Σάββατο, 4 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Σε αγαποθέλω (διήγημα της Κλεονίκης Δρούγκα)

Σε αγαποθέλω (διήγημα της Κλεονίκης Δρούγκα)

0
14
Ιωάννα Βοσταντζόγλου Βλαστάρη, Παραλία Ι, 2017

Δρούγκα Κλεονίκη

Η μέρα ήταν βαριά, φορτωμένη με εκείνη τη ζέστη της υποτροπικής Θεσσαλονίκης που σε αναγκάζει να ανασαίνεις αλμύρα. Η Εύα, ξαπλωμένη σε μια πολύχρωμη, ξεθωριασμένη αιώρα δεμένη ανάμεσα σε δύο μισοσαπισμένους πασσάλους, εκεί που σκάει το κύμα στο Αγγελοχώρι, είχε τα μάτια κλειστά. Το ένα της χέρι, παρατημένο, σκάλιζε μηχανικά την γκρίζα άμμο, ενώ τα δάκρυά της καυτά σαν τον Ιούλη, αυλάκωναν το πρόσωπο, κρυμμένα πίσω από τα πλούσια μαλλιά της.

Παραδίπλα, ο Αδάμ. Καθισμένος σε μια σπασμένη πλαστική καρέκλα, με ένα κιτρινισμένο τρανζίστορ κολλημένο στο αυτί που έτριζε, άκουγε τη ζωντανή μετάδοση ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Η βραχνή φωνή του εκφωνητή για ένα «λάθος σφύριγμα στο κέντρο» ανακατευόταν με το πλατσούρισμα του νερού. Αυτός, με ένα δίκαννο στα γόνατα, σημάδευε κάθε τόσο τις μπεκάτσες στους βάλτους, ρίχνοντάς της βλέμματα συνοφρυωμένα, γεμάτα μια βουβή, αντρική απειλή.

Άλλον άντρα δεν γνώρισε η Εύα. Για τον Αδάμ δεν είμαστε σίγουροι. Συνομήλικοι, δεμένοι από τα γεννοφάσκια τους με εκείνη την αρρωστημένη συνήθεια που οι άνθρωποι ονομάζουν γάμο και κανείς δεν έβρισκε το σθένος να τερματίσει. Χρόνια αδιαφορίας, χωρίς αγγίγματα. Η τρυφερότητα είχε στεγνώσει προτού καν προλάβουν να γεράσουν. Τώρα πια, μοιράζονταν μόνο τη σιωπή, τις δουλειές του σπιτιού και μια υπόκωφη, καθημερινή πλήξη.

Κάποια στιγμή τη φώναξε άγαρμπα να τον βοηθήσει με τα καλάμια. Εκείνη δεν κουνήθηκε και προσποιήθηκε ότι κοιμόταν. Άπλωσε απλώς τα χέρια στο κορμί της, ένα μάζεμα προστασίας, χάιδεψε απαλά την κοιλιά της και κατέβασε τον δείκτη πιο χαμηλά, εκεί που κάτω από το δέρμα χτυπούσε ο σφυγμός της, σαν να μετρούσε τις αντοχές της πριν την έκρηξη. Τρεμόπαιξε τα βλέφαρα και, με έναν βαθύ αναστεναγμό, άνοιξε τα μάτια.

Τότε είδε το μπουκάλι.

Τις προηγούμενες μέρες βρισκόταν εκεί, μισοθαμμένο στα σάπια φύκια, κι εκείνη το προσπερνούσε με το βλέμμα θολό της εγχώριας πλήξης. Τώρα όμως, καθώς έψαχνε μια χαραμάδα να ανασάνει, το γυαλί άστραψε παράξενα κάτω από το κάθετο φως. Διέκρινε ένα χαρτάκι τυλιγμένο σφιχτά στο εσωτερικό του σαν καθυστερημένη απάντηση της μοίρας. Ανασηκώθηκε αθόρυβα, προσέχοντας να μην τρίζει η αιώρα και γοητευμένη από την ιδέα ενός μηνύματος έξω από τον μικρόκοσμό τους, έριξε μια κλεφτή ματιά προς την πλάτη του Αδάμ που ήταν απασχολημένος με το τρανζίστορ, μαζεύτηκε στα δύο και κάλυψε το μπουκάλι με τις φαρδιές της πλάτες. Προσποιήθηκε έναν δισταγμό, γλίστρησε το χέρι της κάτω από τα φύκια και αναποδογύρισε το γυαλί, χώνοντας το δάχτυλό της στον λαιμό του μπουκαλιού με νευρικότητα, κρατώντας ακόμα και την ανάσα της. Όμως το βρεγμένο γυαλί γλίστρησε από τα λασπωμένα της δάχτυλα που ήταν ακόμα γεμάτα από την γκρίζα άμμο και χτύπησε πάνω σε μια πέτρα με έναν ξερό, ύποπτο ήχο. Ο Αδάμ γύρισε απότομα. Είδε τις σφιγμένες της πλάτες, το σκυμμένο κεφάλι και εκείνο το παράξενο, νευρικό ανασήκωμα των ώμων που πρόδιδε ότι κάτι του έκρυβε. Μέσα στο θολό, ποδοσφαιρικό του μυαλό ξύπνησε αμέσως η παλιά, σκουριασμένη ζήλεια -ο τρόμος του ιδιοκτήτη μήπως η Εύα βρήκε μια χαραμάδα που δεν την ορίζει αυτός.

Παράτησε το όπλο στις λάσπες κι έβγαλε μια άγρια κραυγή. Με πρόσχημα ότι χτύπησε στο πόδι, ζύγωσε κουτσαίνοντας για να καλύψει την ορμή του, και έπεσε με όλο του το βάρος πάνω της, πνίγοντάς την στην αγκαλιά του για να της αποσπάσει το μυστικό. Το μπουκάλι γλίστρησε από τις χούφτες της που μύριζαν φύκια, κατρακύλησε άτσαλα στην άμμο και εξαφανίστηκε μέσα σε ένα θολό κύμα του Θερμαϊκού.

Εκείνη χλόμιασε. Μέσα στην άγαρμπη, βαριά ανάσα του Αδάμ που την πλάκωνε, κοιτάζοντας το νερό που κατάπιε το μήνυμά της, ένιωσε μια ξαφνική, παγωμένη σιγουριά. Κατάλαβε ότι ο άντρας αυτός δεν θα την άφηνε ποτέ να μάθει τι υπήρχε πέρα από τη σκουριά τους. Αν δεν έφευγε εκείνο το δευτερόλεπτο, θα σάπιζε κι αυτή μαζί με τους πασσάλους της ακτής.

Τον κοίταξε με μια απόγνωση βουβή. Σπρωγμένη από την πρωτόγονη ανάγκη να ξεφύγει από την ασφυξία, γλίστρησε σαν χέλι κάτω από το σώμα του και βούτηξε στο νερό. Τότε συνέβη η ρωγμή στη φύση. Δεν πέρασε παρά ελάχιστος χρόνος στην υγρή αγκαλιά του πελάγους, και το κάτω μέρος του κορμιού της άλλαξε σχήμα. Το δέρμα στους μηρούς κόλλησε, σκλήρανε, έβγαλε γκρίζα και πράσινα λέπια, μέχρι που σχημάτισε μια ευλύγιστη, δυνατή ουρά. Αναδύθηκε λίγο πιο πέρα, με τα στήθη στητά, κρατώντας το μπουκάλι που είχε προλάβει να αρπάξει από τον βυθό. Κούνησε το μαντήλι της προς την ακτή.

«Εύα, γύρνα πίσω», φώναξε ο Αδάμ.

Η Εύα, όμως, βυθίστηκε με μια γρήγορη κίνηση. Κάτω από τον πνιγμένο ουρανό του Αγγελοχωρίου, ο Αδάμ χύθηκε στην άμμο και έβαλε τα κλάματα. Καθώς η Εύα κολυμπούσε, κατάφερε να βγάλει τον φελλό με τα δόντια της, ξετύλιξε το χαρτί που έμεινε στεγνό από θαύμα και διάβασε: «Εύα, σε βρήκα. -Εύα». Στο απογευματινό φως, η Εύα χαμογέλασε. Το δέρμα της, ταλαιπωρημένο από την παλιά ασφυξία, ηρέμησε και στα μάτια της στερεώθηκε ένα φως καθαρό, ροζαλί σαν το χρώμα του ορίζοντα που δύει. Ήταν η άγρια ομορφιά της γυναίκας που επιστρέφει στον εαυτό της. Και τότε, κοιτάζοντας το είδωλό της να καθρεφτίζεται στο υγρό πράσινο του Θερμαϊκού, έσφιξε το χαρτί στο στήθος και ψιθύρισε στον ίδιο της τον εαυτό, σαν όρκο: «Σε αγαποθέλω».

Ύστερα ανοίχτηκε ακόμα πιο βαθιά στο πέλαγος, αφήνοντας πίσω της τον Αδάμ, το τρανζίστορ και τη σκουριά της ακτής, χωρίς να γυρίσει ούτε μια φορά να κοιτάξει τη στεριά.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ Καβάφης του Γιώργου Κόρδη μέσα από 24 «εικαστικούς διαλόγους» (γράφει ο Ευριπίδης Γαραντούδης)
Επόμενο άρθροΜια συνάντηση με τον Αντώνη Φωστιέρη (της Έφης Κατσουρού)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ