Σάββατο, 4 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Μια συνάντηση με τον Αντώνη Φωστιέρη (της Έφης Κατσουρού)

Μια συνάντηση με τον Αντώνη Φωστιέρη (της Έφης Κατσουρού)

0
23

της Έφης Κατσουρού

Το ποίημα παρότι συχνά ενδύεται το κουστούμι μονολόγου, στο βάθος, και από τη γέννηση του, αποτελεί μια από τις πιο βαθιές εκφράσεις συνομιλίας στη λογοτεχνία, μια απεύθυνση που εκκινεί από τον ποιητή για να καταλήξει ξανά σε εκείνον, διανύοντας στη διάρκειά της όλο το εύρος των εντάσεων, από τη συγκατάβαση και τη συνθηκολόγηση μέχρι την ακραία αμφισβήτηση του ίδιου του εαυτού, και να υπερβεί στο τέλος τον γεννήτορα της, να τον αφήσει γυμνό και να αρχίσει πάλι από την αρχή μια ανάλογη ιστορία με τον αναγνώστη. Το ποιητικό υποκείμενο  που προβάλλει μέσα από το ποίημα θα έλεγα πως είναι κι εκείνο ένας εαυτός μέσα στον εαυτό του ποιητή, καθώς μόνο με τις λέξεις του ποιήματος αφυπνίζεται εκείνο το κρυφό μέρος της ύπαρξής του, που συνήθως υπνωττεί και συμπεριφέρεται με τις ανακλαστικές, κομφορμιστικές κινήσεις μιας απρόσωπης- πρακτικής διανοητικής ακόμη και συναισθηματικής συνήθειας, «μονολογεί»  ο Αντώνης Φωστιερης στο κείμενο «Η γλώσσα της ποίησης ή η ποίηση της γλώσσας» από το δεύτερο μέρος του συγκεντρωτικού τόμου με τίτλο Ποίηση και ποιητική –  Συνομιλίες, Μονόλογοι, που κυκλοφόρησε πρόσφατα και περιλαμβάνει συνομιλίες με ομοτέχνους του, δημοσιογράφους, μαθητές σχολείων, ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων και πεζά κείμενά του δημοσιευμένα στον τύπο, που όλα μαζί καλύπτουν το εύρος πέντε δεκαετιών. Αναγνωρίζοντας ακριβώς αυτή την κατασκευή που στεριώνει το ποιητικό οικοδόμημα ο Φωστιέρης επιλέγει σε αυτή τη φάση να συγκεντρώσει σε ένα σώμα όσα μέσα στα χρόνια της ποιητικής του εργασίας του έχει κομίσει η δουλειά αυτή, όσα έχει μάθει και όλα εκείνα για τα οποία ακόμη αμφιβάλλει, όσα έχει πει και όσα έχει υπονοήσει, σε έναν λόγο πεζό που φλερτάρει με το δοκίμιο διατηρώντας όμως ταυτόχρονα την ανοικτότητα που του χαρίζει το σχήμα της συν-ομιλίας και του μονολόγου. Κοινό άξονα όλων των κειμένων αποτελεί η περιδίνηση γύρω από ζητήματα ποιητικής πράξης και θεωρίας, όπως ο ίδιος αναφέρει στην εισαγωγή, όπου με ιδιαίτερη επιμέλεια παρουσιάζει τον τρόπο που συνέθεσε το βιβλίο αυτό ώστε να απαλείψει τις επαναλήψεις που είναι λογικό να υπάρχουν σε συνομιλίες πενήντα ετών, να οργανώσει σπονδυλωτά το υλικό του πάνω σε θεματικές (διατηρώντας τη χρονολογική σειρά των συνομιλιών-πράγμα που ανατρέπει στους μονολόγους), να ελέγξει τις συνέχειες και τις ασυνέχειες που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν μέσα από τις προσθαφαιρέσεις χωρίων, ώστε να δημιουργήσει τελικά μια συνεκτική δομή λόγου προσπελάσιμη από τον αναγνώστη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι περιδιαβαίνοντας από συνομιλία σε συνομιλία, πορευόμαστε μαζί με τον ποιητή από την πρώτη νεότητα (η πρώτη συνομιλία χρονολογείται στα 1976 με τον ποιητή να είναι μόλις 23 ετών) έως σήμερα στην ωριμότητά του (η τελευταία συνομιλία είναι του περασμένου έτους 2025) και τον παρατηρούμε μέσα στα χρόνια να ανδρώνεται, να διευρύνει τις οπτικές του, να σμιλεύει τις αιχμηρότερες γωνίες της νιότης, και σχηματοποιώντας τις θέσεις του να παραμένει στην ουσία του ακλόνητος. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που τον διατηρεί ποιητικά ασίγαστο μέχρι και σήμερα. Παρά τη βαθιά γνώση και την τριβή του με την ίδια την ποίηση, τη θεωρία της, τις τέχνες και την φιλοσοφία, καταφέρνει να διασώζει τον εφηβικό ενθουσιασμό και να συνεχίζει να αρνείται τις βεβαιότητες που σχετίζονται με τη φύση και τη θέση της δουλειάς του, συνεχίζει να αμφιβάλλει. Γράφει χαρακτηριστικά:

Η ποίηση είναι περισσότερο για να θέτει εκείνη ερωτήματα παρά για να δίνει απαντήσεις. Θα έλεγα ότι, κατά κάποιον τρόπο, είναι αυτή η οποία αποτελεί την συνισταμένη των ερωτημάτων του ανθρώπου οποιασδήποτε εποχής, όχι μόνο της σύγχρονης, και τα ερωτήματα τα οποία θέτει είναι ποικίλα. Το ερώτημά της εκτείνεται από το υπαρξιακό απόρημα έως τις κοινωνικές συνθήκες, τα ιστορικά δρώμενα και τα εξωτερικά δεδομένα του ανθρώπου, διαχρονικά. [Από τη συνομιλία με την Μαρία Νικολάου / 2008]

Πάντως κι εμείς, σ’ αυτή τη συζήτηση γύρω απ’  την ποίηση, με πολλές απορίες προσήλθαμε, αρκετές απ’ αυτές εκφράσαμε και με ακόμη περισσότερες παραμένουμε. Από την πλευρά μου το θεωρώ απολύτως θετικό, γιατί και η ποίηση συντηρείται από τους άλυτους γρίφους κι από τα γόρδια αινίγματα που θέτει στον εαυτό της. Ίσως λοιπόν θα ‘τανε πρέπον να επιστρέψουμε σ’  αυτόν τον χώρο της διαρκούς απορίας, χωρίς να περιμένουμε απαντήσεις που, ακόμη κι αν υπάρχουν, δεν πρόκειται να μας δοθούν. [Από τη συνομιλία του με τον Θανάση Χατζόπουλο / 2010]

Με βασικό γνώμονα αυτή του τη θέση σε όλες του τις συνομιλίες αποφεύγει τις αφοριστικές τοποθετήσεις, ενώ εμμένει στις απόψεις του, από τις οποίες δεν μοιάζει στο ελάχιστο να αποκλίνει, φανερώνεται στον συνομιλητή -είτε τον φυσικό είτε τον δυνητικό στους μονολόγους του- ανοικτός, στοχαστικός και ιδιότυπα εξομολογητικός. Με άλλα λόγια, για κάποιον που γνωρίζει την ποίησή του ο πεζός, στοχαστικός του λόγος, αποτελεί μια ετερότροπη εκφορά αυτής. Σε ερώτηση αναφορικά με το βιωματικό χαρακτήρα των ποιημάτων του και τα στοιχεία που τον εκφράζουν, από τον Χρήστο Κωνσταντόπουλο το1997 απαντά: Κάθε ποίηση, εξ αντικειμένου, είναι βιωματική. Αλλά το βιωματικό δεν σημαίνει αισθηματολογικό, ούτε διανοητικό σημαίνει εγκεφαλικό. […] Και βέβαια περιέχει (η ποίησή μου βιωματικά στοιχεία). Μόνο που είναι περισσότερο θραύσματα από εσωτερικές εμπειρίες παρά μεταποιημένα γεγονότα ή σχόλια πάνω στα γεγονότα. Εσωτερικές εμπειρίες έντονης βίωσης, που μπορεί να προέρχονται εξίσου από τον πραγματικό ή τον φανταστικό χώρο, από την τρέχουσα καθημερινότητα ή την ίδια τη λογοτεχνία.[…] Η ανθρώπινη ψυχή αλέθει τόνους ολόκληρους από εικόνες, ήχους, νοήματα, αισθήσεις. Αλέθει, μασουλάει και φτύνει. Τρέφεται από το τυχαίο, αλλά υπολήπτεται το σημαντικό. 

Επιβεβαιώνοντας την πίστη πολλών ποιητών, ότι μοναδική πατρίδα αποτελεί η παιδική ηλικία, συχνά επιστρέφει εκεί όταν αναζητά τα νήματα της ποίησής του. Στην πρώτη παιδική ηλικία και τα πρώτα αναγνώσματα, τα πρώιμα αισθητικά ερεθίσματα, τις οικογενειακές σχέσεις που δόμησαν την ευαισθησία του, την αμήχανη αποδοχή του περιβάλλοντός του στις πρώτες του ποιητικές δοκιμές, την Διάπλαση των παίδων, που στέγασε τα πρώτα του ποιήματα, τους πνευματικούς ταγούς που κάποτε συνάντησε, τους συνοδοιπόρους τις γενιάς του που συναντήθηκαν στη μετεφηβεία για να πορευτούν μαζί χαράσσοντας πορείες με άλλους παράλληλες, με άλλουςς συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες. Όλα αυτά ως στίγματα εμφανίζονται σε όλο το χρονικό εύρος των συνομιλιών για να κρυσταλλωθούν σχεδόν αφηγηματικά σε κείμενα των μονολόγων, όπως «Η πορεία των γεγονότων», «Το παιδί και το βιβλίο . μικρή ερωτική ιστορία», «Μια ‘‘ένδον χαρτογράφηση’’ – Για τη Γενιά του ’70. Ώρες, αμέτρητες ώρες, κλειδωμένοι σε παιδικά δωμάτια, αφήνοντας πίσω τα διαβάσματα του σχολείου, ή άγρυπνοι σε ώρες κοινής ησυχίας, παλεύαμε να βρούμε λογικά προσχήματα για να φέρουμε εις γάμου κοινωνία μια «ράχη» μ’ ένα «βατράχι», τον «φεγγοβόλο ήλιο» με «του ονείρου το βασίλειο» […] ο ένας μετά τον άλλον οι φίλοι μας άφηναν τους ιάμβους και ρίχνονταν να κυνηγήσουν νίκες και θριάμβους σε άλλα πεδία του μέλλοντος, που μας πλησίαζε χαμογελώντας απειλητικά. Αλλά και όσοι μείναμε να συνεχίσουμε, γιατί μείναμε; Κυρίως γιατί δεν ήμασταν άσσοι στο μπάσκετ ή στο τένις, ούτε μαγεύαμε τα κορίτσια με την ωραία μας φωνή παίζοντας κιθάρα στο ημίφως. Η ποίηση υπήρξε, τα χρόνια εκείνα, η μυστική εκδίκηση προς μια πραγματικότητα που πλήγωνε, ήταν φυγή και αναχώρηση., εξομολογείται στην Πορεία των γεγονότων, και ως τέτοια υπάρχει και θα υπάρχει πάντα, ως ένας τόπος, τόσο για τον γράφοντα όσο και για τον αναγνώστη, άρσης της μοναξιάς του.

Ο πεζός λόγος των ποιητών, από την άλλη πλευρά, ένιωθα ανέκαθεν, ότι έρχεται να συμπληρώσει το έργο τους ως ένας λόγος παράλληλος που φωτίζει την ποίησή τους από διαφορετικές οπτικές γωνίες, δημιουργώντας προεκτάσεις, ελέγχοντας συνέπειες και ασυνέπειες και τελικά ανοίγοντας μια χαραμάδα στην πόρτα του εργαστηρίου τους για να κατοπτεύσουν πρώτα οι ίδιοι και έπειτα ο αναγνώστης τον ποιητή την ώρα που το ποιητικό υποκείμενο τίκτεται. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και εδώ. Ο Φωστιέρης με έναν ιδιαίτερα ευφυή τρόπο συνθέτει ένα δοκίμιο σε λανθάνουσα μορφή, ένα έργο εν προόδω, που αναπτύχθηκε μέσα στο εύρος των δεκαετιών, και ανοίγει αυτή την χαραμάδα από την οποία ο ίδιος πρώτα κρυφοκοιτά για να μετρήσει τα λόγια και τα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, να αμφιβάλλει ξανά, να πλανηθεί και να πλανέψει, να συναντήσει τον παιδικό και τον έφηβο εαυτό του, έχοντας μαζί του τον αναγνώστη, ως διαρκή συνοδοιπόρο του στο μεγάλο ταξίδι του στις θάλασσες της ποίησης.

  Αντώνης Φωστιέρης, Ποίηση και ποιητική – Συνομιλίες, Μονόλογοι, εκδ. Καστανιώτη, 2026

Προηγούμενο άρθροΣε αγαποθέλω (διήγημα της Κλεονίκης Δρούγκα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ