Κορίννα Σεργιάδου
Μια μέρα στην θάλασσα- εσύ, η μαμά σου και το ξαδερφάκι σου ο Λευτέρης. Ο Λευτέρης φοράει μπρατσάκια και αντηλιακό. Κατά δυο χρόνια μεγαλύτερος του- εσύ δέχεσαι μόνο το αντηλιακό, τα μπρατσάκια τα αρνείσαι με πείσμα. Πέφτετε με φόρα στο νερό, ο Λευτεράκης σηκώνει τα χέρια ψηλά και σου δείχνει το σχέδιο με κόκκινα ψάρια τυπωμένο στα μπρατσάκια του. Ο Λευτεράκης ενθουσιάζεται, βγάζει την γλώσσα του έξω και γλύφει τα ψαράκια ένα ένα. Τον χτυπάς απαλά στο χέρι- «τι τα γλύφεις, χαζέ, δεν κάνει». Ο Λευτεράκης σε κοιτάζει σκεπτικός και ψιθυρίζει: «Το μπρατσάκι μου είναι αλμυρό». «Εννοείται και είναι αλμυρό, χαζούλη, αφού η θάλασσα είναι αλμυρή, να, δες», του φωνάζεις και τον πιτσιλάς από μακριά. Ο Λευτεράκης τινάζει σταγόνες από πάνω του και σε ρωτάει: «Και γιατί είναι αλμυρή η θάλασσα;» Η ερώτηση σε ενοχλεί, δεν έχεις ιδέα γιατί είναι αλμυρή η θάλασσα. Το βλέμμα σου πέφτει στα κόκκινα ψαράκια- χαμογελάς αυτάρεσκα. «Χαζούλη, ε χαζούλη, μα επειδή τα ψάρια χέζουν αλάτι, δεν το ήξερες;» «Ιιιιιιιου», τσιρίζει ο Λευτεράκης και τρίβει την γλώσσα με την παλάμη του, η παλάμη του είναι αλμυρή, ο Λευτεράκης βάζει τα κλάματα, κουνάει απεγνωσμένα τα χέρια και τα πόδια για να πλησιάσει την ακτή, τρέχει πελαγωμένος στην μάνα σου με την γλώσσα αστεία τεντωμένη έξω από το στόμα. Η μάνα σου θυμώνει, η μάνα σου προσπαθεί να πείσει τον Λευτεράκη ότι είπες ψέματα, ο Λευτεράκης αρνείται να μπει ξανά μέσα στο νερό. Βγαίνεις στην ακτή και κάθεσαι στην σκιά τιμωρημένος. Την νύχτα στο ύπνο σου βλέπεις τα κόκκινα ψαράκια να ζωντανεύουν, να χτυπάνε τις ουρές τους, να αιωρούνται και να σε πλησιάζουν απειλητικά. Προσπαθείς να τα διώξεις, κουνάς τα χέρια σου με δύναμη, φωνάζεις να φύγουν. Την νύχτα η μαμά ξαπλώνει δίπλα σου, κοιμάστε αγκαλιασμένοι.
Μια άλλη μέρα στην θάλασσα- εσύ και η Ελένη. Θα είναι το πρώτο και το τελευταίο σου μπάνιο μαζί της, μια εβδομάδα αργότερα θα φύγει για Γερμανία. Παίρνετε το τραμ και κατεβαίνετε Γλυφάδα. Περπατάτε σιωπηλοί μέχρι την παραλία. Βγάζεις την μπλούζα σου και την απλώνεις στην άμμο, ακουμπάς την τσάντα της Ελένης προσεκτικά πάνω στην μπλούζα, βγάζεις το σορτσάκι, το αφήνεις πάνω στην τσάντα της Ελένης, από πάνω πέφτει το φόρεμα της και το καπέλο. Μπαίνετε στο νερό μέχρι τους ώμους, ανήσυχοι και σιωπηλοί. Η Ελένη κοιτάζει τον ορίζοντα, εσύ κοιτάς την Ελένη- εκείνη τρέμει από το κρύο. Την αγκαλιάσεις απαλά από τους ώμους και κολλάς το στήθος σου στην πλάτη της. «Τέλεια», ψιθυρίζει εκείνη, «τώρα δεν κρυώνω καθόλου». Περνάς τα χέρια γύρω από την μέση της και κρύβεις το πρόσωπο μέσα στα μαλλιά της. «Όπου και αν πας θα έρθω να σε βρω», ψιθυρίζεις σφιγμένα και αισθάνεσαι πλήρης και απολύτως δυστυχισμένος ταυτόχρονα. Όλα συμβαίνουν πολύ γρήγορα. Η Ελένη προσπαθεί να γυρίσει το κεφάλι, εσύ νιώθεις δάκρια αλμύρα να κυλάνε ποτάμι στα μάγουλα σου, σπρώχνεις την Ελένη μακριά και κάνεις μακροβούτι. Ένα λεπτό αργότερα κολλάς τα χείλη σου πάνω στα δικά της και όλα είναι αλμυρά- τα χείλη σου και τα χείλη της, τα μάγουλα σου, τα μάτια σου. Βγαίνετε στην αμμουδιά, σκουπίζεις τα μάτια και σκέφτεσαι, σκέφτεσαι πως η αλμύρα της θάλασσας δεν είναι παρά μόνο δάκρια ανθρώπων που αιώνες τώρα έμπαιναν στο νερό πονεμένοι, πλήρεις και απολύτως δυστυχισμένοι. Την νύχτα στο ύπνο σου ονειρεύεσαι την Ελένη να γελάει χαρούμενη μέσα στο νερό και να σε πιτσιλάει. Ονειρεύεσαι να παίρνεις φόρα και να τρέχεις καταπάνω της, ονειρεύεσαι πως εκείνη απλώνει τα χέρια, πετάει το μαγιό της και γελάει. Κοιμάσαι και η αλμύρα της θάλασσας νοτίζει το μαξιλάρι σου.
Μια μέρα στην θάλασσα- εσύ, η Κατερίνα και ο Αλέξανδρος. Το πορτμπαγκάζ γεμάτο κουβαδάκια, νεροπίστολα, απόχες. Την ώρα που οδηγείς σε βρίσκει η είδηση για αύξηση φορολογίας, από τα ηχεία ακούγονται αγχωμένες φωνές συνεργατών- «Βγαίνουμε; Δεν βγαίνουμε; Να το σκεφτούμε. Ποιος έχει πρόσβαση στο excel;» Φτάνετε στην παραλία, αποσυνδέεις το τηλέφωνο από το Βluetooth του αυτοκινήτου, βάζεις βιαστικά τα ακουστικά, κατεβαίνεις. H Κατερίνα κουβαλάει κουβαδάκια, νεροπίστολα, απόχες, εσύ προχωράς βιαστικά προς την παραλία. «Τον Αλέξανδρο», φωνάζει η γυναίκα σου, γυρίζεις το κεφάλι – το παιδί κάθεται δεμένο στο παιδικό κάθισμα και σου κουνάει το χέρι μέσα από το τζάμι του αυτοκινήτου. Σιχτιρίζεις, επιστρέφεις, λύνεις τους ιμάντες- τον βγάζεις έξω. Ο μικρός τρέχει να προλάβει την μάνα του, εσύ τρέχεις προς τις ξαπλώστρες, ανοίγεις το κινητό, χάνεσαι μέσα στο excel, «δεν βγαίνουν τα νούμερα», ακούγεται η φωνή στα ακουστικά σου, «περίμενε», απαντάς, «αφαίρεσε δυο υπαλλήλους, μείωσε το περιθώριο κέρδους, για να δούμε τώρα». Δυο ώρες αργότερα στερεύετε από ιδέες. Αποφασίζετε να το σκεφτείτε πιο ψύχραιμα και να συνεχίσετε αύριο από το γραφείο, «για όσο υπάρχει το γραφείο», μουρμουράς μόλις κλείσει η γραμμή και σηκώνεις τα μάτια από την οθόνη. Ο Αλέξανδρος, που τόση ώρα σου φώναζε να μπεις μέσα στο νερό, κοιμάται εξαντλημένος στην διπλανή ξαπλώστρα, αγκαλιά με την Κατερίνα. Σκουπίζεις τον κρύο ιδρώτα από το σβέρκο σου και προχωράς προς την θάλασσα. Μπαίνεις με φόρα και περπατάς προς τα μέσα, το νερό φτάνει μέχρι το στήθος σου. Προχωράς με μεγάλες αργές δρασκελιές, τα χέρια ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό, προσπαθείς να τρέξεις, το σώμα σου σε αργή κίνηση γέρνει μπροστά. Η εικόνα σου θυμίζει τον Δρομέα, τον Δρομέα από γυαλί και ατσάλι, τον Δρομέα να προσπαθεί να ξεφύγει από τον θόρυβο της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας. «Να ξεφύγω, να ξεφύγω», παίρνεις μεγάλη ανάσα και βουτάς. Νιώθεις το σφιγμένο σώμα σου, σαν καυτό μέταλλο, να βγάζει ατμούς και να χαλαρώνει. Διπλώνεσαι, αγκάλιασες τα γόνατα με τα χέρια και επιπλέεις σαν μια παράξενη σημαδούρα. Και τότε σκέφτεσαι, σκέφτεσαι πως η αλμύρα της θάλασσας είναι ιδρώτας που χύθηκε και ξεπλύθηκε από τα κύματα. Φαντάζεσαι άντρες και γυναίκες αιώνες τώρα να βουτάνε μέσα στο νερό, κουβαλώντας επάνω τους τον ιδρώτα του μόχθου και τον κακουχιών, ξορκίζοντας την θάλασσα για την λύτρωση. Βγάζεις το κεφάλι έξω από το νερό και παίρνεις μια βαθιά, πιο ήρεμη ανάσα. Ο Αλέξανδρος έχει ξυπνήσει και κολυμπάει να σε βρει, τα μπρατσάκια του κουνιούνται αστεία δεξιά αριστερά. Θυμάσαι τα κόκκινα ψαράκια του Λευτέρη, γελάς και γραπώνεις τον μικρό αγκαλιά, «Για πες ρε Άλεξ, γιατί είναι αλμυρή η θάλασσα;»
Μια μέρα στην θάλασσα και είσαι μόνος. Ξεκουμπώνεις με κόπο το λινό πουκάμισό σου, το διπλώσεις προσεκτικά και το αφήσεις κάτω στην άμμο. Βγάζεις τις μαλακές συρτές παντόφλες και τις αφήνεις δίπλα στο πουκάμισο. Προχωράς προς το νερό, μπαίνεις μέσα μέχρι τις γάμπες. Μετά από το περσινό εγκεφαλικό ο γιατρός σου επιμένει να προσέχεις, να μην μπαίνεις απότομα, να μένεις τουλάχιστον τρία – τέσσερα λεπτά με το νερό να φτάνει μέχρι τις γάμπες, μετά να προχωράς πιο μέσα, ως τα γόνατα, μετά ως την κοιλιά και το στήθος. Γελάς και σκέφτεσαι πως μοιάζεις με βατράχια, εκείνα βράζουν λίγο λίγο, εσύ λίγο λίγο πεθαίνεις. Το εγκεφαλικό σου έχει αφήσει ένα μικρό πρόβλημα στο αριστερό χέρι και στο βάδην. Το χέρι κινείται αργά και μόνο μέχρι ενός σημείου, το βάδισμα έγινε αργό και ασταθές, αρνείσαι να πάρεις μπαστούνι. Μπαίνεις επιτέλους μέχρι τον λαιμό και ανασαίνεις. Μέσα στο νερό νιώθεις πιο άνετα, στριφογυρίζεις, προχωράς με ήρεμες απλωτές κινήσεις. «Μην μπαίνετε πολύ βαθιά, να κολυμπάτε παράλληλα με την ακτή», ηχεί ξανά στα αυτιά σου η φωνή του γιατρού. Σου ξεφεύγει ένα απαλό γελάκι, ανοίγεσαι πιο βαθιά, η θέα της ακτής σε ενοχλεί. Κινείσαι μέσα στο νερό και οι αρθρώσεις σου μαλακώνουν, δεν πονάς πια, περιστρέφεις το κορμί και ξαπλώνεις ανάσκελα, τεντώνεις τα χέρια και τα πόδια διαγωνίως του σώματος, απλώνεσαι σαν αστερίας. Στα δεξιά μαζεύονται σύννεφα, άθελα σου ακολουθείς το αιώνιο παιχνίδι των σχημάτων- διακρίνεις μια καρδιά που με ένα φύσημα του ανέμου χωρίζεται στα δυο, στα αριστερά της τεράστια φουσκωμένα μάγουλα μετακινούνται γρήγορα, αλλάζουν σχήματα και μορφές. Μισοκλείνεις τα μάτια και κοιτάς ευθεία πάνω από το κεφάλι σου, εκεί που ο ουρανός είναι ακόμη καθαρός. Ο γαλάζιος θόλος σε μαγνητίζει, έχει ύψος αλλά ταυτόχρονα έχει και βάθος, νιώθεις υψοφοβία μπροστά στο άπειρο, παράλληλα όμως έλκεσαι, θέλεις να δεις μέσα στον θόλο, βαθιά, θέλεις να βρεθείς το σημείο εκείνο που το γαλάζιο αναμειγνύεται με το μαύρο. Η θάλασσα κυματίζει συγκαταβατικά, η θάλασσα σε αγκαλιάζει και απορροφά όλα τα περιττά- απορροφά τα δάχτυλα και το στομάχι, τον λαιμό, τα πόδια, το στέρνο, σε γδύνει και αφαιρεί όσα δεν σου χρειάζονται πια, βήμα βήμα, με κάθε μικρό κυματισμό, μέχρι να μείνετε μόνο εσύ και εκείνη, μέχρι εσύ να γίνεις εκείνη, ελεύθερος από ύλη και κάθε περιορισμό. «Ώστε για αυτό λοιπόν» ψιθυρίζεις και αφήνεσαι.
Ο γαλάζιος θόλος από πάνω σας υπακούει στο ξόρκι της θάλασσας, ο θόλος πυκνώνει, πλησιάζει, διαστέλλεται, ο θόλος ολόκληρος περνάει από μέσα σου και χύνεται μέσα στο πέλαγος. Όλα γίνονται ένα.






















