Πέμπτη, 16 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΤΗΛΕΣ IN MEMORIAM “Το νου σου ρε μπούρδα Καραβάγκο…” (Σκέψεις και 6 λιγότερο γνωστές ταινίες...

“Το νου σου ρε μπούρδα Καραβάγκο…” (Σκέψεις και 6 λιγότερο γνωστές ταινίες της Μάρως Κοντού) ( της Έφης Κατσουρού)

0
17

 

της Έφης Κατσουρού

Ακόμη και αν χθες έπεσε η αυλαία κι ο Αντωνάκης αποχαιρέτησε, μαζί με όλους μας την «εθνική» μας Ελενίτσα, με όλες τις κτητικές αντωνυμίες να μαρτυρούν την οικειότητα (ίσως λίγο νωρίτερα από όσο περίμενε, πλήρη όμως ημερών, όπως είθισται να λέγεται, και πλήρη εμπειριών, όπως πολλάκις είχε δηλώσει η ίδια σε συνεντεύξεις της), από τα ερείπια της οικείας Κοκοβίκου θα αναδύονται πάντα αγκαλιασμένοι και ελεύθεροι, ορίζοντας το ήθος και το άχθος του έρωτα και υπενθυμίζοντας μέσα στην παιγνιώδη αφέλεια του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ‘60, τις μάχες που έδωσαν οι γυναίκες για να μην ποθούνε σήμερα να γίνουν κυρίες Κοκοβίκου.

Οι ήρωες των βιβλίων και των κινηματογραφικών ταινιών με έναν τρόπο, συχνά ανερμήνευτο, συνδέονται αμετάκλητα με τις λεπτότατες αποχρώσεις του βίου μας, με στιγμές και αισθήματα, με μνήμες και ανθρώπους. Η διαφορά, όμως, μεταξύ των πρώτων και των δεύτερων είναι ότι οι πρώτοι, άυλοι κι άτρωτοι κινούνται στη σφαίρα του φαντασιακού μας, σε αντίθεση με τους δεύτερους, οι οποίοι για να κατοικήσουν στο χώρο και το χρόνο της εικόνας, δανείζονται το σώμα και τη ψυχή των ηθοποιών που τους ενσαρκώνουν. Ίσως αυτός και να είναι ο λόγος, που η είδηση της απώλειας ενός αγαπημένου ηθοποιού προκαλεί στο συλλογικό ασυνείδητο, και στον καθένα μας ξεχωριστά, μια δυσανάλογη θλίψη, αν αναλογιστούμε ότι πρόκειται για ανθρώπους που, τις περισσότερες φορές, δεν έτυχε καν να συναντήσουμε στο δρόμο. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί και η Μάρω Κοντού, που όσο και αν θέλουμε να λέμε ότι μένει αθάνατη μέσα από τους ρόλους της -κάτι που αδιαμφισβήτητα ισχύει, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η «αθανασία» η δική της γεννά τη μερική θνητότητα των ηρωίδων της. Με άλλα λόγια, τουλάχιστον, όσοι την παρακολουθήσαμε να μεγαλώνει, να παίζει στο θέατρο και στην τηλεόραση, να δίνει συνεντεύξεις μέχρι τα 92 της χρόνια ακμαία, -ίσως για εκείνους που γεννιούνται τώρα να μην ισχύει, μαζί με την ίδια αποχαιρετούμε ένα κομμάτι έστω, μικρό μα όχι αμελητέο, της Ελενίτσας, της Λιλής από τη Σωφερίνα, της κυρίας Μαιρούλας από τον Στρίγκλο που έγινε αρνάκι, του «κατεψυγμένου» του Καπετάν Φάντη Μπαστούνη και τόσων και τόσων άλλων ρόλων που έχει ενσαρκώσει από το 1954, που ξεκίνησε την κινηματογραφικής της καριέρα.

            Παλαιότερα, η δημόσια αλλά και η ιδιωτική τηλεόραση, συνήθιζε ανάλογες ημέρες να διανθίζει, αν όχι να καταλύει κάθε προγραμματισμό και να επανασυστήνει στο ευρύ κοινό την εκλιπούσα ή τον εκλιπόντα ηθοποιό, με την περίπτωση βέβαια της Αλίκης Βουγιουκλάκη να κατέχει εξέχουσα θέση τον Ιούλιο του 1996. Τότε σε ηλικία έξι χρονών πρωτοείδα τις πιο «άσημες» ταινίες της «εθνικής» μας σταρ, όπως το Ταξίδι, το Κορίτσι με τα παραμύθια και τη Ζαβολιάρα, μιας Αλίκης, αλλιώτικης και κατά, γενική ομολογία, πολύ βαθύτερης από την Λίζα Παπασταύρου και τη Λίζα Λ. Πετροβασίλη, τις οποίες, εγώ προσωπικά, δεν υποτιμώ καθόλου. Ποια ήταν όμως η Μάρω Κοντού πριν καθιερωθεί, ως ιδανική παρτενέρ στο πλάι του Λάμπρου Κωνσταντάρα και του Αλέκου Αλεξανδράκη και μας χαρίσουν κάποιες από τις αγαπημένες ελληνικές κωμωδίες,  που ακόμη και για εκείνους που κάποτε μπορεί να τις χλεύασαν, πάντα θα αναδύουν τη ζεστασιά μιας οικογενειακής Κυριακής και το άρωμα από φρεσκοστυμμένο πορτοκάλι, ενώ οι ατάκες θα μπλέκονται με φωνές ανάμεικτες από γέλια και καβγάδες; Υπάρχουν ταινίες της, κατά κύριο λόγο δραματικές, που σπάνια έχουν παιχτεί από την ελληνική τηλεόραση (προγενέστερα πριν το κλείσιμο της ΕΡΤ το 2013 στο κανάλι της ΕΡΤ3 και τα τελευταία χρόνια ενίοτε από τα ERTFLIX και COSMOTE TV), και όμως αποτελούν δείγματα γραφής της κινηματογραφικής παραγωγής των δεκαετιών του ‘50 και του ‘60 καθόλου ανάξια λόγου, τα οποία δοκίμαζαν μια ελληνική εκδοχή του φιλμ νουάρ, που πολλές φορές θα μπορούσε να σταθεί επάξια απέναντι σε αντίστοιχες χολυγουντιανές παραγωγές.

The-Man-on-the-Train-19

Πρώτο σετ τέτοιων ταινιών αποτελεί το κεφάλαιο Γιάννης Μαρής, με τρεις ταινίες βασισμένες σε μυθιστορήματά του και για τις οποίες ο ίδιος έχει επιμεληθεί και το σενάριο. Στις δύο από αυτές πρωταγωνιστικό ρόλο κρατούσε η Ζωρζ Σαρρή.

Το 1958 γίνεται η εκκίνηση με την ταινία Ο άνθρωπος του τραίνου (σκην.: Ντίνος Δημόπουλος). Εδώ η Μάρω Κοντού δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Ανήκει όμως στην μικρή παρέα που ταξιδεύει μέχρι το Ναύπλιο, με την Άννα Συνοδινού και τον Γιώργο Παππά να αποτελούν το πρωταγωνιστικό ζευγάρι, τον Μιχάλη Νικολινάκο, τον άνθρωπο του τραίνου, τον μεγάλο χαμένο έρωτα της Συνοδινού από την Κατοχή, τον οποίο πέρναγε χρόνια για σκοτωμένο από τους Ναζί και όταν τον ξαναντικρύζει είναι έτοιμη να παρατήσει τα πάντα. Η Ζωρζ Σαρρή, ως επιστήθια φίλη, είναι εκείνη που ακούει την ιστορία που μας αφηγείται η Συνοδινού, και προσπαθεί να λύσει ή να περιπλέξει τα μυστήρια και τα συμπλέγματα που δημιουργούνται μεταξύ των ηρώων. Δύο χρόνια αργότερα, το 1960 κάνει την πρώτη κινηματογραφική του εμφάνιση ο αστυνόμος Μπέκας στις ταινίες Έγκλημα στο Κολωνάκι (σκην.: Τζανής Αλιφέρης) και Έγκλημα στα παρασκήνια (σκην.: Ντίνος Κατσουρίδης). Και στις δύο το σενάριο υπογράφει και πάλι ο ίδιος ο Γιάννης Μαρής, ενώ στη δεύτερη βλέπουμε ξανά τη Ζωρζ Σαρρή να συμπρωταγωνιστεί με τη Μάρω Κοντού. Στην πρώτη τον αστυνόμο Μπέκα ενσαρκώνει ο Γιάννης Μπέρτος, ενώ στη δεύτερη ο Τίτος Βανδής. Και οι δύο ταινίες, κατά την προσωπική μου τουλάχιστον εκτίμηση, δεν έχουν πολλά να ζηλέψουν από αντίστοιχα φιλμ νουάρ του εξωτερικού.

Το δεύτερο σετ ταινιών που, ίσως ακόμη σπανιότερα προβάλλεται, είναι αυτό που η Μάρω Κοντού, απόλυτη πρωταγωνίστρια πια, αποτελεί κινηματογραφικό ζευγάρι με τον Γιώργο Φούντα. Για κάποιους θα μπορούσε να θεωρηθεί μία πιο καλτ εκδοχή της ηθοποιού και γενικότερα του ελληνικού κινηματογράφου, με πλοκή πιο ακραία, ηρωΐδες και ήρωες με έντονες εξάρσεις και εξαρτήσεις και ερμηνείες, σαφώς πιο ακατέργαστες αλλά άμεσες, σε σχέση με το προηγούμενο σετ. Πρόκειται για τρεις ταινίες στις οποίες η Κοντού σπάει το καλούπι που είχε δειλά αρχίσει να δημιουργείται γύρω από το όνομά της, καθώς βρισκόμαστε πια στο 1963, και ήδη έχει πρωταγωνιστήσει στο Αλίμονο στους νέους με τον Δημήτρη Χορν. Και οι τρεις φλερτάρουν μεταξύ κοινωνικού δράματος και φιλμ νουάρ, με τις καλές στιγμές τους να τις κάνουν να κοιτούν λοξά προς αντίστοιχες περιπτώσεις του ιταλικού νεορεαλισμού.

Η πρώτη το 1963 έχει τον τίτλο Κάθαρμα ή Η Μαρκησία του λιμανιού (σενάριο.: Νίκος Φώσκολος, σκην.: Κώστας Ανδρίτσος) και η Κοντού υποδύεται μια γυναίκα της Τρούμπας η οποία δουλεύει σε ένα κακόφημο καμπαρέ. Όταν γνωρίζει τον ναυτικό Γιώργο Φούντα και ερωτεύονται πιστεύει ότι θα σωθεί. Ένα έγκλημα στο οποίο εμπλέκεται εκείνος και ένας προαγωγός που την διεκδικεί αλλάζουν τις ισορροπίες και τελικά αποκαλύπτονται πιο σκοτεινές πλευρές του αγαπημένου της. Το τέλος ακολουθεί το μοτίβο της κάθαρσης με την πρωταγωνίστρια να ελευθερώνει μόνη τον εαυτό της από τους δαίμονες που την περιβάλλουν. Το έργο είχε χαρακτηρισθεί «αυστηρώς ακατάλληλον» για τις τολμηρές σκηνές που περιείχε. Ένα χρόνο αργότερα το 1964 έρχεται Ο Κράχτης με τους ίδιους συντελεστές σε σενάριο και σκηνοθεσία και ένα δυνατό καστ ηθοποιών (Γιάννης Βόγλης, Νίκη Τριανταφυλλίδη, Ελένη Ανουσάκη κ.α.). Η Κοντού εδώ σε ρόλο μεγαλοαστής, ιδιοκτήτριας χαλυβουργίας και όπως αποδεικνύεται στη συνέχεια τοξικομανούς, ρίχνεται στον Γιώργο Φούντα, έναν φτωχό πλην τίμιο εκπρόσωπο των εργατών, του οποίου και καταστρέφει μέσα από τη συναισθηματική της ανέχεια ολοκληρωτικά τη ζωή. Το ήθος των χαμηλότερων τάξεων έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τον πλούτο και την κενότητα της υψηλής κοινωνίας παραδίδοντας κάποιες πολύ επιτυχημένες ψυχογραφικά και χωρικά αποτυπώσεις της κοινωνικής οργάνωσης εκείνων των δεκαετιών.

Τέλος, δύο χρόνια αργότερα 1966 έρχονται Οι στιγματισμένοι, με το Γιάννη Μαρή να επιστρέφει σεναριακά και τον Κώστα Ανδρίτσο να υπογράφει και πάλι τη σκηνοθεσία. Η Κοντού, ως πόρνη πολυτελείας, συνθηκολογεί με τον γείτονά της, Γιώργο Φούντα, που αυτή τη φορά υποδύεται ένα τζογαδάρο, δίνοντας του τα χρήματα που χρωστάει ώστε να παραστήσει τον τίμιο σύζυγό της για τις ημέρες που θα την επισκεφθεί ο πατέρας της, ο οποίος δεν γνωρίζει τίποτα για τη ζωή που η ίδια κάνει στην Αθήνα. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν το διάστημα επιμηκύνεται και τελικά οι δυο τους ερωτεύονται. Τον ρόλο του πατέρα της Μάρως Κοντού ενσαρκώνει ο Παντελής Ζερβός.

Δεν ξέρω αν θα παιχτούν ή όχι αφιερώματα στην τηλεόραση, καθώς βρισκόμαστε σε ώρες Μουντιάλ, άλλωστε και ανεξαρτήτως αυτού η συνήθεια διαρκώς ολισθαίνει. Πρόσφατα, πολύ πρόσφατα έφυγαν από τη ζωή, δύο μεγάλοι άντρες τόσο του θεάτρου, όσο κα του σινεμά, ο Στέφανος Ληναίος και ο Άγγελος Αντωνόπουλος κι ούτε ένα νεύμα δεν υψώθηκε από τα κανάλια, μια ταινία δεν ρίχτηκε ούτε στις μικρές τους ώρες για μνημοσύνη (κι αν κάτι μου διέφυγε ας με συγχωρούν- θα ήταν κάτι μεμονωμένο που δεν υπέπεσε στην αντίληψή μου). Με όποια ταινία κι αν επιλέξει ο καθένας, αθέατη ή χιλιοειδωμένη, από πλατφόρμα θέασης ή ξεχασμένο βιντεοκλάμπ, ας πάψουμε λίγο από τα γκολ (έχουμε άλλωστε μέχρι το Σάββατο για τον μικρό τελικό) και ας στείλουμε έναν χαιρετισμό στη Μάρω Κοντού και τους ρόλους της, στη Μάρω Κοντού και τους συμπρωταγωνιστές που πάει να συναντήσει. Τόση συντροφιά έκανε εκείνη (έκαναν όλοι τους-ήταν μια ευτυχής συγκυρία πρέπει να το παραδεχτούμε) στις ώρες της ανίας μας, στα ιδρωμένα παιδικά μεσημέρια που δεν θέλαμε να κοιμηθούμε και ψάχναμε αφορμή.. Και ένα νεύμα σε όσους μένουν και κρατάνε Θερμοπύλες από εκείνη τη γενιά να μείνουν λίγο ακόμη γιατί κάθε φορά που κάποιος του αναχωρεί χαιρετάμε όλοι μαζί ένα κομμάτι από την αθωότητά μας.

 

Προηγούμενο άρθροΠαράδεισος είναι πάντα ο χαμένος Παράδεισος  (της Βαρβάρας Ρούσσου)
Επόμενο άρθροΗ Εξέλιξη στην πιο συναρπαστική και ξεκαρδιστική εκδοχή της (της Ελένης Σβορώνου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ