του Γιάννη Μουγγολιά
Πριν λίγες μέρες, στις 3 Σεπτεμβρίου συμπληρώθηκαν 64 χρόνια από τον θάνατο του σπουδαίου ερωτικού ποιητή, ζωγράφου, δοκιμιογράφου, μυθιστοριογράφου και θεατρικού συγγραφέα e.e. cummings στα 67 του από εγκεφαλικό επεισόδιο, σε μια περίοδο που ήταν ο δεύτερος πιο πολυδιαβασμένος ποιητής στις ΗΠΑ μετά τον Robert Frost, ενώ σε λίγες μέρες, στις 14 Οκτωβρίου συμπληρώνονται 132 χρόνια από τη γέννησή του.

H ποίηση του e.e. cummings (1894-1962) έχει έντονη και ιδιαίτερη μουσικότητα, η οποία πηγάζει από έναν πρωτοποριακό, εσωτερικό ρυθμό. Ακόμα και όταν ο ίδιος διαβάζει τα ποιήματά του, όπως μπορούμε να ακούσουμε σε διάφορες σχετικές ηχογραφήσεις, ο αυτοσχεδιασμός, η μουσική των λέξεων, οι απότομες παύσεις, η φωνητική ποιότητα, η ιδιαίτερη ρυθμική δομή και η πολυρρυθμία είναι γνωρίσματα που παραπέμπουν σε μουσική. Εκτός της έντονης διάθεσης πειραματισμού και της ασυνήθιστης στίξης, τα ποιήματα του e.e. cummings παρουσιάζουν μια λυρική, μελωδική και βαθιά ερωτική ροή και συχνά αφήνουν να αναδειχτεί μια παιγνιώδης διάσταση. Παράλληλα η ανατρεπτική χρήση της τυπογραφίας στα ποιήματά του υποστηρίζει από την πλευρά της τη δημιουργία μιας αποδομημένης παρτιτούρας.
O e.e. cummings στη ροκ και την τζαζ
Δεν είναι τυχαίο ότι τα ποιήματά του προσεγγίστηκαν από πλήθος συνθετών , κυρίως της αβανγκάρντ και της κλασικής μουσικής, και μελοποιήθηκαν αφήνοντας πίσω τους έντονα και διακριτά ίχνη αυτής της γέφυρας μεταξύ ποίησης και μουσικής. Και βέβαια δεν είναι μόνον οι αβανγκάρντ και κλασικοί συνθέτες που πλησίασαν την ποιητική του φωνή αλλά και σύγχρονοι δημιουργοί που προέρχονται από τους χώρους της indie rock, της jazz και της χορωδιακής μουσικής.

Έτσι βρίσκουμε τη διάσημη και διακεκριμένη ροκ τραγουδίστρια και τραγουδοποιό Bjork να πλησιάζει το σύμπαν του e.e. cummings και να μελοποιεί το ποίημα «sun presents some shall-be a windows» στο κομμάτι της «Sun in My Mouth» που εμπεριέχεται στο άλμπουμ της «Vespertine» (2001). Στο τραγούδι της αυτό η Bjork χρησιμοποίησε αυτούσιους στίχους του e.e. cummings.
Από την πλευρά της η καταξιωμένη Γερμανίδα πιανίστρια και συνθέτρια της τζαζ Julia Hülsmann χρησιμοποιεί την πρωτοποριακή ποίηση του e.e. cummings στη φωνητική τζαζ. Στο άλμπουμ «Scattering Poems» (2003) όπου το τρίο της Julia Hülsmann συνεργάζεται ιδανικά με τη Νορβηγίδα ερμηνεύτρια Rebekka Bakken, η οποία αφουγκράζεται πλήρως τον λυρισμό των ποιημάτων του e.e. cummings. Το άλμπουμ απέσπασε το Γερμανικό Βραβείο Τζαζ (German Jazz Award). Ένα κομμάτι που ξεχωρίζει από εκείνη την περίοδο είναι η διασκευή τους στο ποίημα «Love is more thicker than forget». H Hülsmann επέστρεψε στο έργο του Cummings και στην τελευταία δισκογραφική της δουλειά που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, μέσα στο 2026 στην ECM με το οκτέτο της και τίτλο «While I Was Away». Μαζί με ποιήματα άλλων ποιητών όπως των Emily Dickinson και Margaret Atwood, μελοποιείται έξοχα το «Tic Toc» του e.e. cummings όπου τρεις διαφορετικές φωνές μιμούνται παιχνιδιάρικα και αποδομούν με εξαιρετικά μοντέρνο τρόπο αλλά και με τις μηχανές της τζαζ στο φουλ τη γλωσσική και χρονική τάξη του ποιητή.
Απουσία ελληνικών μελοποιήσεων
Οι ελληνικές μεταφράσεις ποιημάτων του e.e. cummings λόγω της πολυπλοκότητας της πρωτότυπης γραφής και των πολλών λογοπαιγνίων του ποιητή, είναι ιδιαίτερα απαιτητικές και κατά συνέπεια δύσκολο να εμπνεύσουν απόπειρες μελοποίησης και να οδηγήσουν σε ρυθμική μεταφορά στα ελληνικά. Διαβάζει κάποιος τις θαυμάσιες μεταφράσεις στα ελληνικά των κατά καιρούς μεταφραστών των ποιημάτων του Χάρη Βλαβιανού, Γιάννη Δούκα, Σωκράτη Σκαρτσή, Γιάννη Λειβαδά, Άρη Δικταίου, Βασίλη Αμανατίδη κ.α. και απολαμβάνει μια σπουδαία ποίηση, όχι όμως στο πεδίο που να οδηγηθούμε σε μελοποιήσεις. Ίσως για αυτόν τον λόγο και δεν έχουμε στη δισκογραφία κάποιον κύκλο μελοποιημένης πoίησης του e. e. cummings.
Σε κάθε περίπτωση πάντως η μουσική είχε πρωτεύοντα ρόλο στην ποίηση του e.e. cummings και αυτό μπορούμε να το αντιληφθούμε θαυμάσια στο ποίημα «Songs / II» που προέρχεται από την ενότητα «Songs» της πρώτης του συλλογής. Η μετάφραση του Γιάννη Δούκα αποδίδει εξαιρετικά τον τρόπο με τον οποίο η φωνή και το «τραγούδι» του ερωτικού υποκειμένου ακούγονται ως μουσική στην καρδιά του ποιητή:
Πάντα μπροστά στη φωνή σου η ψυχή μου
μισή πανέμορφη και ολόκληρη αστεία
είναι σαν κάποιο λείο και άχαρο πουλάρι,
που τα νέα φεγγάρια ξεκινούν τη φρεσκάδα του δέρματός του,
έτσι η ανόητη ειλικρινής μου νιότη
η εξαίσια αποτυχία η άξεστη
ανακαλύπτει μια τρεμάμενη και λεία.
Αδυναμία, ενάντια στις δυνατές σιωπές του τραγουδιού σου·
ή σαν ένα μοναχικό αρνί του οποίου η λάμψη
από γεμάτο ακούρευτο μαλλί είναι ασήμαντη
δίπλα στους πιο όμορφους φίλους του, ανάμεσα στις σκέψεις σου
πιο λευκές από μαλλί
Η σκέψη μου είναι θλιμμένη:
αλλά η καρδιά μου χτύπησε σε τρεμάμενες τρίτες αγωνίας
τρέμει στα λόγια σου,
Όπως σε ένα πέταγμα τριάντα πουλιών
σείεται με μια τέλεια μουσική.
Η αβανγκάρντ στη μουσική το ιδανικό πλαίσιο για την ποίηση του e.e. cummings
Γιατί όμως τα ποιήματα του e.e. cummings προσεγγίστηκαν περισσότερο από αβανγκάρντ συνθέτες και η μελοποίησή τους έδωσε πολύτιμους μουσικούς καρπούς σε αυτό το είδος της μουσικής;

H αιτιολογία βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι η ποίηση του e.e. cummings ήταν από τη φύση της πρωτοποριακή και η ίδια η δομή των ποιημάτων του καταστρατηγούσε τους καθιερωμένους κανόνες και κώδικες τόσο της ποίησης όσο και της μουσικής. Για παράδειγμα η ιδιόμορφη τυπογραφία που χρησιμοποιούσε ο ποιητής ξέφευγε από το αισθητικό ζήτημα και γινόταν οδηγός ρυθμού και παύσεων. Έτσι το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε παρενθέσεις μέσα στη μέση των λέξεων αλλά και απρόβλεπτα κενά μεταξύ των γραμμάτων, αποτελούσε κίνητρο για τους πρωτοποριακούς συνθέτες να πειραματιστούν και να εμπνευστούν νέες μουσικές και ηχητικές φόρμες. Οι αβανγκαρντίστες λοιπόν σε αντίθεση με τους συνθέτες της ποπ ή της ρομαντικής κλασικής σχολής, αξιοποίησαν ιδανικά τα ποιήματά του δημιουργώντας τον δικό τους συναρπαστικό μουσικό κόσμο δραπετεύοντας από τα κλασικά μέτρα και αναπτύσσοντας ελεύθερους, ανοικτούς, ασύμμετρους ρυθμούς και ασυνήθιστες παύσεις. Η έλλειψη ομοιοκαταληξίας με τον παραδοσιακό τρόπο και η απουσία ρεφραίν και διακριτών στροφών στα ποιήματά του από τη μια απομάκρυνε τους συνθέτες της ποπ και της λαϊκής μουσικής να τα προσεγγίσουν και από την άλλη λόγω της οργανικής ροής του ποιητικού λόγου δόθηκε το έναυσμα σε συνθέτες που ανήκαν στους χώρους της όπερας, της χορωδιακής μουσικής και της μουσικής δωματίου να τα αγκαλιάσουν.
Επιπρόσθετα η τακτική του e.e. cummings να διαλύει τις λέξεις σε αυτόνομες συλλαβές ή μεμονωμένα γράμματα σε διάφορα σημεία της σελίδας ενεργοποίησε τη φαντασία συνθετών του σειραϊσμού και της concrete music, είδη στα οποία ο ρόλος της ανθρώπινης φωνής δεν είναι να αφηγηθεί μια ιστορία αλλά να συνεισφέρει όπως και τα άλλα όργανα αφηρημένους μουσικούς ήχους. Έτσι το έργο του e.e. cummings και των πρωτοποριακών συνθετών της εποχής συνδέθηκαν άμεσα μέσω μιας κοινής φιλοσοφίας για την τέχνη και του μοντερνισμού, της ατονικότητας και της αποδόμησης της αρμονίας. Οι λέξεις των ποιημάτων έλαβαν πρωταγωνιστικό ρόλο όχι αποκλειστικά για να μεταφέρουν το νόημα αλλά και ως καθαρός ήχος. Κατά αυτόν τον τρόπο οι συνθέτες της αβανγκάρντ συντάχτηκαν με τον e.e. cummings και η βασική ομοιότητα και ο κοινός παρονομαστής που έφερε κοντά μουσικούς και ποιητή ήταν να απασφαλίσουν την τέχνη τους από τα δεσμά του χτες.
Η σχέση με τον Varese
Η σχέση του e.e. cummings και του κορυφαίου συνθέτη της ηλεκτρονικής μουσικής Edgard Varese (1883-1965) παρά το γεγονός ότι ο δεύτερος δεν μελοποίησε ποτέ έργο του πρώτου και δεν αναπτύχθηκε η προβλέψιμη συνδημιουργία δύο καλλιτεχνών, καταγράφηκε μέσω μιας ριζοσπαστικής, πνευματικής και αισθητικής σύγκλισης που καλλιεργήθηκε στο Greenwich Village στη Νέα Υόρκη τις δεκαετίες του 1920 έως και του 1950.

Εκφράστηκαν από κοινές ανησυχίες και τάση να αποβάλλουν τις φόρμες τόσο από τη γλώσσα όσο και από την ορχηστρική δομή. Η διάσπαση της ύλης είτε με τη μορφή της λέξης είτε με τη μορφή της νότας και ο εξοστρακισμός τους από την αποστολή της μεταφοράς σταθερού νοήματος οδήγησε από τη μια τον e.e. cummings στην χρήση των λέξεων ως «ηχητικά αντικείμενα» και τον Varèse στη θεωρία του «Οργανωμένου Ήχου» (Organized Sound) όπου οι ηχητικές μάζες, οι θόρυβοι της πόλης, οι σειρήνες, τα κρουστά και τα ηλεκτρονικά κύματα κέρδιζαν τη μερίδα του λέοντας εξορίζοντας πλήρως τις κλασικές μελωδίες από το πεδίο του ενδιαφέροντος.
H Lucia Dlugoszewski
Η κοινή αυτή σύμπλευση των δυο δημιουργών τεκμηριώθηκε μέσα από τα χαρακτηριστικά της τέχνης των μαθητών και συνεχιστών τους. Αντιπροσωπευτική περίπτωση ήταν η διακεκριμένη Πολωνοαμερικανίδα αβανγκάρντ συνθέτρια και μαθήτρια του Edgard Varese, Lucia Dlugoszewski (1925 – 2000). Εμπνευσμένη από την άποψη του Varese για τον ήχο, δημιούργησε ριζοσπαστικά έργα μελοποιώντας τα εξαιρετικά δύσκολα τυπογραφικά ποιήματα.

H συνθέτρια που επίσης ήταν περφόρμερ, ποιήτρια, χορογράφος και εφευρέτρια, πειραματίστηκε χρησιμοποιώντας αντισυμβατικές τεχνικές, όπως το “timbre piano” (πιάνο όπου οι χορδές ενεργοποιούνται με σφυριά και αντικείμενα). Στα πρώιμα αυτά έργα η χρήση καθημερινών αντικειμένων, ιδιόμορφων, ασυνήθιστων κρουστών και οργάνων που αποτελούσαν επινόηση της ίδιας, στόχευαν στην απόδοση του ιδιαίτερου ρυθμού, της οπτικής διάταξης και της γλωσσικής υφής της ποίηση του e.e. cummings. Η προσέγγιση αυτή διέφερε από το «προετοιμασμένο πιάνο» (prepared piano) του John Cage, το οποίο τροποποιούσε τον ήχο του οργάνου εισάγοντας αντικείμενα ανάμεσα στις χορδές, αλλά διατηρούσε σε μεγάλο βαθμό τη χρήση του πληκτρολογίου για την εκτέλεση. Το ενδιαφέρον της Dlugoszewski για τον ήχο υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια των παραδοσιακών οργάνων, εστιάζοντας σε αυτό που η ίδια ονόμαζε «καθημερινούς ήχους». Εξερεύνησε τις ηχητικές δυνατότητες υλικών και φαινομένων και τις ενσωμάτωνε στις συνθέσεις της.
Οι συνθέσεις της «Song for the Poetry of Everyday Sounds to the poem of e.e. cummings» και «Everyday Sounds for brIght by e.e. cummings» που έγραψε το 1952 και 1953, φανερώνουν το πρωτοποριακό ύφος της. Μόλις το 1953 η συνθέτρια άλλωστε είχε εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη.
O Pierre Boulez
Ένας άλλος μεγάλος συνεχιστής της παράδοσης του Edgard Varese που επηρεάστηκε καταλυτικά από το έργο του, ο Γάλλος συνθέτης της αβανγκάρντ και διακεκριμένος μαέστρος Pierre Boulez (1925-2016), συνέθεσε το 1970 την καντάτα «Cummings ist der Dichter» (Ο Cummings είναι ο ποιητής) για 6 φωνές και σύνολο.

Για πρώτη φορά ο Boulez γνώρισε την ποίηση του e.e. cummings το 1952 όταν επισκέφτηκαν με τον John Cage ένα βιβλιοπωλείο και μετά από σύσταση του Cage προμηθεύτηκε ποιήματα του ποιητή. Στα τέλη των ΄60s ο Pierre Boulez αποφάσισε να μελοποιήσει πέντε ποιήματα του e. e. cummings και άρχισε να συνθέτει το έργο «Cantate pour Baryton et petit Orchestre» (Καντάτα για βαρύτονο και μικρή ορχήστρα), χρησιμοποιώντας το ποίημα που τελικά θα περιλαμβανόταν στο έργο «Cummings ist der Dichter». Όμως το αποτέλεσμα δεν ήταν αυτό που ήθελε ο συνθέτης και έτσι επεξεργάστηκε τα οργανικά του μέρη, ενσωματώνοντάς τα στο έργο «Domaines». Η πρώτη ολοκληρωμένη εκδοχή του «Cummings ist der Dichter», δεκάλεπτης διάρκειας για μικτή χορωδία και οργανικό σύνολο, βασισμένου στο ποίημα με τίτλο «birds (here inven)», το οποίο προέρχεται από την ποιητική συλλογή «No Thanks» του e. e. cummings (1935) ήρθε το 1970. Ήταν ένα ποίημα με τις γνωστές ιδιαιτερότητες του e. e. cummings στη διάταξη, στη διάσπαση των λέξεων και στη χρήση των παρενθέσεων και το μουσικό έργο που συνέθεσε ο Boulez ενσωματώνοντας τεχνικές του αλεατορισμού (πολλά στοιχεία αυτής της μουσικής έχουν να κάνουν με το τυχαίο και τον αυτοσχεδιασμό του ερμηνευτή) και προβλέποντας την ύπαρξη δύο διευθυντών ορχήστρας, διαθέτει την απαιτούμενη αυτονομία και μπορεί να ακουστεί πάντα λαβαίνοντας υπόψη τον σύγχρονο μουσικό προσανατολισμό του, και ανεξάρτητα του ποιήματος. Το έργο αυτό αποτελεί τη μοναδική περίπτωση που ο Boulez μελοποίησε αγγλόφωνη ποίηση.
Μετά από 16 χρόνια, το 1986, ο συνθέτης προχώρησε στην αναθεώρηση της αρχικής σύνθεσής του γράφοντας το έργο για 16 σολίστες, μικτή χορωδία αποτελούμενη έως και 48 φωνές και διευρυμένο σύνολο οργάνων. Στην εκδοχή αυτή τη θέση των αλεατορικών στοιχείων πήραν ακριβώς καταγεγραμμένα μουσικά περάσματα.
O Luciano Berio
Κορυφαία μορφή της πειραματικής μουσικής αλλά και της πρωτοπορίας στον χώρο της ηλεκτρονικής μουσικής ο Ιταλός Luciano Berio (1925-2003) μελοποίησε τρία ποιήματα του e. e. cummings («(Stinging», «Riverly Is a Flower», «N(o)w») που συνέθεσαν το σπουδαίο έργο του «Circles» για σοπράνο, άρπα και κρουστά και έγραψε το 1960.

Το έργο που αποτέλεσε παραγγελία του Ιδρύματος Fromm (Fromm Foundation), ο Berio το έγραψε για τη σύζυγό του και κορυφαία Αμερικανίδα μέτζο σοπράνο Cathy Berberian. Πρόκειται για μια σύνθεση που αποδομεί την ανθρώπινη φωνή, αλλά βασίζεται αποκλειστικά σε ακουστικά όργανα. Η ανάπτυξη της σύνθεσης είναι κυκλική, ενώ τόσο το μουσικά ερμηνευτικό μέρος όσο και το σκηνικό υπαγορεύονται από σημειώσεις του συνθέτη στην παρτιτούρα. Στις οδηγίες αυτές για τη διάταξη των ερμηνευτών και των κρουστών στη σκηνή, η σοπράνο που με την κίνησή της γίνεται μέρος του μουσικού συνόλου υποχωρώντας από την προωθημένη θέση της, παίζει συγκεκριμένα κρουστά όργανα. Εκτός της κυκλικής μορφής της σύνθεσης, το σχήμα του κύκλου χαρακτηρίζει πολλές πλευρές του έργου. Ποίηση και μουσική αλληλεπιδρούν με κυκλικό τρόπο, αφού οι φωνές γεννούν μουσικές υφές και οι μουσικές υφές από τη μεριά τους δίνουν στο κείμενο άλλο, νέο πλαίσιο. Αλλά επίσης κυκλικός είναι ο τρόπος που σχετίζεται η φωνή με τα όργανα. Έτσι η φωνή πλησιάζει την αφηρημένη οργανική μουσική ενώ οι μουσικοί των οργάνων ακούγονται σαν να μιμούνται την ανθρώπινη φωνή και τραγουδούν όπως πολύ καθαρά το νιώθουμε στο τέλος της σύνθεσης όπου τραγουδούν οι κρουστοί.

Ο Berio σχετικά με την ποίηση του e.e. cummings επισημαίνει: «Μερικές φορές, η εικονική διάσταση των ποιημάτων του cummings μου θυμίζει πεδίο μάχης. Θα μπορούσε κανείς να πει επίσης ότι διάφορα στοιχεία των λέξεων ζευγαρώνουν μεταξύ τους για να σχηματίσουν νέες λέξεις».
Στο «Circles», ο Berio δημιουργεί ανάλογες μουσικές μεταμορφώσεις ανάμεσα στις λέξεις και τη μουσική, όπως και ανάμεσα στο τραγούδι και τους οργανικούς ήχους. Αυτό επιτυγχάνεται με σύγχυση των μεταξύ τους ορίων ή με προσθήκη και σύζευξη του ενός με τα στοιχεία του άλλου. Το έργο μπορείτε να το ακούσετε μεταξύ άλλων στον δίσκο βινυλίου «Luciano Berio – E. E. Cummings / Sylvano Bussotti / John Cage – Circles / Frammento / Aria With Fontana Mix» που κυκλοφόρησε το 1962 από την Time Records με τη φωνή της Cathy Berberian και τους Francis Pierre (άρπα), Boris de Vinogradow και Jean-Pierre Drouet (κρουστά).
O Morton Feldman
Oι απόπειρες μελοποίησης ποιημάτων του e.e. cummings στον χώρο της αβανγκάρντ περιλαμβάνουν επίσης τον κύκλο «Four Songs» του Αμερικανού συνθέτη Morton Feldman (1926-1987) του οποίου η μουσική του χαρακτηρίστηκε από έντονα στοιχεία απροσδιοριστίας ακολουθώντας την παράδοση μιας σκηνής της οποίας εμπνευστής ήταν ο John Cage.

Στον συγκεκριμένο κύκλο που ο Morton Feldman έγραψε το 1951 στα 25 του για σοπράνο, τσέλο και πιάνο, μελοποιούνται κείμενα του ποιητή, μεταξύ των οποίων τα «! blac», «air», «moan» και «(sitting in a tree)», τα οποία ζωντανεύουν σε ένα ύφος που ανήκει στην πρώιμη λιτή αισθητική του συνθέτη όπου κυριαρχούν οι μινιμαλιστικοί τόνοι και οι ήχοι εμπεριέχουν μεγάλα κομμάτια σιωπής στον αντίποδα της καθιερωμένης, παραδοσιακής εκφραστικής απόδοσης. Η πρώτη εκτέλεση προέβλεψε ως ερμηνευτές τη Γερμανοεβραία σοπράνο Marianne Weltman, τον πειραματιστή πιανίστα και συνθέτη David Tudor και τον Αμερικανό συνθέτη όπερας, τραγουδιών, ορχηστρικής μουσικής και μουσικής δωματίου βιολοντσελίστα Seymour Barab και η πρεμιέρα του έργου δόθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 1951 στη Νέα Υόρκη στο Θέατρο στο McMillan του Πανεπιστημίου της Κολούμπια κατά τη διάρκεια συναυλίας της Διεθνούς Εταιρείας Σύγχρονης Μουσικής (ISCM).
O Aribert Reimann
Ο Γερμανός συνθέτης και πιανίστας Aribert Reimann (1936-2024), γνωστός για τις λογοτεχνικές του όπερες όπως αυτή για τον «Βασιλιά Ληρ» του William Shakespeare ασχολήθηκε με την ποίηση του e.e. cummings στο μουσικό έργο που έγραψε το 1961 με τίτλο «Impression IV» για σοπράνο και πιάνο.

Το ποίημα εκδόθηκε για πρώτη φορά συμπεριλαμβανόμενο στην ποιητική συλλογή «Tulips and Chimneys» (1923). Το ποίημα «μιλά» για το πέρασμα από τη νύχτα στο ξημέρωμα μέσα σε μια πόλη περιγράφοντας θαυμάσια την εικόνα ανάμεσα στο σκοτάδι, τα σπίτια των ανθρώπων, τη σιωπή και τον ερχομό του φωτός. Ενδεικτικά οι πρώτοι στίχοι του ποιήματος: «the hours rise up putting off stars and it is / dawn / into the street of the sky light walks scattering poems» («οι ώρες υψώνονται παραμερίζοντας τ’ αστέρια κι είναι / αυγή / στο δρόμο του ουρανού το φως βαδίζει σκορπίζοντας ποιήματα»). Έχοντας εξαιρετική εμπειρία από τη πιανιστική συνοδεία ως συνοδός διάφορων τραγουδιστών, ο Aribert Reimann είχε άριστη αντίληψη τις δυνατότητες της ανθρώπινης φωνής. Κάτι που φαίνεται εδώ στη σύνθεσή του στην οποία χρησιμοποίησε τις αρχές της σειραϊκής μουσικής (απουσία ρυθμικού μέτρου και κλασικής αρμονίας) και πυκνές, σκοτεινές συγχορδίες, αιχμηρά χτυπήματα που αντικατοπτρίζουν την ουσία και το νόημα των λέξεων του ποιητή.
Aaron Copeland και Leonard Bernstein
Δυο ακόμα πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια από σπουδαίους συνθέτες της αμερικανικής μουσικής γράφτηκαν σε στίχους του e.e. cummings.

Το «Poet’s Song» μελοποιείται από τον Aaron Copeland στη συλλογή-ανθολογία του αμερικανικού τραγουδιού «But Yesterday Is Not Today» όπου συμμετέχουν πολλοί αξιόλογοι συνθέτες και κυκλοφόρησε στη New World Records το 1977. Το τραγούδι ερμηνεύει η σοπράνο Bethany Beardslee με την πιανιστική συνοδεία του Robert Helps. Την επόμενη χρονιά, το 1978 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Songfest» του Leonard Bernstein με την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Ουάσινγκτον από την Deutsche Grammophon. Μαζί με μελοποιήσεις σπουδαίων ποιητών όπως των Lawrence Ferlinghetti, Gregory Corso, Julia de Burgos, Walt Whitman, Langston Hughes, Gertrude Stein κ.α., ο Bernstein προχωρά στη μελοποίηση του ποιήματος του e.e. cummings «If You Can’t Eat You Got To» σε ύφος swing παραπέμποντας στο παλαιό ραδιοφωνικό στυλ των Αφροαμερικανών Mills Brothers που σήκωναν το ηχητικό βάρος των κομματιών μόνο με τις φωνές τους. Συμμετέχουν στις φωνές οι Clamma Dale, Donald Gramm, John Reardon, Nancy Williams, Neil Rosenshein και Rosalind Elias.
O Philip Glass

Το ποίημα «This is the garden» που ο e.e. cummings έγραψε το 1925 προσεγγίστηκε εξαιρετικά από τον Philip Glass και το αποτέλεσμα της σύγκλισης της τέχνης δυο πρωτοπόρων δημιουργών στέφθηκε με ξεχωριστή επιτυχία.
H ποίηση του e.e. cummings με την ανατροπή της παραδοσιακής ποιητικής δομής, της σύνταξης και της στίξης αγκαλιάζεται από τις μινιμαλιστικές και υπνωτικές κυκλικές φόρμες του συνθέτη ο οποίος δραπετεύει από τα όρια της καθιερωμένης μοντερνιστικής σύνθεσης. To θαυμάσιο αυτό ποίημα από τη μια αναγνωρίζει ότι ο χρόνος και ο θάνατος θα θερίσουν τελικά τα λουλούδια του κήπου και θα φέρουν το τέλος και από την άλλη διαπιστώνει ότι ακόμα κι αν ο χρόνος περνάει οι μορφές στον κήπο διατηρούν διαχρονικά την αγνή ομορφιά τους.
O Dominick Argento
Ο Αμερικανός συνθέτης Dominick Argento, γνωστός για τις όπερές του και τη χορωδιακή μουσική του, μελοποίησε την ποίηση του e. e. Cummings, με αποτέλεσμα τη δημιουργία του σημαντικού κύκλου φωνητικών έργων του «Songs About Spring» που γράφτηκε μεταξύ 1950 και 1955. Η πρώτη γραφή προέβλεπε φωνή (σοπράνο ή τενόρο) και πιάνο, ενώ αργότερα το έργο διασκευάστηκε για ορχήστρα δωματίου.
Tα ποιήματα που μελοποιήθηκαν είναι τα «Who knows if the moon’s a balloon» και «Spring is like a perhaps hand» από τη συλλογή «is 5» (1925), «In Just-spring» από το «Tulips and Chimneys» / «The Dial» (1920), «In Spring comes» και «When faces called flowers float out of the ground» (από τη συλλογή με τον ελληνικό τίτλο «XAIPE» (1950). Η εκφραστικότητα και η χρήση μελωδικών στοιχείων από τον Dominick Argento αποδεικνύεται ο ιδανικός τρόπος να προσεγγιστούν τα συγκεκριμένα ποιήματα του e.e. cummings που χαρακτηρίζονται για τον λυρισμό τους, την παιγνιώδη αύρα και την λεπτεπίλεπτη εικονοποιία τους.
O William Bergsma
Έξι ποιήματα του e.e. cummings επέλεξε ο Αμερικανός συνθέτης William Bergsma (1921–1994) το 1947 καταθέτοντας τη δική του ματιά. «When God lets my body be», «Doll’s boy’s asleep», «Hist whist», «Thy fingers make early flowers of all things», «It may not always be so» και «Jimmie’s got a goil, goil, goil» είναι οι επιμέρους τίτλοι της συλλογής «Six Songs to Poems by E. E. Cummings».Τα τραγούδια γράφτηκαν για φωνή και πιάνο από τον σπουδαίο πρωτοποριακό συνθέτη, στο πλευρό του οποίου θήτευσαν ως μαθητές αργότερα κορυφαίοι συνθέτες όπως οι Jack Behrens, Philip Glass, Karl Korte, Robert Parris και Steve Reich.
O John Duke
Από τον χώρο του αμερικανικού έντεχνου τραγουδιού ο Αμερικανός συνθέτης και πιανίστας John Duke (1899–1984) του οποίου οι συνθέσεις δίνουν έμφαση στη μελωδία, προσέγγισε τη λυρική αλλά και ριζοσπαστική ποίηση του e.e. cummings με τον δικό του τρόπο.
Ο John Duke έγραψε κλασικά λίντερ (τραγούδια) πάνω στην ποίηση του e.e. cummings ενώ η προσέγγισή του το 1960 στο θαυμάσιο, ρομαντικό και ίσως το γνωστότερο ποίημα του Αμερικανού ποιητή «I Carry Your Heart», γραμμένο το 1952, αποτελεί την πιο δημοφιλή εκδοχή σε τραγούδι. Μια από τις πιο ευαίσθητες φωνητικές μελοποιήσεις. Ανάλογα εγχειρήματα αποτελούν οι μελοποιήσεις του στο «Just-Spring» το 1949 και το τραγούδι «The Mountains Are Dancing» το 1955 που βασίζεται στο ποίημα «when faces called flowers float out of the ground» από τη συλλογή του ποιητή «XAIPE».
James Yannatos και Ned Rorem

Τρία ποιήματα του e.e. cummings, τα «In Just—», «Buffalo Bill’s» και «The rose» μελοποιεί ο Αμερικανός συνθέτης, μαέστρος, βιολιστής James Yannatos (1929 – 2011).
O μαθητής των Nadia Boulanger, Luigi Dallapiccola, Darius Milhaud, Paul Hindemith και Philip Bezanson στη σύνθεση και των William Steinberg και Leonard Bernstein στη διεύθυνση ορχήστρας, αφήνει τη δική του μουσική πινελιά στον κύκλο «Three Settings of e. e. Cummings» για χορωδία ακαπέλα αποτελούμενη από 2 σοπράνο, άλτο, τενόρο και μπάσο, που εκδόθηκε το 1972.
Καθ΄ όλη τη διάρκεια της καριέρας του με αρχή τα φοιτητικά του χρόνια, ο Αμερικανός συνθέτης Ned Rorem (1923-2022) μελοποίησε ποιήματα του e.e. cummings είτε μέσα από τη φόρμα φωνής-πιάνου με ισότιμη παρουσία των δύο και όχι με υποβαθμισμένο τον ρόλο του πιάνου ως συνοδεία, είτε μέσα από τη φόρμα της χορωδιακής σύνθεσης.
Στον κύκλο τραγουδιών του «Poems of Love and the Rain» (1965) δίπλα σε ποιήματα του W.H. Auden και της Emily Dickinson ο Ned Rorem μελοποιεί το ποίημα του e.e. cummings «In the rain» με εκφραστικό και μελωδικό τρόπο.
Ο David Diamond
Ο Αμερικανός συνθέτης της κλασικής μουσικής David Diamond (1915-2005), προσωπικός φίλος του ποιητή με τον οποίο συχνά συνεργάστηκε καλλιτεχνικά, μόλις στα 18-20 του, τη διετία 1933-1935 έγραψε τη μουσική για το μπαλέτο «Tom» πάνω σε σενάριο του e.e. cummings που «ξαναδιάβαζε την πασίγνωστη «Καλύβα του μπάρμπα Θωμά» (Uncle Tom’s Cabin) της Harriet Beecher Stowe. Λόγω δυσκολιών στην παραγωγή το μπαλέτο δεν παρουσιάστηκε για δεκαετίες αλλά ο David Diamond αργότερα απομόνωσε ορχηστρικές σουίτες από το μπαλέτο. Στο έργο αυτό ο Diamond προκειμένου να αποδώσει μουσικά μια συγκεκριμένη σκηνή παράγγειλε από τον e.e. cummings να γράψει ένα ακόμα ποιητικό κείμενο σπιρίτσουαλ με τίτλο «Lawd My Hope» για τη χορωδία των σκλάβων.
Εκτός από τη μελοποίηση ποιημάτων όπως το «All in green went my love riding» και του φωνητικού έργου «Christmas Tree», ο David Diamond με αφετηρία το μυθιστόρημα με αυτοβιογραφικά στοιχεία του e.e cummings «The Enormous Room» (1948) για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη φυλάκισή του σε γαλλικό στρατόπεδο κράτησης, ο Diamond συνέθεσε το ορχηστρικό έργο «Fantasia for Orchestra» δίνοντας με τη μουσική του έμφαση σε θέματα όπως ο εγκλεισμός και η επίδρασή του στο ανθρώπινο πνεύμα.
Ο Marc Blitzstein και η Janet Maguire
Δύο κύκλους τραγουδιών πάνω στην ποίηση του e.e. cummings έγραψε ο Αμερικανός συνθέτης, στιχουργός και λιμπρετίστας Marc Blitzstein (1905-1964), γνωστός και για τις κομμουνιστικές του πεποιθήσεις που θεωρήθηκαν αντιαμερικανικές ενέργειες, αλλά και για τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισε στην υποδοχή του έργου του Kurt Weill στις ΗΠΑ.

Έγραψε πολύ ενδιαφέρουσες όπερες και μουσικές για κινηματογραφικές ταινίες. Ο πρώτος κύκλος στην ποίηση του e.e. cummings ήταν η μελοποίηση αποσπασμάτων της ποιητικής συλλογής «is 5» το 1925, στα πρώτα στάδια της καριέρας του. Η δεύτερη απόπειρα μελοποίησης αφορούσε ποιήματα από την ποιητική συλλογή του ποιητή «From Marion’s Book» (1960), ενώ μετά από αρκετά χρόνια η υψίφωνος Alice Esty παρήγγειλε έναν δεύτερο κύκλο μελοποιήσεων επτά ποιημάτων του Cummings με τίτλο «From Marion’s Book». Στα πιο ξεχωριστά κομμάτια αυτών των φωνητικών έργων ανήκουν τα «O by the by», «Until and I heard» και «Open your heart».
Συνθέσεις που χαρακτηρίζονται για τη λιτότητα, τη λεπτότητα, και την περίτεχνη μουσική δομή αλλά και που ταιριάζουν ιδανικά με τον παιγνιώδη και αντισυμβατικό ποιητικό λόγο του e.e. cummings προσφέρει η Αμερικανίδα συνθέτρια της αβανγκάρντ Janet Maguire (1927–2019), σαφώς επηρεασμένη από το έργο Ευρωπαίων σύγχρονων συνθετών όπως των Karlheinz Stockhausen, György Ligeti, Luigi Nono και Ianis Xenakis. Πρόκειται για το έργο «Cummings Lieder» που έγραψε το 2000, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη και κυκλοφόρησε στο άλμπουμ της «Lace Knots» το οποίο κυκλοφόρησε το 2003 από τη δισκογραφική εταιρεία New World Records. Τα τέσσερα ποιήματα του e.e. cummings που μελοποιούνται και φέρουν ως τίτλους τους πρώτους στίχους τους, είναι: «Of evident invisibles», «Take for example this», «Luminous tendril of celestial wish» και «Now all the fingers of this tree (darling) have».
Η Janet Maguire συνθέτει σαν να υπαινίσσεται και να υπογραμμίζει διακριτικά την ποίηση. Στο έργο της αντικατοπτρίζεται η εξερεύνηση για διευρυμένα ηχοχρώματα οργάνων και φωνής, ελεύθερους ρυθμούς που δεν ακολουθούν μετρικά πρότυπα και για την ατονικότητα. Οι συνθέσεις είναι γραμμένες για σοπράνο και πιάνο και αποδίδονται από τη μέτζο σοπράνο Julie Mellor με την πιανιστική συνοδεία της Elisabetta Bocchese.
Ο Vincent Persichetti
Ο Αμερικανός συνθέτης, πιανίστας, μουσικοπαιδαγωγός και δάσκαλος μιας ολόκληρης γενιάς σημαντικών συνθετών Vincent Persichetti (1915-1987) συνέθεσε το 1983 το χορωδιακό έργο «Flower songs, Op. 157» με εναλλακτικό τίτλο «Cantata No. 6», γραμμένο για χορωδία και ορχήστρα εγχόρδων (υπάρχει και διασκευή για όργανο ή πιάνο), πάνω σε ποίηση του e.e. cummings.
Το έργο αποτελείται από επτά αλληλένδετα μέρη με τους τίτλους: «Flowers of Stone», «Spouting Violets», «Early Flowers», «Is there a Flower», «Yellow Flower», «The Rose is Dying» και «Lilly has a Rose» σκιαγραφώντας εικόνες από τον κόσμο των λουλουδιών και της φύσης. Περιλαμβάνεται στο cd-συλλογή της εταιρείας Naxos «American Choral Music» με τους University of Texas Chamber Singers υπό τον James Morrow και ερμηνεύονται από τη μέτζο σοπράνο Susanne Mentzer, που κυκλοφόρησε το 2006.
Ο Mathias Pintscher
Μεταφερόμαστε στην πιο σύγχρονη γενιά δημιουργών και υπογραμμίζουμε τη λυρική δουλειά του 55χρονου Γερμανού συνθέτη και μαέστρου Mathias Pintscher «A twilight’s song» πάνω στο ομώνυμο ποίημα του e.e. cummings που διακρίνεται για τις λεπτές αποχρώσεις του λόγου.
Eδώ έρχεται η μουσική να αναδείξει τη λεπτότητα, την ατμόσφαιρα και την ομορφιά μέσα από τη φόρμα μιας σοπράνο και 7 οργάνων. Ο συνδυασμός της φωνής με την πολυπλοκότητα του σύγχρονου οργανικού συνόλου έτυχε θαυμάσιων ηχογραφήσεων που μπορούμε να αναζητήσουμε στη δισκογραφία. Η σοπράνο Marisol Montalvo συμπράττει με το International Contemporary Ensemble (ICE) υπό τη διεύθυνση του Mathias Pintscher στο κομμάτι αυτό που συμπεριλήφθηκε στο cd «Sonic Eclipse, A Twilight’s Song, She-Cholat Ahavah Ani» που κυκλοφόρησε στη δισκογραφική εταιρεία Kairos το 2011, καθώς και η ερμηνεία της σοπράνο Sylvia Nopper και του Ensemble Contrechamps υπό τη διεύθυνση του Matthias Pintscher που προέρχεται από το άλμπουμ «Solo And Ensemble Works» το οποίο κυκλοφόρησε στη δισκογραφική εταιρεία NEOS το 2024, είναι δυο από τις πιο χαρακτηριστικές και αντιπροσωπευτικές εκτελέσεις του έργου.
Ο Richard Wernick, ο Eric Whitacre και η Gwyneth Van Anden Walker
Μια άλλη περίπτωση μελοποίησης ποιημάτων του e.e. cummings εντοπίζεται στον κύκλο τραγουδιών του Αμερικανού συνθέτη Richard Wernick (1934–2025) «Five Songs on poems of e. e. Cummings» για φωνή και πιάνο, αφιερωμένο από τον Wernick στη διάσημη μεσόφωνο, στενή συνεργάτιδά του και ερμηνεύτρια σύγχρονης μουσικής Jan de Gaetani.
O Richard Wernick προσέγγισε με εκλεκτικό και ρυθμικά ζωντανό τρόπο το δημοφιλές φιλοσοφικό ποίημα του e.e. cummings «What if a much of a which of a wind» που από μόνο του χαρακτηρίζεται για τον εξαιρετικό ρυθμό του. Ο 56χρονος σήμερα Αμερικανός συνθέτης και μαέστρος Eric Whitacre, πολύ δημοφιλής στον χώρο της σύγχρονης χορωδιακής μουσικής, μελοποίησε με μεγάλη επιτυχία το 2000 τα ποιήματα «I thank You God for most this amazing day» και «Little Tree». Στον ίδιο χώρο η 79χρονη σήμερα Αμερικανίδα συνθέτρια και μουσικοπαιδαγωγός Gwyneth Van Anden Walker προχώρησε σε αξιόλογες χορωδιακές μεταφορές ποιημάτων του e.e. cummings όπως του «I Carry Your Heart».
Ο John Musto
Ο 72χρονος Αμερικανός συνθέτης και πιανίστας John Musto με έντονη δράση στους χώρους της όπερας, την ορχηστρικής μουσικής, του τραγουδιού και του σόλο πιάνο, συνέθεσε το 2004 τον κύκλο πέντε τραγουδιών «Viva Sweet Love» πάνω σε ποιήματα των e.e. cummings και James Laughlin, με κεντρικό θέμα τον έρωτα και την αγάπη σε διάφορες μορφές τους.
Δημιουργήθηκε μετά από ανάθεση του Marilyn Horne Foundation και έκανε πρεμιέρα στο Carnegie Hall τον Ιανουάριο του 2005. Στον συγκεκριμένο κύκλο μελοποιήθηκαν τα ποιήματα του e.e. cummings «As is the sea marvelous» και «Sweet spring» με ένα τρόπο που στη μουσική συνδυάζονται παραδοσιακές δυτικές κλασικές τεχνικές με στοιχεία από blues, ragtime και jazz, ενώ το γράψιμό του Musto είναι δεξιοτεχνικό και αντιμετωπίζει σε ισότιμη βάση τη φωνή και το πιάνο.
Το συγκρότημα Tin Hat με την Carla Kihlstedt

Έναν ολόκληρο δίσκο που εκπέμπει γενικότερα μια αβανγκάρντ αίσθηση και ενσωματώνει δημιουργικά στοιχεία jazz, folk, νότιου blues και world μουσικής, αφιερωμένο στην ποίηση του e.e. cummings με τίτλο «The Rain Is a Handsome Animal» κυκλοφόρησε το 2012 στη δισκογραφική εταιρεία New Amsterdam Records το συγκρότημα Tin Hat με την υποβλητική φωνή της τραγουδίστριας και βιολίστριας Carla Kihlstedt, η οποία έγραψε τη μουσική μαζί με τα άλλα μέλη του γκρουπ.
Ένα άλμπουμ που ζωντανεύει με μοναδικό τρόπο τα ποιήματα του e.e. cummings, συνδυάζει παιχνιδιάρικο ύφος, κινηματογραφική αισθητική, ελεγχόμενη αντισυμβατική διάθεση και εμπνευσμένη ενορχήστρωση. H μουσική και των 17 κομματιών ακούγεται απολαυστικά αντανακλώντας μια αξιοσημείωτη ισορροπία μεταξύ τους, ωστόσο κορυφαίες στιγμές αναδεικνύονται οι μελοποιήσεις των ποιημάτων «Anyone lived in a pretty how town», «Sweet spring» και «2 little whos».
Οι μελοποιήσεις του John Cage με τις φωνές των Robert Wyatt και Carla Bley
Αφήσαμε τελευταία την περίπτωση του Αμερικανού πιονιέρου της σύγχρονης μουσικής John Cage (1912-1992) ο οποίος ήταν από τους πρώτους συνθέτες που ασχολήθηκαν με την ποίηση του e.e. cummings αφού το 1938 πειραματίστηκε δημιουργικά γράφοντας με τον δικό του ιδιοσυγκρασιακό τρόπο τα «Five Songs» για σοπράνο και πιάνο. O Cage ήταν τότε 26 ετών και ο e.e. cummings 44 ετών.

O John Cage κατά καιρούς επέστρεφε στο έργο του e.e. cummings, ωστόσο προσωπικά θεωρώ τη σημαντικότερη στιγμή αυτής της κοινής καταγραφής μουσικού και ποιητικού λόγου τα δυο ποιήματα του e.e. cummings τα οποία προσέγγισε ο Cage και εμπεριέχονται στο άλμπουμ «Jan Steele / John Cage – Voices And Instruments» που κυκλοφόρησε το 1976 από την εκλεκτή δισκογραφική εταιρεία του Brian Eno, Obscure Records. Πρόκειται για το Νο5 από τον κατάλογο της εταιρείας που εξέδωσε συνολικά 10 δίσκους. Στον δίσκο αυτό η πρώτη πλευρά ανήκει σε συνθέσεις του Βρετανού συνθέτη John Steele και η δεύτερη σε συνθέσεις του John Cage. Μεταξύ των κομματιών του Cage υπάρχουν δυο μελοποιήσεις του Cage στα ποιήματα του e.e. cummings «Experiences No.2» και «Forever And Sunsmell». Οι στίχοι των ποιημάτων υπάρχουν στο οπισθόφυλλο του δίσκου μαζί με σημειώσεις γραμμένες από τον συνθέτη Michael Nyman, σχετικές με τα κομμάτια του δίσκου.

Το έργο «Experiences No 2» διάρκειας 4:50 όπως και το «Experiences No 1» που προηγείται στον δίσκο, γραμμένα μεταξύ 1945 και 1948 έχουν τη ρυθμική δομή ενός χορού του Merce Cunningham. Το «Experiences No. 2» ανήκει στο τρίτο από τα «Sonnets-Unrealities» της ποιητικής συλλογής του e.e. cummings «Tulips and Chimneys». Οι δύο τελευταίοι στίχοι του ποιήματος έχουν αφαιρεθεί από τη ματιά του Cage, στην οποία παρατηρούνται αναδιάταξη των στίχων του πρωτότυπου κειμένου και επαναλήψεις λέξεων.
Το ποίημα στην πρωτότυπη μορφή του σε ελληνική μετάφραση έχει ως εξής:
Είναι στιγμές, αφού έχω ονειρευτεί
την σπάνια τέρψη που χαρίζουν τα μάτια σου,
που —παραδομένος στη φαντασία— πίστεψα
πως το ιδιαίτερο στόμα σου σοφία στη καρδιά μου χάρισε∙
στιγμές που το γυαλιστερό σκοτάδι κρατά
την αληθινή οπτασία του χαμόγελού σου
(πάντα μέσα από δάκρυα) και η σιωπή πλάθει
μια αλλόκοτη αίσθηση, σαν εκείνη που ένιωθα για λίγο·
στιγμές που τα χέρια μου —ξανά γεμάτα αίγλη—
πλημμυρίζουν από γοητεία, κι όταν το στήθος μου
δέχεται την ανυπόφορη λάμψη της ομορφιάς σου:
μια στιγμή διαπεραστική, πιο λευκή απ’ τις άλλες
—στρέφοντας το βλέμμα μακριά από το τεράστιο ψέμα του ύπνου,
κοιτώ τα ρόδα της ημέρας να βαθαίνουν το χρώμα τους.
Από την άλλη πλευρά το άλλο κομμάτι του John Cage, το «Forever and Sunsmell», γραμμένο το 1942 για τον ομώνυμο χορό της χορεύτριας Jean Erdman. Η πρώτη παρουσίαση έγινε στο Studio Theatre της Νέας Υόρκης, στις 21 Οκτωβρίου 1942, με ερμηνευτές τη μέτζο σοπράνο Vivian Bower και τον ίδιο τον John Cage και τη σύζυγό του και σπουδαία σουρεαλίστρια γλύπτρια Xenia Cage στα κρουστά. Τα κρουστά που χρησιμοποιήθηκαν ήταν δύο μεγάλα tom-tom (στα οποία γίνεται αρχικά χρήση μπακετών και αργότερα των δακτύλων) και ένα μεγάλο κινεζικό κύμβαλο, διαμέτρου τουλάχιστον 24 ιντσών, αναρτημένο,. Το έργο χωρίζεται σε δύο μέρη (το πρώτο δραματικό και το δεύτερο λυρικό, σύμφωνα με τον ίδιο τον Cage), τα οποία συνδέονται με ένα ενδιάμεσο τμήμα που εκτελείται με μουρμούρισμα χωρίς συνοδεία οργάνων. Από την πλευρά του ο φωνητικός ερμηνευτής τραγουδά με μη οπερετικό τρόπο αποφεύγοντας το βιμπράτο αλλά κρατώντας παράλληλα μια «έντονη χροιά που υποδηλώνει πίεση».
Το ποίημα ανήκει στην ποιητική συλλογή του e.e. cummings «50 Poems που εκδόθηκε το 1940, δυο μόλις χρόνια πριν γραφτεί η σύνθεση του John Cage. Και σε αυτή τη δεύτερη σύνθεσή του σε ποίημα του e.e. cummings ο Cage δεν αξιοποίησε το ποίημα σε όλη του την έκταση ενώ επιχείρησε αλλαγές στη σειρά των στίχων του πρωτότυπου.
Στίχοι του ποιήματος μεταφρασμένοι στα ελληνικά έχουν ως εξής:
τα πλάσματα του «πού» και του «πότε»
(κόρες του «αν-αλλά», απόγονοι της ελπίδας και του φόβου
γιοι του «εκτός-αν» και παιδιά του «σχεδόν»)
δεν θα μπορέσουν ποτέ να διανοηθούν τη διάσταση
…
του οποίου και τα δύο
μάτια
αγαπούν
αυτό το «τώρα» του ουρανού
…
Τα δυο κομμάτια ερμηνεύουν εξαιρετικά με την ιδιοσυγκρασιακή τους φωνή ο Robert Wyatt και η Carla Bley. Στo «Experiences No. 2» ο Robert Wyatt μας χαρίζει μια σπουδαία λιτή α καπέλα ερμηνεία γεμάτη συναίσθημα, τρυφερότητα και βαθιά ανθρώπινη ζεστασιά όπου αναδεικνύεται στο έπακρο η σιωπή και οι ανάσες.

Στο «Forever and Sunsmell» οι οδηγίες που είχε γράψει ο Cage στην παρτιτούρα του έργου το 1942 καθοδηγούν και δίνουν το πλαίσιο της ερμηνείας της κορυφαίας Αμερικανίδας συνθέτριας, πιανίστριας και ενοσχηστρώτριας της τζαζ που εδώ αναλαμβάνει το φωνητικό μέρος. Η ερμηνεία συνοδεύεται ιδανικά από μια εσωτερική, θεατρική ένταση. Το κομμάτι περιλαμβάνει το δραματικό, δυναμικό μέρος όπου η φωνή της Carla Bley αποδίδεται με τη συνοδεία των κρουστών του Richard Bernas και στη συνέχεια το πιο ήπιο και λυρικό μέρος.

Ανάμεσα στα δυο μέρη η γέφυρα που υπάρχει στη μετάβαση, εξασφαλίζεται από το α καπέλα μουρμουρητό της Carla Bley δημιουργώντας τhn απαραίτητη ατμόσφαιρα. Και τα δυο κομμάτια αναπτύσσονται σε ;ena ιδιαίτερα υποβλητικό κλίμα.
Πλήθος οι μελοποιήσεις λοιπόν πάνω σε ποιήματα του e.e. cummings, κυρίως από τον χώρο της αβανγκάρντ, τεκμηριώνουν τον έντονο βαθμό επιρροής και έμπνευσης της ποίησης του e.e. cummings πάνω σε σπουδαίους συνθέτες. Mια πρωτοποριακή ποίηση που γεννά πρωτοποριακή μουσική.





















