της Χρύσας Φάντη
Η ενιαία έκδοση των Κεραιών της εποχής μου με αφορμή τα δέκα χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Ανταίου Χρυσοστομίδη (Κάιρο 1952 – Αθήνα 2015) ─εκτός από το ίδιο το εκδοτικό γεγονός της επανεμφάνισης ενός εξαιρετικά σημαντικού έργου─ έρχεται να επιβεβαιώσει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τη λογοτεχνία και, μέσω αυτής, τον κόσμο. Όσοι παρακολουθούσαμε στην ΕΡΤ τη σειρά «Οι κεραίες της εποχής μας», με παρουσιαστή τον ίδιο τον συγγραφέα και συμπαρουσιάστρια τη Μικέλα Χαρτουλάρη ─η οποία, συν τοις άλλοις, προλογίζει τον τόμο─, ανακαλούμε με νοσταλγία και δέος τα ταξίδια τους σε Ευρώπη, ΗΠΑ, Νότια Αμερική, Ασία, Αφρική, και τις σπάνιες συνεντεύξεις με μια μεγάλη γκάμα συγγραφέων διεθνούς εμβέλειας.
Η συγκεκριμένη τηλεοπτική σειρά, φωτίζοντας ποικιλότροπα τη ζωή και τη σκέψη των σνεντευξιαζόμενων, αναδείκνυε ταυτόχρονα τις οπτικές με τις οποίες η ιστορία, περνώντας μέσα από τις ανθρώπινες συνειδήσεις, μετασχηματίζεται σε λογοτεχνία. Θυμόμαστε, μεταξύ άλλων, τον Ουμπέρτο Έκο στο σπίτι του, τον Ορχάν Παμούκ να προσπαθεί να εξηγήσει τις αντιφάσεις της σύγχρονης Τουρκίας ─μιας χώρας που κοιτούσε ταυτόχρονα προς την Ανατολή και τη Δύση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται─, τον Άμος Οζ να αναμετριέται με το αδιέξοδο της Μέσης Ανατολής, αλλά και την Ναντίν Γκόρντιμερ, τον Τζον Μπάνβιλ, τον Χαβιέρ Μαρίας, τη Μάργκαρετ Άτγουντ, τον Κλάουντιο Μάγκρις, τον Αλάα αλ Ασουάνι, τον Τζον Λε Καρέ και πολλούς ακόμη ─ τετ α τετ και απευθείας στον χώρο τους. Βλέποντας τότε την εκπομπή, είχαμε την αίσθηση ότι οι συγγραφείς αυτοί εξακολουθούσαν να αποτελούν όχι μόνο κορυφαίους λογοτέχνες αλλά και εμβληματικούς ιστορικούς μάρτυρες.
Ο Ανταίος Χρυσοστομίδης και η Μικέλα Χαρτουλάρη ταξίδευαν στις τέσσερις γωνιές του κόσμου, από τη Νέα Υόρκη μέχρι την Αβάνα και το Μπουένος Άιρες, από τη Μαδρίτη και την Τεργέστη μέχρι τη Μόσχα, από το Γιοχάνεσμπουργκ μέχρι το Δουβλίνο και τη Στοκχόλμη, για να συναντήσουν ανθρώπους που κουβαλούσαν μέσα τους ολόκληρες εποχές. Η μεταφορά αυτής της εμπειρίας στο χαρτί θα μπορούσε εύκολα να είχε καταλήξει σε μια απλή καταγραφή συνεντεύξεων. Ο Χρυσοστομίδης, όμως, διέθετε μια σπάνια ιδιότητα: ήξερε να ακούει. Και, ακόμη περισσότερο, να συνδέει όσα άκουγε με ευρύτερα ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα, έτσι ώστε τελικά τα έργα και τα γραπτά του να ξεπερνούν κατά πολύ το πλαίσιο μιας στενά δημοσιογραφικής ενασχόλησης.
Γεννημένος στο Κάιρο, γιος του δημοσιογράφου Σοφιανού Χρυσοστομίδη, μεγαλωμένος μέσα στη δίνη των πολιτικών συγκρούσεων της μετεμφυλιακής Ελλάδας, ο Χρυσοστομίδης έζησε από κοντά την εμπειρία της εξορίας, της δικτατορίας, της πολιτικής στράτευσης. Έφυγε νέος για τη Ρώμη, οργανώθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού, σπούδασε αρχιτεκτονική· ωστόσο, η πορεία του τον οδήγησε τελικά στη μετάφραση, στη δημοσιογραφία και στην επιμέλεια βιβλίων. Διόλου τυχαία, συνήθιζε να λέει ότι πίσω από κάθε μεγάλο συγγραφέα κρύβεται ένα βάσανο. Στις Κεραίες της εποχής μου αυτή η αντίληψη αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο. Οι συγγραφείς προς τους οποίους στρέφεται παραμένουν ευάλωτοι άνθρωποι, φοβούνται, αμφιβάλλουν, πενθούν, αντιστέκονται, αναμετρώνται καθημερινά με τις ίδιες αντιφάσεις που αντιμετωπίζουν και οι κοινωνίες τους.
Στο βιβλίο συναντάμε τη Χέρτα Μίλερ να κουβαλά το τραύμα μιας ζωής ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες, επώδυνες ενοχές και διώξεις, τον Νταβίντ Γκρόσμαν να επιμένει στη δημόσια παρέμβαση ακόμη και όταν αυτή έχει προσωπικό κόστος, τον Αντόνιο Λόμπο Αντούνες να αναφέρεται στον πόλεμο της Αγκόλας περιμένοντας τα αποτελέσματα κρίσιμων ιατρικών εξετάσεων, τον Λεονάρντο Παδούρα να αφηγείται την Κούβα της επανάστασης και των διαψεύσεων, ισορροπώντας ανάμεσα στην κριτική και την αγάπη για την πατρίδα του.
Διαβάζοντας το έργο, το οποίο είχε συγκεντρωθεί και κυκλοφορήσει για πρώτη φορά σε δύο τόμους την περίοδο 2012-2013 (και τότε από τον Καστανιώτη αλλά πλέον και οι δύο εκείνοι τόμοι είναι εξαντλημένοι), έχει κανείς την αίσθηση ότι παρακολουθεί μια άτυπη ιστορία του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Μια ιστορία ειπωμένη από εκείνους που βρέθηκαν μέσα στις δίνη της Ιστορίας και τις μεγάλες αναταράξεις της: τις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής, την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, το απαρτχάιντ, το Μεσανατολικό ζήτημα, την Αραβική Άνοιξη, την αργή διάβρωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, τις συγκρούσεις ταυτοτήτων που χαρακτήρισαν τον νέο αιώνα. Και όλα αυτά μέσω μιας βαθιά ριζωμένης εμπειρίας και μιας συνομιλίας που δεν έμενε στις επίπεδες αναλύσεις της επικαιρότητας.
Ο Χρυσοστομίδης, ο άνθρωπος που επί δεκαέξι χρόνια ήταν υπεύθυνος για την πρωτοπόρα σειρά της μεταφρασμένης λογοτεχνίας στις εκδόσεις Καστανιώτη, χρειάστηκε τρία χρόνια επιμονής για να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Μίλερ. Τελικά τα κατάφερε όταν της μίλησε για τη δική του εμπειρία ως παιδιού μιας οικογένειας σημαδεμένης από τη δικτατορία. Η αναγνώριση ενός κοινού τραύματος άνοιξε τον δρόμο για μια συνομιλία που ο ίδιος χαρακτήριζε ως μία από τις πιο συγκλονιστικές της ζωής του. Ως δεινός μεταφραστής περισσότερων από εβδομήντα εννέα βιβλίων, ως επιμελητής που ανανέωσε καθοριστικά το τοπίο της μεταφρασμένης λογοτεχνίας στην Ελλάδα, ως δημοσιογράφος και ως δημιουργός της εν λόγω τηλεοπτικής σειράς, υπηρέτησε με συνέπεια την ιδέα ότι η λογοτεχνία αποτελεί μια μοναδική μορφή γνώσης και ενσυναίσθησης.
Στις Κεραίες της εποχής μου, κάθε πορτρέτο δημιουργού είναι και ένας μικρός διάδρομος που οδηγεί από την ατομική εμπειρία στη συλλογική. Πώς, όμως, γεννιούνται τα μεγάλα έργα; Από ποιες ιστορικές συνθήκες τροφοδοτούνται και σε ποια υπαρξιακά ερωτήματα επιχειρούν να απαντήσουν; Θα ήταν αφελές να περιμέναμε από ένα μυθιστόρημα να μεταμορφώσει άμεσα κοινωνίες ή να ανατρέψει πολιτικές ισορροπίες. Σε μια περίοδο, μάλιστα, όπου η δημόσια συζήτηση καθορίζεται ολοένα και περισσότερο από την ταχύτητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τη βραχύβια επίδραση της επικαιρότητας, ο ρόλος της λογοτεχνίας μοιάζει να έχει υποχωρήσει. Παρά ταύτα, συνεχίζουμε να της αποδίδουμε έναν σχεδόν μεσσιανικό ρόλο. Ίσως γιατί κάθε μεγάλη κοινωνική μεταβολή προϋποθέτει μια αλλαγή στη σκέψη και τη φαντασία των ανθρώπων. Οι δημοσιογράφοι καταγράφουν εξελίξεις. Οι ιστορικοί επιχειρούν να οργανώσουν το παρελθόν σε αφηγήσεις αιτίων και αποτελεσμάτων. Οι συγγραφείς πάνε πιο βαθιά, εξερευνούν τις σιωπές, τις αντιφάσεις, τους φόβους και τις ελπίδες που δεν χωρούν εύκολα σε μια πολιτική ομιλία ή σε ένα δημοσιογραφικό ρεπορτάζ.
Σήμερα, αρκετοί από τους ανθρώπους που μιλούν μέσα από τις σελίδες του τόμου ─ο Άμος Οζ, ο Πολ Όστερ, ο Κάρλος Φουέντες, ο Χένινγκ Μάνκελ, ο Ντάριο Φο, ο Αντόνιο Ταμπούκι, ο Αβραάμ Γεοσούα, ο Σέρχιο Πιτόλ, ο Χάρι Μούλις (και όχι μόνο)─ έχουν σιγήσει. Το ίδιο και ο Χρυσοστομίδης. Αυτό δεν σημαίνει ότι, ανατρέχοντας στις σελίδες του και το ποικίλο υλικό του έχει κανείς την αίσθηση ενός μνημόσυνου. Ο παρών τόμος, εκτός από παρακαταθήκη των σχολιασμών και της ιδιαίτερα τολμηρής κριτικής ματιάς του συγγραφέα με αφορμή τις συνεντεύξεις, των βιβλίων που μετέφρασε και των ευαίσθητων αναφορών του στη διεθνή και την εγχώρια γεωπολιτική του καιρού του ─από τη δικτατορία του 1967-1974 μέχρι το 2013─, αποτελεί πρωτίστως μια υπενθύμιση ότι η λογοτεχνία, παρά τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει, εξακολουθεί να είναι ένας από τους πιο αξιόπιστους συμμάχους μας για την κατανόηση του κόσμου.



















Ανταίος Χρυσοστομίδης, Οι κεραίες της εποχής μου, Ταξιδεύοντας με συγγραφείς απ’ όλο τον κόσμο, Εισαγωγή: Μικέλα Χαρτουλάρη, Καστανιώτης 2025



