Σάββατο, 11 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ», Δημ. Χατζής, Στεφανία Γουλιώτη: σμιλεύοντας τη λογοτεχνία...

«Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ», Δημ. Χατζής, Στεφανία Γουλιώτη: σμιλεύοντας τη λογοτεχνία (της Όλγας Σελλά)

0
401

της Όλγας Σελλά

Ένα ακόμα κείμενο που προέρχεται από το χώρο της λογοτεχνίας φιλοξενήθηκε τις προηγούμενες μέρες στο Φεστιβάλ Αθηνών. Είναι το αφήγημα του Δημήτρη Χατζή «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ»  (περιέχεται στο βιβλίο «Σπουδές – Διηγήματα ξανατυπωμένα και άλλα», που πρωτοκυκλοφόρησε το 1976 και επανεκδόθηκε από «Το Ροδακιό», το 2000). Ένα διήγημα με αναζητήσεις υπαρξιακές και φιλοσοφικές και με πολλά ερωτήματα για τη σχέση του δημιουργήματος με τον δημιουργό. Όλα αυτά με τον τρόπο της λογοτεχνίας και, αναμφίβολα, με τη μαστοριά του Δημήτρη Χατζή.

Μπαίνοντας στον Χώρο Ε, βλέπουμε το εργαστήριο μιας γλύπτριας, της Ισαβέλας Μόλναρ (την υποδύεται η Στεφανία Γουλιώτη). Ξεσκεπάζει διάφορα εκμαγεία αγαλμάτων που είναι μέσα σε μαύρες σακούλες και μονολογεί ασταμάτητα. Πότε μιλάει τρυφερά στα αγάλματα –σα να μιλάει σε μικρά παιδάκια- και πότε βρίζει σκαιότατα ό,τι υπάρχει γύρω της –τον κόσμο, τους τουρίστες, την εμπορευματοποίηση  («όλα για το χρήμα γίνονται», λέει). Μια διαδικασία που κράτησε αρκετή ώρα, και πριν και μετά την έναρξη της παράστασης (θα μπορούσε να έχει μειωθεί αυτή η διάρκεια). Κι η πρώτη εντύπωση πολλών ήταν ότι αυτή η εκρηκτική και βωμολοχική συμπεριφορά παρέπεμπε στον σκηνικό τρόπο της Λένας Κιτσοπούλου, (κάτι που σχολιάστηκε και ήδη έχει αναφερθεί σε κείμενα). Όμως, ακόμα κι αν εντοπίστηκε ένας στιγμιαίος παραλληλισμός, τόσο η εξέλιξη της παράστασης αλλά και το ίδιο το κείμενο του Δ. Χατζή, όσο και η σκηνική mentalite της Στεφανίας Γουλιώτη, αναιρούν την αρχική πρώτη εντύπωση.

Και ενώ η γλύπτρια συνεχίζει αυτό που κάνει, σε μια γωνιά της σκηνής εμφανίζεται ένας άντρας (Φώτης Στρατηγός), σαν ζωντανό γλυπτό , σε εμβρυακή στάση. Είναι ο αφηγητής της ιστορίας, είναι ένας απλός άνθρωπος, που εξαρχής δηλώνει ότι «η γλυπτική είναι η τέχνη που αγαπώ». Ένας άνθρωπος που ταπεινώνει διαρκώς τον εαυτό του, «απρόσκλητος, αχρείαστος, (…) κέρδισα αυτή τη μεγάλη ταπεινοσύνη να το ξέρω πως δεν έχω τίποτα, δεν είμαι τίποτα», όμως η ενασχόλησή του με τη γλυπτική και η συναναστροφή του με γλύπτες είναι αυτό που γεμίζει την αδιάφορη ζωή του.

Κάποια στιγμή γνωρίζει και την Ιζαμπέλα Μολναρ. Θαυμάζει το έργο της και εκπλήσσεται από την ποταπότητα της προσωπικότητάς της: «Ο δημιουργός των έργων αυτών, η γυναίκα που τα ‘φκιανε, είταν από τη χειρότερη ανθρώπινη ποιότητα, την ευτελέστερη ανθρώπινη πάστα. (…) Είταν απλούστατα μια γυναίκα πολύ χυδαία. Τα κατάφερνε κ’ είτανε πάντα μπλεγμένη σε κάποιες διαφορές με όλους τους ανθρώπους που βρισκόντανε γύρω της  (…). Τη ρώτησα αρκετές φορές για τη ζωή, το Θεό, την κοινωνία, την τέχνη, την πολιτική, το καθεστώς της πατρίδας της (…). Τίποτα –δεν είδα παρά ένα γύναιο αδιανόητο που φλυαρούσε ασυνάρτητα –μονάχα αυτό». Αυτός ο αφηγητής, ο θαυμαστής της γλυπτικής, σμιλεύει με λέξεις το πλάσμα που έχει μπροστά του.  Τον παραξένευε αυτή η διάσταση δημιουργού και έργου: «Και σκέφτηκα πάντα, κοιτάζοντας εκείνο το θαυμάσιο έργο της (…) ποια τάχα ανταπόδοση μυστική μπορεί να ‘ταν αυτή, που περνώντας από την ασίγαστη ταραχή και την αταξία της ανάξιας της, έβρισκε εδώ τη γαλήνη και την ισορροπία, τη συμφιλίωση και τη νίκη».

Όλη αυτή τη μονοπρόσωπη αφήγηση του Δημήτρη Χατζή, η Στεφανία Γουλιώτη την έκανε παιχνίδι για δύο. Ήταν κι εκείνη παρούσα στη σκηνή, καθρεφτιζόταν μέσα στα λόγια του αφηγητή, που αποτυπώθηκε σκηνικά με έξοχο τρόπο. Και κάποια στιγμή αυτό το αλλόκοτο,  αντιπαθητικό αλλά ταλαντούχο πλάσμα, αλλάζει. Ερωτεύεται έναν άνδρα, παντρεύονται, φροντίζει την εικόνα της και την εξωτερική της εμφάνιση. Και συνεχίζει να φτιάχνει γλυπτές φιγούρες. Κάποια στιγμή, έπειτα από μεγάλο διάστημα, ο αφηγητής μας την επισκέπτεται ξανά. Η Ιζαμπέλα Μόλναρ του δείχνει ό,τι είχε φτιάξει στο διάστημα «των χρόνων της καλής της ζωής, της τάξης και της ευτυχίας της».  Κι εκείνος ο «ερασιτέχνης, ο ανεύθυνος, ο παρείσακτος» δεν βλέπει πια όσα έβλεπε στο έργο. Δεν βρίσκει τη σπίθα, τη μαγεία. Δεν βρήκε λόγια να της πει. «Έτσι χωρίσαμε –δεν είπαμε τίποτα, γύρισα κ’ έφυγα». Όσο η ζωή της ήταν τραχιά και σκληρή, συνομιλούσε με τη σκληρότητα των υλικών της τέχνης της. Όταν η ζωή της μαλάκωσε και «τακτοποιήθηκε», σα να έχασε την επαφή, τον διάλογο, τη συνομιλία με το έργο της. Ήταν πια μια άλλη. Κι εκείνη και τα έργα της.

Η ζωή της Ιζαμπέλας Μόλναρ αναποδογύρισε και πάλι, με δική της πρωτοβουλία αυτή τη φορά. Σκότωσε τον άντρα της, κλείστηκε σε ψυχιατρείο και της δόθηκε εκεί ένας χώρος και η δυνατότητα να σμιλεύει το μάρμαρο και να πλάθει τον πηλό. Κάπως έτσι τελείωσε η ζωή της.

Αυτή τη γοητευτική, υπαρξιακή και φιλοσοφική ιστορία, έφερε στη σκηνή η Στεφανία Γουλιώτη. Κι έστησε στο Χώρο Ε, το σύμπαν αυτών των δονήσεων: της ψυχής της γλύπτριας, της έντασης της δημιουργίας, της διαρκούς μάχης με τον εαυτό της, τον τρόπο που ακρωτηρίασε και τη ζωή της και τον εαυτό της και τα γλυπτά της εντέλει.

Η σκηνική όψη, οι φωτισμοί, η μουσική, η ατμόσφαιρα μας έβαζαν σ’ αυτή την ανήσυχη, αποκρουστική όσο και δημιουργική γλύπτρια. Αλλά δεν θα αρκούσαν αν δεν υπήρχαν οι ερμηνείες: της Στεφανίας Γουλιώτη, που μπορεί πάντα να μεταμορφώνεται και να μεταδίδει με μοναδικό τρόπο την προσωπικότητα που κάθε φορά υποδύεται και του Φώτη Στρατηγού –στην καλύτερη στιγμή του και στην καλύτερη ανδρική ερμηνεία στο Φεστιβάλ μέχρι τώρα.

Στο διήγημα του Δημήτρη Χατζή οι κριτικοί και οι μελετητές της λογοτεχνίας να έχουν εντοπίσει και ζητήματα που άπτονται της πολιτικής του σκέψης και τοποθέτησης. Για το «πιο παράξενο αφήγημα ποιητικής που γράφτηκε ποτέ στην ελληνική λογοτεχνία, και μιλάει για μια συγκαλυμμένη, αλλά σαφώς στρατευμένη καταγγελία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού» έγραφε η Αγγέλα Καστρινάκη στη Νέα Εστία τον Ιανουάριο του 2003. «Σε αρκετά σημεία των Σπουδών, ο Χατζής μάς ωθεί να συμπεράνουμε ότι οι πηγές της κακοδαιμονίας την οποία υφίστανται οι άνθρωποι του Διπλού βιβλίου μπορεί ενίοτε να αποσπαστούν από την πολύ συγκεκριμένη βάση τους, τον ορισμό των κοινωνικών σχέσεων κατά τη μαρξική έννοια, για να υπαχθούν σε κάποια ευρύτερα δεδομένα: ίσως, με άλλα λόγια, η στενόχωρη ζωή και ο εξανδραποδισμός των συνειδήσεων να είναι κάποτε το προϊόν μιας καθολικότερης ανθρώπινης συνθήκης – το αποτέλεσμα ενός τρόπον τινά προαποφασισμένου προσδιορισμού της ύπαρξης η οποία επιμένει παρόλα αυτά,  όπως φαίνεται ξεκάθαρα στο διήγημα «Φονικό της Ιζαμπέλλας Μόλναρ», να διατηρεί την αγωνιστική ενότητα και τη γενναιοφροσύνη της» σημειώνει ο κριτικός λογοτεχνίας, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου στο βιβλίο του «Τα χρώματα του κύβου» (εκδ. Πατάκης).

Στη θεατρική του μεταφορά, η Στεφανία Γουλιώτη έμεινε στη βάσανο της τέχνης, στο πώς ο καλλιτέχνης εμπνέεται, αποδίδει, δημιουργεί. Και είδαμε ένα από τα πιο γοητευτικά λογοτεχνικά κείμενα, να μεταφέρει μέσα από μιαν άλλη τέχνη, αυτήν του θεάτρου, όλες τις πτυχές, τις δονήσεις, τις σιωπές, τις αναζητήσεις, τις καταστροφές και τις αυτοκαταστροφές που έχει συχνά αυτός ο δρόμος. Ευτυχής συνάντηση, της λογοτεχνίας, της γλυπτικής, του θεάτρου. Μακάρι να επαναληφθεί στους «Απόηχους», τις φθινοπωρινές επαναλήψεις των φεστιβαλικών παραστάσεων.

Η ταυτότητα της παράστασης

Κείμενο: Δημήτρης Χατζής, Σκηνοθεσία – Δραματουργία: Στεφανία Γουλιώτη, Σύμβουλος δραματουργίας:  Έκτορας Λυγίζος, Συγγραφή πρόσθετου κειμένου: Νεφέλη Μαϊστράλη, Σκηνικό:  Φιλάνθη Μπουγάτσου, Κοστούμια:  Νίκη Ψυχογιού, Μουσική σύνθεση:  Γιώργος Πούλιος, Κίνηση: Αντωνία Οικονόμου, Σχεδιασμός φωτισμού: Σάκης Μπιρμπίλης, Ηχητικός σχεδιασμός – Ηχοληψία:  Ηλίας Φλάμμος, Γλύπτρια:  Ισμήνη Τσοφίδου, Βοηθοί σκηνοθέτριας:  Αλέξανδρος Πάνου, Ηλιάνα Καλαδάμη, Βοηθός ενδυματολόγου:  Κλαίρη Γερανίου, Live Video:  Ιγνάτιος Σκανδάλης, Θωμαΐς Τριανταφυλλίδου, Φωτογραφίες:  Γκέλυ Καλαμπάκα, Οργάνωση παραγωγής:  Ευάγγελος Βογιατζής, Ηλιάνα Καλαδάμη, Εκτέλεση παραγωγής:  Pop Productions – MeWe

Παίζουν Στεφανία Γουλιώτη, Φώτης Στρατηγός

Προηγούμενο άρθροΝατάσα Βαρελά, κανείς δεν κατάφερε να αποδράσει (του Γιώργου Βέη)
Επόμενο άρθροDaniel Woolf: «Συνοπτική ιστορία της Ιστοριογραφίας» (Από τον Θανάση Δ. Σφήκα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ