Η υπέρβαση του έρωτα, η καταδίκη της Ιστορίας

0
217

Σωτηρία Καλασαρίδου.

Ποια είναι τα όρια που χωρίζουν το φυλετικό μίσος από την αγάπη; Πόσο μαγική μπορεί να γίνει η επίδραση του έρωτα απέναντι στη δίνη της αποτρόπαιης πλευράς της Ιστορίας; Ο Γάλλος συγγραφέας Ρομαίν Σλοκόμπ φωτίζει πλευρές των παραπάνω ερωτημάτων μέσα από το μυθιστόρημά του που τιτλοφορείται Κύριε Διοικητά και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις (Μάιος 2014) σε μετάφραση της Έφης Κορομηλά.

Ο έρωτας του αντισημίτη, Γάλλου συγγραφέα Πωλ – Ζαν Υσσόν για την Ίλσε Βόλφφσον ήταν από κάθε άποψη απαγορευμένος: η Ίλσε κάπου τριάντα επτά χρόνια νεότερή του, γυναίκα του γιου του και μητέρα των εγγονών του, Εβραία στην καταγωγή, συγκέντρωνε για εκείνον όλα τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν έναν αδιέξοδο έρωτα και ταυτόχρονα υποδαυλίζουν το πάθος. Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου αφηγείται σε μια μακροσκελή επιστολή, με ημερομηνία αποστολής την 14η  Σεπτεμβρίου του 1942 και με παραλήπτη τον Ναζί Διοικητή της Υπονομαρχίας του Αντινύ, τη γνωριμία του με την Ίλσε Βόλφφσον, την ένταξή της στην οικογένειά του, όλα τα στάδια του πλατωνικού και εν συνεχεία σωματικού έρωτά του για την Εβραία νύφη του, με ιστορικό φόντο το μεσοπολεμικό Παρίσι και κυρίως τη γαλλική Κατοχή.

Ο Σλοκόμπ εξυφαίνει το μυθιστόρημά του γύρω τον γαλλικό δοσιλογισμό κατά την περίοδο της Κατοχής, τη φιλοναζιστική κυβέρνηση του Φιλίπ Πεταίν και την αντισημιτική πολιτική που υιοθέτησε, ανασύροντας πάλι στην επιφάνεια θλιβερές πτυχές του «συλλογικού τραύματος» της κατοχικής Γαλλίας. Όπως είναι ίσως γνωστό, οι προαναφερθείσες πτυχές αναδείχθηκαν για πρώτη φορά κατά την δεκαετία του 1970, πολύ έντονα, μέσα από τη γαλλική κινηματογραφική παραγωγή, με στόχο την κάθαρση της γαλλικής Ιστορίας από τον εθνοκεντρικό μύθο που υπογράμμιζε με έμφαση την αδιάρρηκτη γαλλική Αντίσταση και στοίχειωσε την κοινωνική και πολιτιστική ζωή της εν λόγω χώρας για τρεις δεκαετίες. Και αν το ντοκιμαντέρ του Marcel Ophüls Ο οίκτος και η θλίψη (Le chagrin et la pitié) που προβλήθηκε στη Γαλλία το 1971 και το βιβλίο του Αμερικανού ιστορικού Robert Paxton  Η Γαλλία του Βισύ: Παλιά Φρουρά και Νέα Τάξη, 1940-1944 (Vichy France:Old Guard and New Order,1940-1944) που εκδόθηκε το 1972 οριοθέτησαν το ιδεολογικό πλαίσιο επαναπροσδιορισμού της εθνικής γαλλικής παράδοσης, το φιλμ του Louis Malle Lacombe Lucien (1974) αποδόμησε σχεδόν με σφοδρό τρόπο αλλά και εξίσου εύστοχα τον μύθο περί εθνικής ομοψυχίας και συλλογικής αντίδρασης των Γάλλων εναντίον των Ναζί, ξηλώνοντας μαζί και όλο το πλέγμα των στερεοτυπικών προκαταλήψεων μιας πλειοδοτημένης εθνικής κουλτούρας. Μένει λοιπόν προς στιγμή μετέωρο το ερώτημα με ποιον τρόπο ο Σλοκόμπ επαναδιαπραγματεύεται και εντάσσει το εν λόγω ζήτημα στο παρόν πολιτισμικό μας σύστημα και κυρίως σε ποιον βαθμό διευρύνονται τα όρια της συνάντησης των ιδεών που βάζει στο τραπέζι της συζήτησης με το αναγνωστικό κοινό του.

Η ανάπτυξη του βιβλίου του Σλοκόμπ επαφίεται στη βάση του μανιχαϊστικού ζεύγους «το καλό εναντίον του κακού» και ο χαρακτήρας του κεντρικού του αντι-ήρωα δομείται με κύριο μέσο την αμφισημία. Μπορεί δηλαδή ο συγγραφέας να επιστρατεύει για την αναπαράσταση του εν λόγω αντιθετικού δίπολου το γνωστό μοτίβο της σκιαγράφησης του Εβραίου ως θύματος θηλυκού γένους, ευάλωτου και αδύναμου που κάποιος χριστιανός άνδρας αναλαμβάνει να σώσει, ωστόσο ο πρωταγωνιστής που δημιούργησε ο Σλοκόμπ συγκεντρώνει χαρακτηριστικά που επιτείνουν στο έπακρο την ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα της πλοκής και ταυτόχρονα διεγείρουν την ειρωνεία και τα αμφιθυμικά συναισθήματα του αναγνώστη. Γιατί ο Υσσόν διαφέρει πολύ από τους αντι-ήρωες άλλων αξιόλογων κινηματογραφικών ή λογοτεχνικών έργων με θέμα τον γαλλικό δοσιλογισμό: είναι ηλικιωμένος και όχι έφηβος ή νεαρός, είναι ήρωας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ανήκει στη μεγαλοαστική γαλλική τάξη και το κυριότερο είναι ενταγμένος στην αφρόκρεμα της γαλλικής διανόησης. Ο δοσιλογισμός του πρωταγωνιστή δεν συνδέεται από τον συγγραφέα αιτιακά με την ύλη, αλλά παρουσιάζεται να είναι δεμένος στο άρμα της ιδεολογίας. Όλα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά δεν μπορούν παρά να πυροδοτούν μια σειρά ερωτημάτων και υποθέσεων από πλευράς αναγνώστη στον βαθμό που συνηγορούν υπέρ της ανασυγκρότησης του ορίζοντα των προσδοκιών του. Τι είναι ωστόσο αυτό που δεν μας αφήνει να μισήσουμε ολότελα τον Υσσόν, αφού και ο δημιουργός του, σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης τουλάχιστον, δεν του παρέχει κανένα άλλοθι για τον αντισημιτισμό του; Ο Σλοκόμπ από αυτό το σημείο και μετά διαχειρίζεται την πλοκή του έργου του, επιστρατεύοντας την persona της νεαρής, όμορφης Εβραίας για να μορφοποιήσει την αναπαράσταση του πορτραίτου του αντισημίτη πρωταγωνιστή στη βάση ενός εξαρτημένου, ακραίου ερωτικού συναισθήματος, δημιουργώντας ταυτόχρονα γύρω από μία μόνιμη επανάληψη αντιφάσεων έναν πολυσημικό αντι-ήρωα με άξονα την προσπάθεια ερμηνείας της συμπεριφοράς του.

Ο Σλοκόμπ βέβαια καταθέτει ένα μυθιστόρημα μινιμαλιστικού στιλ και αξιοποιώντας τη γαλλική παράδοση στο επιστολικό μυθιστόρημα καινοτομεί στη μορφή. Έτσι, το παρόν μυθιστόρημα αποτελείται από μία και μοναδική, μακροσκελή επιστολή σε έναν παραλήπτη από έναν αποστολέα που δεν περιμένει απάντηση. Ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί τον Ενεστώτα, αλλά κατά κύριο λόγο τον Αόριστο και τον Παρατατικό, δίνοντας φωνή στη μνήμη και συνδέοντας τη δράση του παρελθόντος με την αφήγηση του παρόντος. Η κατά βάση μονοφωνία σε πρώτο πρόσωπο του κύριου μέρους του βιβλίου, της επιστολής δηλαδή, δεν δρα ανασταλτικά στην αφήγηση, αλλά της προσδίδει αμεσότητα και νευρώδη ρυθμό. Η μορφή που επιλέγει για το μυθιστόρημά του ο Σλοκόμπ προικοδοτεί το κείμενο με μια λεπτή ειρωνεία στα όρια του τραγικού, η οποία το διατρέχει συνεκτικά, κρατώντας ταυτόχρονα αποστάσεις από τον μελοδραματισμό. Η εν λόγω τραγικότητα επιτείνεται με τα πλασματικά στοιχεία που παρουσιάζονται εν είδει ντοκουμέντου και τοποθετούνται στην αρχή και το τέλος του βιβλίου. Στο έργο του Σλοκόμπ το παιχνίδι μοιάζει να είναι απλά στημένο. Ο τρόπος ωστόσο που μοιράζει και ανακατεύει τα χαρτιά του, ο τρόπος που θέτει τους κανόνες αυτής της παρτίδας είναι το κλειδί που τον βοηθά να συμβιβάσει τα διεστώτα και να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην εποχή για την οποία μας αφηγείται με το πολιτισμικό σήμερα. Και η υπεροχή του έργου του εντοπίζεται αφενός στην κειμενική οικονομία και αφετέρου στην εννοιολογική ανασημασιοδότηση του τριπτύχου ιδεολογία ― προδοσία ― έρωτας. Εκεί ο συγγραφέας καταφέρνει περίτεχνα να θολώσει τα όρια και να καταργήσει τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις έννοιες, ξαφνιάζοντάς μας μέχρι και την τελευταία στιγμή αυτού του «παιχνιδιού» που είχε στην πραγματικότητα μονάχα ηττημένους.

 

Προηγούμενο άρθροΈρωτας, ο μεσαιωνικός
Επόμενο άρθροΣτα σκοτεινά νερά της Διέππης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here