του Γιώργου Βέη
Η εκ προοιμίου καταλυτική ερωτική συνθήκη μαζί με τα απαραίτητα συμφραζόμενά της συνιστά, ως εκ των πραγμάτων, το μεταίχμιο των ακροβασιών του εγώ, τη στιγμή ακριβώς που ο αναγκαίος εν τέλει Άλλος παραμένει ο κατεξοχήν επικοινωνιακός γρίφος. Η παρεπόμενη ασίγαστη επιθυμία υπαγορεύει κατά συνέπεια ακόμη μια φορά τις οριακές κλίμακες της ενίοτε αιφνιδιαστικής συμπεριφοράς. Ο χρονότοπος περιορίζεται στο ελάχιστο που απαιτεί εκ μέρους της γράφουσας ύπαρξης η αποτύπωση των κρισίμων συμβάντων. Η παραστατική κατάθεση ξέρει να σέβεται τους κανόνες και τους κειμενικούς όρους, τους οποίους η ίδια έχει ήδη προ πολλού θεσπίσει. Εξ ου και η διατήρηση του αυξημένου εντασιακού χαρακτήρα, η οποία χαρακτηρίζει το τελικό αισθητικό προϊόν. Μέσα στην επιτονισμένη μουσική, την οποία παράγει συστηματικά ο εσωτερικός ρυθμός των εξομολογήσεων του ποιητικού υποκειμένου, ενυπάρχει η αλήθεια του βιώματος. Κι ό, τι εκείνο υποδηλώνει. Έτσι ακριβώς διαβάζω τα εξής εμφατικά δεδομένα των στιχικών συνταγμάτων: «καμία λέξη σου πια δεν παίρνω προσωπικά / μόνο το άγγιγμά σου, τη δίνη ίσως / του στόματός σου / που είναι ένας δρόμος προς το βυθό / τα υπόλοιπα δεν μου ανήκουν / είναι της φαντασίας σου ανεμοδείκτες / καραδοκούν να βρουν βοριά να ταξιδέψουν / Πάνω στο σώμα μου τα χέρια σου / να μ’ ακουμπούν όπως ένα πέρασμα της πένας σου / στην άκρη ενός κειμένου, μια υποσημείωση bold / Καμία λέξη σου πια δεν πιστεύω / γιατί είναι λέξεις- οράματα / ή αφηγήσεις καληνύχτας, ή ακόμα χειρότερα / οι λέξεις σου είναι ποιήματα».
Πρόκειται για ένα από τα είκοσι τρία ποιήματα της συλλογής που φέρει ως τίτλο κανείς δεν κατάφερε ν’ αποδράσει (βλ σελ. 36). Ο εαυτός σπεύδει να συγκεντρωθεί, εκτός των άλλων, στη διαδικασία τόσο της πλήρους κατανόησης, όσο και της ενδελεχούς αφομοίωσης εν συνεχεία του συνόλου, ει δυνατόν, των εκφάνσεων της εξ αντικειμένου πραγματικότητας. Ό, τι δηλαδή συναποτελεί μέριμνα, βάσανο, τραύμα και αναπόφευκτο πάθημα του αναστοχαστικού προσώπου. Είναι η δεύτερη εμφάνιση της αποφοίτου του Τμήματος Φυσικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Νατάσας Βαρελά (γενν. Αθήνα, 1979) στην πολιτισμική μας σκηνή. Έχουν προηγηθεί τα είκοσι έξι κομμάτια μεικτής, αποτελεσματικής τεχνικής του έργου της με τίτλο Το σκιάχτρο κι άλλες μορφές από τις εκδόσεις Γκοβόστη το 2022. Η γραφή δεν χρειαζόταν τότε να επινοήσει κάτι. Της αρκούσε η βασανιστική, η όντως εκκωφαντική χασμωδία της καθόλα υποχρεωτικής καθημερινότητας. Οι διακριτές ασθένειες της περιρρέουσας ατμόσφαιρας συνιστούσαν τις κύριες εστίες κι αφορμές των ρηματικών εκτονώσεων. Είχα παρατηρήσει, επίσης, ότι η πρόσφορη, η κατ’ οικονομία διαχείριση του συγκινησιακού υλικού εντοπιζόταν άμεσα στη διεξοδική ολοκλήρωση εκάστου ποιήματος (βλ. εφ. Η Καθημερινή, 12 Ιανουαρίου 2025). Η δε συχνή χρήση των διασκελισμών, αλλά και των στοιχείων της μεταφοράς, της αλληγορίας και της μετωνυμίας είναι και σήμερα εμφανής, όπως ακριβώς συνέβαινε και προηγουμένως. Η συστηματική συμπύκνωση του λόγου εξακολουθεί μάλιστα και στην προκειμένη περίπτωση να υποστηρίζει αποτελεσματικά την όλη υφολογική ανέλιξη.
Οι αναφορές στην κβαντική φυσική συναπαρτίζουν λεκτικά μορφώματα μιας ιδιαίτερης σήμανσης. Όπως φέρ’ ειπείν συμβαίνει στο πεζόμορφο ποίημα, το οποίο φέρει στον τίτλο του ακέραιο το όνομα του πρωτοπόρου επιστήμονα που διέπρεψε στο εν λόγω γνωστικό πεδίο, ήτοι Werner Karl Heisenberg.Έχει ως εξής: «Αν περιόριζα στο μηδέν την αβεβαιότητα της γνώσης μου για σένα, τότε θα αυξανόταν στο άπειρο η δική μου απροσδιοριστία, όμως τα δύο μας σώματα γνωρίζουν ακριβώς την θέση τους» (βλ. σελ. 35). Ανάλογα προκύπτουν και από το ποίημα με τον καταρχάς απρόβλεπτο τίτλο «quarks». Τα κουάρκς (quarks) αποτελούν τους θεμελιώδεις τύπους των στοιχειωδών σωματιδίων της ύλης, από τα οποία αποτελούνται τα βαρυόνια και τα μεσόνια. Μαζί με τα γκλουόνια θεωρούνται σήμερα τα μόνα στοιχειώδη σωματίδια που μπορούν και αλληλεπιδρούν μέσω της ισχυρής πυρηνικής δύναμης (βλ. σελ. 25). Έτσι, η εμφανώς διευρυμένη αυτή ποιητική συνείδηση σπεύδει να μας συστήσει είδωλα, δείκτες, πορίσματα και πρότυπα διεξοδικών διερευνήσεων από τη συμπαντική ενδοχώρα.
Συγκρατώ ότι η γλώσσα της ποιητικής γραφής και η γλώσσα της καθημερινής χρήσης δεν τελούν εδώ σε διάσταση. Συνέχει αρμονικά η μια την άλλη. Για να το αποδώσω διαφορετικά, η στοχευμένη αποδοτικότητα της μιας δεν υπονομεύει στο πλαίσιο πάντα των κειμενικών εφαρμογών την εμπέδωση της έτερης. Η ανακάλυψη του αληθινού εαυτού και η κατοχύρωσή του δεν είναι προφανώς ανέφικτη. Η απόδοση των εσωτερικών τοπίων κρίνεται επιτυχής. Αντιλαμβάνομαι ότι ο λόγος δρα συνδυαστικά, εμπεριέχοντας δηλαδή τόσο ποικίλες μορφές της ρεαλιστικής καθημερινότητας, όσο και διακριτές χρήσεις του φαντασιακού αποθέματος. Το αφηρημένο ενδύεται σταδιακά ουσίες. Η βούληση του έμφυλου στίχου απελευθερώνει δεσμά των συμβάσεων και των προκαταλήψεων του συγκεκριμένου χωροχρόνου. Το ενίοτε μοναχικό, αλλά όχι άπελπι ομίλημα δρα, το τονίζω αυτό, χωρίς καταναγκαστικούς περιορισμούς. Έστω το εξής κομμάτι για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής: «Mου λείπει τ’ όνομά σου / σήμερα που το φεγγάρι / πιο χλωμό από χθες /με απειλεί / Ένα πλακόστρωτο άδειο / το πλάγιο βλέμμα σου / η γλώσσα σου / μια διπλωμένη πετσέτα / στον πάγκο της κουζίνας / διπλώσαμε σ’ αυτήν / ό,τι δεν είπαμε. / Συγκρατώ έναν ρόγχο σου / Είναι αμαρτία να χαϊδεύομαι / τώρα που λείπεις από δίπλα μου;» (βλ. το ποίημα «Αργολίδα», σελ. 28). Ακούω καθαρά στο μεταξύ τι μου επισημαίνει η κάθε τραυματική αντήχηση από το λανθάνον βάθος των πραγμάτων. Η δε υπέρβαση της απολυταρχικής εννοιοκρατίας ανανεώνει εξακολουθητικά, όπως θα περίμενε κανείς, την ατομική πεποίθηση. Οι ενορασιοκρατικές σημασίες, εν ολίγοις, πάλλουν ανεμπόδιστες.
Παρατηρώ επιπροσθέτως ότι η πρόθεση της δραστικής απόδρασης από το κλουβί του εγώ, η οποία απαντά αυτούσια τόσο στον τίτλο του κρινόμενου σήμερα βιβλίου, όσο και στο επιλογικό του ποίημα με τίτλο «2418 [η αναζήτηση ενός κόσμου]» (βλ. σελ. 44, επ.) μας είναι όντως οικεία. Την έχουμε ήδη συναντήσει στο δεύτερο μέρος του εικοστού τρίτου κατά σειρά πεζόμορφου ποιήματος που τιτλοφορείται «Αντικρουόμενα Συμφέροντα ΙΙ» στη σελ. 38 της προαναφερόμενης πρώτης συλλογής της Νατάσας Βαρελά. Κατά λέξη έχει ως εξής: «Η συμφωνία τελικά ήταν να έπαιρνα την ψυχή μου μακριά και να άφηνα άθικτο το σώμα να περιφέρεται φροντίζοντας την ταπεινή διαβίωση. Η ορμή που υπόσχεται στα νιάτα την αιωνιότητα τώρα εξαντλήθηκε. Ζήλεψα τις βόλτες του ποιητή στα πάρκα − εγώ δεν είχα ιδέα για τα λουλούδια και τα δέντρα κι ούτε γιατί με ακολουθούσαν εδώ και χρόνια δυο εύζωνοι ένα σκυλί και μια γριά μαντηλοφορεμένη. [τρέμει το καντήλι σε μια κουζίνα καθαρή κι εγώ πατώ σε ολισθηρό αποτύπωμα δήθεν για να αποδράσω]».
Το εγώ, σημειώνω, δεν προλαβαίνει να μελαγχολήσει, διότι αποδομεί με την ενδεδειγμένη νηφαλιότητα πλάνες και αυταπάτες, οι οποίες το κατατρύχουν. Δεδομένα υλικά και δομικά συστατικά της κανονιστικής σκέψης και πράξης απορρίπτονται το ένα μετά το άλλο. Έτσι προβάλλει η πιθανότητα της οριστικής συνταύτισης με τον Άλλον μέσα από την ευρηματική συνύπαρξη λεκτών και αλέκτων φορτίων. Ας διακρίνω τα εξής συναφή εν είδει credo: «όταν σε γνώρισα / ήμουν ήδη ένα αναλφάβητο φιλί / ανάμεσα όμως σ’ όλα αυτά / και δίχως να γνωρίζω ψέλλιζα διαρκώς / άγνωστους φθόγγους σχοινιά / φωνήεντα φεγγάρια κι ήταν αυτές / οι λέξεις σου οι άγνωστες / που μόλις είχες στείλει / ακόμα κι αν δεν καταλάβαινα / τον ήχο που έβγαινε απ’ το στόμα μου / ήμουν ήδη σίγουρη πως ήσουνα εσύ / μια λέξη ολόκληρη που ήρθες δίπλα μου / για να μου δώσεις την ορμή σου / κι η μέλισσα σου ήδη έτοιμη / να με μεταμορφώσει / με άγγιγμα ανταποδοτικό μιας σύζευξης παντοτινής» (βλ. σελ. 37).
Κοντολογίς, ο λόγος προσφέρεται εδώ μάλλον ως μια μορφή ικανής και αναγκαίας ίασης, ως μέθοδος πρακτικής αυτοθεραπείας, παρά ως φορέας αντιδικιών, διενέξεων και ερίδων. Κι αυτό είναι, φρονώ, η ειδικότερη αποστολή του μηνύματος της προκείμενης συλλογής.
Νατάσα Βαρελά, κανείς δεν κατάφερε να αποδράσει, Εκδόσεις Κουκκίδα
![]()




















![«Δυσκολοδιάβατη [η] μεμβράνη που μας χωρίζει από τον κόσμο» (της Ανδρονίκης Τασιούλα)](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/06/PORTOLAGOS_VISTONIDA_XANTHI_OITOPOIMAS_KATHIMERINI_DT_0925-61-2-218x150.jpg)

