συνεντεύξεις στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο
Στο πλαίσιο του Διεθνούς Θεατρικού Αναλογίου 2026 θα παρουσιαστεί το έργο της Ανθούλας Σταθοπούλου- Βαφοπούλου “Την τελευταία στιγμή”. Αν και η Ανθούλα Βαφοπούλου έζησε λίγα χρόνια και το βασικό της έργο είναι ποιητικό πρόλαβε να αφήσει δύο θεατρικά έργα. Εξ αυτών το “Την τελευταία στιγμή” είναι ενδεικτικό μια πρώιμης φεμινιστικής οπτικής μέσα στο ρομαντικό κύμα του Μεσοπολέμου. Η Έλενα Χουζούρη, που επανάφερε στο φως το έργο της και η Χαρά Νικολάου που ανέλαβε τη σκηνοθεσία μιλούν για την παράσταση- αναλόγιο που ετοιμάζουν.
*****
Μιλάει η συγγραφέας Έλενα Χουζούρη
Ποια είναι η σχέση -αν υπάρχει-του θεατρικού έργου της Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου με την ποιητική της δημιουργία;
Έλ.Χουζούρη: Τόσο στα ποιήματά της όσο στα διηγήματα και τα θεατρικά της έργα φανερώνεται το ανεξάρτητο, θαρραλέο πνεύμα της που δεν διστάζει να έρθει αντιμέτωπο με τα συντηρητικά πατριαρχικά πρότυπα της εποχής της. Αν αυτό το στοιχείο διαπνέει την ποίηση της -ακόμα και την ερωτική- στα δύο θεατρικά της έργα, το τρίπρακτο «Ντίνα Πέλλη» και το μονόπρακτο «Τελευταία στιγμή» που αξιώνεται να παρουσιαστεί με την μορφή του αναλογίου, στο πλαίσιο του Διεθνούς Θεατρικού Αναλογίου 2026, είναι κυρίαρχο και εμφανέστατο. Κάνει κυριολεκτικά εντύπωση η προχωρημένα φεμινιστική, για την εποχή που γράφτηκαν [1934], οπτική τους. Μάλιστα στο μονόπρακτο «Τελευταία στιγμή» όχι μόνο δικαιώνεται ο γυναικείος χαρακτήρας αλλά και κατακεραυνώνεται ο ανδρικός. Ακόμα και η απιστία της ηρωίδας χρεώνεται αποκλειστικά στον απόμακρο, φιλόδοξο και εγωκεντρικό σύζυγό της.
.Νομίζετε ότι περιέχει βιωματικά στοιχεία μιας και γνωρίζουμε την θυελλώδη σχέση της με τον ποιητή και σύζυγό της, Γιώργο Βαφόπουλο;
Έλ.Χουζούρη: Ε, λοιπόν εδώ είναι ίσως ένα παράδοξο. Σε αντίθεση με τα ποιήματά της τα οποία έχουν βιωματικό υπόβαθρο και τουλάχιστον στα ερωτικά μιλούν για τον όντως θυελλώδη έρωτά της με τον Βαφόπουλο και τα σκαμπανεβάσματα του, στα θεατρικά της έργα αλλά και στα διηγήματά της, δεν υπάρχει απολύτως καμία σχετική ένδειξη. Είναι όλα επινοήματα της φαντασίας της και σαφώς επηρεασμένα από το κοινωνικό περιβάλλον της εποχής της. Αναδύουν μάλιστα- θα έλεγα- μια ιδιαίτερη κοινωνική ενσυναίσθηση γεγονός που έχει καταγράψει και ο ίδιος ο Γ.Θ. Βαφόπουλος στις Αυτοβιογραφικές του Σελίδες. Έχουμε δηλαδή μια πλήρως αποστασιοποιημένη ματιά σε αντίθεση με τα ποιήματά της, γεγονός που την καθιστά ακόμα πιο ενδιαφέρουσα ως δημιουργό.
Μιλάει η σκηνoθέτις Χαρά Νικολάου
Ποια θα είναι η “σκηνοθετική γράμμή” σε αυτό το αναλόγιο;
Χαρά Νικολάου :Ο πυρήνας είναι η ιδέα του αταξίδευτου ταξιδιού: Πιανόμαστε από κάτι που μοιάζει έτοιμο να συμβεί, αλλά τελικά μένει μετέωρο. Με ενδιαφέρει να κινηθούμε διαρκώς ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, στο παιχνίδι και τη μνήμη, στην παιδικότητα και τη σκληρότητα της ζωής.
Το αναλόγιο εδώ δεν αντιμετωπίζεται ως μια απλή ανάγνωση. Οι ηθοποιοί ερμηνεύουν, με το σώμα, τη φωνή και την ψυχή τους, ενώ η αφήγηση συναντά τη ζωντανή μουσική, το τραγούδι, τον χορό, την ποίηση , τη ζωγραφική και την ψηφιακή εικόνα. Οι διαφορετικές αυτές τέχνες είναι οι διαφορετικές γλώσσες μιας ενιαίας αφήγησης.
Κεντρική επιλογή είναι η ερμηνεία των ρόλων από γυναίκες και κορίτσια, παρότι η ιστορία στηρίζεται κυρίως σε ανδρικές μορφές. Δεν με ενδιαφέρει μια απλή αντιστροφή φύλων, αλλά μια μετατόπιση της οπτικής: Οι γυναικείες παρουσίες γίνονται φορείς όλων αυτών των φωνών και, μέσα από τα σώματά τους, η ιστορία αποκτά μια δεύτερη ανάγνωση. Ο θύτης και το θύμα εναλλάσσονται διαρκώς. Κανείς δεν μένει για πάντα στη μία πλευρά. Μέσα στην ανθρώπινη ευαλωτότητα και απέναντι σε όσα η κοινωνία επιτάσσει, οι ρόλοι μετακινούνται, αντιστρέφονται και αποκαλύπτουν πως πίσω από κάθε επιβολή, κάθε απώλεια και κάθε αντίσταση υπάρχει ένας άνθρωπος που άλλοτε πληγώνει και άλλοτε πληγώνεται.
Τα ποιήματα της Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου, μελοποιημένα και ενταγμένα στη δράση, λειτουργούν σαν ένα νήμα ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Η βαλίτσα, τα αναγνωστικά, το χάρτινο καράβι και η ζωγραφική επί σκηνής γίνονται ίχνη μιας μνήμης που επιστρέφει. Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός· το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν και το παρόν ξανασυναντά το παρελθόν.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που θεωρώ πολύ σημαντικό στη διαδικασία μας. Όπως αναφέρει η Έλενα Χουζούρη στην ομότιτλη βιογραφία της, η Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου δεν άφηνε τις σκέψεις της να «ωριμάσουν»· τις έπιανε τη στιγμή που γεννιούνταν και τις έγραφε αμέσως σε ένα κομμάτι χαρτί. Με έναν τρόπο, θελήσαμε να ακολουθήσουμε την ίδια παρόρμηση. Να μη φοβηθούμε το πρώτο συναίσθημα, την πρώτη εικόνα, το παιχνίδι, τον αυθορμητισμό. Να δημιουργήσουμε με το βλέμμα του παιδιού που κάποτε ήμασταν, πριν προλάβει η σκέψη να βάλει όρια στη φαντασία.
Γι’ αυτό και κάποια λόγια, κάποιες κινήσεις και στιγμές της σκηνικής σύνθεσης κρατούν αυτή την αίσθηση του αυθόρμητου. Δεν θέλαμε όλα να είναι απόλυτα «τακτοποιημένα». Θέλαμε να υπάρχει ο χώρος για το απρόβλεπτο, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν ένα παιδί παίρνει ένα κομμάτι χαρτί και φτιάχνει ένα καράβι χωρίς να ξέρει ακόμη πού θα ταξιδέψει.
Γιατί αυτή είναι, τελικά, μια ιστορία για όσα δεν έγιναν , αλλά και για όλα όσα μπορούν ακόμη να γεννηθούν, την τελευταία στιγμή.
Πιστεύετε πως κατά κάποιον τρόπο μπορεί να συνδεθεί με το σήμερα;
Χαρά Νικολάου :Το έργο ενώ γεννήθηκε σε ένα διαφορετικό κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο, μιλά για κάτι που δεν έχει ημερομηνία λήξης: τον άνθρωπο απέναντι στην επιθυμία, στον φόβο, στην απώλεια, στην ανάγκη να φύγει ή στην αδυναμία του να φύγει και στο ζωτικό ψεύδος πάνω στο οποίο οι άνθρωποι χτίζουμε τις ζωές μας.
Ο άνθρωπος έχει την παράξενη ικανότητα να προχωρά μπροστά και ταυτόχρονα να επαναλαμβάνει τους ίδιους κύκλους. Αλλάζουν οι εποχές, οι συνθήκες και τα πρόσωπα, όμως οι μηχανισμοί της ανθρώπινης συμπεριφοράς συχνά επιστρέφουν με διαφορετικό πρόσωπο. Η ανάγκη για ελευθερία, η επιβολή, η αναμονή, η μοναξιά, η ανάγκη να ανήκεις κάπου αλλά και η ανάγκη να απομακρυνθείς παραμένουν βαθιά σύγχρονες.
Και ίσως το πιο σύγχρονο στοιχείο του έργου βρίσκεται ακριβώς στην ευαλωτότητα του ανθρώπου. Σε μια εποχή που όλα μοιάζουν να κινούνται με μεγάλη ταχύτητα, υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν, άνθρωποι που φεύγουν, άνθρωποι που μένουν πίσω και άνθρωποι που βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωποι με αποφάσεις που μπορούν να αλλάξουν τη ζωή τους.
Το μονόπρακτο «Την τελευταία στιγμή» δεν προσπαθεί να δώσει απαντήσεις για το σήμερα. Θέτει ερωτήματα που το σήμερα εξακολουθεί να κουβαλά. Και ίσως γι’ αυτό μας αφορά: γιατί μας θυμίζει πως, όσο κι αν αλλάζει ο κόσμος γύρω μας, ο άνθρωπος συνεχίζει να παλεύει με τα ίδια βασικά πράγματα — με όσα επιθυμεί, με όσα φοβάται, με όσα χάνει και κυρίως με όσα δεν πρόλαβε να ζήσει.
Ένα αναλόγιο μπορεί να αντικαταστήσει τη θεατρική παράσταση; Μήπως χάνεται κάτι μεταξύ αναλογίου και παράστασης;
Χαρά Νικολάου :Το αναλόγιο είναι μια διαφορετική θεατρική συνθήκη, που αφήνει το δικό της αποτύπωμα. Δεν είναι μια απλή ανάγνωση. Οι ηθοποιοί ερμηνεύουν, καταθέτοντας τη φωνή, το σώμα και την ψυχή τους στη σκηνή.
Στη δική μας περίπτωση, μάλιστα, το αναλόγιο συναντά και συνομιλεί και με άλλες τέχνες: τη ζωγραφική, την ποίηση, την αφήγηση, το τραγούδι, τον χορό, την εικόνα , τη ζωντανή μουσική. Όλα αυτά συνθέτουν ένα ονειρικό ταξίδι, μια διαφορετική σκηνική εμπειρία.
Και ίσως τελικά δεν έχει τόση σημασία τι «στερείται» ένα αναλόγιο σε σχέση με μια συμβατική παράσταση, αλλά τι καινούργιο μπορεί να γεννήσει. Όπως μια σκηνή δεν χρειάζεται να είναι απαραίτητα η σκηνή που έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε ως θεατρική, μια ιταλική για παράδειγμα σκηνή, ένα θέατρο με την κλασική του μορφή, έτσι και μια θεατρική εμπειρία μπορεί να γεννηθεί σε έναν χώρο που ούτε εμείς οι ίδιοι θα φανταζόμασταν ότι μπορεί να φιλοξενήσει μια παράσταση.
Ίσως, μάλιστα, εκεί να βρίσκεται και ένα μέρος της μαγείας, στο να αφηγείσαι μια ιστορία με έναν τρόπο αντισυμβατικό, πέρα από τα όρια που έχουμε συνηθίσει να βάζουμε στο «θεατρικό». Να αφήνεις τις τέχνες να συναντηθούν και να πειραματίζεσαι.
Για μένα, λοιπόν, το αναλόγιο δεν είναι μια παράσταση που της λείπει κάτι. Είναι ένας άλλος τρόπος να κάνεις θέατρο.





















