Πέμπτη, 30 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 3 Από την αφήγηση ιστοριών στον λογοτεχνικό κανόνα (της Martina Horáková)

Από την αφήγηση ιστοριών στον λογοτεχνικό κανόνα (της Martina Horáková)

0
13
η Kath Walker (1920–1993) που είναι πλέον περισσότερο γνωστή με το ιθαγενές της όνομα Oodgeroo Noonuccal

 

της Martina Horáková

Όταν στα 2008  εκδόθηκε η πρώτη μεγάλη ανθολογία της λογοτεχνίας Αβορίγινων στα αγγλικά-με έργα από το τέλος του 18ου αιώνα ως τις αρχές του 21ου -οι εκδότες Peter Minter και Anita Heiss, δύο διάσημοι Αβορίγινες συγγραφείς και κριτικοί έγραψαν στην εισαγωγή ότι επρόκειτο για μία συλλογή κειμένων που αποτύπωνε την ιστορία της σταδιακής αλλαγής της κατάστασης ολόκληρου του πληθυσμού των Αβορίγινων όπως καταγράφεται γραπτά: από τη δημοσιογραφία της πρώιμης περιόδου, τις εκκλήσεις, τα πολιτικά γράμματα του 19αι και των αρχών του 20αι μέχρι τη σύγχρονη ποίηση και πεζογραφία που κερδίζουν ολοένα και μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα σε παγκόσμιο επίπεδο. [1] Όπως ισχύει για άλλες λογοτεχνίες ιθαγενών από πρώην αγγλόφωνες αποικίες, η λογοτεχνία των Αυστραλών Αβορίγινων αποτελεί οξύμωρο: προέρχεται από μία προφορική κουλτούρα που βασίζεται στη μετάδοση ιστοριών και ιστορίας, ενώ η γραπτή λογοτεχνία- όπως τη γνωρίζουμε στη δυτική πολιτισμική σφαίρα-παρέμεινε ξένη σε αυτό για πολύ καιρό, ιδιαιτέρως αφού οι πρώτοι Άγγλοι έποικοι (και κατάδικοι) έφτασαν στην Αυστραλία μόλις στα 1788. Η άφιξή τους ήταν καταλυτικής σημασίας για την αρχή της λογοτεχνίας των Αβορίγινων αφού μέχρι τότε υπήρχαν αρκετές εκατοντάδες οργανωμένες φυλές και κουλτούρες Αβορίγινων στον χώρο που αποτελεί την σημερινή Αυστραλία, η καθεμιά με τη δικής της γλώσσα καθώς και με ξεχωριστές πολιτισμικές πρακτικές και μορφές λεκτικής και μη λεκτικής επικοινωνίας.

Όπως είναι γενικά γνωστό, η αποικιοκρατία και η επακόλουθη εγκατάσταση των Ευρωπαίων είχε ολέθριο αντίκτυπο στους πληθυσμούς των Αβορίγινων κατά της διάρκεια του 19αι.  Από την εκλεπτυσμένη κουλτούρας που είχε επιβιώσει στην αφιλόξενη ήπειρο για δεκάδες χιλιάδες χρόνια μόνο θραύσματα κατάφεραν να διατηρηθούν. Οι λευκοί έποικοι με την υποστήριξη της ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας και ενός συνόλου αποικιοκρατικών πολιτικών, εφάρμοσαν διάφορες διαβόητες αφομοιωτικές πρακτικές απέναντι στους Αβορίγινες: άρπαζαν τη γη τους, απομάκρυναν με τη βία τα παιδιά των μικτών οικογενειών (συνήθως παιδιά λευκών πατεράδων και Αβορίγινων μητέρων) και τα τοποθετούσαν σε ιδρύματα ή καταυλισμούς, όπου ζούσαν κάτω από φρικτές συνθήκες και υφίσταντο υποχρεωτική επανεκπαίδευση. Εκτός του ότι τους απαγόρευαν να μιλούν τις γλώσσες τους ή να διατηρούν επαφή με τις οικογένειές τους τα παιδιά τα κακοποιούσαν και τα εκμεταλλεύονταν. Αυτή η πολιτική που είναι γνωστή ως Κλεμμένες Γενιές (Stolen Generations) παραμένει-με τις υπόλοιπες ρατσιστικές και μεροληπτικές πρακτικές – οδυνηρή υπενθύμιση για τις σχέσεις της λευκής Αγγλό-Αυστραλιανής πλειοψηφίας και της μειονότητας των Αβορίγινων.

Είναι σημαντική αυτή η σύντομη ιστορική αναδρομή γιατί παρουσιάζει επίσης συνοπτικά τις απαρχές της γραφής των Αβορίγινων στα αγγλικά. Αν και το πρώτο γραπτό έγγραφο από Αβορίγινα συγγραφέα θεωρείται το γράμμα που υπαγόρευσε ο Bennelong[2] μόλις στα 1796-με το οποίο ζητά μάλλον συγκεκριμένα από τον πάτρωνά του Lord Sydney για νέα παπούτσια και ρούχα-αμιγώς λογοτεχνικά κείμενα δεν εμφανίστηκαν παρά στις αρχές του εικοστού αιώνα. Κατά τη διάρκεια του 19αι ωστόσο, οι Αβορίγινες χρησιμοποιούσαν συχνά είδη κειμένων που διευκόλυναν τον πολιτικό λόγο: εκκλήσεις, χρονικά, και ανοιχτά γράμματα που απευθύνονταν στις αρχές και σε εφημερίδες καταδεικνύουν πώς οι Ιθαγενείς συγγραφείς ήδη δοκίμαζαν τη γραπτή έκφραση στη γλώσσα των νεοφερμένων ως εργαλείο για τις διαπραγματεύσεις τους με τις βρετανικές αρχές. Αυτή η πρώιμη ιστορία της γραφής των Αβορίγινων που έχει χαρτογραφηθεί σχετικά πρόσφατα. [3] Δείχνει επίσης πόσο συχνά συνδέεται η μετέπειτα λογοτεχνία με τον ιστορικό και πολιτικό λόγο μέσα από τον οποίο δημιουργήθηκαν σχέσεις ανάμεσα στην αυξανόμενη λευκή μειοψηφία και την μειοψηφία των Αβορίγινων.

David Unaipon

Η ιστορία της λογοτεχνίας των Αβορίγινων στον εικοστό αιώνα είναι σε ένα μεγάλο βαθμό η ιστορία αξιοσημείωτων  ατόμων που εξέδωσαν τα έργα τους παρόλες τις αντίξοες συνθήκες και κάτω από ισχυρή αφομοιωτική πίεση από την κυρίαρχη πλειοψηφία, η οποία ταυτόχρονα αρνούνταν στους ιθαγενείς βασικά δικαιώματα. Μία τέτοια φιγούρα ήταν ο David Unaipon (1872–1967), μορφωμένος εφευρέτης, ταλαντούχος ομιλητής και συγγραφέας που προς τιμήν του δίνεται στις μέρες μας ένα λογοτεχνικό βραβείο σε νέους Αβορίγινες συγγραφείς. Στα 1929 ο Unaipon συνέλλεξε και δημοσίευσε στα αγγλικά θρύλους και μύθους των Αβορίγινων σε ένα έργο με τον τίτλο Native Legends, με σκοπό να γνωρίσει στους  λευκούς έποικους την πολυμορφία και πολυπλοκότητα των Αυτόχθονων κουλτούρων. Σήμερα αυτή η έκδοση θεωρείται το πρώτο δημοσιευμένο βιβλίο από Αυστραλό Αβορίγινα συγγραφέα.

Μία παρόμοια μορφή των Αβορίγινων γραμμάτων είναι η Kath Walker (1920–1993) που είναι πλέον περισσότερο γνωστή με το ιθαγενές της όνομα Oodgeroo Noonuccal το οποίο και υιοθέτησε στα 1988 διαμαρτυρόμενη για τους εθνικούς εορτασμούς για τα διακόσια χρόνια του βρετανικού εποικισμού στην Αυστραλία. Ήταν αξιόλογη ποιήτρια, αλλά και ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την εκπαίδευση, το περιβάλλον και αργότερα και πολιτικός. Η ποιητική της συλλογή We Are Going (1964) ήταν η πρώτη που εκδόθηκε από Αβορίγινα συγγραφέα και μάλιστα από γυναίκα. Η προσωπική και καλλιτεχνική της πορεία χαρακτηρίζει μέχρι ένα βαθμό όλη την περίοδο από το 1960 ως το 1990. Ήταν μία περίοδος έντονης ακτιβιστικής δράσης με αποκορύφωμα τα 1967 όταν Ιθαγενείς Αυστραλοί κατάφεραν επιτέλους να αποκτήσουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα στην ίδια τους την χώρα. Αυτή η τάση συνεχίστηκε στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 όταν ο αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την κοινωνική δικαιοσύνη και την αναγνώριση κορυφώθηκε μαζί με το ενδιαφέρον για τη συγγραφική δραστηριότητα των Αβορίγινων.

Στα 1988 και ενώ η Αυστραλία ετοιμαζόταν να γιορτάσει τα διακόσια χρόνια από τον ευρωπαϊκό εποικισμό, αναδύθηκε ένα απρόσμενο αντικίνημα. Οι Αβορίγινες και οι υποστηρικτές τους οργάνωσαν μία σειρά διαμαρτυριών σε ολόκληρη τη χώρα, ισχυριζόμενοι ότι δεν θα έπρεπε να εορτάζεται η έναρξη του εποικισμού ως ειρηνική εγκατάστασή αλλά να μνημονεύεται ως εισβολή που επέφερε την πολιτισμική γενοκτονία ενός έθνους. Η ενέργεια, ο θυμός, και η απογοήτευση αυτών των διαμαρτυριών διαπότισαν και τη λογοτεχνία της εποχής. Αβορίγινες συγγραφείς, ποιητές και δραματουργοί έγιναν οι φωνές που υπενθύμισαν στο κοινό ότι «η λευκή Αυστραλία έχει μία μαύρη ιστορία». [4]

Η μακρόχρονη ακτιβιστική και καλλιτεχνική πορεία του αναγνωρισμένου πλέον ποιητή Lionel Fogarty ενσαρκώνει την ιστορία ενός καλλιτέχνη που είχε εμπειρία προσωπική του τι σημαίνει να είσαι Αβορίγινας στην Αυστραλία της δεκαετία ’60 και ’70- είτε αυτό περιλαμβάνει  παιδικά χρόνια στην ιεραποστολή είτε το να γίνεται μάρτυρας του θανάτου του αδερφού του στα χέρια της αστυνομίας. Ο Fogarty εξελίχτηκε σε νέο οργισμένο άνδρα που τράβηξε την προσοχή στο χρόνιο ζήτημα των δυσανάλογα συχνών θανάτων των Αβορίγινων υπό αστυνομική κράτηση. Η εμπειρία της βίας, της φτώχειας, του ρατσισμού, της διάκρισης και του αποκλεισμού βρήκαν φυσικά την έκφραση τους στην ποίησή του. Αν και κάποιοι αναγνώστες μπορεί να βρουν την ποίησή του υπερβολικά πολιτική και εριστική, είναι επίσης μορφικά καινοτόμα καθώς χρησιμοποιεί Αγγλικά των Αβορίγινων αλλά και σουρεαλιστικό περιεχόμενο.

Γύρω στα 1988, ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος καλλιεργήθηκε περισσότερο, το αυτοβιογραφικό αφήγημα. Αυτά τα κείμενα ήταν γραμμένα κυρίως από γυναίκες Αβορίγινες οι οποίες πρωταγωνιστούν στη λογοτεχνική σκηνή από τη δεκαετία του ’70. Αυτή η φόρμα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής γιατί επέτρεπε στους συγγραφείς να κάνουν απλά και αποτελεσματικά αυτό που είχαν κάνει και οι προηγούμενες γενιές: να πουν τις δικές τους ιστορίες ζωής και αυτές των προγόνων τους, καταγράφοντας έτσι την ιστορία των ιδιαίτερων πολιτισμών τους. Το είδος αυτό έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στο να φέρει στο προσκήνιο διάφορα θέματα, ιδιαιτέρως τη βίαιη απομάκρυνση των παιδιών από τις οικογένειές τους, πρακτική που προκάλεσε διαγενεακό τραύμα και διέρρηξε οικογενειακούς και πολιτισμικούς δεσμούς για περισσότερα από εκατό χιλιάδες θύματα.

Ένα κείμενο σταθμός που τράβηξε την προσοχή διεθνώς και έγινε bestseller με μεταφράσεις σε περισσότερες από 14 γλώσσες ήταν το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της Sally Morgan My Place (1987). Η ιστορία της αναζήτησης ταυτότητας και η προσπάθεια κατανόησης των οικογενειακών μυστικών και της αυστραλιανής ιστορίας προκάλεσαν βαθύ αντίκτυπο σε ολόκληρη τη χώρα και τράβηξαν τη προσοχή σε θέματά που στο παρελθόν είχαν μείνει κατά βάση κρυμμένα. Δομημένο ως έρευνα στο οικογενειακό παρελθόν, το αφήγημα ακολουθεί τη Sally, που στα δεκαπέντε της ανακαλύπτει ότι η μητέρα και η γιαγιά της έκρυβαν την Αβορίγινα καταγωγή τους. Καθώς η πρωταγωνίστρια συνεχίζει την έρευνα βρίσκεται αντιμέτωπη με οδυνηρές αλήθειες, παραλληλίζοντας την σταδιακή αναμέτρηση της Αυστραλίας με τη δική της ιστορία. Το μυθιστόρημα έτσι λειτουργεί τόσο ως επαναθεώρηση της αυστραλιανής ιστορίας όσο και ως καταγγελία των κυβερνητικών πολιτικών όπως επίσης και ως μία ιστορία πολιτισμικής επιβίωσης πέρα από κάθε προσδοκία.

Όπως πολλές Αβορίγινες συγγραφείς, η Morgan οικειοποιείται και προσαρμόζει την ευρωπαϊκή παράδοση της αυτοβιογραφίας σε μία αισθητική πιο κοντά στο δικό της πολιτισμικό υπόβαθρο. Οι αυτοβιογραφίες των Αβορίγινων (που αργότερα αποκαλούνται συμπεριληπτικά βιογραφική γραφή) είναι λιγότερο ενδοσκοπικές και επικεντρώνονται όχι τόσο στην ατομική ανάπτυξη αλλά περισσότερο στην κοινότητα, τη διευρυμένη οικογένεια και τις σχέσεις στην κοινότητα. Είναι συνήθως ιδιαιτέρως διαλογικές- παρουσιάζοντας πολλαπλές φωνές και προοπτικές- και αντιστρέφουν το συνηθισμένο ευρωπαϊκό μοτίβο της ζωής ως ταξίδι μακριά από το σπίτι. Αντίθετα, παρουσιάζουν συχνά τη ζωή ως ταξίδι προς το σπίτι: μία επιστροφή στην παραδοσιακή κουλτούρα και εκ νέου ανακάλυψη της θέσης του καθενός στην ευρύτερη κοινότητα.

Η επιτυχία της Morgan πυροδότησε ευρύ ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία των Αβορίγινων αλλά και αντιπαράθεση για την φύση της, τις προσδοκίες αλλά και τις προκλήσεις που ενέχονται στην προσπάθεια γεφύρωσης μίας πλούσιας αλλά μη ευρωπαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς σε σχέση με τις απαιτήσεις μίας μοντέρνας παγκόσμιας ζωής. Πολλοί συγγραφείς κατάφεραν να δημιουργήσουν έργα με ιδιαίτερα αφηγηματικά στυλ σε αντίθεση με την επικρατούσα αυστραλιανή λογοτεχνία. Μαζί με την Morgan, μία δυνατή γενιά συγγραφέων αναδείχτηκε με ονόματα όπως της Ruby Langford Ginibi, της Doris Pilkington Garimara, της Lisa Bellear, της Melissa Lucashenko, του Wesley Enoch, της Larissa Behrendt, του Tony Birch, και του  Samuel Wagan Watson.

Από αυτήν την ομάδα, δυο συγγραφείς που τράβηξαν την προσοχή κοινού και κριτικών είναι o Kim Scott, της κοινότητας Noongar της νοτιοδυτικής Δυτικής Αυστραλίας και η  Alexis Wright, των Waanyi από τον Κόλπο της  Carpentaria στην βόρεια Αυστραλία. Το μυθιστόρημα του Scott’s Benang: From the Heart (1999) προκάλεσε αίσθηση στους λογοτεχνικούς κύκλους και κέρδισε το τιμητικό βραβείο Miles Franklin. Με την τεχνική της συνειδησιακής ροής, ξεδιπλώνει μία περίπλοκη οικογενειακή ιστορία που εμπεριέχει προγόνους Αβορίγινες και λευκούς και αναδεικνύει έτσι το χρονικό των αποικιακών σχέσεων. Το επόμενό του μυθιστόρημα That Deadman Dance (2010) έλαβε διθυραμβικές κριτικές και κέρδισε σημαντικά βραβεία. Επικεντρώνεται σε πρώιμες επαφές ανάμεσα σε Noongar, εποίκους και Αμερικανούς φαλαινοθήρες και φαντάζεται έναν νέο κόσμο που βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό-ένα ιδανικό που τελικά καταστρέφεται από την ιστορική πραγματικότητα. Το επικό μυθιστόρημα της Alexis Wright’s Carpentaria (2006), που και αυτό έλαβε το Miles Franklin διερευνά τις σχέσεις Ιθαγενών και εποίκων μέσα από ένα αφήγημα που συνδέεται στενά με την παραδοσιακή αφήγηση ιστοριών. Πλούσιο σε συμβολισμούς, παρεκκλίσεις και μαγικό ρεαλισμό είναι ένα βιβλίο πρόκληση για τους αναγνώστες αλλά προσφέρει μία δυνατή λογοτεχνική εμπειρία. Το επόμενο μυθιστόρημά της The Swan Book  έτυχε επίσης θερμής υποδοχής και στα 2017 η συγγραφέας εκλέχτηκε Καθηγήτρια της αυστραλιανής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης.

 

Τον 21αι, ένα δυνατό νέο κύμα Αβορίγινων συγγραφέων έχει περαιτέρω επεκτείνει το λογοτεχνικό τοπίο. Συγγραφείς όπως η Ellen van Neerven, της οποίας τα έργα αναμειγνύοντας τα είδη διερευνούν την ταυτότητα, το queer και τη Χώρα αλλά και η Claire G. Coleman που είναι γνωστή για το μυθιστόρημα εικασίας Terra Nullius (2017), φέρνουν νέες προοπτικές σε θέματα ιστορίας και ανήκειν. Το βραβευμένο έργο της Tara June Winch The Yield (2019) έχει υμνηθεί για την λυρική επανοικειοποίηση της γλώσσας και της μνήμης ενώ η αρχειακή ποίηση της Natalie Harkin ασχολείται με την γραφειοκρατική βία του κράτους με απόλυτη και τεκμηριωμένη ακρίβεια. Μαζί τους μια ομάδα νέων συγγραφέων, ανάμεσά τους οι Alison Whittaker, Evelyn Araluen, και  Jazz Money, πειραματίζονται με τόλμη με την φόρμα, αναμιγνύοντας την ποίηση, τα απομνημονεύματα και το πολιτικό σχόλιο. Το έργο τους αντανακλά μία γενιά που είναι στενά συνδεδεμένη τόσο με την παράδοση όσο και με τη σύγχρονη ζωή, δημιουργώντας μία λογοτεχνία που έχει αυτοπεποίθηση, καινοτομία ενώ βασίζεται αδιαμφισβήτητα στην εμπειρία των Αβορίγινων.

Εν κατακλείδι, στον 21αι η Λογοτεχνία των Αβορίγινων της Αυστραλίας ακμάζει και αντανακλά την ευρύτερη πoλιτισμική αναβίωση μέσα σε πολλές κοινότητες Αβορίγινων. Γίνονται προσπάθειες για την αναβίωση πολιτισμικών πρακτικών και τη διατήρησης των γλωσσών που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν. Η αγορά της τέχνης των Αβορίγινων- παραδοσιακή αλλά και σύγχρονη- αναπτύσσεται και οι ταινίες με Αβορίγινες σκηνοθέτες  κερδίζουν διεθνή αναγνώριση. Με τη νέα γενιά συγγραφέων προκύπτουν νέα θέματα και φόρμες, αν και ένα παραμένει σταθερό: η πολυμορφία του είδους. Πολλοί Αβορίγινες συγγραφείς δουλεύουν με πολλαπλές φόρμες- ποίηση, μυθιστορήματα, απομνημονεύματα, μη-μυθοπλασία και παιδική λογοτεχνία. Από τη μακρινή Ευρώπη, η λογοτεχνία των Αβορίγινων  μπορεί ακόμη να φαίνεται περιθωριακή ή εξωτική και οι Αβορίγινες συχνά να αντιμετωπίζονται υπό το πρίσμα ρομαντικών θεωρήσεων ως φορείς «πρωτόγονων» κουλτούρων στο χείλος της εξαφάνισης. Στην πραγματικότητα η σύγχρονη κουλτούρα των Αβορίγινων  είναι δυναμική και πάλλουσα και αναμιγνύει την παραδοσιακή μυθολογία, την πνευματικότητα και τη σύνδεση με τη γη με τις παγκόσμιες επιρροές προκειμένου να δημιουργήσει πρωτοποριακές υβριδικές μορφές. Το ίδιο ισχύει για τη λογοτεχνία τους που σήμερα κατατάσσεται ανάμεσα στις πιο συναρπαστικές της αυστραλιανής λογοτεχνικής σκηνής.

 

(*) Η Martina Horáková είναι επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Αγγλικών και Αμερικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Brno της Τσεχίας.

 

[1] Macquarie PEN Anthology of Aboriginal Literature, επιμέλεια  Anita Heiss και Peter Minter. Crows Nest: Allen & Unwin, 2008, σ. 1.

[2] Ο Woollarawarre Bennelong (περίπου 1764 – 3 Ιανουαρίου 1813) ήταν πρεσβύτερος της φυλής των Eora στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται το Σίδνεϊ όταν οι πρώτοι Βρετανοί έποικοι άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή στα 1788. Έγινε ένα είδος διαμεσολαβητή ανάμεσα στη φυλή του και τους Βρετανούς. Αργότερα, ταξίδεψε και στη Βρετανία συνοδεύοντας τον Arthur Phillip, πρώτο κυβερνήτη της Νέας Νότιας Ουαλίας.

[3] Βλ. για παράδειγμα, van Toorn, Penny. Writing Never Arrives Naked: Early Aboriginal Cultures of Writing in Australia. Canberra: Aboriginal Studies Press, 2006.

[4] “Η Λευκή Αυστραλία έχει μαύρη ιστορία” ως σλόγκαν εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε πανό στα 1987 και επικράτησε στις επόμενες γενιές Αβορίγινων ακτιβιστών.

Προηγούμενο άρθροChristos Tsiolkas: Η Ελλάδα, η Αυστραλία και ο Κρόνος που τρώει τα παιδιά του (συνέντευξη στην Θεοδώρα Πατρώνα)
Επόμενο άρθροΕλληνο-Αυστραλιανή Λογοτεχνία (γράφει η Κωνσταντίνα Ντούνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ