της Βαρβάρας Ρούσσου
Έχοντας παρακολουθήσει την πορεία του Δημήτρη Πέτρου νομίζω ότι, στη δική μου ανάγνωση, οι τίτλοι των συλλογών του Α΄ Παθολογική (2013), Χωματουργικά (2016), Μόρα (2018) και Εικοστός κόσμος (2022) μέχρι το φετινό Μιλάνε σιγανά υποδεικνύουν μια μετατόπιση ως προς τις συνδηλώσεις τους και αναρωτιέμαι εάν αυτό όντως ισχύει για τα ίδια τα ποιήματα.
Ο τόπος και οι οικείοι, ζωντανοί αλλά κυρίως νεκροί, βασικά στοιχεία των δυο πρώτων συλλογών υποχωρούν στην τέταρτη όπου ο κόσμος (Ευρώπη, πλανήτης) αποτελεί πλέον το επίκεντρο. Στο Εικοστός κόσμος δηλαδή ο Πέτρου μετακινείται ριζικά προς μια επική σύνθεση, αλλά καθόλου με επική στόχευση αφού ακυρώνει το ηρωικό στοιχείο και προβληματοποιεί την ιστορική αφήγηση για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κάθε ηθική διάσταση που του αποδόθηκε (αντιφασιστικός). Αλλά και μορφολογικά ο Πέτρου μετακινείται διακριτά ήδη από τη σύνθεση Μόρα, την προσωπική αυτή τριλογία που συνομιλεί ρητά με ποιητές του παρελθόντος, με νεκρούς, με τον εαυτό αναδεικνύοντας το στοιχείο του ατομικού χωρίς να αποκόπτει το εγώ από το κοινωνικό του πλαίσιο. Εκεί, τα σύντομα ποιήματα πληθαίνουν, ο τόπος δεν είναι ο ασφυκτικός επαρχιακός μικρόκοσμος αλλά εμφανίζεται επίσης ένα οικείο φυσικό τοπίο που εντός του λαϊκοί θρύλοι ενώνουν ζώντες και νεκρούς και παράλληλα ένα αίσθημα απώλειας διατρέχει τα ποιήματα. Ακριβώς αυτά τα σημεία συνδέουν το Μιλάνε σιγανά με τη Μόρα σχεδόν αφήνοντας σε άλλο χώρο πειραματισμών τον Εικοστό κόσμο. Από το «Ένα κεράσι πέφτει από το δέντρο./Τα παιδιά μαλώνουν ποιο θα το πρωτοπάρει./Μαλώνουν τόσο, που ξεχνάνε το κεράσι./Το τρώει το χώμα./» και «Μικρή φωνή/κι από πάνω δέντρα και πουλιά/να με κοιτάζουν ήσυχα.»
Στο Μιλάνε σιγανά το παραπάνω βήμα συνεχίζεται. Ήδη τίτλος και αρχικό ποίημα υποβάλλουν: «Όχθες και το δέλτα των νερών/Παφλασμός με την ελάχιστη ανάσα/πρωινά με τον ήλιο του χειμώνα συντροφιά/ τι ήσυχα που ΄ναι μες στο σπίτι.». Η τοπική αντίθεση έξω/μέσα, φύση/σπίτι στην πορεία θα γίνει και χρονική υποβάλλοντας την απόσταση τότε/τώρα, παιδί/ενήλικος. Ρυθμοί, έκταση στίχων, λεξιλογικές επιλογές επιδιώκουν να μειώσουν κάθε ένταση και να καταλήξουν σε ό,τι το αρχικό ποίημα προοικονομεί.
Η συλλογή συγκροτεί σχεδόν μια δήλωση ποιητικής. Το κύριο υφολογικό στοιχείο είναι η οικονομία μέσων, η λιτότητα και η συντομία των στίχων, συζεύξεις που παραπέμπουν σε μια τύπου χαϊκού ποιητική καθώς μάλιστα τα παραπάνω ενισχύονται από την παρουσία εποχών και φυσικών στοιχείων. Τα ποιήματα δεν θέλουν να αναπτύξουν ή να εξηγήσουν, όμοια όπως στο παράδειγμα από τη Μόρα, και ιδίως, όπως ο τρόπος των χαικού. Αντίθετα, περιορίζονται σε λίγες, καίριες, λέξεις, μικρές εικόνες, διακοπές, επαναλήψεις λεκτικές και εικονιστικές όπου μάλιστα οι προσθήκες λέξεων μεταφέρουν στο χρόνο ή ακινητοποιούν την εικόνα («Πηγαίνει το παιδί/ώς την άκρη της πόλης/κάτω από τα δέντρα// κάτω από πυκνά δέντρα/πηγαίνει τώρα το παιδί/») λευκό χώρο σε μεσοδιαστήματα υποβάλλοντας τη σιωπή. Η αστιξία αφήνει ανοιχτό τον ποιητικό χώρο και το σημαντικό δε δηλώνεται αλλά εξάγεται και βρίσκεται συχνά ανάμεσα στους στίχους. Η σιωπή δεν είναι απουσία λόγου αλλά ένας άλλος τόπος μέσα στον οποίο το λιγοστό μπορεί να ακουστεί ως ψίθυρος των δέντρων, του ποταμού και ως «ανάκουστος κελαηδισμός και λιποθυμισμένος». Με αυτή την έννοια, «σιγανά» σημαίνει χωρίς ρητορική ένταση, υποβλητικά, χωρίς καταδήλωση. Δε σημαίνει όμως χαμηλή συναισθηματική ένταση αλλά πίστη στη μικρή εικόνα: λίγα δέντρα, ένα πουλί, μια βροχή, ένας άνεμος αρκούν για να σηκώσουν μεγάλη σημασιολογική φόρτιση. Υπάρχει ήδη μέσα στη συλλογή και η υπόμνηση «πρόσεχε ξένε λέει σιγανά», ώστε ο τίτλος προκύπτει οργανικά από τον ίδιο τον ποιητικό κόσμο.
Ο ασαφής πληθυντικός του ρήματος «Μιλάνε» θέτει το ερώτημα για το υποκείμενό του. Ποιοι μιλούν; Όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά, με το δικό τους τρόπο τα δέντρα, τα πουλιά, τα νερά, ο άνεμος, το φεγγάρι, το χιόνι, ο τόπος και οι νεκροί. Η συλλογή αποδίδει μια χαμηλόφωνη δράση του φυσικού κόσμου. Το κοτσύφι «ξέρει» («Κοτσύφι/έξω απ’ το παράθυρό μου//τι θυμάσαι//τι ξέρεις για μένα», ο άνεμος φέρνει κάτι από μακριά, «όταν θροΐζουν οι οξιές/κι ακούει ο ποταμός», το τοπίο διατηρεί ίχνη. Δεν πρόκειται για την κλασική μορφή της προσωποποίησης αλλά για μια συνύπαρξη με τον φυσικό κόσμο εντός του οποίου το άτομο-ποιητική φωνή αναγνωρίζει τον παιδικό αλλά και τον ενήλικο εαυτό και συνενώνει ζώντες και νεκρούς. Ο τόπος μένει ασαφής αφού δεν προσδιορίζεται γεωγραφικά, αν και συχνά προσλαμβάνεται ως εκείνα τα μέρη που η παιδική φαντασία έβλεπε εδεμικά και η ενήλικη ματιά επιστρέφοντας διαπιστώνει τις αλλαγές: «Μήνυμα/ από τα περασμένα//σαν αλητάκι/που ξαπλώνει στα κλαδιά/ανθισμένης μηλιάς//ο κόσμος που έβλεπα μικρός/μέσα από ραδιοκύματα/κι αναλαμπές//επιστρέφει/λιγάκι αλλαγμένος» και: «τώρα είναι άλλη εποχή». Αναρωτιούνται ταυτόχρονα το παιδί («κάποτε θα γνωρίσω/τον κόσμο κι εγώ») κι ο ενήλικος («να βρω μια λέξη») αλλά τα ερωτήματά τους έχουν μετακινηθεί όπως έχει αλλάξει και το βλέμμα. «Το παιδί έτρεξε» το διάστημα ανάμεσα στην παιδικότητα και την ωριμότητα, την ανάμνηση και το παρόν βίωμα επιχειρεί να το γεφυρώσει το βιβλίο με τρόπο που παραπέμπει σε μια διαφορετική οπτική που διαφεύγει τόσο από μια συναισθηματική διατύπωση όσο και από μια ποιητική βασισμένη στη δυτική σκέψη προς μια ποιητική ανατολικής φιλοσοφικής βάσης.
Το εξώφυλλο λοιπόν του βιβλίου συνδέεται στενά με τα ίδια τα ποιήματα. Ο Hasegawa Tōhaku (1539–1610), σημαντικός ζωγράφος της εποχής του, είχε δημιουργήσει το έργο του «Πεύκα», περίφημο έως και σήμερα. Τα δέντρα δεν απεικονίζονται καθαρά αλλά σε ένα ασαφές, ομιχλώδες πλαίσιο με αχνό φως και το τοπίο, που πιθανόν να σχετίζεται με την ιδιαίτερη πατρίδα του καλλιτέχνη, υποδηλώνεται μάλλον παρά φαίνεται. Η αναλογία είναι σαφής: έργο-εξώφυλλο και ποιήματα δεν αναπαριστούν, δεν ονομάζουν τον καταγωγικό τόπο αλλά μένουν στο φυσικό χώρο και τον μεταβάλλουν σε μνημονικό εσωτερικό τοπίο και σε όχημα που πηγαινοέρχεται από το παιδικό παρελθόν στο ενήλικο παρόν.
Η αντίθεση έξω-μέσα και τότε-τώρα συντίθεται τελικά σε ένα τώρα. Αυτό το ήρεμο παρελθόν συγκλίνει με ένα οικείο εσωτερικό χώρο, ένα σπίτι («το δωμάτιο») και κυρίως ένα πρόσωπο: «Δεν σου είπα τίποτα/περιμένω να περάσει ο χειμώνας/ύστερα θα σου πω για το νεκρό τραγουδιστή/…». Παράλληλα, μια άλλη αντίθεση προβάλλει: απώλεια/θάνατος και έρωτας ή μάλλον εκείνη η σχέση που μέσω απεύθυνσης σε ένα εσύ και όχι στον εαυτό, φαίνεται να επιφέρει την εξισορρόπηση. Απ’ τη μια η απουσία και η απώλεια: «Ο πατέρας/έφυγε νωρίς/μια τέτοια μέρα/πριν από χρόνια […] Δες τον τώρα//ψηλά χορεύει/πάνω απ’ τις μητροπόλεις» και «Θα ‘σαι κάπου εκεί/έρχεται αεράκι που σου μοιάζει/ήχος βαθύς βραχνός φωνή αλλοιωμένη/[…]». Ακόμη ο φόβος του θανάτου ρητά ορισμένος: «Τρέμω στην ιδέα/του θανάτου//μήπως όμως/κι ο θάνατος/τρέμει/» και «πόσο λίγος καιρός απομένει/για την περίφημη χαρά». Απ’ την άλλη: «έλα κοντά/και άκου». Το άλλο πρόσωπο μπαίνει σε αυτό το τοπίο: «Ένα τοπίο/ ν’ αλλάζει συνεχώς/χρώμα//και να με λες/καρδιά μου».
Και εδώ πράγματι η ανθρώπινη αυτή σχέση αποκτά πολύ ενδιαφέρουσα λειτουργία. Δεν αναιρεί την απώλεια, αλλά δημιουργεί ξανά δυνατότητα, προσμονή, κίνηση προς έναν άλλον, συνδέοντας το παρόν με την παιδική ανοιχτότητα.
Η νοσταλγική διάθεση με την οποία συχνά επιτελείται ποιητικά η επιστροφή στην παιδική ηλικία έχει περιοριστεί δραστικά και δεν αντιμετωπίζεται ουτοπικά αλλά στοχαστικά με πλήρη συνείδηση της αλλαγής του ατόμου απέναντι στη ροή (νερά και ποταμός επανέρχονται με μια ηρακλείτεια υπενθύμιση) του χρόνου. Επιπλέον, η κατασκευή της παιδικότητας ως εποχή απόλυτης και προπτωτικής αθωότητας δεν προβάλλεται με τον συνήθη τρόπο αλλά κυρίως ως σύνδεση με τη φύση που παραμένει εντέλει τόπος σχεδόν σύμφυτος με τον άνθρωπο. Ούτε όμως η συλλογή επιδιώκει να μιλήσει για τη φύση. Νομίζω ότι η φθορά, η ενηλικίωση και οι μετατοπίσεις του ατόμου που ξέρει, αντίθετα με τη φύση, ότι ο θάνατος υπάρχει, είναι το υπόβαθρο του βιβλίου. Αντί για τη θρηνολογία ή τη μιζέρια απέναντι σε μια τέτοια συνειδητοποίηση ο Πέτρου επιλέγει την ήρεμη ενατένιση της ανατολικής ποιητικής, αντί των αναλύσεων τον υπαινιγμό, αντί να δείξει τη φθορά δείχνει και το αντίθετό της. Και εντέλει στην επιστροφή στον συν-οδοιπόρο υπάρχει η παραμυθία, ίσως και στους πολλούς ποιητικούς τρόπους να μιλήσει το άτομο, εκεί κάπου στο μέσο ενός δρόμου. Η επιστροφή αυτή στον εαυτό, αφήνει εκτός ορισμένους άξονες που τροφοδότησαν προηγούμενες συλλογές του Πέτρου. Ανατρέχοντας σε προηγούμενες συλλογές, όπως ειπώθηκε παραπάνω, στο Μιλάνε σιγανά παρατηρείται μια υποχώρηση του κοινωνικού περισσότερο απ’ ό,τι στη Μόρα με την οποία βρίσκω μεγαλύτερη σύνδεση με την νέα συλλογή. Η τοπολογία του Πέτρου διαφοροποιείται αισθητά. Έχοντας ήδη απομακρυνθεί από την «παράδοση» ποιητών του τόπου και ιδίως του μη μητροπολιτικού χώρου (π.χ. Μπράβος, Γκανάς και νεότεροι) τώρα μετακινεί την οπτική του με τρόπο ιδιαίτερα προσωπικό, με στροφή προς μια, όπως είπα ήδη, άλλη ποιητική. Ο τόπος εσωτερικεύεται και το ποιητικό υποκείμενο στρέφεται στη μνήμη, στη φθορά, στον θάνατο και στο έρωτα σε μια αποκοινωνικοποίηση του εγώ ως ποιητική μετατόπιση που μοιάζει κρίσιμη και απαραίτητη σαν αναστοχαστική επανεκκίνηση σε προσωπικό και σε ποιητικό (αν σκεφτούμε την ποιητική της συλλογής) επίπεδο.
Δημήτρης Πέτρου, Μιλάνε σιγανά, Πόλις 2026
![]()






















