του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)
«Ποιος ζωγράφος σου αρέσει;» ρώτησε η γυναίκα του τον Τζων Μπέρτζερ/ John Berger (1926- 2017), δεινό κριτικό Τέχνης, συγγραφέα, ζωγράφο και ποιητή, κυρίως του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Η κουβέντα γινόταν στο κρεββάτι, την εποχή του μεγάλου έρωτά τους, όπως γράφει ο ίδιος στο βιβλίο του «Portraits- John Berger on Artists», εκδόσεις Verso, 2021. « Ο Καραβάτζιο», της είπα, γράφει, «αφού δίστασα λίγο πριν της απαντήσω. Υπάρχουν ζωγράφοι θαυμαστότεροι, μα εγώ σ’αυτόν αισθάνομαι πιό κοντά». Πρόκειται για τον Ιταλό ζωγράφο, που έζησε (1571- 1610) με τεράστια ένταση την εποχή της Αντιμεταρρύθμισης στα θρησκευτικο/πολιτικά δρώμενα, και του Μπαρόκ στα της Τέχνης.
Πιό κάτω, στο ίδιο κείμενο, ο Μπέρτζερ γράφει, ενδεχομένως επηρεασμένος από τις συνθήκες υπό τις οποίες έκανε την επιλογή του: «Ο Καραβάτζιο είναι μακράν ο ζωγράφος της σεξουαλικής επιθυμίας. Δίπλα του, άλλοι ζωγράφοι μοιάζουν με προαγωγούς που ξεγυμνώνουν το «ιδανικό» για να θέλξουν τον θεατή- ενώ ο ίδιος έχει μάτια μόνο για την επιθυμία καθ’εαυτή (όχι του θεατή, μα των πρωταγωνιστών του έργου)». Συνεχίζει: «Μια επιθυμία που ξεκινάει από τη δίψα να αγγίξεις, να απλώσεις τα χέρια σου, να πάρεις. Που μετά, η ίδια επιθυμία μετασχηματίζεται σε επιθυμία «να παρθείς», να χάσεις τον εαυτό σου μέσα στο επιθυμούμενο».
Καταλήγει: «Προφανώς αυτή η δεύτερη φάση της επιθυμίας είναι αυτή που ο Καραβάτζιο διάλεξε (ή ήταν αναγκασμένος) να αποκαλύψει σε πολλά έργα του.»
*
Ο Μπέρτζερ δεν είναι κυριολεκτικός όταν αναφέρεται στο σεξ. Άλλωστε, δεν υπάρχει έργο του Καραβάτζιο που να περιέχει σεξουαλικές σκηνές. Η αμεσότητα, το αδιαμεσολάβητο των κινήσεων των αναπαριστώμενων πρωταγωνιστών, το σωματικό- η αισθησιακή διάσταση της επιθυμίας είναι που εξάπτει την προσοχή του.
«Υπάρχει μια ιδιαίτερη έκφραση του προσώπου», γράφει ο Berger, «που, ζωγραφισμένη, υπάρχει μόνο στον Καραβάτζιο. Είναι η έκφραση της Ιουδήθ στο έργο ^Ιουδήθ και Ολοφέρνης^, του παιδιού στο ^Παιδί δαγκωμένο από σαύρα^, στον Νάρκισσο όπως αυτός κοιτάζεται στο νερό, στου Δαυίδ όπως αυτός κρατάει το κεφάλι του Γολιάθ από τα μαλλιά. Πρόκειται για μια έκφραση που συνδυάζει συγκέντρωση και ανοιχτωσιά, δύναμη και ευπάθεια, αποφασιστικότητα και κρίμα. Αλλά οι λέξεις έχουν τα όριά τους. Έχω δει μια παρόμοια έκφραση στα πρόσωπα των ζώων- πριν ζευγαρώσουν ή πριν σκοτώσουν».
Γιατί μπορεί να ενδιαφέρει ο Καραβάτζιο σήμερα;
Διάβαζα με δημιουργική έξαψη αυτό το κείμενο του Μπέρτζερ (έχω σε μεγάλη εκτίμηση το έργο του συνολικά- μολονότι η συναναστροφή μου μ’αυτό είναι σποραδική, και απλώνεται σε δεκαετίες) για τον Καραβάτζιο στο Καφέ του βιβλιοπωλείου Foyles ένα βράδυ στο Λονδίνο. Όλη η κούραση της ημέρας μου έφυγε, και γαλβανισμένος με μια καινοφανή διάθεση, προγραμμάτισα μια επίσκεψή μου στην πολύτιμη National Gallery, ώστε να έχω μια καινούρια συναναστροφή με τον σπουδαίο ζωγράφο από το Μπέργκαμο. Παράλληλα αγόρασα το βιβλίο «Caravaggio» του Brad Finger, εκδόσεις Prestel, 2025, για να μπορώ να ανατρέχω στις εικόνες με τους πίνακές του.
Με εντυπωσίαζε πάντοτε το έργο του Καραβάτζιο, όποτε έπεφτα πάνω του, μα είχα μονίμως και μια αμηχανία: δεν ήμουν βέβαιος για τους λόγους του ενδιαφέροντός μου, ούτε τους είχα διερευνήσει ποτέ συστηματικά. Το ενδιαφέρον μου για τον μεγάλο ζωγράφο του μπαρόκ αναζωπυρώθηκε με το βιβλίο «Street Style, Art and Dress in the Time of Caravaggio» της Elizabeth Currie, που εκδόθηκε στα τέλη του 2025 από τα Reaction Books Ltd. Αγόρασα αυτό το βιβλίο για να περιηγηθώ στον καταπληκτικό διαχρονικό πολιτισμό των χρωμάτων και του είδους των ρούχων της Ιταλίας- μα γρήγορα εστίασα στο έργο του Καραβάτζιο.
Το ενδιαφέρον μου-γράφοντας το παρόν κείμενο- δεν είναι στενά εγκυκλοπαιδικό, ούτε αφορά την τεχνική ή την Ιστορία της ζωγραφικής. Το ζήτημα είναι να δω τί μπορεί να είναι αυτό που με αναστατώνει δημιουργικά στο έργο του Καραβάτζιο.
*
Θέλει μια προσοχή η προσέγγιση. Εδώ και κάποιες δεκαετίες ζούμε μια πρωτόγνωρη συνθήκη στην επαφή μας με τα έργα Τέχνης κάθε λογής: με τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, προκύπτει μια διαρκής Δευτέρα Παρουσία έργων- ζωγραφικών και μουσικών, μεταξύ άλλων- πολλούς αιώνες μετά τη γέννησή τους, και μάλιστα με πολύ ευχερή προσβασιμότητα, κάτι που ήταν αδιανόητο μόλις έναν αιώνα πριν.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Κάθε τόσο, συμβαίνει μια δημιουργική ανατροπή, όταν μελετητές μύστες της Τέχνης ανατρέπουν τις λίστες των κλασικών καλλιτεχνών της προηγούμενης γενιάς, “νεκρανασταίνοντας” εξεχόντων ζωγράφων άλλων εποχών, που για αιώνες είχαν περάσει στην αφάνεια. Κάποια πρόσφατα παραδείγματα που μου έρχονται στο μυαλό αφορούν στον Carlo Maratti (1625-1713), ο οποίος στην ακμή του συγκρινόταν με τον Ραφαήλ, και στον Anton Rafael Mings που τον 18ο αιώνα εθεωρείτο από πολλούς ως ο σπουδαιότερος Ευρωπαίος ζωγράφος, και τον οποίο τίμησε στα τέλη του 2025 με μια τεράστια Έκθεση των έργων του.
Ο Πολιτισμός των Φαντασμάτων έχει, μεταξύ άλλων, μια εναλλασσόμενη τροπικότητα. Αυτό που ενδιαφέρει λοιπόν εδώ, στην ανάγκη που γέννησε το παρόν κείμενο, είναι στο τί είναι αυτό σε ένα έργο, συγκεκριμένα του Καραβάτζιο, που γεννήθηκε σε άλλες συνθήκες- πολύ μακρινές χρονικά- από τις σημερινές, που μπορεί να αναστατώνει δημιουργικά μια σύγχρονη αισθαντικότητα.
Στο μεταξύ, ας επωφεληθούμε από κάποιες προσεγγίσεις που φωτίζουν ορισμένως την αρχή των αναζητήσεών μας. Στην «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» του Πυρσού, αυτή την πολύτιμη κιβωτό του Πολιτισμού των Φαντασμάτων στα καθ’ημάς, κυρίως της μεσοπολεμικής περιόδου, γράφει ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος: «Υπήρξε εις των μάλλον ιδιοτύπων Ιταλών καλλιτεχνών, αληθής πρόδρομος της νεωτέρας τέχνης. Βίαιος εκ φύσεως και ορμητικός, διήγαγε λίαν περιπετειώδη βίον. Διέμεινε επί μακρόν εν Ρώμη, εγοητεύθη δ’υπό του έργου του Μιχαήλ Αγγέλου, ού βαθείαν υπέστη την επίδρασιν. Εν τούτοις παρέμεινεν άκρως προσωπικός: εχθρός τόσον της μιμήσεως της κλασσικής αρχαιότητος, όσον και της συμβατικής γλυκύτητος και κομψοπρεπείας των συγχρόνων του, μέγας εραστής της φυσικής αληθείας, πραγματιστής μέχρις επιτηδεύσεως ενίοτε, ανώμαλος και άτακτος και ασύμμετρος, αλλά δημιουργός υγιούς, ρωμαλέας και αυθυποστάτου τέχνης».
Κράτησα εδώ χωρίς δυσφορία, μια ελαφρώς παραποιημένη καθαρεύουσα χωρίς τόνους και πνεύματα- αφού έτσι λειτουργεί το ηλεκτρονικό σύστημα γραφής που διαθέτω. Από μια άποψη, θα μπορούσε αυτό να μας υπενθυμίζει συμβολικά ότι ο Πολιτισμός των Φαντασμάτων εκφράζεται σε μια γλώσσα που δεν είναι ακριβώς ίδια με τη δική μας- και επομένως θέλει τον τρόπο της η μεταφορά της.
Όσον αφορά το γενικό πλαίσιο, ο Καραβάτζιο κινήθηκε καλλιτεχνικά στο πεδίο του μπαρόκ, όπως προείπαμε. Αντλούμε από τη γαλλική εγκυκλοπαίδεια Larousse: “Το μπαρόκ (από την πορτογαλική λέξη barroco που σημαίνει ακανόνιστο, ασύμμετρο μαργαριτάρι) είναι μια τεχνοτροπία που αναπτύχθηκε από τα τέλη του 16ου ως τα τέλη του 18ου αιώνα. Η καλλιτεχνική αυτή μορφή, δυναμική, λυρική και δονούμενη από πάθος, επηρέασε όλα τα μέσα έκφρασης (αρχίζοντας από την αρχιτεκτονική και τον διάκοσμό της) και απέβλεψε, μέσα από την αναζήτηση εντυπώσεων και την επίκληση των αισθήσεων και της συγκίνησης, να προχωρήσει συνθετικά και με ένα σύστημα ανοιχτών μορφών”.
Ένα πραγματικά αναβράζον πεδίο, μια γεμάτη ζωντάνια Τέχνη.
*
Αν για μένα ο John Berger με την προσέγγισή του “έσπασε την πόρτα” προκειμένου να βρω τον χώρο της συναναστροφής μιας σύγχρονης αισθαντικότητας με το έργο του Καραβάτζιο, και αναφορές όπως αυτές που μόλις αναδείξαμε φωτίζουν ορισμένως τον χώρο, το παράθεμα από την εγκυκλοπαίδεια Britannica που ακολουθεί βοηθάει να αποκτήσουμε μια εναργέστερη συνείδηση αυτού του χώρου:
«Ο Καραβάτζιο υπήρξε ίσως ο πιο επαναστατικός καλλιτέχνης της εποχής του. Εγκαταλείποντας το πλατωνικό ιδεώδες της απεικόνισης ανθρώπινων και θρησκευτικών βιωμάτων μέσα από εξιδανικευμένους τύπους που είχε οδηγήσει την τέχνη έναν αιώνα πριν, έστρεψε τη ματιά του σταθερά πάνω στον άνθρωπο, ανακαλύπτοντας ότι η ζωή είναι πάντοτε ένα δράμα και ότι κάθε εμπειρία, ακόμη και η πιο μυστικιστική, φαίνεται να έχει την αφετηρία της μέσα στη συγκεκριμένη πραγματικότητα και στον αισθησιασμό των φυσικών φαινομένων.
Έχοντας έναν έντονα συγκινησιακό και ανυπότακτο χαρακτήρα και βαθειά συναίσθηση της σημασίας των πραγματικών γεγονότων στον φυσικό κόσμο, εμφανίζεται στο έργο του ως αριστοτέχνης της δραματικής στιγμής τα έργα του αποκαλύπτουν τη δραματική ένταση σε μια αιφνιδιαστική σύλληψη.»
Φτάσαμε. Είμαστε τώρα «ενώπιος ενωπίω», πρόσωπο με πρόσωπο, με την ουσία της αναζήτησής μας
Η Τομή/ Το Συμβάν/ Η Ανατροπή
Εστιάζω σε κάποια χαρακτηριστικά έργα του Καραβάτζιο που ενδιαφέρουν το παρόν κείμενο:
Όσοι έχουν βιώσει την ξεθεμελιωτική εμπειρία της ερωτικής απογοήτευσης- από έναν έρωτα για έναν άνθρωπο, μια χώρα, έναν σκοπό- μπορεί να αφεθούν εκστατικά να τους ρουφήξει η τρομερή ενέργεια του έργου του Καραβάτζιο «Η μετανοούσα Μαγδαληνή», με μια όμορφη κοπέλα βουλιαγμένη στο κάθισμά της, με το κολιέ της σπασμένο στο πάτωμα, τα κομψά της τα ρούχα να μην έχουν σημασία, και το κεφάλι της σκυμμένο σε στάση συντριβής. Εδώ η από-γοήτευση έχει την έννοια της από-γνωσης, της συνθήκης όπου ξεχνάς όσα γνώριζες μέχρι τώρα.
Για όσους έχουν νιώσει στο πετσί τους την απαίσια εμπειρία της προδοσίας από έναν μέχρι τότε «δικό τους», ο πίνακας «Η σύλληψη του Ιησού», με τον Ιούδα να δίνει το φιλί και τους ρωμαίους στρατιώτες να συλλαμβάνουν τον Χριστό, αναδεικνύει με ένταση τη σεισμική συνθήκη αυτής της εμπειρίας. Μαζί με τη σύνθετη ψυχολογία της σκηνής, ο τρόπος του ζωγράφου, με το κόκκινο χρώμα του χιτώνα του Χριστού διαφοροποιημένο από τους τόνους μαύρου και ώχρας που κυριαρχούν, όπως και οι λάμψεις στις πανοπλίες των στρατιωτών, επιτείνουν τη δραματικότητα της στιγμής.
Η «Μεταστροφή του Παύλου», όπου ο μέχρι τώρα στυγνός διώκτης ταυτίζεται εξαίφνης με τους διωκόμενους, βιώνοντας αυτή τη ριζική ανατροπή μέσα σε μια βουβή αγωνία, ανάσκελα πεσμένος στο χώμα σε έναν στάβλο δίπλα σε ένα ήρεμο μεγάλο άλογο- η ένταση αφορά μόνο τον ίδιο-, ανοιχτός σε μία θεϊκή αποκάλυψη- ενός Θεού που δεν προσωποποιείται, παρά μόνο εκδηλώνεται η ενέργειά του-, που ανατρέπει εκ βάθρων τη ζωή του.
*
Αποτιμώντας όλα αυτά, το μυαλό μου με παραπέμπει διαρκώς στο Συμβάν, όπως το ορίζει ο σύγχρονος Γάλλος διανοητής Alain Badiou (γεννημένος το 1937): μια ρήξη στη συνήθη δομή της πραγματικότητας, μια εξαιρετική στιγμή που εισάγει το ριζικά νέο. Το «Είναι» (η τρέχουσα κατάσταση) διαρρηγνύεται από το Συμβάν, το οποίο δεν υπακούει τους υπάρχοντες νόμους, αλλά δημιουργεί μια νέα αλήθεια. Τα έργα του Ιταλού ζωγράφου του μπαρόκ έχουν μεγάλη και συγκλονιστική σχέση με το Συμβάν- το οποίο, για να το πούμε με άλλα λόγια, επί της ουσίας προσομοιάζει στον Σεισμό, την ώρα που αυτός έχει μόλις εκδηλωθεί.
Το Συμβάν, για να αποδώσουμε αποδοτικότερα αυτή τη συνθήκη, έχει συνάφεια με μια έννοια που στις μέρες μας έχει μια σκοτεινή σημασία, μα οι αρχαίοι (ή κάποιοι από αυτούς) το βλέπανε αλλιώς: την Καταστροφή. Στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου, καταστροφή είναι η ανατροπή, η κατάλυσις των θεσμίων, ενώ στον Πολύβιο είναι η συντέλεια των γεγονότων. Αντλώντας από το πολύτιμο λεξικό των Liddel- Scott: η καταστροφή στο δράμα είναι η στροφή της δραματικής πλοκής, όπου ξεκινά η λύση του δράματος και το τέλος της τραγωδίας.
Επιστρέφοντας στον Badiou για περισσότερα, ο Γάλλος διανοητής επισημαίνει ότι η ονοματοδοσία ενός συμβάντος είναι κρίσιμη προκειμένου να ενταχθεί στη σκέψη, ώστε να συμβάλλει αποδοτικά στον τρόπο που η πραγματικότητα μεταβάλλεται στη συνέχεια. Η εστίαση κάθε φορά του Καραβάτζιο σε ένα τέτοιο συμβάν και η ονοματοδοσία του, τα κάνει μέρος μιας νέας αλήθειας.
Με αυτή την έννοια, η σύνδεση των θεμάτων στον Καραβάτζιο όχι μόνο με μια ονοματοδοσία, μα με κάτι πολύ ουσιαστικότερο, τις μεγάλες αιχμές ενός πολιτισμού που είναι ζωντανός και δραστικός επί σχεδόν δύο χιλιετίες, συνιστά έναν τεράστιο πολλαπλασιαστή για την επιδραστικότητα των έργων, στο πεδίο τόσο της συγκίνησης, όσο και κυρίως του αποκαλυπτικού χαρακτήρα της εμπειρίας.
Με ποιους χαρακτήρες λειτουργεί ο Καραβάτζιο;
Πολλά έχουν γραφεί για το ότι ο Καραβάτζιο φέρνει στο προσκήνιο τους «ταπεινούς» (εννοούν τους ευρισκόμενους στον πάτο της κοινωνικής ιεραρχίας, που ζουν μάλλον σε συνθήκες διαρκούς παραβατικότητας) της κοινωνίας εκείνης της εποχής, όπως ακόμα και ότι ο ζωγράφος «αυτούς δείχνει, γιατί αυτούς γνωρίζει, αυτούς συναναστρέφεται». Αν μείνουμε σ’αυτό, η εντύπωσή μας θα είναι ορισμένως παραπλανητική, δεν θα έχει μεγάλη σχέση με την ουσία του έργου. Οπότε, ας δούμε τα πράγματα πιο συγκεκριμένα.
Ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης δημιουργεί κυρίως στη Ρώμη, η οποία εκείνη την εποχή γνωρίζει μια καινούρια ακμή, όχι πολλά χρόνια μετά την Καταστροφή της. Πλήθος κόσμου συρρέει εκεί, πλούσιοι και φτωχοί, πολύ σχηματικά επειδή «έχει δουλειές» και «ευκαιρίες». Οι πόλεις απομακρύνονται σταδιακά από τη μεσαιωνική και αναγεννησιακή δομή τους, οι ροές των ανθρώπων σίγουρα συναντιούνται στους δρόμους και μπλέκονται μεταξύ τους- τόσο που οι εξουσίες προκειμένου να εξασφαλίσουν τον αποτελεσματικό έλεγχο της λειτουργίες της κοινωνίας επιβάλλουν αυστηρούς κώδικες διάκρισης στα ρούχα (κυρίως στα χρώματα) αναλόγως της θέσης που κατέχουν οι άνθρωποι στο σύστημα- όπως γράφει η Currie στο βιβλίο της «Street Style, Art and Dress in Caravaggio Times», στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε. Υπάρχουν ήδη σπαράγματα «μοντερνικότητας» στη ζωή των μεγάλων πόλεων πια, με την έννοια μεταξύ άλλων της ρευστότητας των εξελίξεων αναφορικά με τα ήθη, την κοινωνική δομή, τις προοπτικές, με τις τύχες των ανθρώπων αβέβαιες: πότε στα «ψηλά» και πότε στα «χαμηλά».
Ο Καραβάτζιο λειτουργεί με τους «πεσμένους»- είτε αυτούς που βρέθηκαν στην κάτω θέση της κοινωνικής ιεραρχίας είτε τους ξεθεμελιωμένους από μια συμβαντική, κατά Badiou, εμπειρία-, και όχι τους «ταπεινούς», με την στενή έννοια, όπως θα τους αποκαλούσαν συγκαταβατικά και αφ’υψηλού, οι άνετοι λόγω κοινωνικής θέσης ή παγιωμένης ρηχότητας, κομψοπρεπείς της εποχής. Όχι επειδή αυτούς μόνο γνωρίζει ο ζωγράφος κοινωνικά (οι αναθέτοντες τα έργα σ’αυτόν βρίσκονται στην «πάνω τάξη”), μα επειδή εκεί βρίσκει αυτό που έχει ανάγκη για τα έργα του: την αδιαμεσολάβητη διάθεση, την έμφαση στο σωματικό, τη μεστή εμπειρία της πραγματικής πραγματικότητας (δείχνει βρώμικα τα πόδια των προσκυνητών της Παναγίας, βρώμικα τα νύχια του Αγίου, «δουλεμένα» τα χέρια των ανθρώπων), μαζί με κάποια ειδικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των ανθρώπων σ’εκείνη τη συνθήκη, σαν τον «φανταγμό»- όπως ωραία μεταφράζει ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος τον Λιόσα-, όπου η «φανταγμένη» επικοινωνία μεταξύ ενός ατόμου και του κόσμου «περνά περισσότερο μέσα από τα συναισθήματα και τις αισθήσεις παρά μέσα από τη λογική, διότι για την αυτού εξοχότητα τον φανταγμό οι ιδέες είναι διακοσμητικές και αναλώσιμες, αποτελούν εμπόδιο στην ελεύθερη έκχυση συναισθημάτων.»
Ο ζωγράφος δεν κολακεύει, ούτε εξιδανικεύει τις περιστάσεις που περιβάλλουν τους «πεσμένους»: τον ενδιαφέρουν οι ζωτικές ψυχικές σπίθες που μπορεί να ανάψουν πυρκαγιά. Ούτε κάνει παθητικό αντικείμενο λατρείας το πέσιμο: ίσα, ίσα, αναδεικνύει το «εν δυνάμει» μέσα στα χαλάσματα.
Με βάση τον «φανταγμό» ο Καραβάτζιο ντύνει τους «πεσμένους» με θαυμαστά ρούχα, σπάζοντας τους κώδικες της διάκρισης που επιχειρεί να επιβάλλει η εξουσία ή μια κοινότοπη αντίληψη γι’αυτή τη συνθήκη που παραπέμπει σ’ένα ντύσιμο με κουρέλια (άλλωστε, όπως μας εξηγεί η Currie στο βιβλίο της- και συχνά βλέπουμε έτσι ή αλλιώς στους πίνακες του ζωγράφου- οι «πεσμένοι» συχνά υιοθετούν τη μεταμφίεση ως μεταμόρφωση).
Ο ζωγράφος δεν αρκείται στο σπάσιμο των κωδίκων της ενδυματολογικής διάκρισης, μα με το πνεύμα του ριζοσπαστικού χριστιανισμού («και οι έσχατοι έσονται πρώτοι»), κάνει το «πέσιμο» αγωγό επαφής με το θείο («ο σεισμός γίνεται σωσμός»). Είναι χαρακτηριστικό, ότι ως μοντέλο για την Παναγία στα έργα του έχει μια όμορφη πόρνη της Ρώμης της εποχής του. Κι αυτό το υλοποιεί με μια καλλιτεχνία τόσο συγκλονιστική όσο το θέμα του: με μια θαυμαστά υποβλητική χρήση της τεχνικής της φωτοσκίασης- γιατί αυτές οι εμπειρίες έμπεριέχουν το φωτεινό μα και το σκοτεινό-, μα και των υψιπετών χρωμάτων του λαμπρού οπτικού πολιτισμού της Ιταλίας, και όλα αυτά με μια εντατική πύκνωση καθώς η εμπειρία στα έργα του λαμβάνει χώρα σε ένα τόσο δα δωμάτιο ή σε μια τόσο δα επιφάνεια γης.
Οπότε;
Μέσα σε μια στεγνή πραγματικότητα, όπου από παντού σου λένε ότι η ζωή στριμώχνεται μόνο στο “σήμερα” και στην αριθμητική της επιβίωσης, και όπου ρηχές ιδέες ανακυκλώνονται μέχρι ναυτίας ως σε κλειστό θάλαμο αντήχησης, η άντληση από το κοίτασμα του Πολιτισμού των Φαντασμάτων, του διαχρονικού πολιτισμού της ανθρωπότητας μας δίνει το σπάνιο προνόμιο “να πίνουμε από την πηγή”- όταν μάλιστα καταφέρνουμε ώστε το «παλαιότερο», αυτό που έχει ήδη υπάρξει, να συντονίζεται δημιουργικά με την εν εξελίξει σύγχρονη αισθαντικότητα.
Μια τέτοια επαφή προϋποθέτει μια δίψα. Σε αναλογία με την προσέγγιση του John Berger με την οποία ξεκινήσαμε, προϋποθέτει μια δίψα για « να ενωθείς με το Άλλο που σε αλλάζει», μια δίψα για μια θεμελιακή υπέρβαση. Όπως προϋποθέτει και τη συντήρηση των πολύτιμων πηγών- εναντίον όλων των αντιξοοτήτων που ευνοούν την καταστροφή τους. Τέλος, προϋποθέτει την εμπνευσμένη προσέγγισή τους από σύγχρονους μύστες (στα μεγάλα Μουσεία του Κόσμου, στις εμβληματικές αναδείξεις θεατρικών έργων του διαχρονικού ρεπερτορίου, στις δημιουργικές αναστηλώσεις μνημείων ή κατασκευών και περιοχών αλλοτινών εποχών), ώστε όταν βρεθούμε «ενώπιος ενωπίω» να μην υποχρεωθούμε να αντικρύσουμε έννοιες αφυδατωμένες από περιεχόμενο, χαλκομανίες που παριστάνουν την «πολιτιστική κληρονομιά».
*
Το έργο του Καραβάτζιο είναι μια τέτοια πηγή. Και ξεδιψώντας εκεί, ερχόμαστε σε επαφή με το μεγαλείο που μπορεί να εμπεριέχει η ανθρώπινη ζωή- ακόμα και όταν, ή ιδίως τότε που φαίνεται ότι “έπεσε στα βράχια”.
Δεν τελειώσαμε εδώ. Είναι πολλές οι συγκινήσεις που δεν έχω βρει ακόμα τα λόγια να τις εκφράσω. Έχει και ο Λόγος τα όριά του. Σ’αυτό το σημείο, κάνουμε στην άκρη και δίνουμε τον χώρο στο ζωγραφικό έργο καθ’εαυτό.

Επίμετρο
Είχα ολοκληρώσει το κείμενο για τον Καραβάτζιο, τον ζωγράφο της σεισμικής εμπειρίας, και το άφησα παράμερα για λίγες μέρες, μήπως κάτι παραπάνω σκεφτώ στο μεταξύ. Αισθανόμουν ένα δέος για το βάθος που μπορεί να έχει η ανθρώπινη εμπειρία, όπως καίρια φανερώνεται στο έργο του, μα παράλληλα κάτι με βάρυνε, ασυναίσθητα ζητούσα ένα ανάλογα υψιπετές, μα λιγότερο βαρύ όριο: δεν αντέχεται μια ζωή ως αλληλουχία μόνο σεισμικών εμπειριών. Είχα ανάγκη από μια πειστική, ποιοτική καταλλαγή.
Κι επειδή όταν γνωρίζεις τί αναζητάς, και το εννοείς, τότε ψάχνεις και το βρίσκεις, συνέβη εξαίφνης κι αυτό: έπεσα σε ένα ζωγραφικό έργο του Correggio, ενός αναγεννησιακού ζωγράφου της σχολής της Πάρμας που έζησε και δημιούργησε πριν από τον Καραβάτζιο (1489- 1534), με θέμα τη μεταστροφή του Σαούλ σε Παύλο, ενώ έσπευδε στη Δαμασκό για να κυνηγήσει τους Χριστιανούς. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν η έλλειψη βάθους σε σχέση με τον συγκλονισμό που προκαλούν τα έργα του Καραβάτζιο.
Όμως, δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από τον πίνακα αυτού του δημιουργού που είναι κι αυτός άλλο ένα αστέρι στον απέραντο γαλαξία της Ιταλικής Τέχνης (ο Τισιανός θαυμάζοντας τη νωπογραφία του στον θόλο του Καθεδρικού Ναού της Πάρμας, είχε πει ότι ακόμα κι αν αναποδογύριζαν τον θόλο και τον γέμιζαν δουκάτα, αυτά δεν θα έφταναν για την αμοιβή που θα άξιζε να πάρει ο Correggio): παρά το ότι το έργο με τη μεταστροφή του Σαούλ αναφερόταν σε ένα εκ των πραγμάτων σημαντικό γεγονός, το έκανε με μια ελαφράδα πολύ ποιοτική (του υψηλού ιταλικού πολιτισμού των εικόνων), μια ελαφράδα που έχει συνάφεια με τη φιλοσοφημένη dolce far niente της χώρας του. Είχα βρει αυτό που ζητούσα. Αφέθηκα να γίνω μέρος του τρόπου, της ατμόσφαιρας του Correggio, που ήταν η συμμετοχή με πέσιμο των τόνων, με καταλλαγή.
Είναι πολλοί οι δρόμοι της Ηδονικής Γεωγραφίας.
(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Το πρόσφατο βιβλίο “Μεθόριος- η αυτοκρατορία των ορίων”, όπως και το σύνολο των έργων του στα ελληνικά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.



















