Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Μπρόκολα (διήγημα του Βαγγέλη Δημητριάδη)

Μπρόκολα (διήγημα του Βαγγέλη Δημητριάδη)

0
10

Βαγγέλης Δημητριάδης

Όταν τέλειωσαν οι καλοκαιρινές διακοπές της, η Άννα μετέφερε από το χωριό μαζί της στην Αθήνα και το φθινόπωρο: αναδιάταξη, προγραμματισμούς, συννεφιές, φυλλορροή, ώχρα. Κοντά σε αυτά έφερε στο διαμέρισμα και τρία φυτά. Προτίμησε ζαρζαβατικά, μπρόκολα από σπόρο ντόπιο. Το τερπνόν, δηλαδή πρασινάδα, μετά του ωφελίμου σαλατικού. Τα τοποθέτησε στο μπαλκόνι της – τέταρτος όροφος, οδός Ψυχανθών 3 και Κήπων.

Τα φυτά με φαΐ και νερό κίνησαν να ψηλώνουν όπως ψηλώνουν τα μπρόκολα μέσα στις ζαρντινιέρες ενός μπαλκονιού που κοιτάζει με θλίψη κάτω, στη διασταύρωση με τα φανάρια, να ρέουν προς όλες τις κατευθύνσεις λεωφορεία, ταξί, δίκυκλα, πεζοπόροι με ή χωρίς τετράποδη συνοδεία.

Μέχρι τότε όλα καλά.

Στις δεκαεφτά μέρες: η  Άννα παρατηρεί σε μερικά φύλλα των μπρόκολων μια λευκή σκόνη, σαν στάχτη. Τι, στο καλό, έγινε, αναρωτιέται και ανοίγει τον άγιο Σώστη –το iPad– να μάθει περί τίνος πρόκειται.

Εικοστή μέρα: τα φύλλα νιώθουν τη στάχτη πάνω τους σαν κολλιτσίδα με κακές διαθέσεις. Εκατομμύρια αθέατα στόματα, μικροσκοπικές βδέλλες, ρουφούν τον χυμό τους. Τα φύλλα, ανήμπορα ν’ αντιδράσουν, υποτάσσονται. Λίγο λίγο, από την αφυδάτωση, αρχίζουν να σουρώνουν.

Η  Άννα βλέπει τα φύλλα των μπρόκολων να σγουραίνουν και τη στάχτη να επεκτείνεται επικίνδυνα από τη βάση των φυτών στις κορφές τους. Αμέσως εφαρμόζει τις οδηγίες του άγνωστου τηλε-γεωπόνου. Ετοιμάζει τον μικρό ψεκαστήρα. Πάει στο φαρμακείο, αγοράζει οινόπνευμα καθαρό. Το μίγμα που παρασκεύασε περιέχει νερό, οινόπνευμα και διάλυμα από πράσινο, δικό της σαπούνι.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, την ώρα που ο ήλιος έστριβε από την απέναντι πολυκατοικία για τη δύση ακολουθώντας τον μονόδρομο της οδού Κήπων, η Άννα βγαίνει και ψεκάζει φύλλο φύλλο τα τρία φυτά. Ψεκάζει πρωί απόγευμα κάθε μέρα.

Στις τέσσερις βδομάδες: η κατάσταση δεν έχει καθόλου βελτιωθεί. Τα φυτά ζαβοτραβούν σαν να κατάπιαν τον τραπεζίτη τους, τα φύλλα γέρνουν, μοιάζουν με του δαρμένου γκέκα τ’ αφτιά. Το έντονο πράσινο έχει υποχωρήσει, γκρίζες βούλες καλύπτουν όλες των φύλλων τις επιφάνειες. Τα φυτά νιώθουν τον εχθρό να κυριεύει τα κάστρα τους και περιμένουν ανήμπορα το μοιραίο.

Τότε η  Άννα πεισμώνει. Αυξάνει τη δόση των υλικών μέσα στον ψεκαστήρα, μειώνει το νερό, προσθέτει πετρέλαιο. Ψεκάζει κάθε οχτώ ώρες τρεις φορές την ημέρα: έξι το πρωί, δύο το μεσημέρι, δέκα το βράδυ.

Τίποτα πάλι, καμία βελτίωση.

Στις πέντε βδομάδες: η Άννα παίρνει φωτογραφία ένα φυτό και πηγαίνει στο λουλουδάδικο της γειτονιάς. Το και το, τι να κάνω, τα λυπάμαι, λέει στον γεωπόνο. Να τα ψεκάσεις με υγρό θειάφι και βλέπουμε.

Ψέκασε αμέσως και ξαναψέκασε.

Πέρασαν κάμποσες μέρες. Μπήκε ο χειμώνας, ο ουρανός έφερε σύννεφα, έφερε βροχές, αστραπές, έφερε καταιγίδες. Ο ήλιος κατέβηκε χαμηλότερα, σύρθηκε πάνω από τις πολυκατοικίες, είδε και της λύπησης τα τρία μπρόκολα. Της λύπησης γιατί ούτε με το υγρό θειάφι ανέκαμψαν.

Απογοήτευση.

Στις εφτά βδομάδες: Είναι πρωί, η  Άννα κάθεται στο σαλόνι. Πίνει καφέ, ν’ ανοίξουν τα μάτια της, να φύγει για τη δουλειά. Περίλυπη βλέπει πίσω από το τζάμι τα μισομαραμένα φυτά της. Κρίμα! Στο χωριό δεν είχε τέτοια προβλήματα. Σκέφτεται, φταίει η μόλυνση της ατμόσφαιρας, το καυσαέριο, οι καιροί. Μάλλον δεν αντέχουν στην πόλη τα φυτά της υπαίθρου, σαν τους ανθρώπους είναι κι αυτά.

Ξάφνου, ένα φύλλο από το πρώτο μπρόκολο ανασηκώνεται κυματιστά. Δεν είναι δυνατόν, παραλογίζομαι, μουρμουρίζει η Άννα πίσω από τα δόντια της. Κι άλλο φύλλο αρχίζει να κινείται σε λίγο. Σα να μιλούν με παλμούς μεταξύ τους τα δυο φύλλα, ενώ τα υπόλοιπα μένουν ακίνητα.

Σηκώνεται, πλησιάζει στο τζάμι της μπαλκονόπορτας. Κοιτάζει καλύτερα και βλέπει στα φύλλα ανάμεσα ένα πουλί. Δεν είναι μεγαλύτερο από ένα της δάχτυλο. Σταχτί προς το καφέ, με μια κόκκινη τραχηλιά. Καλογιάννος! Κι όπως περίεργη παρατηρεί το φαινόμενο, βλέπει να καταφτάνει κι άλλο πουλί και να προσγειώνεται στη δεύτερη ζαρντινιέρα. Τα πουλιά τσιμπολογούν με μανία τη στάχτη που έχει καλύψει τα φύλλα. Μετατοπίζονται κάθε τόσο και συνεχίζουν. Σε καμιά ώρα χορτάτα, φτερώνουν στο κάγκελο του μπαλκονιού. Κάτι χαρούμενο τραγουδούν στη γλώσσα τους και εξαφανίζονται στον ευκάλυπτο του σχολείου απέναντι.

Την άλλη μέρα και την παράλλη την ίδια ώρα η Άννα βλέπει τους καλογιάννους να καταφτάνουν και να προσγειώνονται στο μπαλκόνι της. Χορταίνουν με τη στάχτη των φύλλων μέχρι που την εξαφανίζουν. Σε καμιά βδομάδα απροειδοποίητα εξαφανίζονται κι εκείνα όπως ξαφνικά είχαν φανεί στο μπαλκόνι της.

Δωδέκατη βδομάδα: η  Άννα κορφολογεί προσεχτικά με το κλαδευτήρι τις πρώτες καταπράσινες ταξιανθίες από τα τροφαντά μπρόκολά της. Πριν τα πλύνει στον νεροχύτη, ανοίγει το iPad και ακούει στο YouTube δυο καλογιάννους να τραγουδούν.

Προηγούμενο άρθροΓια το “Δωσίλογοι και Ονειροπόλοι” (του Θανάση Χρήστου)
Επόμενο άρθροPlatforms Project 2026 (17 έως 20 Σεπτέμβρη στο Καπνεργοστάσιο της οδού Λένορμαν)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ