βγάλουν βιβλίο που πουλάει περισσότερα από 150 αντίτυπα, δημιούργησαν κάτι απλώς κακό.
Όμως, εκτός από λογοτεχνικές «συμβουλές» ο McEwan είπε ενδιαφέρουσες προσωπικές ιστορίες:
Για το πώς χάλασε η συμφωνία με τον άνθρωπο που θα έγραφε την επίσημη βιογραφία του επειδή εκείνος έκανε μια πολύ αυστηρή, αρνητική κριτική για ένα μυθιστόρημα του. Μάλιστα, ο συγγραφέας εξεπλάγη για το ότι ο παραλίγο βιογράφος είχε το «θράσος» μετά την δημοσίευση της κακής κριτικής να τον καλέσει σε δείπνο – αυτό μας το διηγήθηκε γελώντας, φροντίζοντας να μας επισημάνει ότι ούτε η βιογραφία ξεκίνησε ποτέ, ούτε την πρόσκληση σε δείπνο δέχτηκε.
Για το πώς οι φίλοι/συνάδελφοι του στρατιωτικού πατέρα του, στην αρχή της συγγραφικής του πορείας όταν δεν είχε αναγνώριση, όποτε του έκαναν χειραψία, έπειτα σκούπιζαν τα χέρια τους, εξαιτίας των μάλλον τολμηρών πραγμάτων που έγραφε στις ιστορίες του.
Για το πώς θεωρεί τις Παραλλαγές του Γκόλντμπεργκ ίσως το σπουδαιότερο έργο τέχνης, ένα πραγματικό θαύμα (θαρρώ έχει δίκιο!).
Για το πώς πιστεύει ότι το μισό Όσκαρ κουστουμιών που πήρε η ταινία Εξιλέωση θα έπρεπε να δοθεί στην σύζυγό του – την ανέφερε πολύ συχνά – η οποία του έδωσε την περιγραφή για το περιβόητο πράσινο φόρεμα του βιβλίου, αυτό που φορά υπέροχα η Κίρα Νάιτλι στο φιλμ. (Η αλήθεια όμως είναι πως το Όσκαρ αυτό δεν κερδήθηκε ποτέ, εκείνη τη χρονιά το βραβείο κοστουμιών το κέρδισε η Ελίζαμπεθ, με την Κέιτ Μπλάνσετ. Μα το φόρεμα όντως έχει μείνει στην ιστορία).
Για το πώς γράφει καθημερινά, από τις 9 περίπου το πρωί («όχι και ιδιαίτερα νωρίς», σχολίασε) μέχρι το μεσημεριανό του, γύρω στη 1 και μισή. Όμως, όταν είναι ενθουσιασμένος με κάποια ιδέα, ή κατορθώνει να παρασυρθεί, να μπει σε ροή, τότε μπορεί και να το πάει σερί, καμία φορά μέχρι και πολύ αργά το βράδυ, περασμένα μεσάνυχτα.
Από το συγγραφικό του εργαστήριο, μας αποκάλυψε κάτι που βρήκα υπέροχο, ίσως επειδή η Εξιλέωση είναι από τα πολύ αγαπημένα μου μυθιστορήματα: Το σπουδαίο αυτό λογοτεχνικό μεγαθήριο – ρομάντζο εποχής ξεκίνησε ως επιστημονική φαντασία (ο McEwan είπε τη σπουδαία φράση «Sometimes you just have to start somewhere, anywhere» και αυτό είναι μεγάλο μάθημα). Τελικά, το βιβλίο πήγε προς τα εκεί που και εμείς γνωρίζουμε στην πορεία, στην εξερεύνηση της ιστορίας και των χαρακτήρων και της αφήγησης.
Το πολύ ενδιαφέρον είναι το πώς αιτιολόγησε αυτήν την αλλαγή στην κατεύθυνση: η αρχική ιδέα αφορούσε μια ανώτερη τάξη, πεντακόσια χρόνια μετά, στο μέλλον, οι οποίοι ζουν αρνούμενοι κάθε είδους τεχνολογίας. Όμως το υπηρετικό προσωπικό τους έχει μέχρι και εμφυτεύματα λήψης εντολών στον εγκέφαλό τους – ένας τέτοιος, εμφυτευμένος κηπουρός ήταν ο αρχικός ήρωας του μυθιστορήματος. Μα ο McEwan ακολουθεί, από τότε που ξεκίνησε να γράφει, την συμβουλή του μεγάλου λεξικογράφου του 18ου αιώνα του Samuel Johnson, ότι δηλαδή nothing odd writes long. Έτσι, εγκατέλειψε την ιδέα του κηπουρού με τα εμφυτεύματα, από 500 χρόνια στο μέλλον. (Πάντως, η αλήθεια είναι πως ο Johnson διατύπωσε αυτήν την άποψη σχολιάζοντας το Τριστάν Σάντι του Λόρενς Στερν, το οποίο και παράξενο και πολυσέλιδο είναι, και την δοκιμή του χρόνου έχει αντέξει μια χαρά, όχι;)
Είπε πως δεν γίνεται να γράψεις μυθιστόρημα αν δεν έχεις διαβάσει Φλομπέρ, Τολστόι, Μάρκες – απλά είναι αδύνατον. Όσοι γράφουν χωρίς να διαβάζουν, μπορεί να πετύχουν κάτι, αλλά θα είναι συμπτωματικό και χωρίς ουσία.
Το πόσο ενημερωμένος είναι ο McEwan φάνηκε και από το θέμα του επόμενου του βιβλίου, που μας το αποκάλυψε με πολλή άνεση. Γράφει κάτι για την «εισβολή του internet στην παιδική ηλικία».
Πολύς λόγος έγινε για τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα, την ΤΝ. Είπε πως τον συναρπάζει η τεχνολογία αυτή, αλλά ότι δεν ξέρει τι να περιμένει, αφού πρόκειται για μια ιστορία μόλις 5-6 ετών. Τι θα έχουμε στα χέρια μας σε μια δεκαετία; Από την μία σκέφτεται ότι ίσως είναι το φρούτο της Εδέμ, αλλά μήπως η ΤΝ γίνει facehugger, το τέρας που τρώει το πρόσωπο των ηρώων στις ταινίες Alien; «Μήπως αυτό είναι η Δευτέρα Παρουσία;», αστειεύτηκε, ως δηλωμένος άθεος. Πάντως, θεωρεί πως είναι σχεδόν βέβαιο ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορέσει και να μιμηθεί τον εγκέφαλό μας, αλλά και να γράψει ένα καλοστεκούμενο μυθιστόρημα. Όχι αμέσως, μα σίγουρα σύντομα. Έκλεισε το θέμα με μια απαισιόδοξη επισήμανση: «αν ένας τίγρης καταβροχθίζει το πρόσωπό μου, δεν αναρωτιέμαι αν έχει ‘συνείδηση’… πρέπει να τον απομακρύνω από το πρόσωπό μου, πρέπει να σωθώ! Άλλωστε… τι είναι ακριβώς η συνείδηση;».
Τέλος, όταν ένας νεαρός αναγνώστης που δεν θα ήταν πάνω από 12-15 ετών τον ρώτησε από ποιο έργο του να ξεκινήσει να τον διαβάζει, ο McEwan αποκάλυψε πως αγαπάει πάρα πολύ ένα μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε το 1992 και ίσως θα μπορούσε να πάει καλύτερα. Διάβασα και εγώ τα «Μαύρα Σκυλιά» αυτό το καλοκαίρι, είναι ένα μυθιστόρημα σύντομο, που ενθυλακώνει όλη την συγγραφική μυθολογία του McEwan με σχετικά συνοπτικό τρόπο. Μου άρεσε, και το προτείνω και εγώ στον νεαρό αναγνώστη!
Είναι σημαντικό και βαθιά ηδονικό να βλέπουμε από κοντά τους συγγραφείς που θαυμάζουμε, να τους εσωτερικεύουμε, να τους βιώνουμε και ως πλάσματα αλλά και ως τεχνίτες. Είναι σπουδαίο δώρο – μάθημα, όχι μόνο συγγραφικό αλλά και μάθημα ζωής. Εχτές αυτό το δώρο οι συντελεστές της εκδήλωσης αλλά και ο Ian μας το πρόσφεραν με γενναιοδωρία και αγάπη.
O McEwan είναι γενναιόδωρος, χωρίς να είναι ανοικονόμητος, είναι χαρισματικός χωρίς να γίνεται performer, είναι ήρεμος και κατασταλαγμένος, χωρίς να είναι κυνικός, και πιστεύει στο έργο του χωρίς να γίνεται promoter. Είναι απολαυστικός ο ίδιος, αλλά μοιάζει να μην ξεχνά πως αυτό που προσφέρει στον κόσμο είναι το συγγραφικό έργο του, αυτό πρέπει να πρωταγωνιστεί. Ως δημιουργός, καλλιεργεί όχι μόνο την αισιοδοξία του, αλλά και την αγάπη του για εκείνα που νέος αγαπούσε πηγαία, και τώρα το πετυχαίνει να τα αγαπά με συνειδητή, ιερή, δουλειά.
Και ίσως να φαίνεται χαοτική αυτή η υποκειμενική παρουσίαση της συνέντευξης ενός συγγραφέα, με πολλά διαφορετικά θέματα, ωστόσο αποτυπώνει μια σημαντική αλήθεια – πως ο καλός συγγραφέας (οφείλει να) έχει ίδια γνώση, εμπειρία, και άποψη για πολλά διαφορετικά ζητήματα. Από την μαγειρική και την κλιματική αλλαγή, από την ποίηση και την διδασκαλία της γραφής, στα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα, και μετά στην πολιτική και στην μουσική και στις εσωτερικές πτυχές της γραφής. Όχι;
Ήταν μια απολαυστική στιγμή – νομίζω πως μπορώ να μιλήσω στο όνομα όσων ήμασταν εκεί, ευχαριστώντας όσους οργάνωσαν και φιλοξένησαν την εκδήλωση, και φυσικά τον παρουσιαστή, που ήξερε άψογα την θαυμάσια χορογραφία του να αποτραβιέται όταν έβλεπε ότι ο συνομιλητής του ήταν σε εκφραστικό οίστρο!
Πάντα τέτοια!
(*) Ο Βαγγέλης Προβιάς είναι συγγραφέας





















