ς
γράφει ο Χρήστος Χαρτοματσίδης
Αυτή τη στιγμή στη Βουλγαρία σπουδάζουν περίπου 3000 Έλληνες φοιτητές, που αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό – 20%, όλων των ξένων φοιτητών στην χώρα. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, από το 1975 μέχρι σήμερα, στη Βουλγαρία έχουν εκπαιδευτεί περίπου 100.000 με 150.000 άτομα. Μ’ άλλα λόγια ο κάθε δέκατος πτυχιούχος ΑΕΙ, έχει λάβει το πτυχίο του στη Βουλγαρία. Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός αυτός είναι εντυπωσιακός. Παρουσιάζει ενδιαφέρον πως αυτά τα άτομα, που τώρα έχουν ωριμάσει και συνειδητοποιηθεί εκτιμούν τα φοιτητικά τους χρόνια και ποια αισθήματα τρέφουν για την χώρα αυτή.
Φέτος στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη, η Βουλγαρία ήταν τιμώμενη χώρα κι αυτό αποτέλεσε μια καλή αφορμή για την έκδοση αυτού του βιβλίου. Τα κείμενα δεν είναι μονάχα απομνημονεύματα φοιτητών που σπούδασαν εκεί, μα και αφηγήσεις πρέσβεων που υπηρέτησαν στην χώρα, όπως και παιδιών ελλήνων πολιτικών προσφύγων που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη γείτονα. Στον χαιρετισμό του προς την έκδοση ο υφυπουργός Πολιτισμού της Βουλγαρίας Victor Stogianov σημειώνει: «Η Βουλγαρία αναδεικνύεται εδώ ως ένας μεγεθυντικός φακός μέσα από τον οποίο «ο άλλος» γίνεται πιο οικείος – γείτονας, φίλος, αδελφός. Ταυτόχρονα λειτουργεί ως καθρέφτης, ένας τόπος όπου κανείς ανακαλύπτει πτυχές του ίδιου του εαυτού του, που ίσως παρέμεναν άγνωστες. Έρχεται αντιμέτωπος με στερεοτυπικές δοξασίες, με εθνικιστικές απλουστεύσεις, με προσωπικές ηθικές ή ιδεολογικές βεβαιότητες.»
Από τον πρόλογο του εκδότη Πέτρου Κακολύρη μαθαίνουμε για άλλες παρόμοιες εκδόσεις με κείμενα πρώην φοιτητών που σπουδάζανε στην Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία. Η διαφορά είναι πως τότε η Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας ήταν σοσιαλιστική χώρα και η πραγματικότητα τελείως διαφορετική. Στην περίοδο από το 1975 μέχρι το 1981 στην Βουλγαρία σπουδάζουν κατά πλειοψηφία παιδιά με υποτροφίες του ΚΚΕ και όσοι σπουδάζουν πληρώνοντας δίδακτρα είναι επίσης μέλη της ΚΝΕ ή φίλα προσκείμενοι. Μπροστά τους ανοίγει η προοπτική να δουν με τα μάτια τους την χώρα που αντιπροσωπεύει το κοινωνικό τους ιδεώδες, να συμμετάσχουν ενεργώς στην εκεί ζωή μοιραζόμενοι με τους Βουλγάρους συμφοιτητές τους τις δικές τους έγνοιες και χαρές. Με υποτροφίες του ΚΚΕ ή χωρίς , οι καταστάσεις γι αυτά τα παιδιά δεν είναι εύκολες. Το τότε Ελληνικό κράτος δεν επιτρέπει στα αγόρια να κάνουν χρήση στην αναβολή στρατεύματος που δικαιούνται οι φοιτητές στις χώρες της Δύσης, δεν τους χορηγείται φοιτητικό συνάλλαγμα και δεν ανανεώνονται τα διαβατήριά τους. Σε περίπτωση που κλιθούν στο στράτευμα είναι υποχρεωμένοι ή να διακόψουν τις σπουδές τους, ή να κηρυχθούν ανυπότακτοι και να παραμείνουν σε μια αναγκαστική εξορία. Όπως βλέπουμε το «Σιδηρούν παραπέτασμα» είναι αδιαπέραστο κι από τις δυο πλευρές. Παρόλο αυτά, αρκετοί προτιμούν να το ρισκάρουν σπουδάζοντας στην Βουλγαρία ενώ οι ανυπότακτοι δεν διακόπτουν τις σπουδές τους ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα δοθεί πολιτική λύση στο πρόβλημα, που δεν αφορά μόνο όσους σπουδάζουν στη Βουλγαρία αλλά σε όλες τις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Άρα μιλάμε για πολλούς ανθρώπους. Πράγματι μετά το 1981 η σοσιαλιστική κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου θα άρει αυτούς τους περιορισμούς.
Σαν παιδί πολιτικών προσφύγων που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στην Λ.Δ. της Βουλγαρίας, έχω άμεσες εντυπώσεις από τους τότε Έλληνες φοιτητές. Με μακριά μαλλιά και μούσια, φορώντας στρατιωτικά αμπέχονα κι αρβύλες, επισκέπτονταν και τις δικές μας προσφυγικές εκδηλώσεις. Η εμφάνιση τους δεν είχε καμία σχέση με τα τότε στελέχη τις Δημητρωφικής (Βουλγάρικης) Κομσομόλ, που ήταν πάντα περιποιημένοι. Οι Έλληνες φοιτητές, κοιτούσαν βλοσυρά και κάπνιζαν σιωπηλοί, ενώ στις συνελεύσεις γίνονταν πολύ ομιλητικοί και δραστήριοι (κάτι ασυνήθιστο για μας). Κάθε τόσο έπαιρναν τον λόγο κι είχαν άποψη για όλα τα θέματα, ειδικά σε αυτά που αφορούσαν τον Σοσιαλισμό. Τεκμηρίωναν με τσιτάτα των κλασικών του Μαρξισμού – Λενινισμού. Τους κοιτούσαμε κρυφά υπομειδιώντας όχι μόνο επειδή είχαμε φάει με το κουτάλι την θεωρία (τόσα χρόνια μαθαίναμε Διαλεκτικό υλισμό, Πολιτική οικονομία και Επιστημονικό κομμουνισμό), μα κι επειδή (τουλάχιστον στην αρχή) δεν είχαν ιδέα από την πραγματική ζωή στην Αναπτυγμένη Σοσιαλιστική Κοινωνία.
Η ηγεσία των πολιτικών προσφύγων κολάκευε τους Έλληνες φοιτητές και σαν λιγάκι να τους φοβότανε. Ίσως επειδή δεν γνώριζε τι κομματικά μέσα διαθέτουν. Σαφώς μιλούσαν την ελληνική πολύ καλύτερα και που και που ρίχνανε φράσεις που δεν καταλαβαίναμε. Έρχονταν στις δικές μας γιορτές και κατάφεραν να επιβάλουν τον ύμνο της ΚΝΕ. Την πρώτη φορά σηκώθηκαν όρθιοι με υψωμένες τις γροθιές και μας κάλεσαν να τους ακολουθήσουμε. Νιώσαμε κάπως αμήχανα, το βλέπαμε σαν περιττή επίδειξη επαναστατικότητας. Η ηγεσία πρόθημα τους ακολούθησε. Σιγά σιγά σηκωθήκαμε κι εμείς. Όταν μοιράστηκα αυτή την ιστορία με τον Ηλία Φραγκάκη που έκανε την ανθολόγηση του βιβλίου, αυτός γέλασε και μου αφηγήθηκε ένα άλλο παρόμοιο συμβάν. Ήταν καλεσμένοι σε κάποια εκδήλωση μαζί με αντιπροσωπίες των Παλαιστινίων κι άλλων προοδευτικών νεολαιίστικων κινημάτων στο Σπίτι του Κόμματος (έδρα της Κ.Ε. του Β.Κ.Κ.). Κάποια στιγμή οι νεολαίοι από την Ελλάδα ενθουσιάστηκαν, σηκώθηκαν όρθιοι κι άρχισαν να τραγουδούν τον Ύμνο της Διεθνούς. Οι υπόλοιποι παριστάμενοι αιφνιδιάστηκαν και ίσως και να τρόμαξαν με τους «αγριεμένους» Έλληνες και μετά την πρώτη έκπληξη δεν γινόταν αλλιώς, σηκώθηκαν όρθιοι και οι Κομσομόλοι κι οι αντιπρόσωποι των διαφόρων ξένων φοιτητικών ενώσεων.
Αυτές ήταν οι εντυπώσεις μου από τους τότε Έλληνες φοιτητές κι ήμουν πολύ περίεργος να διαβάσω τις αναμνήσεις τους από τα χρόνια των σπουδών. Τους τιμάει πως έχουν μεταφέρει με κάθε ειλικρίνεια τις αντιφάσεις ανάμεσα στις προσωπικές τους προσμονές και τα εκεί βιώματά τους, όσο και τις ιδεολογικές απογοητεύσεις από τη σύγκρουση με την πραγματικότητα. Ίσως γι’ αυτό ο τίτλος του βιβλίου είναι «Η χώρα των κατόπτρων». Ο απόφοιτος του πανεπιστημίου της Σαλαμάνκα και φίλος του Δον Κιχώτη – Σαμψών Καράσκο, μεταμφιέζεται σαν Ιππότης των κατόπτρων, για να αναγκάσει τον Ιδαλγό να προσγειωθεί. Μέσα στα κάτοπτρα πρέπει να δει το είδωλο του και να κατανοήσει την αλήθεια. Στην μονομαχία των δύο ιπποτών την πρώτη μάχη κερδίζει ο Δον Κιχώτης, – δεν είναι εύκολο να απαρνηθεί κανείς τις αυταπάτες του. Στον εισαγωγή του βιβλίου ο Ηλίας Φραγκάκης γράφει: «Η Βουλγαρία δεν μας έδειξε κυρίως το πρόσωπο της. Μας έδειξε το δικό μας πρόσωπο. Έβαλε μπροστά στον φακό, σε πρώτο πλάνο τις βεβαιότητες μας, τους αφορισμούς μας, τις ανεπάρκειες, την αφέλεια και την αθωότητα. Έφερε σε αντιπαράθεση τις αντιλήψεις μας με την πραγματική ζωή…»
Προκαλεί εντύπωση το ζωηρό ενδιαφέρον που δείχνουν για τις μεγάλες αλλαγές με την Πτώση του συστήματος το 1989. Ένα από τα κείμενα που υπογράφουν ο Δημήτρης Πετινάκης, ο Ηλίας Φραγκάκης κι ο Μιχάλης Άρδας δίνει λεπτομερή και αντικειμενική εικόνα των γεγονότων. Λίγο πολύ τα περισσότερα παιδιά που έζησαν εκείνη την εποχή αναφέρονται σε αυτά μια που έχουν επηρεάσει άμεσα τα πιστεύω τους.
Το βιβλίο δεν είναι ένα είδος reunion, λογοτεχνικό αντάμωμα παλαιών συμφοιτητών. Περισσότερο μοιάζει με ευκαιρία για αναθεώρηση απόψεων, από την οπτική γωνιά της ωριμότητας.
Τα περισσότερα κείμενα έχουν εξομολογητικό χαρακτήρα, είναι μαρτυρίες κι απομνημονεύματα. Για όλους είναι τα πιο συναρπαστικά χρόνια της ζωής τους. Με φανερή συγκίνηση αφηγούνται για την Βουλγαρία και τις περιπέτειες τους εκεί. Εκτός από τις επαφές που είχαν στις εστίες με συμφοιτητές από άλλες χώρες, αναφέρουν και για πολλά ταξίδια σε όλη την χώρα, φιλοξενούμενοι κάποιες φορές από Βουλγάρους φίλους τους. Οι «Ιδεολόγοι» φοιτητές από τις αρχές του ‘80 πηγαίνουν μάλιστα κι εθελοντικά στις «μπριγκάδες» – μηνιαία εργασία στους αγροτικούς συνεταιρισμούς – υποχρεωτική για τους Βουλγάρους συναδέλφους τους. Έτσι έχουν την δυνατότητα να γευτούν το ίσως πιο συναρπαστικό μέρος της φοιτητικής ζωής εκεί.
Στην «Οικονομία της αγοράς» τα καταφέρνουν μια χαρά, μια που έχουν την δυνατότητα να ψωνίζουν στα «Κόρεκομ» – τα ειδικά καταστήματα με συνάλλαγμα.
Δεν λείπει κι ο έρωτας, τα δυνατά και γεμάτα πάθος φοιτητικά ειδύλλια με όρκους για μια ζωή, οι δραματικοί χωρισμοί κι απογοητεύσεις. Υπάρχουν και κάποια αμιγώς λογοτεχνικά κείμενα, διηγήματα που αναμιγνύουν το βίωμα με την μυθοπλασία, αφού κάποιοι από τους συμμετέχοντες είναι εν ενεργεία λογοτέχνες.
Δεν θα ήθελα να παραλείψω το κείμενο του νυν πρέσβη της ΕΕ στην Αρμενία και τότε μέλους της διπλωματικής αποστολής της ΕΕ στη Σόφια- Βασίλη Μαραγκού, αφιερωμένο στην γνωριμία του με τον μεγαλύτερο σύγχρονο Βούλγαρο ποιητή – Λιουμπομίρ Λέβτσεφ. Στο τέλος παραθέτει και την δική του μετάφραση του ποιήματος «Οι Έλληνες που φεύγουν». Είναι ίσως το πιο μεταφρασμένο στα ελληνικά ποίημα του Λέβτσεφ. Γνωρίζω τουλάχιστον τρεις τέτοιες μεταφράσεις. Μέχρι κι ο γράφοντας το έχει μεταφράσει – με ομοιοκαταληξία.
Και μερικές λόγια για τον Ηλία Φραγκάκη που έχει κάνει την ανθολόγηση, την επιμέλεια των κειμένων, τις μεταφράσεις και τον σχολιασμό της έκδοσης. Στη Βουλγαρία έχει σπουδάσει κοινωνιολογία, στην Ελλάδα πολιτικές επιστήμες και σκηνοθεσία κινηματογράφου και τηλεόρασης στη Σχολή Σταυράκου. Για πολλά χρόνια διατέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΔΗ ΠΕ ΘΕ Ρόδου και ΔΗ ΘΕ Κερατσινίου. Σκηνοθέτης, ποιητής και πεζογράφος. Στη Βουλγαρία, έχει γίνει παρουσίαση του στο Χειμερινό φεστιβάλ βιβλίου στην Σόφια – στην Κρυστάλλινη αίθουσα του Μεγάρου Πολιτισμού.
Τα δικαιώματα από τα έσοδα της παρούσας συλλογής πηγαίνουν στον Σύλλογο μεταμοσχευμένων καρδιάς – πνεύμονα «Η σκυτάλη».
Νομίζω το βιβλίο αυτό θα παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τους Βουλγάρους αναγνώστες, αρκεί να βρεθεί χορηγός και εκδότης για την μετάφρασή του.
«Βουλγαρία η χώρα τω κατόπτρων – 34 κείμενα για τότε και για τώρα», συλλογικό έργο, Ανθολόγηση κι επιμέλεια Ηλίας Φραγκάκη, εκδόσεις Εύμαρος























