Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Η φιλολογία και οι καβαφικές σπουδές ηύραν την καλή τους ώρα...

Η φιλολογία και οι καβαφικές σπουδές ηύραν την καλή τους ώρα (γράφει ο Χ. Λ. Καράογλου)

0
13

γράφει ο Χ. Λ. Καράογλου

Μια σπουδαία έκδοση: Κ. Π. Καβάφης-Περικλής Αναστασιάδης, Αλληλογραφία (1894/5-1905 & 1925), Εισαγωγή και φιλολογική επιμέλεια Diana Haas, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2025, 390 σελίδες (κείμενο) + 30 σελίδες (εικονογράφηση).

Κάθε έκδοση κειμένων, ιδίως αδημοσίευτων, είναι, κατ’ αρχάς, καλοδεχούμενη. Όμως, για την κριτική αποτίμησή της, καθοριστική βαρύτητα δεν έχουν μόνον ή τόσο τα κείμενα καθαυτά, όσο, κυριότατα, η εργασία του φιλολογικού επιμελητή, ο οποίος, ως διάμεσος μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη, οφείλει να δώσει τα κείμενα χωρίς παραναγνώσεις και αυθαίρετες παρεμβάσεις, να δώσει μιαν έκδοση σχολιασμένη με καίρια και ουσιαστικά σχόλια που να απαντούν σε όλα τα πιθανά ερωτήματα και τις απορίες του αναγνώστη. Με αυτά ακριβώς τα κριτήρια, χαρακτηρίζω την έκδοση της αλληλογραφίας Καβάφη-Αναστασιάδη «σπουδαία», όχι μόνο γιατί το αρχειακό υλικό που δημοσιεύεται είναι σημαντικό, αλλά και, πρωτίστως, γιατί η Diana Haas αντιμετώπισε με θαυμαστή επαγγελματική (φιλολογική) ικανότητα και ήθος (σπάνιο πια στην εποχή μας) τις ιδιαιτερότητες ενός δύσκολου (υπαινικτικού ή και κρυπτογραφημένου) υλικού και ανταποκρίθηκε πλήρως στις ανάγκες και στις απαιτήσεις του αναγνώστη.

Η έκδοση, αφιερωμένη δίκαια στη μνήμη του Μάνου Χαριτάτου, περιέχει το σύνολο της σωζόμενης αλληλογραφίας, ήτοι 32 επιστολές (17 του Κ. Π. Καβάφη και 15 του Περικλή Αναστασιάδη)· άλλες 6 επιστολές και καρτ ποστάλ (2 και 4 αντίστοιχα) δεν σώθηκαν. Μετά από ένα σύντομο Προλογικό Σημείωμα, ακολουθεί εκτενής Εισαγωγή (σ. 19-71), χωρισμένη σε τρεις ενότητες: «Το χρονικό μιας διά βίου φιλίας (σ. 20-61), «Η αλληλογραφία Καβάφη-Αναστασιάδη και ο Καβάφης επιστολογράφος» (σ. 61-67) και «Η έκδοση» (σ. 67-71).

Η διερεύνηση των σχέσεων (πνευματικών κ.ά.) των δύο φίλων είναι εξονυχιστική, ακριβής και τεκμηριωμένη, ενώ νέα στοιχεία (ορισμένα αντλημένα από το παραγνωρισμένο και παρερμηνευμένο, βραχυγραφημένο και κωδικοποιημένο, ιδιωτικό ημερολόγιο του Καβάφη από το 1897-1898, σ. 29-30), οδηγούν στην αναθεώρηση και στη διόρθωση λανθασμένων παλαιότερων απόψεων και πληροφοριών. Στη δεύτερη ενότητα της Εισαγωγής, μεταξύ άλλων, επισημαίνεται ότι οι διορθώσεις και οι διαγραφές στα σχέδια επιστολών του Καβάφη «παρέχουν την εικόνα του επιστολογράφου την ώρα της σύνθεσης, φανερώνοντας μια διαδικασία επεξεργασίας, η οποία αγγίζει –στις πιο ακραίες εκφάνσεις της– την αναθεωρητική διαδικασία που χαρακτηρίζει την ποιητική του γραφή» (σ. 65). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση της αλληλογραφίας Καβάφη-Αναστασιάδη με την αλληλογραφία Καβάφη-Φόρστερ (51 επιστολές, 1917-1932), όπου επισημαίνονται οι κύριες διαφορές του καβαφικού ύφους. Σωστά η Haas καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η αλληλογραφία Καβάφη και Αναστασιάδη συμβάλλει ουσιαστικά στην αναθεώρηση της εικόνας του Καβάφη ως επιστολογράφου που επικρατούσε ευρέως έως σήμερα» (σ. 62, υποσημ. 115).

Το κύριο μέρος της έκδοσης («Η αλληλογραφία», σ. 75-149) χωρίζεται σε τρεις ενότητες: α΄) «Μεταγραφές επιστολών και σχεδίων επιστολών» (σε υπόμνημα τα διαδοχικά στάδια γραφής και σε υποσημειώσεις οι απαραίτητες πραγματολογικές πληροφορίες και τα πρώτα επεξηγηματικά σχόλια (σ. 75-149)· β΄) «Memoranda» (σ. 150-153)· γ΄) «Σχόλια» (σ. 154-320)· στην τρίτη ενότητα, που καταλαμβάνει πάνω από το 40% της έκδοσης, προηγείται η περιγραφή του χειρογράφου και ακολουθεί ο αναλυτικός σχολιασμός των επιστολών του Καβάφη, ο οποίος «αποσκοπεί τόσο στην ανάδειξη πτυχών της βιογραφίας του ποιητή και του φιλικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος, όσο και στην επισήμανση λογοτεχνικών και πνευματικών ζητημάτων που τον απασχολούσαν και συνδέονται άμεσα είτε έμμεσα με το έργο του και την εξέλιξή του ως δημιουργού» (σ. 69).

Την έκδοση ολοκληρώνουν το Επίμετρο (σ. 323-339), με πληροφορίες για πρόσωπα της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου που αναφέρονται στις επιστολές και το Παράρτημα (σ. 345-353), όπου προστίθενται νέα στοιχεία, μεταξύ των οποίων το εξαιρετικά σημαντικό καβαφικό «[Μνημόνιο από το ταξίδι στο Παρίσι και στο Λονδίνο]» (1897). Η έκδοση κλείνει με την πραγματική Βιβλιογραφία (αυτή που χρησιμοποιήθηκε) και με τα απαραίτητα για τον αναγνώστη χρηστικά Ευρετήρια (προσώπων και καβαφικών κειμένων).

 Χαρακτήρισα την έκδοση «σπουδαία», πρώτα απ’ όλα, με κριτήριο την αξιοπιστία της μεταγραφής. Σημειωτέον ότι από τις 17 επιστολές του Καβάφη, μόνον τρεις είναι καθαρογραμμένες και δεν έχουν δυσκολίες μεταγραφής· αντίθετα, οι υπόλοιπες 14 είναι σχέδια επιστολών, «γραμμένα με το γνωστό ιδιωτικό σύστημα στενογραφίας του ποιητή» (σ. 67), έχουν πολλές και μεγάλες (ανυπέρβλητες κάποτε) δυσκολίες αποκωδικοποίησης και μεταγραφής (για του λόγου το αληθές, ο αναγνώστης ας δοκιμάσει να διαβάσει το σχέδιο επιστολής 18, σ. 156). Η Haas, έχοντας τριφτεί επί 45 και πλέον χρόνια στα καβαφικά αυτόγραφα, πραγματοποίησε έναν φιλολογικό άθλο: μετέγραψε σωστά όλα σχεδόν τα δύσκολα σημεία των επιστολών (σε αμφισβητούμενες περιπτώσεις, προτείνει εναλλακτικές αναπτύξεις· βλ. π.χ. σ. 175, υποσημ. 10). Η μεταγραφή είναι «διπλωματική» (ενδεδειγμένη για την περίπτωση), αλλά, «προκειμένου να καλυφθούν οι ποικίλες ανάγκες των αναγνωστών», «προκρίθηκε η μέθοδος του “τελικού” κειμένου»: αναπτύχθηκαν οι συντομογραφίες, ενώ οι διαγραφές, οι διαδοχικές επεξεργασίες κτλ. δίνονται υποσελίδιες.

Η Haas αντιμετώπισε με τη δέουσα προσοχή το ουσιώδες πρόβλημα της χρονολόγησης των αχρονολόγητων, στο σύνολό τους, επιστολών του Καβάφη, βασιζόμενη σε στοιχεία και πληροφορίες (εσωτερικά και εξωτερικά) που καθιστούν τη χρονολόγηση βέβαιη ή, έστω, πιθανή. Για παράδειγμα: Η ακριβής χρονολόγηση της επιστολής 3 («Marseille, le… 18…») στις «12 Μαΐου 1897» προκύπτει από τον συνδυασμό τριών στοιχείων: α΄) της είδησης (δημοσιεύτηκε στον αλεξανδρινό τύπο) ότι το ατμόπλοιο «Congo» αναχώρησε από την Αλεξάνδρεια στις 7 Μαΐου 1897, β΄) της αναφοράς στην επιστολή ότι το ταξίδι διήρκεσε 5 μέρες και γ΄) της ανέκδοτης επιστολής της Χαρίκλειας στις 11 Μαΐου ότι οι δύο γιοι της φτάνουν «αύριο» (Αλληλογραφία, σ. 85 και σ. 172).

Η έκδοση διακρίνεται ιδιαίτερα για τον σχολιασμό των 17 καβαφικών επιστολών. Αναμφίβολα, η Haas, αφενός, γνωρίζει πολύ καλά το καβαφικό έργο και τη σχετική βιβλιογραφία και, αφετέρου, διαθέτει οξυδέρκεια και ευθυκρισία. Εξάλλου, γενικότερα, η παιδεία της τη βοηθάει να αναδείξει, λεπτομερώς και με ακρίβεια, το αγγλο-γαλλικό γραμματολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται με άνεση ο Καβάφης. Ο σχολιασμός κάθε επιστολής είναι πλήρης, ώστε θα μπορούσε να αποτελέσει χωριστό άρθρο. Υποσημειώνω ωστόσο ότι ανοιχτό εν μέρει παραμένει το σχόλιο στο σχέδιο της επιστολής 30 (σ. 145 και σ. 313-314) αναφορικά με την πρωτοφανή για την εποχή Διεθνή Έκθεση Αθηνών (Ζάππειο, Μάιος-Οκτώβριος 1903), την οποία ο Καβάφης επισκέφθηκε τουλάχιστον πέντε φορές, σύμφωνα με το σημειωματάριο εξόδων του· εδώ, παρακολούθησε την παράσταση του Τρίτου του Γρ. Ξενόπουλου (16 Αυγούστου) και άλλες δύο παραστάσεις: στις 30 Σεπτεμβρίου (ίσως το νατουραλιστικό κοινωνικό δράμα Οι Κούρδοι του Γιάννη Καμπύση) και στις 9 Οκτωβρίου (δεν εντόπισα ποιο έργο). Πάντως, σε κάθε περίπτωση, τα σχόλια, διεξοδικά και τεκμηριωμένα, καίρια και ουσιαστικά, αποκαλύπτουν όσα, μισοκρυμμένα, βρίσκονται πίσω ή κάτω από λέξεις των καβαφικών επιστολών και φωτίζουν ευκρινώς άγνωστες ή παρανοημένες πτυχές της ζωής και του έργου του Αλεξανδρινού. Δύο ενδεικτικά παραδείγματα σχολίων:

Στην επιστολή 7 (Παρίσι, 31 Μαΐου 1897), ο Καβάφης χρησιμοποιεί έναν γενικόλογο αρνητικό χαρακτηρισμό για τους πίνακες του ζωγράφου Θεόδωρου Ράλλη (οι οποίοι, σύμφωνα με τον ποιητή, δεν είναι «μεγάλο πράγμα»). Η φράση, όπως σημειώνει η Haas, αποτελεί «νέο στοιχείο» σε ένα ζήτημα που απασχόλησε τους μελετητές από το 1948 μέχρι σήμερα: το αν ο Καβάφης εμπνεύστηκε το ποίημα «Δέησις» από πίνακα του Ράλλη ή αν ο Ράλλης εμπνεύστηκε τον πίνακά του από το ποίημα του Καβάφη. Η Haas, συνοψίζοντας τη σχετική συζήτηση (σ. 203-210), επισημαίνει τις παρανοήσεις και τις αστήρικτες υποθέσεις άλλων μελετητών και, με βάση τα σχετικά τεκμήρια, δίνει οριστική απάντηση στο ζήτημα: ότι η σύνθεση του ποιήματος προηγείται του πίνακα.

Δεύτερο παράδειγμα: Στο σχέδιο της επιστολής 18 (Αλεξάνδρεια, 9 Ιουνίου 1898), ο Καβάφης διατυπώνει ένα σύντομο σχόλιο για το μυθιστόρημα Paris (1898) του Ζολά: «But I don’t like those pa[rts] where t[he] aut[hor] tries to refute or rid[icule] t[he] néo-mysticisme which pervades mod[ern] th[ought]» (σ. 120). Η Haas παρέχει στον αναγνώστη όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες για να κατανοήσει το σχόλιο· συγκεκριμένα, αναφέρεται στις σχέσεις του Καβάφη με το έργο του θετικιστή και νατουραλιστή Ζολά, στην κριτική του μυθιστορήματος από τον γαλλικό τύπο και στη διαμάχη του Ζολά με τον καλλιτεχνικό και τον πνευματικό περίγυρο της εποχής του· επίσης, διερευνά και παρουσιάζει αναλυτικά τις σελίδες του μυθιστορήματος στις οποίες ο Ζολά προσπαθεί να αναιρέσει ή να διακωμωδήσει τον νεο-μυστικισμό· τέλος, εντάσσει το σχόλιο στο πλέγμα των ζητημάτων που απασχολούν τον ποιητή σε όλη τη δημιουργική πορεία του (σ. 265-287).

Η Haas, ανιχνεύοντας τις υπόγειες συνδέσεις των επιστολών με τα βιώματα και το έργο του Αλεξανδρινού, σχολιάζει τις σημασιολογικές διαφορές λέξεων, τις λεπτές αποχρώσεις τους, που υποδηλώνουν διαφορετικά συναισθήματα ή εντάσεις συναισθημάτων. Ενδεικτικά, ως παράδειγμα ερμηνευτικού διεισδυτικού σχολιασμού, αναφέρω τα σχόλια (σ. 294-302) στο σχέδιο επιστολής 25 (γράφεται «πιθανότατα» στις 2 Μαΐου 1900), το οποίο ο Καβάφης τροποποιεί επανειλημμένα, χωρίς ποτέ να καταλήξει σε οριστικό κείμενο (σ. 133-135). Εύστοχα η Haas παρατηρεί τα εξής: «Η συναισθηματική φόρτιση και το εξομολογητικό ύφος του σχεδίου, αλλά και οι λεπτές έννοιες που πασχίζει να διατυπώσει ο Καβάφης, αντανακλώνται στη βασανιστική γραφή» (σ. 295). Ο ποιητής, όπως και σε πολλά ποιήματά του, επιδιώκει να διεισδύσει σε πολύπλοκες ψυχολογικές καταστάσεις – εδώ, στου φίλου του (ο ίδιος είχε χάσει τη μητέρα του δεκατρείς μήνες νωρίτερα, τον Φεβρουάριο του 1899) μετά τον πρόσφατο (στις 26 Μαρτίου 1900) θάνατο του πατέρα του:

«Ο Καβάφης προσπαθεί τώρα να προσδιορίσει επακριβώς, αποδίδοντας διαβαθμίσεις και αποχρώσεις, τη σχέση θλίψης και πόνου – άλλη μια έκφανση, καθώς φαίνεται, της σχέσης σκέψης και αίσθησης, αλλά με κυρίαρχο πλέον τον παράγοντα του χρόνου, και όχι του χώρου. […]

»O ποιητής ταλαντεύεται μέχρι τέλους ανάμεσα στις έννοιες “to linger” (“παραμένει”), και “to be latent” (“λανθάνει”), ενώ σημειώνει, ως παραλλαγή στη λέξη “sorrow”, τη λέξη “regret” (“λύπη”, αλλά και “τύψη”): “ανοιχτές” παραλλαγές, γνωστές από τις επεξεργασίες ποιητικών του συνθέσεων, εφαρμόζονται εδώ στο είδος της επιστολογραφίας. Όσον αφορά τον πόνο, ή τη «σουβλιά» – η λέξη «pang» υιοθετείται προφανώς για να αποδοθεί η οξύτητα του πόνου –, είναι, σύμφωνα με παραλλαγή, μέρος της θλίψης το οποίο “εξαλείφεται βαθμιαία” (“The pang will w[ear] off from your sorrow”) και επηρεάζεται από τον ανθρώπινο παράγοντα (“Our weakness or our strength m[a]k[es] t[he] p[ain] w[ear] off”). Στην τελική διατύπωση, ο Καβάφης υπόσχεται πλέον την εξαφάνιση του δυνατού πόνου (“the pang will di[s]ap[pear]”), την ίδια στιγμή που μαζί με τη “γαλήνη” προτείνει, ως εναλλακτική (ή συμβιβαστική;) έκβαση τη “νάρκη”, ένδειξη, πιθανώς, του λεπτού διαχωρισμού ανάμεσα στον ψυχικό και τον σωματικό πόνο: “But peace or numbness will come to you”» (σ. 300).

Εξαιρετικά σημαντικό (και ενδεικτικό φιλολογικής μεθόδου) βρίσκω το σχόλιο για τη «σουβλιά» και τη «νάρκη»: Επισημαίνεται η χρήση της πρώτης λέξης σε πεζό κείμενο του Καβάφη (σε σχέση με τη λογοτεχνική αποτυχία) και της δεύτερης στο ποίημα «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου· ποιητού εν Κομμαγηνῄ· 595 μ.Χ.», όπου ο σωματικός πόνος, η «πληγή» από το «γήρασμα του σώματος και της μορφής» απαλύνεται με τη «νάρκη» της ποιητικής δημιουργίας: Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως, | που κάπως ξέρεις από φάρμακα· | νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασίᾳ και Λόγῳ (σ. 301-302). Για τη μελέτη της ποιητικής του Καβάφη, οι πιο ενδιαφέρουσες, κατά τη γνώμη μου, περιπτώσεις είναι αυτές στις οποίες το βίωμα αποσυνδέεται από το πρόσωπο ή και από τη στιγμή και εισέρχεται υπογείως στο ποίημα. Η Haas έχει κάνει πράξη τα λόγια του δασκάλου, του Γιώργου Σαββίδη: «Αληθινά, ο γνήσιος επιστήμονας ποτέ δεν χάνεται στις λεπτομέρειες της επιστήμης του· εκεί τη βρίσκει».

Η έκδοση της αλληλογραφίας Καβάφη-Αναστασιάδη αποτελεί, πιστεύω, σταθμό στις καβαφικές σπουδές, καθώς, χάρη στoν εμπεριστατωμένο σχολιασμό, αναδείχθηκαν άγνωστες πτυχές της βιογραφίας του ποιητή και του φιλικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος και αναδεικνύονται σημαντικά θέματα που τον απασχολούσαν, όπως, για παράδειγμα, ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 (στην επιστολή 4, αναφέρεται σε δημοσιεύματα του γαλλικού τύπου, (συγ)κρίνοντας την εγκυρότητα των ειδήσεών τους, σ. 90 και σ. 185-189)· ακόμα, όσον αφορά την ποιητική του εργασία, αξιοποιώντας μια παλαιότερη υπόθεση της Ρενάτας Λαβανίνι, ταυτίζεται η μετάφραση από τον Καβάφη του ποιήματος «In vano» του D’Annunzio με έναν, αταύτιστο ώς τώρα, δικό του τίτλο («Εις μάτην»· Αλληλογραφία, σ. 164-170). Αναδείχθηκαν ταυτόχρονα οι πιθανές σιωπές που κρύβονται στην αλληλογραφία σε ό,τι αφορά, κυρίως, την εντελώς προσωπική ζωή των δύο φίλων, όπως στην περίπτωση του σχεδίου επιστολής 30 από το ταξίδι στην Αθήνα το 1903· θα είχε ενδιαφέρον να γινόταν συζήτηση και για την απουσία, από την αλληλογραφία, αναφορών του Καβάφη στις ερωτικές εμπειρίες του που μαρτυρούνται στο «[Μνημόνιο από το ταξίδι στο Παρίσι και στο Λονδίνο]» (σχέσεις με πόρνες), και που ανατρέπουν όσα λανθασμένα είχε υποστηρίξει ο Τίμος Μαλάνος. (Άραγε, πώς θα σχολιάσει η κριτική, ιδίως η «επιστήμη» της κλειδαρότρυπας και η παραφιλολογία, το κείμενο αυτό;)

Συμπερασματικά: Η μέθοδος και η αξιοπιστία της μεταγραφής, ο πλουσιότατος και εμπεριστατωμένος σχολιασμός, η χρηστικότητα έκδοσης (που δείχνει σεβασμό στον αναγνώστη) και η τυπογραφική επιμέλεια (συνέχεια της παράδοσης των εκδόσεων του Μ.Ι.Ε.Τ.) καθιστούν την έκδοση άρτια και, γι’ αυτό, υποδειγματική.

***

Η έκδοση της Αλληλογραφίας, τον Ιούνιο του 2025, συνέπεσε χρονικά με την έκδοση της νέας «βιογραφίας» του Καβάφη από τους Gregory Jusdanis και Peter Jeffreys, στην Αμερική και στην Αγγλία τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο του 2025 (και τον Σεπτέμβριο, χωρίς ευρετήρια (!), σε ελληνική μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου). Οι δύο βιογράφοι αφιερώνουν ένα ολόκληρο κεφάλαιο στη σχέση Καβάφη-Αναστασιάδη («Πέρης [sic]: Εστέτ, καλλιτέχνης και έμπιστος», σ. 226-248 της μετάφρασης). Μια δειγματοληπτική σύγκριση αυτού του κεφαλαίου με την Αλληλογραφία είναι διδακτική.

Από τη «βιογραφία», δεν λείπουν οι αδικαιολόγητες παραναγνώσεις των αυτογράφων. Σημειώνω μία, ίσως την πιο σοβαρή (σ. 238 της μετάφρασης): «Από σωζόμενες επιστολές, μοιάζει [ο Λεβόν] να είχε σχέση με τη θεατρική σκηνή του Παρισιού ― ο Κωνσταντίνος μέχρι που διάβασε ένα από τα έργα του». Προφανώς, στο σχέδιο επιστολής 14 του Καβάφη, οι δύο βιογράφοι διαβάζουν λάθος την ευανάγνωστη συντομογραφία Lem (= Lemaître) σε Lev [= Levon]: «Thanks for the play of Lem[aître] y[ou] s[ent] me. But Lia ought not to marry» (Αλληλογραφία, σ. 110 και φωτογραφία του αυτογράφου, σ. 58). Ο Levon, ενώ αναφέρεται αρκετές φορές στην αλληλογραφία Καβάφη-Αναστασιάδη, για τους δύο βιογράφους, παραμένει αταύτιστος· ωστόσο, εικάζουν, εντελώς αυθαίρετα, ότι είναι «ως και εραστής του Πέρη»· αυθαίρετα επίσης, συμπεραίνουν ότι έγραψε κάποιο θεατρικό έργο. Και το σοβαρότερο: Δεν εντόπισαν ότι πρόκειται για τον Levon Agopian (1875-1932· βλ. Αλληλογραφία, σ. 29 και 30-33· για το πρόσωπό του, θα άξιζε να γραφτεί ένα παραφιλολογικό, ίσως, σημείωμα)· δεν αναρωτήθηκαν καν ποια είναι η ανύπαντρη Lia, μα ούτε και πρόσεξαν ότι, σε προηγούμενη επιστολή, ο Καβάφης ευχαριστεί τον Περικλή για το θεατρικό που του έστειλε: «the play that afforded me the greatest pleasure was Lemaître’s “L’ Aînée” which I send you» (Αλληλογραφία σ. 106)· αυτής της κωμωδίας του Lemaître είναι πρωταγωνίστρια η Lia.

Οι δύο βιογράφοι δεν επιχειρούν (άραγε, για ποιον λόγο;) να χρονολογήσουν τις αχρονολόγητες επιστολές του ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ και του Ιδιωτικού Αρχείου Χαριτάτου από τις οποίες παραθέτουν αποσπάσματα. Ή, σε άλλη περίπτωση, η χρονολόγησή τους είναι λανθασμένη: νομίζουν ότι η επιστολή της 7ης Σεπτεμβρίου του Αναστασιάδη γράφτηκε στα 1905, ενώ είναι του 1903 (σ. 239 και σ. 484 της μετάφρασης), με συνέπεια να παρερμηνεύουν το περιεχόμενό της. Είναι ανεξήγητο γιατί δεν έλαβαν υπόψη τους την ταχυδρομική σφραγίδα του σωζόμενου φακέλου, όπου αναγράφεται η ημερομηνία: «Paris Bd Malesherbes 8 – 9 03» (Αλληλογραφία, σ. 143).

 

***

 

ΥΓ. Θεωρώ περιττό να «συστήσω» στους αναγνώστες τη Diana Haas, που, επί δεκαετίες, υπηρετεί τις καβαφικές σπουδές, αθόρυβα και με πραγματική σεμνότητα: το έργο της είναι γνωστό και καταξιωμένο.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΓεωργακοπούλου, Χωματηνός, Χουβαρδάς: 3 ιδιαίτερα πεζογραφήματα (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ