Από τον Θανάση Δ. Σφήκα*
Η συγγραφή της ιστορίας της ιστοριογραφίας συνοδεύεται διαχρονικά από ένα παράδοξο. Αυτός που αφηγείται πώς οι κοινωνίες κατανόησαν και αναπαρέστησαν το παρελθόν συμμετέχει και ο ίδιος σε μια ιστορικά προσδιορισμένη διανοητική πρακτική. Επομένως, κάθε προσπάθεια σύνθεσης διατρέχει τον κίνδυνο να επιβάλει συνοχή σε παραδόσεις που ποτέ δεν υπήρξαν ενιαίες, να προβάλει σύγχρονες αναλυτικές κατηγορίες στο παρελθόν ή να αναπαράξει ευρωκεντρικές τελεολογίες υπό το πρόσχημα της οικουμενικότητας. Ο Daniel Woolf αναλαμβάνει αυτό το δύσκολο εγχείρημα, συνθέτoντας μια παγκόσμια επισκόπηση της ιστορικής γραφής σε μια χρονολογική κλίμακα χιλιετιών, παραμένοντας όμως ιδιαίτερα ευαίσθητος στις πολιτισμικές διαφορές, στις επιστημολογικές μετατοπίσεις και στους θεσμικούς μετασχηματισμούς.
Στην εκτενέστερη αγγλική εκδοχή της Συνοπτικής Ιστορίας του (A Global History, Oxford University Press, 2011), ο συγγραφέας παρατηρεί ότι η δυτική ιστοριογραφία, τόσο ως αυτοαναφορική άσκηση όσο και ως σύνολο θεωριών για το τι συμβαίνει κατά την αναπαράσταση και την αφήγηση του παρελθόντος, είναι πεδίο που έχει μελετηθεί ικανοποιητικά. Η παγκόσμια ιστοριογραφία συγκριτικά υστερεί σε προσπάθεια, κόπο και αποτέλεσμα. Ο κύριος λόγος γι’ αυτό είναι ότι οι δυτικοί μελετητές της ιστοριογραφίας συχνά αισθάνονται ότι έχουν τόσα πολλά να πουν για τη δική τους παράδοση, οπότε γιατί να χάνουν πολύτιμο χρόνο μελετώντας τις ιστοριογραφικές παραδόσεις άλλων πολιτισμών; Ακόμη και όταν το κάνουν, ιδίως στις περιπτώσεις της σινο-ιαπωνικής και της ισλαμικής παράδοσης, οι συγκρίσεις συχνά βασίζονται σε αυτό που ο Woolf, δανειζόμενος έναν όρο από την τεχνολογία της πληροφορίας, ονομάζει «ιστοριογραφική αναγνώριση χαρακτήρων» (historiographical character recognition). Έτσι, ο Sima Qian και ο Ibn Khaldun, οι δύο γνωστότερες μορφές από την κινεζική και την ισλαμική παράδοση αντίστοιχα, συχνά επαινούνται για τη συγγραφή έργων που μοιάζουν σαν κλαδιά του γενεαλογικού δέντρου της δυτικής ιστοριογραφικής παράδοσης.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, καθώς η ιστοριογραφία ανασυγκροτείται ως παγκόσμιο εγχείρημα, επιχειρούνται ουσιαστικές συγκρίσεις και αντιπαραβολές, τόσο γεωγραφικές όσο και ιστορικές, μεταξύ μεμονωμένων κειμένων, και ευρύτερα, μεταξύ ιστορικών και ιστοριογραφικών παραδόσεων. Στη Συνοπτική ιστορία της Ιστοριογραφίας ο Woolf επιχειρεί συστηματικά να υπερβεί τις ευρωκεντρικές αφηγήσεις, χαρτογραφώντας την προσπάθεια των ανθρώπινων κοινωνιών να γράψουν και να κατανοήσουν το παρελθόν – από τους πρώτους χρονικογράφους της αρχαίας Εγγύς Ανατολής έως τις σύγχρονες συζητήσεις γύρω από τη «Μεγάλη Ιστορία» (Big History), την ψηφιακή ιστορία και την παγκόσμια ιστορική συνείδηση.
Για ένα αντικείμενο τόσο εκτεταμένο και εννοιολογικά απαιτητικό όσο η ιστορία της ιστοριογραφίας, η διάταξη του υλικού από τον Woolf είναι άψογα οργανωμένη και η γραφή του παραμένει κατανοητή και ελκυστική. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα εύχρηστο και περιεκτικό διδακτικό εγχειρίδιο αλλά και ένα σημείο αναφοράς για το ευρύ κοινό που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με ιστοριογραφικές συζητήσεις. Γι’ αυτό άλλωστε το βιβλίο έχει χαιρετιστεί διεθνώς ως μια από τις πιο φιλόδοξες και αποτελεσματικές προσεγγίσεις των διαφορετικών τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι έχουν εννοιολογήσει, αφηγηθεί και συζητήσει το παρελθόν σε διαφορετικούς πολιτισμούς και εποχές.
Το εγχείρημα του Woolf δεν διακρίνεται μόνο για την ικανότητά του να καλύπτει ιστοριογραφικές παραδόσεις από όλο τον κόσμο· ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η προσπάθειά του να εξηγήσει γιατί ένα μεγάλο μέρος αυτής της εξω-ευρωπαϊκής ιστοριογραφικής ποικιλομορφίας είχε εξαφανιστεί κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα λόγω της αυξανόμενης ηγεμονίας ενός είδους ιστορικής γραφής που προέρχεται από την Ευρώπη του 19ου αιώνα. Αυτό δεν σημαίνει ότι λείπει από το βιβλίο η αναγνώριση και η συζήτηση της ευρωπαϊκής ιστοριογραφικής παράδοσης και των δημιουργών της, τους οποίους κανένα μάθημα ιστοριογραφίας δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει. Ταυτόχρονα όμως, το βιβλίο αμφισβητεί πειστικά τον ευρωκεντρισμό που χαρακτηρίζει πολλές παλαιότερες ιστοριογραφικές απόπειρες με δύο τρόπους: πρώτον, αφιερώνοντας μεγάλη έκταση στους ασιατικούς, αφρικανικούς και λατινοαμερικανικούς τρόπους μνήμης και καταγραφής του παρελθόντος· και δεύτερον, υπενθυμίζοντας ότι η κυριαρχία της δυτικής ιστοριογραφίας μπορεί να νοηθεί και ως μια τραγική ιστορία απώλειας: όπως σημειώνει ο ίδιος, το πέρασμα των αιώνων έφερε μια σταδιακή μείωση των άλλων πιθανών διαδρομών προς το παρελθόν.
Ασφαλώς αυτή η παγκόσμια οπτική εγείρει εννοιολογικές προκλήσεις. Μπορεί η «ιστοριογραφία» να λειτουργήσει ως οικουμενική κατηγορία σε επιστημολογικά πολύ διαφορετικούς πολιτισμούς; Μήπως ο ίδιος ο όρος «ιστοριογραφία» ομογενοποιεί πρακτικές που δεν συμμερίζονται κοινές παραδοχές για τη χρονικότητα, την τεκμηρίωση ή τον διαμεσολαβητικό ρόλο του ιστορικού; Ο Woolf απαντά ορίζοντας την ιστοριογραφία ως τη συστηματική, διαρκή και αναστοχαστική ενασχόληση με το παρελθόν. Ο ορισμός αυτός του επιτρέπει να ανιχνεύει λειτουργικές ομοιότητες σε διαφορετικές ιστοριογραφικές παραδόσεις χωρίς να παρακάμπτει διαφορές σκοπού και κοσμοαντίληψης. Εξάλλου, ο συγγραφέας είναι αρκετά προσεκτικός και ακριβής ώστε να μην διαλύει τη δυτική ιστοριογραφία σε μια σειρά σπαραγμάτων πολιτισμικού σχετικισμού ούτε όμως και να την προνομιοποιεί ως αναπόφευκτη κορύφωση της ιστορικής σκέψης. O Woolf εξετάζει τη δυτική ιστοριογραφική παράδοση ως μία διαδρομή μεταξύ πολλών άλλων, η οποία έγινε παγκοσμίως επιδραστική μέσω της αυτοκρατορικής και της ακαδημαϊκής επέκτασης.
Ο συγγραφέας αφιερώνει πολλές σελίδες στις σύγχρονες ιστοριογραφικές εξελίξεις, και ιδιαίτερα στην επιστροφή της ιστορίας της μακράς διάρκειας, υπενθυμίζοντας τη σημασία ενός έργου που στην Ελλάδα πέρασε απαρατήρητο, το The History Manifesto της Jo Guldi και του David Armitage (Cambridge University Press, 2014). Για τον Woolf, ο 20ος αιώνας δεν αποτελεί μια άνευ προηγουμένου ρήξη με προηγούμενες ιστοριογραφικές παραδοχές και πρακτικές, αλλά μέρος μιας μακράς ακολουθίας μεθοδολογικών επανεφευρέσεων της ιστοριογραφίας και των θεωρητικών προϋποθέσεών της, τις οποίες τοποθετεί μέσα σε ένα κυκλικό μοτίβο επιστημολογικής αυτοκριτικής. Ένα παράδειγμα: Μιλώντας για τη δημόσια ιστορία, ο Woolf κάνει την ενδιαφέρουσα παρατήρηση ότι οι ακαδημαϊκοί ιστορικοί σε όλο τον κόσμο φαίνεται όλο και περισσότερο να αλληλοεπιδρούν με ακροατήρια εκτός πανεπιστημίου. Η τάση αυτή δηλώνει μια σταδιακή επιστροφή στο περιβάλλον του 19ου αιώνα, όταν οι ιστορικοί ήταν συχνά δημόσιοι διανοούμενοι που έβλεπαν ως πρωταρχικό ρόλο τους τη διαπαιδαγώγηση των πολιτών, και ως δεύτερο την παραγωγή ερευνητικού έργου.
Η αφήγηση του επιβεβαιώνει τη διορατική παρατήρηση του Βρετανού ιστορικού Edward Hallett Carr ότι η ιστοριογραφία αντανακλά τις ανησυχίες της εποχής της. Ο Woolf ιστορικοποιεί την ίδια την ιστοριογραφία, εντάσσοντας τις μεθοδολογικές και φιλοσοφικές διαμάχες σε μεταβαλλόμενα πολιτισμικά και θεσμικά συμφραζόμενα. Από τις αρχαίες χρονικογραφικές παραδόσεις έως τη μεταμοντέρνα κριτική, ο συγγραφέας δείχνει ότι η ιστορική γραφή συνδιαμορφώνεται από τη θρησκευτική κοσμολογία, την πολιτική εξουσία, την αυτοκρατορική φιλοδοξία και την τεχνολογική αλλαγή. Το τελευταίο είναι μια αναγκαία επισήμανση της σημασίας των υλικών συμφραζόμενων της ιστοριογραφίας. Η μετάβαση από το χειρόγραφο στην τυπογραφία, η ίδρυση και η επέκταση οργανωμένων αρχείων, και πρόσφατα η κυριαρχία των ψηφιακών μέσων μετασχηματίζουν την ιστοριογραφική πρακτική. Έτσι, η ιστοριογραφία αναδεικνύεται όχι μόνο ως ιστορία ιδεών αλλά και ως ιστορία θεσμών, τεχνολογιών και μέσων.
Η Συνοπτική Ιστορία της Ιστοριογραφίας είναι λιγότερο ένα θεωρητικό μανιφέστο και περισσότερο ένα έργο που παρακολουθεί την εξέλιξη μιας πανάρχαιας και οικουμενικής διανοητικής δραστηριότητας του ανθρώπου. Χαρτογραφεί, δηλαδή, το πεδίο της ιστορικής γραφής στον χρόνο και στον χώρο, επιβεβαιώνοντας την αξία της σύνθεσης σε μια εποχή κατά την οποία η ιστοριογραφία -όπως και η ιστορική έρευνα- είναι έντονα εξειδικευμένη αν όχι κατακερματισμένη. Μια πολύ σημαντική συμβολή του βιβλίου είναι η πρότασή του για την αντιμετώπιση των κινδύνων που ενέχουν τέτοιες ευρείες συνθέσεις – την υπερβολική συμπύκνωση, την άνιση κάλυψη και την επιβολή συνοχής σε ετερογενείς παραδόσεις. Ωστόσο, η εναλλακτική επιλογή -ο κατακερματισμός σε ασύνδετα μεταξύ τους υποπεδία- ενέχει ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους. Ο Woolf δείχνει ότι η ιστορία της ιστοριογραφίας απαιτεί εξίσου λεπτομερείς μελέτες και πανοραμικές επισκοπήσεις, υπενθυμίζοντας ότι χωρίς σύνθεση το πεδίο χάνει την αίσθηση της ίδιας του της εξέλιξης, αλλά και χωρίς εξειδίκευση η σύνθεση παραμένει επιφανειακή.
Υπό αυτή την έννοια, το έργο του αντανακλά ευρύτερα ρεύματα της σύγχρονης ιστοριογραφίας, ιδίως την «παγκόσμια στροφή». Όπως η παγκόσμια ιστορία επιδιώκει να υπερβεί τα εθνικά αφηγήματα, έτσι και η παγκόσμια ιστοριογραφία του Καναδού ιστορικού επιδιώκει να υπερβεί την πολιτισμική απομόνωση. Το επίτευγμά του Woolf έγκειται στην επανατοποθέτηση της ιστοριογραφίας μέσα σε μια κοινή, αν και άνιση, ανθρώπινη ενασχόληση με το παρελθόν. Παγκοσμιοποιώντας την ιστοριογραφία, ο συγγραφέας δεν εξαλείφει τη διαφορά· σκηνοθετεί έναν διαρκή και παγκόσμιο διάλογο για το νόημα του παρελθόντος – έναν διάλογο που είναι ταυτόχρονα αυτοαναστοχαστικός και συνθετικός, φιλοσοφικός και εμπειρικός, κριτικός και εποικοδομητικός.
*Θανάσης Δ. Σφήκας | Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ






















