Κυριακή, 5 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ Φεστιβάλ Επιδαύρου 1: Οι “Περσες” του Αισχύλου και του Χρ.Θεοδωρίδη είχαν μόνο...

Φεστιβάλ Επιδαύρου 1: Οι “Περσες” του Αισχύλου και του Χρ.Θεοδωρίδη είχαν μόνο θυμό (της Όλγας Σελλά)

0
29

 

της Όλγας Σελλά

Μπήκαν στην εντελώς γυμνή ορχήστρα του Αρχαίου Θεάτρου Επιδαύρου, ένας-ένας, μία-μία. Γιατί ο χορός αυτών των «Περσών» του Αισχύλου, που σκηνοθέτησε ο Χρήστος Θεοδωρίδης (τραγωδία με την οποία ξεκίνησε το πλήρες πρόγραμμα του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου) δεν ήταν χορός γερόντων. Ήταν χορός νέων, μιας γενιάς που έχει μπροστά της μια γη έρημη, άδεια, διαλυμένη. Εξαιτίας ενός πολέμου. Ενός επεκτατικού πολέμου, που άλλοι αποφάσισαν, και τις συνέπειές του καλούνται να διαχειριστούν οι ίδιοι. Όλοι είναι ντυμένοι με σύγχρονα ρούχα. Άλλοι έχουν ένα σακίδιο πλάτης, άλλος κουβαλάει ένα σπαστό καρεκλάκι…, την μόνη περιουσία τους. Κοιτάνε όλοι προς το πίσω μέρος της ορχήστρας σαν κάτι να περιμένουν. Θυμούνται τις καλές εποχές, της ειρήνης, της ευημερίας, της γαλήνης. Και σχολιάζουν με τρόπο διαχρονικό: «Οι άνθρωποι κινούν πάντα πολέμους που φέρνουν συμφορές».

Έτσι ξεκίνησε η παράσταση  του Χρήστου Θεοδωρίδη και των «Περσών», του αρχαιότερου ολοκληρωμένου σωζόμενου έργου του αρχαίου δράματος, που είναι ταυτοχρόνως κι από τα πρώτα «πολεμικά ρεπορτάζ».

Και μ’ αυτόν τον τρόπο μας έβαλε κατευθείαν στη δική του ματιά και προσέγγιση της τραγωδίας του  Αισχύλου, ο Χρήστος Θεοδωρίδης. Που εστίαζε κυρίως στο θυμό όσων έχουν να διαχειριστούν την επόμενη μέρα εξαιτίας της αλαζονείας των ηγετών τους, και έμενε αρκετά μακριά από τη συντριβή της ήττας και το σοκ του πένθους και της απώλειας, που συνοδεύει τους πολέμους.

Και τότε κάτι φαίνεται να έρχεται από εκεί που κοιτάζουν. Η Άτοσσα φτάνει (Μαρία Ναυπλιώτου), μ’ ένα ένδυμα αρχοντικό, επιβλητικό και μοντέρνο (ένα κοστούμι με παντελόνι είναι κάτω από τα εντυπωσιακά χρυσά στολίδια και την κάπα της). Μοιράζεται με τους πολίτες στα Σούσα, το όνειρο που είδε το προηγούμενο βράδυ («ένας αητός κι ένα κιρκινέζι γοργό, που μάδησε το κεφάλι του αητού…») και αγωνιά για τα νέα που περιμένουν να μάθουν από τη Δύση (την Ελλάδα), εκεί που βρίσκεται το στράτευμα των Περσών.

Τη διήγησή της διακόπτει η άφιξη ενός ανθρώπου που «δεν είχε νέα ευχάριστα να πει». Είναι ο αγγελιοφόρος (Σταύρος Σβήγκος), που μεταφέρει τα μαντάτα της συντριπτικής ήττας του στρατού των Περσών στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας.  «Τελείωσαν όλα» είναι η πρώτη φράση που λέει. Και συνεχίζει να αφηγείται, αλλά όχι με συντριβή, όχι με πόνο, αλλά με τεράστια οργή και ένταση. Με μένος σχεδόν, που και ξένισε και υπερβολικό ήταν.  Γιατί αυτός ο αγγελιοφόρος δεν ήταν ο καταρρακωμένος, ο ξέπνοος, ο απελπισμένος και σοκαρισμένος που φέρνει τα κακά μαντάτα και θρηνεί για τους θανάτους που είδαν τα μάτια του. Ήταν ο άνθρωπος που αντικατέστησε το σοκ με την βροντώδη οργή. Και η μόνη στιγμή που γαληνεύει η φωνή του είναι όταν λέει: «Λαχταρώ το ψωμί της μάνας μου, τον καφέ της, το άγγιγμά της. Όλο και πιο παιδί γίνομαι», μια φράση από τις πολλές προσθήκες που υπήρχαν στον μονόλογο του αγγελιοφόρου.

Διαφορετικός ήταν και ο Δαρείος (Δημήτρης Καταλειφός) σ’ αυτούς τους «Πέρσες» -ακολουθώντας προφανώς τις οδηγίες του σκηνοθέτη. Το φάντασμά του για την ακρίβεια, που το καλεί ο λαός του, με προτροπή της Άτοσσας, για να τους νουθετήσει, να τους δείξει πώς θα διαχειριστούν τη συμφορά. Αυτό το φάντασμα όμως δεν ήταν απόμακρο, δεν προκαλούσε τρόμο και δέος.  Αυτό το φάντασμα ανακατεύτηκε με το χορό, συνομίλησε με τους πολίτες της χώρας του, αλλά δεν έφερε τη σοφία και την πραότητα που η απόσταση από τον κόσμο των ζωντανών θα του έδινε. Σ’ αυτή την παράσταση ο Δαρείος είναι αυστηρός, τους μαλώνει, ακόμα και τις συμβουλές του τις δίνει με τρόπο σκληρό, επιπλήττοντάς τους: «Μη γίνεστε υπέρφρονες, ο θεός τιμωρεί σκληρά την άμετρη έπαρση», λέει. Και η Άτοσσα με τον ίδιο τρόπο ανακατεύεται με το πλήθος. Σαν οι ηγέτες αυτού του τόπου, ζωντανοί και πεθαμένοι, να έχουν χάσει το κύρος τους μετά τις καταστροφικές αποφάσεις που έχουν λάβει.

Ο Δαρείος επιστρέφει στον Κάτω Κόσμο και το τελευταίο πρόσωπο που φτάνει στα Σούσα είναι ο Ξέρξης, ο ηγέτης της εκστρατείας: κουρελής, τρεκλίζοντας, υποβασταζόμενος. Το μόνο που δεν έχει χάσει μέσα σ’ αυτή την καταστροφή είναι η έπαρσή του. Με απόλυτη απουσία ενσυναίσθησης και αισθήματος ευθύνης, διατάζει τους πολίτες να κλάψουν για τα δεινά του!

Πώς αντιδρά ο χορός των νέων ανθρώπων; Διοχετεύει το θυμό του και την απόγνωσή του στο χώμα, κλωτσώντας το με δύναμη. Η σκόνη που σηκώνεται είναι σαν σπονδές «στα νιάτα που πήρε το χώμα σε τόσους πολέμους».

Αυτοί οι «Πέρσες» είχαν κυρίως θυμό και ένταση.  Ο Χρήστος Θεοδωρίδης βάδισε με συνέπεια στο δρόμο της δικής του φόρμας, χωρίς όμως να συναντηθεί ουσιαστικά με τον Αισχύλο, που αφηγήθηκε πως οι Πέρσες, οι ηττημένοι Πέρσες προχωρούσαν «με αργή και απλή κίνηση, από την απελπισία στην απόγνωση», όπως λέει η Ζακλίν ντε Ρομιγί.

Στους δικούς του «Πέρσες» η κίνηση δεν είναι ούτε αργή ούτε απλή. Είναι η κίνηση της έντασης, του θυμού και του πείσματος που μας έχει δείξει σε όλες σχεδόν τις παραστάσεις του ο Χρήστος Θεοδωρίδης, και που υποστήριξε  θαυμάσια ο χορός και ήταν αυτά τα «χορικά» οι πιο επιτυχημένες στιγμές της παράστασης, με κορυφαία τη σκηνή της επίκλησης του φαντάσματος του Δαρείου. Στα σημαντικά στοιχεία της παράστασης είναι οπωσδήποτε οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα και της Ιωάννας Αθανασίου (που υποκατέστησαν τα σκηνικά), η μουσική του Jeph Vanger και, βεβαίως, η κίνηση της Ξένιας Θεμελή, που ήταν παρούσα στο χορό (όπως συχνά κάνει). Και οπωσδήποτε ήταν και η αυταπάρνηση των μελών του χορού σε μια συνθήκη κίνησης διόλου εύκολη.

Και κάπου εδώ σταματούν οι θετικές επισημάνσεις. Η τραγωδία της ήττας, της συντριβής και της απόγνωσης των ηττημένων, στην προσπάθειά της να συνδεθεί με το σήμερα εστιάζει μόνο στο στοιχείο του θυμού και της έντασης και στην ανάδειξη της ρηχότητας των αρχόντων, αλλά μ’ έναν τρόπο εύκολο, προβλέψιμο σχεδόν. Όσο προβλέψιμες (παρότι χωρούσαν στη σκηνοθετική ματιά) ήταν και οι αναφορές στα αθώα θύματα διαφόρων πολέμων της ιστορίας (σε μια συνομιλία με τον Θόδωρο Τερζόπουλο). Μόνο που σ’ αυτή την αναφορά δεν χώρεσαν νεκροί πολίτες από την Ουκρανία.

Η σκηνική φόρμα του Χρήστου Θεοδωρίδη και η ανάγνωση που έκανε στους «Πέρσες» δεν συναντήθηκε επιτυχώς με τον Αισχύλο, παρότι , θα το ξαναπώ, ακολούθησε τη σκηνική του φόρμα με απόλυτη συνέπεια. Υπήρχαν αδικαιολόγητα μεγάλες σιωπές (σε κάποια σημεία νομίζαμε ότι κάτι συμβαίνει). Το κλασικό μικρόφωνο σ’ ένα σημείο της ορχήστρας (υπάρχει σε όλες σχεδόν τις παραστάσεις  του Χρ. Θεοδωρίδη), ήταν, εκτός από σήμα κατετεθέν, και μια μεγέθυνση της έντασης.

Όσο για τις ερμηνείες, ήταν φανερό ότι υπήρχαν δύο επίπεδα. Το ένα ήταν τα μέλη του χορού (οι περισσότεροι/ες έχουν συνεργαστεί ξανά με τον Χρήστο Θεοδωρίδη και γνωρίζουν τη σκηνική του φόρμα) και ήταν φανερό ότι υπηρέτησαν με διαφορετική αμεσότητα το σκεπτικό της παράστσης. Ξεχωρίζω ιδιαιτέρως στο χορό την παρουσία του Βασίλη Τρυφουλτσάνη, που κατάφερνε μέσα από την ένταση, να μεταφέρει και τη θλίψη.

Το άλλο ήταν οι ξεχωριστοί ρόλοι του έργου (αγγελιοφόρος, Άτοσσα, Δαρείος, Ξέρξης), ερμηνευμένοι όλοι από έμπειρους  και καλούς ηθοποιούς, οι οποίοι ακολούθησαν με επαγγελματική αφοσίωση τις σκηνοθετικές οδηγίες. Λιγότερο επιτυχημένο αποτέλεσμα, σ’ αυτό το πλαίσιο, είχε η ερμηνεία του Σταύρου Σβήγκου και του Αναστάση Ροϊλού, που δεν μετέφεραν τις πτυχές της προσωπικότητας των προσώπων που υποδύονταν και τις συναισθηματικές τους αποχρώσεις.

Ο Χρήστος Θεοδωρίδης προσπάθησε να εντάξει το σήμερα σ’ εκείνο το πολυσήμαντο «πολεμικό ρεπορτάζ» του Αισχύλου. Εγχείρημα δύσκολο έτσι κι αλλιώς. Πόσο μάλλον όταν αυτό συμβαίνει στην πρώτη συνάντηση με το αρχαίο δράμα. Τελικά κυριάρχησε το ύφος του σήμερα.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Παναγιώτης Μουλλάς, Σκηνοθεσία – δραματουργία κίνησης: Χρήστος Θεοδωρίδης, Δραματουργική επεξεργασία: Ιζαμπέλα Κωνσταντινίδου, Παύλος Σούλης, Χρήστος Θεοδωρίδης, Κοστούμια: Τίνα Τζόκα, Φωτισμοί: Ιωάννα Αθανασίου – Τάσος Παλαιορούτας, Μουσική: Jeph Vanger, Χορογραφία – Κίνηση: Ξένια Θεμελή, Επιστημονικός σύμβουλος: Παύλος Σούλης, Βοηθός σκηνοθέτη: Ιάσονας Ασημακόπουλος, Βοηθός χορογράφου: Ελίνα Παντελεμίδου, Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media, Graphic Design – Photography: Mike Rafail, Επικοινωνία – προβολή:  Μαρκέλλα Καζαμία

Παραγωγή: Marossoulis Productions

Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου

Διανομή:

Άτοσσα: Ναυπλιώτου Μαρία, Δαρείος: Καταλειφός Δημήτρης , Ξέρξης: Ροϊλός Αναστάσης, Αγγελιοφόρος: Σβήγκος Σταύρος

Χορός (αλφαβητικά): Αλεξανδρόπουλος Πάρης, Δεληθανάση Αγγελική, Δερμεντζίδης Κρητικός Γιώργος, Εξακοΐδης Γιώργος, Θεμελή Ξένια, Κισσανδράκης Γιώργος, Κωνσταντινίδης Γιώργος, Μακρής Ντένης, Μανδρινός Δημήτρης, Μανωλάς Νίκος, Παντερμαλή Αγγελική, Πίττα Τατιάνα- Άννα, Σακελλαριάδη Πέννυ, Σωτηροπούλου Σαββίνα, Τρυφουλτσάνης Βασίλης, Τσαλίκης Βασίλης, Φύτρος Σαμψών

 

Προηγούμενο άρθροΜια συνάντηση με τον Αντώνη Φωστιέρη (της Έφης Κατσουρού)
Επόμενο άρθροΗ  γραφή ως αιθέρια συνύφανση ήχων και λέξεων (γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ