
του Σπύρου Κακουριώτη
Παρατεταμένοι καύσωνες στη Δυτική Ευρώπη, μεγα-πυρκαγιές που έκαιγαν για εβδομάδες στη Γαλλία και την Ισπανία, λειώσιμο των πάγων και φονικές πλημμύρες στο Νεπάλ· σταδιακά, επίπονα, ακόμη και οι πλέον δύσπιστοι παραδέχονται το νέο κλιματικό καθεστώς και όσα αυτό συνεπάγεται – όλοι, εκτός από όσους διατηρούν εγκατεστημένα συμφέροντα. Υπό αυτό το φως, θερινό, αλλ’ όχι γλυκύ, θα ήταν καλό να συμβουλευτούμε κάποια έργα στα οποία ίσως δεν δώσαμε τη σημασία που τους έπρεπε· έργα για τη νέα οικολογική, γεωπολιτική, τεχνολογική, ιστορική και ανθρωπολογική συνθήκη που χαρακτηρίζει την εποχή μας…
Dipesh Chakrabarty, Κλιματική αλλαγή και ιστορία: τέσσερις θέσεις, Πλήθος
Με καθυστέρηση αρκετών χρόνων, είναι διαθέσιμο και στα ελληνικά, χάρη στη μετάφραση του Στέφανου Μπατσή, το ολιγοσέλιδο αλλά θεμελιώδες κείμενο του ινδού ιστορικού, από τους θεμελιωτές των μεταποικιακών σπουδών. Γραμμένο το 2009, διαρκούσης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, εποχή που ελάχιστοι έδιναν προσοχή στον κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής, πυροδότησε βίαιο διάλογο και πολεμική, που οφειλόταν στον ριζοσπαστικό χαρακτήρα των θέσεών του. Ξεκινώντας από την επίταση των καταστροφών που οφείλονται στην υπερθέρμανση του πλανήτη, αλλά και από την χωρίς περιστροφές αναγνώριση του κλιματικού κινδύνου από τους επιστήμονες, αξιοποιώντας και τις σπουδές φυσικών επιστημών που αποτέλεσαν τον αρχικό ακαδημαϊκό του προσανατολισμό, οδηγείται στη διαπίστωση ότι η ανθρωπογενής προέλευση της κλιματικής αλλαγής προοιωνίζεται την κατάρρευση της διάκρισης μεταξύ φυσικής και ανθρώπινης ιστορίας. Στη συνέχεια, οι επόμενες τρεις θέσεις του πηγάζουν από την πρώτη: η ιδέα που υιοθετεί, ότι εισήλθαμε σε μια νέα εποχή, την Ανθρωπόκαινο, όπου οι άνθρωποι δρουν ως γεωλογική δύναμη, αποδυναμώνει τις ανθρωποκεντρικές ιστορίες της νεωτερικότητας και της παγκοσμιοποίησης, κάτι που απαιτεί να φέρουμε σε διάλογο τις παγκόσμιες ιστορίες του κεφαλαίου με την εξελικτική ιστορία του ανθρώπινου είδους, διαδικασία η οποία, όπως σημειώνει, δοκιμάζει τα όρια της ιστορικής κατανόησης. Μέσα από αυτές τις παραδοχές, ο συγγραφέας απομακρύνεται τόσο από τον μαρξισμό όσο και από τις μεταποικιακές σπουδές, που, όπως και ο φιλελευθερισμός, έβλεπαν τη φύση ως παθητικό σκηνικό του ανθρώπινου δράματος, και κάνει λόγο για την ανάγκη να αντιμετωπίσουμε τον άνθρωπο ως είδος, αλλά και τη συμπερίληψη του βαθέος χρόνου στις αντιλήψεις μας για το παρελθόν και το μέλλον. Αποτελώντας έναν «ακόμα επίλογο του μεγάλου 20ού αιώνα», όπως επισημαίνει στο επίμετρό του ο ιστορικός Ιάσωνας Ζαρίκος, το κείμενο αυτό είναι καρπός της συνειδητοποίησης ότι η κλιματική αλλαγή δεν είναι κρίση, αλλά η νέα σταθερά του κόσμου μας.
Amitav Ghosh, Η μεγάλη απορρύθμιση, San Casciano
Στο ίδιο μήκος κύματος με τον Ντιπές Τσακραμπάρτι, ο επίσης ινδός λογοτέχνης και κοινωνικός ανθρωπολόγος Αμιτάβ Γκος, εξετάζει στο ανά χείρας δοκίμιό του, που μετέφρασε η Δανάη Σιώζιου, τον κεντρικό ρόλο του κλίματος στην ιστορία του παρόντος (και του μέλλοντος), χωρίς το ανθρώπινο είδος στο επίκεντρό του, αφού αντιλαμβάνεται την κλιματική κρίση ως παράγωγο του ανθρωποκεντρισμού του ύστερου καπιταλισμού, που απειλεί να καταπιεί κάθε μορφή ζωής – ανθρωποκεντρισμός ο οποίος βρέθηκε στον πυρήνα της αποικιακής νεωτερικότητας, από τον 16ο αιώνα μέχρι σήμερα. Στις σελίδες του δοκιμίου του, ο συγγραφέας διερευνά την «Κλιματική αλλαγή και το αδιανόητο», μια πτυχή του οποίου αποτελεί η αναγνώριση ότι η Γη διαθέτει νοημοσύνη και ποικίλες μορφές όντων διαθέτουν αυτενέργεια και είναι ζωντανά με την πλήρη σημασία του όρου. Όσο η αναγνώριση αυτή παραμένει στη σφαίρα του αδιανόητου, τόσο θα διευρύνεται το φαντασιακό έλλειμμα στους τρόπους αναπαράστασης και αφήγησης που χρειαζόμαστε προκειμένου να αποτρέψουμε τις καταστροφές που απειλούν τον πλανήτη. Όπως επισημαίνει στην εισαγωγή της η Μίνα Καραβαντά, μέσα στη δίνη των κλιματικών αλλαγών, αναγκαζόμαστε να βιώσουμε το βλέμμα άλλων οντοτήτων, που μέχρι τώρα τις προσπερνούσαμε ως άψυχες. Το δοκίμιο αρθρώνεται σε τρία μέρη, συνδυάζοντας προσωπική αφήγηση, λογοτεχνική κριτική και ιστορική παρατήρηση. Αρχικά, αναφέρεται στη δυσκολία με την οποία ακραία φυσικά φαινόμενα εμφανίζονται ως κεντρικά στοιχεία στη μυθοπλασία, εξετάζοντας τη διαμόρφωση της σύγχρονης λογοτεχνικής παράδοσης και τη διάκριση ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το απίθανο. Στη συνέχεια, στρέφεται στην ιστορία και αναφέρεται στην αποικιοκρατία, τη βιομηχανική ανάπτυξη και την κυριαρχία των ορυκτών καυσίμων και πώς συνδέονται με τη διαμόρφωση του σύγχρονου περιβάλλοντος, δίνοντας έμφαση στον ρόλο της Ασίας και των αποικιακών κοινωνιών. Τέλος, αναφέρεται στις υποδομές, στις πόλεις, στη μετανάστευση και στις συλλογικές αντιδράσεις απέναντι στις περιβαλλοντικές μεταβολές, εξετάζοντας την πολιτική, την τέχνη και την αρχιτεκτονική υπό το πρίσμα της κλιματικής αλλαγής.
Robert Macfarlane, Είναι ένα ποτάμι ζωντανό;, Μεταίχμιο
Θέτοντας αυτό το παράδοξο ερώτημα, που δεν είναι διόλου απλό να απαντηθεί, όπως εκ πρώτης όψεως θα νόμιζε κανείς, ο βρετανός συγγραφέας επιχειρεί ένα ταξίδι σε ποταμούς όπως ο Ρίο Λος Σέδρος, στο τροπικό δάσος του Ισημερινού, οι εκβολές και οι λιμνοθάλασσες της πόλης Τσενάι, στη νοτιοανατολική Ινδία ή ο Μαγκπάι, στο Κεμπέκ του Καναδά. Στην περιπλάνησή του αυτή στους υδάτινους δρόμους των ποταμών, αναζητά τις ιστορίες, τους ανθρώπους και τους τόπους που σχετίζονται με αυτούς, θέτοντας, παράλληλα, ένα ακόμη ερώτημα: τι συμβαίνει αν πάρουμε στα σοβαρά την ιδέα της ζώσας οντότητας ενός ποταμού; Τι νομικές και πολιτικές επιπτώσεις μπορεί να έχει κάτι τέτοιο; Γιατί η επιβίωση των ποταμών, σε ολόκληρο τον πλανήτη, βρίσκεται υπό διαρκή απειλή – στην περίπτωση του Ισημερινού από τις εξορύξεις, της Ινδίας από τη μόλυνση, του Καναδά από τα φράγματα. Γι’ αυτό και ο συγγραφέας προτρέπει τους αναγνώστες του: «Αν δυσκολεύεστε να σκεφτείτε ένα ποτάμι ως ζωντανό, προσπαθήστε να φανταστείτε ένα ποτάμι που πεθαίνει, ή που είναι ήδη νεκρό. Αυτό είναι ευκολότερο» – δυστυχώς, τα παραδείγματα είναι πολλά και οι πόλεις μας είναι χτισμένες πάνω από θαμμένους ή εγκιβωτισμένους ποταμούς, η «αποκάλυψη» των οποίων μέσω πολεοδομικών παρεμβάσεων συχνά έχει μετασχηματιστικά κοινωνικά αποτελέσματα, όπως δείχνει το παράδειγμα του Ίσαρ στο Μόναχο κ.ά., ενώ οι «περιφράξεις» και η εμπορευματοποίηση των υδάτινων κοινών αποτελούν κάποιες επιπλέον από τις απειλές που αντιμετωπίζουν. Αν αναγνωρίσουμε, νομικά, τους ποταμούς ως ζωντανούς, τότε θα τους αναγνωρίσουμε και ως «νομικά πρόσωπα», φορείς δικαιωμάτων, που θα μπορούν να αντιπροσωπεύονται στα δικαστήρια, όπως στην περίπτωση του καναδικού Μαγκπάι. Η μετάφραση από τον Μιχάλη Μακρόπουλο υπήρξε ένα άθλος, καθώς έπρεπε να βρει τρόπους να ανταποκριθεί στη μορφή και το ύφος που το πρωτότυπο αντλεί από το θέμα του, δηλαδή τη διαρκή ροή, που ορίζει και τον ρυθμό της αφήγησης.
Robert D. Kaplan, Αδριατική, Πατάκης
Ένα ταξίδι περιγράφει στις σελίδες του βιβλίου του και ο αμερικανός δημοσιογράφος και καθηγητής γεωπολιτικής και διεθνών σχέσεων Ρόμπερτ Κάπλαν, ένα ταξίδι στις δύο ακτές της Αδριατικής, μια περιπλάνηση σε τόπους που, όπως όλα τα ταξίδια που είναι άξια του ονόματός τους, σε παρακινούν να ερευνήσεις την ιστορία και τον υλικό πολιτισμό τους. Γιατί, όπως επισημαίνει σε εξομολογητικό τόνο, το ταξίδι είναι μια περιπλάνηση του μυαλού, μια ενδοσκόπηση που οδηγεί στις σημαντικές αντιπαραθέσεις και ζητήματα της εποχής μας. Αποτυπώνοντας τη μοναχική εμπειρία του περιηγητή (και σε καμία περίπτωση του τουρίστα), που γαλβανίζεται από την εξοικείωση που αποκτά στην επαφή του με τους διάφορους τόπους, η ανά χείρας αφήγηση, που μετέφρασε ο Αντώνης Καλοκύρης, εκτός από τις αδιαμφισβήτητες ποιότητες της ταξιδιωτικής δημοσιογραφίας, αποκτά, βήμα το βήμα, τον χαρακτήρα ενός ρεπορτάζ σε πολιτικά εύθραυστα εδάφη, όπως είναι αυτά των δυτικών Βαλκανίων. Περιδιαβαίνοντας τις ακτές από το Ρίμινι και τη Ραβέννα, τη Βενετία και την Τεργέστη, διασχίσει την πρώην Γιουγκοσλαβία, από τη Λιουμπλιάνα και τη Ριέκα, το Ζάγκρεμπ, το Σπλιτ και το Ντουμπρόβνικ, μέχρι την Ποντγκόριτσα, και από τα Τίρανα και το Δυρράχιο ο συγγραφέας καταλήγει στην Κέρκυρα. Η Αδριατική, συνυφασμένη με τη διχοτόμηση Δύσης και Ανατολής, όλο και λιγότερο αποτελεί ένα τέτοιο όριο, καθώς, όπως παρατηρεί, αντί για σύγκρουση επικρατεί η συνεργασία. Καθώς όλη η Ευρώπη διυλίζεται εδώ, η Αδριατική συνιστά μια ελεγεία για τις διακρίσεις που επέβαλλε ο εθνικισμός – αυτή η αισιόδοξη οπτική είναι το προνόμιο της παρατήρησης των πραγμάτων από κοντά. Η περιπλάνηση του συγγραφέα καταλήγει στην Κέρκυρα, γύρω στα 2016, όπου έρχεται αντιμέτωπος με το ανθρώπινο και ιστορικό δράμα της μεταναστευτικής εμπειρίας, που είναι συνυφασμένη με την ιστορία της ανθρωπότητας και θα συνεχίσει να ορίζει την Ευρώπη του 21ου αιώνα, πόσο μάλλον τώρα που η Αδριατική εξελίσσεται σε σταυροδρόμι του διεθνούς εμπορίου και των γεωπολιτικών εξελίξεων.
Tim Marshal, Αιχμάλωτοι της γεωγραφίας, Διόπτρα
Δέκα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση αυτού το διεθνούς μπεστ-σέλερ, ο συγγραφέας του, βρετανός δημοσιογράφος και πρώην πολεμικός ανταποκριτής, επιστρέφει σε αυτό, επανεξετάζοντας τις βασικές παραδοχές και τις εκτιμήσεις του, υπό το φως των εξελίξεων που μεσολάβησαν, παραδίδοντας στον αναγνώστη μια ενημερωμένη νέα έκδοση, που και αυτήν μετέφρασε στα ελληνικά ο Σπύρος Κατσούλας. Επιδιώκοντας να προσθέσει το «γεω-» μπροστά από την πολιτική, εξετάζει την παγκόσμια σκακιέρα υπό το φως των καταναγκασμών της γεωγραφίας. Ο συγγραφέας δεν υποκύπτει σε οποιονδήποτε γεωγραφικό ντετερμινισμό, αντιθέτως, ισχυρίζεται πως η γεωγραφία προτείνει, ενώ η πολιτική είναι αυτή που αποφασίζει. Έτσι, οι χάρτες προσφέρουν έναν επιπλέον ερμηνευτικό παράγοντα για τις συγκρούσεις, τους ανταγωνισμούς και τον προσανατολισμό των κρατών που συνιστούν τις δέκα γεωπολιτικές ενότητες με τις οποίες καταπιάνεται στις σελίδες του βιβλίου του (Ρωσία, Κίνα, ΗΠΑ, Δυτική Ευρώπη, Αφρική, Μέση Ανατολή, Ινδία – Πακιστάν, Κορέα – Ιαπωνία, Λατινική Αμερική και Αρκτική). Εξετάζει τάσεις που είχε διακρίνει μια δεκαετία νωρίτερα, αλλά και τον ρόλο εξελίξεων και παραγόντων που ανεφύησαν μέσα σε αυτό το διάστημα: από τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία ή την κορύφωση της σύγκρουσης Ισραήλ και Παλαιστινίων, μέχρι την πανδημία του Covid-19, την ταχύτατη ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και του ανταγωνισμού για τις σπάνιες γαίες, την όξυνση της κλιματικής κρίσης και το λιώσιμο των πάγων στην Αρκτική κ.ά. Και καταλήγει εκτιμώντας ότι μέσα από τους ανταγωνισμούς αυτούς θα αναδυθεί ένας νέος διπολικός κόσμος, με την Κίνα, και αργότερα την Ινδία, στον ρόλο του αντίπαλου δέους των ΗΠΑ.
Odd Arne Westad, Η επερχόμενη καταιγίδα, Αλεξάνδρεια
Μολονότι πολλοί συγκρίνουν την εποχή που ζούμε με τη δεκαετία του 1930, ο νορβηγός ιστορικός Οντ Άρνε Γουέσταντ ισχυρίζεται ότι ο κόσμος των αρχών του 21ου αιώνα παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με εκείνον του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού, που οδήγησαν την ανθρωπότητα στο σφαγείο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Γέιλ ειδικευμένος στον Ψυχρό Πόλεμο (στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί τα έργα του Ο Ψυχρός Πόλεμος: Μια παγκόσμια ιστορία και Ο παγκόσμιος Ψυχρός Πόλεμος: Οι επεμβάσεις στον Τρίτο Κόσμο και η διαμόρφωση της εποχής μας, Πατάκης, 2021 και 2023, αντίστοιχα), ο συγγραφέας επιχειρεί στη μελέτη του, γραμμένη το 2026 (και μεταφρασμένη από τον Νίκο Λίγγρη), να αναδείξει τις προειδοποιήσεις της ιστορίας σχετικά με τις συγκρούσεις των μεγάλων δυνάμεων, όπως αναφέρεται και στον υπότιτλο του έργου. Αρχικά, παρουσιάζει τη δημιουργία του πολυπολικού σημερινού κόσμου, συγκρίνοντάς τον με τις διεθνείς υποθέσεις του παρελθόντος. Εξετάζει ιδιαίτερα την άνοδο της Κίνας, και τις αντιλήψεις που διαμορφώνονται σχετικά με αυτήν, αλλά και την εξέλιξη των άλλων μεγάλων δυνάμεων, των ΗΠΑ, της Ρωσίας, της Ινδίας, της Βραζιλίας, συγκρίνοντάς τις με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις πριν από το 1914. Στη συνέχεια, πραγματεύεται τους φόβους που έχει δημιουργήσει η άνοδος της Κίνας και άλλων χωρών, ιδίως στις ΗΠΑ, που διανύουν μια περίοδο έντονου φόβου για το ενδεχόμενο παρακμής τους. Αυτό κάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες εξαιρετικά αβέβαιες για τον ρόλο τους στον κόσμο και ανασφαλείς σχετικά με τις πολυπλοκότητες της αναδυόμενης πολυπολικής διεθνούς τάξης, όπως ακριβώς η Βρετανία το 1914. Τέλος, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο ξέσπασε ο Μεγάλος Πόλεμος, συγκρίνοντάς τον με πιθανά σημερινά σημεία ανάφλεξης, όπως η Ταϊβάν, η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή κ.ά., αλλά και συζητώντας το πώς οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν, μέσω επιλεκτικών συμβιβασμών, αποτελεσματικής αποτροπής και ανάλυσης των κινήτρων των εμπλεκομένων, να αποφύγουν τη σύγκρουση στις συγκεκριμένες περιοχές.
Πέτρος Παπακωνσταντίνου, Πολεμικός καπιταλισμός, Τόπος
Δύο μείζονες συγκρούσεις στην περιφέρεια της Ευρώπης εξελίσσονται, εδώ και τρία-τέσσερα χρόνια, σε ένα μακρόχρονο πόλεμο χαρακωμάτων χωρίς τέλος· συγκρούσεις ξεσπούν απειλώντας να μετατραπούν σε ανοιχτό πόλεμο στην περιφέρεια άλλων μεγάλων δυνάμεων, όπως της Ινδίας ή της Κίνας· τέλος, η Λατινική Αμερική, χώρα τη χώρα, μεταπίπτει, για μία ακόμη φορά, σε «πίσω αυλή» των ΗΠΑ. Τη δυστοπική αυτή μετάλλαξη της διεθνούς σκηνής ονομάζει «δεύτερη εποχή των Αυτοκρατοριών» ο συγγραφέας, κορυφαίος δημοσιογράφος επί διεθνών θεμάτων. Στην ανά χείρας μελέτη του επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα «πώς φτάσαμε ώς εδώ;» Ποιοι παράγοντες πυροδοτούν τον επιθετικό εθνικισμό στις κοινωνίες μας; Η μακρά περίοδος σχετικής ειρήνης βαίνει προς το τέλος της; Πώς μπορεί να αναστραφεί αυτή η επικίνδυνη πορεία; Ο συγγραφέας θεωρεί πως η στροφή προς τον μιλιταρισμό και το εξοπλιστικό αμόκ οφείλεται σε βαθύτερους μετασχηματισμούς, τόσο της πολιτικής οικονομίας του σύγχρονου καπιταλισμού όσο και του γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Έτσι, η ανάδυση ενός «πολεμικού καπιταλισμού» αποτελεί την απάντηση τόσο στα συσσωρευμένα αδρανή κεφάλαια –στην κρίση υπερσυσσώρευσης που εκδηλώθηκε με εκρηκτικό τρόπο στο κραχ του 2007– όσο και στην κατάρρευση του μονοπολικού κόσμου που διαχειρίστηκε την παγκοσμιοποίηση – κυρίως στην εκτίναξη της Κίνας, που διεκδικεί οικονομική και τεχνολογική ισοτιμία έναντι των ΗΠΑ. Οι πόλεμοι στη Γάζα και στην Ουκρανία, ο πολεμικός επανεξοπλισμός της Ευρώπης, η επερχόμενη σύγκρουση ΗΠΑ – Κίνας και το ξαναμοίρασμα του κόσμου από τον Τραμπ, τέλος, η νέα μορφή που παίρνει ο μιλιταρισμός είναι τα θέματα που εξετάζει ο συγγραφέας στη μελέτη του, επισημαίνοντας ότι, σε αντίθεση με τον κόσμο του 1945, σήμερα η Αμερική αποτελεί την υπ’ αριθμόν ένα απειλή για την παγκόσμια ειρήνη, όμως οι αντίπαλοί της δεν διαφέρουν σε τίποτε από αυτήν, παρά μόνο στο μέγεθος. Έτσι, όπως και στην πρώτη εποχή των Αυτοκρατοριών, η διαχωριστική γραμμή δεν περνά ανάμεσα στους αντίπαλους ιμπεριαλισμούς, αλλά ανάμεσα σε αυτούς και τα θύματά τους, τους λαούς της οικουμένης.
Bernie Sanders, Πολέμα την ολιγαρχία, Gutenberg
Ο ανεξάρτητος γερουσιαστής του Βερμόντ έχει αναδειχθεί σε ηγετική μορφή για τους προοδευτικούς και τους αριστερούς όπου γης. Είναι ένας πολιτικός προικισμένος με ηθικό, πρωτίστως, κεφάλαιο, ο οποίος, παρά τις ήττες του στη διεκδίκηση του χρίσματος του Δημοκρατικού Κόμματος στις προεδρικές εκλογές του 2016 και του 2020, και παρά τα 84 του χρόνια, δεν δίστασε να ξεκινήσει μια περιοδεία απ’ άκρου σ’ άκρο των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό το σύνθημα Fighting Oligarchy, την ίδια στιγμή που άρχιζε η δεύτερη θητεία Τραμπ, τον Γενάρη του 2025, και μαζί της εγκαθιδρυόταν ο ζόφος και η ανοιχτή τρομοκρατία. Η περιοδεία αυτή είχε μεγάλη ανταπόκριση, αφού τόσο σε ρεπουμπλικανικές όσο και σε δημοκρατικές Πολιτείες συνέρρεαν να τον ακούσουν «πλήθη που το μέγεθός τους δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου». Η επιτυχία της περιοδείας εκείνης αποτυπώνεται, το δίχως άλλο, τόσο στην εκλογή Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης όσο και στις καθημερινές επιτυχίες των υποστηριζόμενων από τον Μπέρνι Σάντερς προοδευτικών στις προκριματικές εκλογές του Δημοκρατικού Κόμματος για αιρετές θέσεις σε κάθε επίπεδο. Η ακραία ανισότητα και η καταγγελία της «τάξης των δισεκατομμυριούχων», που έχει υφαρπάξει την οικονομία και την πολιτική των ΗΠΑ κατέχουν κεντρική θέση τόσο στην περιοδεία «Πολεμώντας την ολιγαρχία» όσο και στην προεκλογική ατζέντα των προοδευτικών υποψηφίων, ενώ και ο ίδιος ο Σάντερς, με την καθημερινή σχεδόν παρουσία του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εκλαϊκεύει με κάθε ευκαιρία ακόμη περισσότερο αυτή την ατζέντα, προκειμένου να κάνει κατανοητό στον καθένα «πώς φτάσαμε ώς εδώ και πώς μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα προς το καλύτερο». Αυτός είναι και ο στόχος του σύντομου αυτού βιβλίου, που μετέφρασε η Ζωή Κόκκα, που αποτελεί έναν απολογισμό της περιοδείας, αλλά και μια περαιτέρω ανάπτυξη των βασικών της θεμάτων, όπως ο τραμπικός απολυταρχισμός, η παγκόσμια ολιγαρχία, τα μαθήματα από τους αγώνες του παρελθόντος και η κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθηθεί για την επίτευξη πραγματικής αλλαγής.
- M. Foessel – E. Ollion, Η άκρα δεξιά ενάντια στην πολιτική, Πόλις
Η αίσθηση πως η άκρα δεξιά βρίσκεται προ των πυλών της εξουσίας είναι από καιρό κυρίαρχη στη Γαλλία, ιδιαίτερα μετά τα αποτελέσματα των ευρωπαϊκών και βουλευτικών εκλογών του 2024, όπου ο Εθνικός Συναγερμός, το κόμμα της Μαρίν Λεπέν, βρέθηκε στην πρώτη θέση, κατακτώντας περίπου το ένα τρίτο των ψήφων – και ενδεχομένως να είχε διαβεί το κατώφλι της εξουσίας, αν δεν ενεργοποιούνταν το περίφημο «δημοκρατικό μέτωπο» στον δεύτερο γύρο, εκ μέρους της αριστεράς, κυρίως, και παρά την υπονόμευσή του από δυνάμεις του μακρονισμού, δηλαδή του «ακραίου κέντρου». Στο δοκίμιό τους, γραμμένο σε μεγάλο μέρος του πριν από τις εκλογές αυτές, οι δύο συγγραφείς, ο φιλόσοφος Μικαέλ Φεσέλ και ο κοινωνιολόγος Ετιέν Ολιόν, εκτιμούν πως, παρ’ όλα αυτά, η ακροδεξιά στη Γαλλία έχει κατορθώσει, στο πλαίσιο της «κανονικοποίησής» της, να κάνει αποδεκτή τη λογική της, να διαδώσει τη γλώσσα της πολύ πέρα από τα κόμματα που την εκπροσωπούν και να επιβάλει τις θεματικές της στον δημόσιο διάλογο. Η αντίδραση απέναντί της πέρασε από την εποχή του σκανδαλισμού (όταν ο πατέρας Λεπέν χαρακτήριζε «λεπτομέρεια» τους θαλάμους αερίων) σε εκείνη της παράλυσης, όταν «η πολιτική γραμματική που είχε αναδυθεί το 1945 άρχισε να κλυδωνίζεται», φάση η οποία εγκαινιάζεται με την προεδρία Σαρκοζύ και το θόλωμα της διαιρετικής τομής δεξιάς και αριστεράς. Επιχειρώντας να απαντήσουν στο ερώτημα πώς η ακροδεξιά έφτασε στα πρόθυρα της εξουσίας, οι δύο συγγραφείς, αφού εξετάσουν τις κυριότερες ερμηνείες που έχουν προταθεί («πολιτισμική ηγεμονία», φτωχοποίηση των ψηφοφόρων κ.λπ.), κάνουν λόγο για «παράξενη νίκη», η οποία οφείλεται στην κατάλυση των διαιρετικών τομών και μνημών που διείπαν την αντιφασιστική συναίνεση μετά το 1945. Εστιάζοντας στη γαλλική περίπτωση, εντοπίζουν τους παράγοντες που διευκόλυναν την κανονικοποίηση της ακροδεξιάς (media, «ακραίο κέντρο», «τεχνοκρατικοποίηση» της πολιτικής κ.ά.), τονίζοντας πως η άκρα δεξιά μιλά τη γλώσσα των αξιών, η οποία αντιτίθεται στην οικουμενικής απεύθυνσης πολιτική γλώσσα της υπόσχεσης για ισότητα, που γεννήθηκε με τον Διαφωτισμό. Πέρα από ανάλυση μιας γαλλικής «ιδιαιτερότητας», το ανά χείρας δοκίμιο, που μετέφρασε ο Γιώργος Καράμπελας, αποτελεί ένα εγχειρίδιο αποδόμησης του ακροδεξιού λόγου και πολιτικής, ευρωπαϊκής εμβέλειας, που προειδοποιεί τον αναγνώστη του: De te fabula narratur.
Αλέξης Ηρακλείδης, Ρατσισμός και αντισημιτισμός: Οι ρίζες της «Τελικής Λύσης», Ι. Σιδέρης
Ο 19ος αιώνας, αλλά ιδιαίτερα ο 20ός (καθώς και ο 21ος, όπως, δυστυχώς, είδαμε) σημαδεύτηκαν κατ’ επανάληψη από μαζικά εγκλήματα που χαρακτηρίστηκαν, εκ των υστέρων, γενοκτονίες, χαρακτηρίστηκαν δηλαδή από τη βούληση της εκάστοτε κυρίαρχης εθνότητας να εκμηδενίσει κάποια μειονοτική ομάδα: από τους αυτόχθονες της αμερικανικής ηπείρου έως τους Αρμενίους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και από τους Χερέρο και Νάμα της Γερμανικής Νοτιοδυτικής Αφρικής, στη σημερινή Ναμίμπια, έως τους Παλαιστίνους στη Γάζα. Ελάχιστοι όμως από αυτούς τους πληθυσμούς αποτέλεσαν μια τόσο ριζική ετερότητα που να αντιμετωπίζεται ως άκρως απειλητική και να επιδιώκεται η αδυσώπητη εξόντωσή της όσο οι εβραίοι στη Γερμανία, οι οποίοι αποτέλεσαν αντικείμενο μιας μεθοδικής, βιομηχανικής κλίμακας εξόντωσης. Η δολοφονική αντισημιτική παράνοια, όμως, δεν ξεπήδησε από το πουθενά, ούτε υπήρξε αποκλειστικό προϊόν της ναζιστικής ιδεολογίας. Αντιθέτως, όπως δείχνει στην ανά χείρας μελέτη του ο ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Αλέξης Ηρακλείδης, οι απάνθρωπες αυτές ιδέες προέρχονταν από καθ’ όλα ευυπόληπτους και σοβαρούς επιστήμονες και διανοούμενους, που με το κύρος τους καθιστούσαν αποδεκτές τις επιστημονικοφανείς ρατσιστικές ιδέες που κυριάρχησαν στην Ευρώπη, ιδίως στη Γερμανία και τη Γαλλία, και τις ΗΠΑ από τον 18ο και τον 19ο αιώνα. Ιδέες που προστέθηκαν στο δισχιλιετές αντιεβραϊκό μίσος της θεολογίας των διαφόρων χριστιανικών ομολογιών. Αφού εξετάσει αυτές τις δύο μορφές ρατσισμού, ο συγγραφέας παρουσιάζει τον ευρωπαϊκό αντισημιτισμό, από τον Διαφωτισμό μέχρι τον Μεσοπόλεμο, καθώς και την παραδειγματική έκφρασή του μέσα από τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, αλλά και τους κύριους διανοητές που προώθησαν την ιδέα περί «αρίας φυλής», τον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό στην αμερικανική και τη γερμανική επιστήμη και σκέψη και, τέλος, τη ναζιστική επιστήμη, που μετά το 1933 προετοίμασε διανοητικά το έδαφος για την «Τελική Λύση», προσφέροντας έτσι στον αναγνώστη μια ολοκληρωμένη και συμπαγή αφήγηση των διανοητικών και κοινωνικών εξελίξεων που προετοίμασαν το Ολοκαύτωμα.
Benjamin Gourisse, Στερεότυπες ιδέες για την Τουρκία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Για αιώνες, «ο Τούρκος» αποτέλεσε για τους Ευρωπαίους συνώνυμο της ετερότητας και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, μέρος της οποίας μετεξελίχθηκε στη σημερινή Τουρκία, τον «μεγάλο ασθενή». Δεν προκαλεί, λοιπόν, απορία το γεγονός ότι οι αναλύσεις των δυτικών μελετητών (των ελλήνων όχι απλώς συμπεριλαμβανομένων αλλά πρωτοστατούντων) βασίζονται πολύ συχνά σε απλουστευτικές και προκατασκευασμένες προσεγγίσεις – σε στερεότυπες ιδέες, όπως τις θέλει ο τίτλος της μελέτης του γάλλου πολιτικού επιστήμονα και τουρκολόγου Μπενζαμέν Γκουρίς, που μετέφρασε ο Άγγελος Φιλιππάτος. Σε αυτό το έργο υψηλής εκλαΐκευσης, ο συγγραφέας προτείνει ορισμένα ερμηνευτικά κλειδιά για τον αναγνώστη που θα ήθελε να πλοηγηθεί στην πολυπλοκότητα της Τουρκίας και της τουρκικής κοινωνίας. Στο πρώτο μέρος εξετάζεται η πολιτική ιστορία της χώρας και οι τρόποι διακυβέρνησης που υιοθετήθηκαν μετά τη διάλυση της Αυτοκρατορίας, διαυγάζοντας στερεότυπα σχετικά με τον «ανατολικό δεσποτισμό» της, τον κεμαλικό «εκσυγχρονισμό» ή τον πολιτικό ρόλο του στρατού. Στο δεύτερο μέρος αναλύονται τα ρήγματα που τροφοδοτούν τις σημερινές κοινωνικές συγκρούσεις, ανάμεσα στον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και το πολιτικό ισλάμ, στην εθνική ενότητα και τις αποσχιστικές τάσεις, στον κοινωνικό συντηρητισμό και τα κινήματα χειραφέτησης, επιτρέποντας στον αναγνώστη να αξιολογήσει τη δύσκολη πορεία εκδημοκρατισμού, τη σύγκρουση των αντίπαλων εθνικισμών, τις διάχυτες κοινωνικές και έμφυλες ανισότητες. Τέλος, στο τρίτο μέρος μελετάται ο τρόπος ένταξης της χώρας στο διεθνές περιβάλλον της, προκειμένου να γίνουν κατανοητές οι ποικίλες μεταστροφές της εξωτερικής της πολιτικής και οι πολύπλοκες σχέσεις που η Τουρκία διατηρεί με τους γείτονές της. Έχοντας εκδοθεί το 2019 και επαναθεωρηθεί το 2023, το βιβλίο αποτελεί μια πρώτης τάξεως νηφάλια εισαγωγή στη σύγχρονη ιστορία της γειτονικής μας χώρας και στον κομβικό ρόλο που διαδραματίζει στην ευρύτερη περιοχή.
Stefan Ihrig, Ερντογάν: Η ιστορία του, Παπαδόπουλος
Ασφαλώς, το να διατείνεσαι από την πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου σου ότι το αντικείμενό σου «είναι επικίνδυνος άνθρωπος» δεν αποτελεί και τον καλύτερο τρόπο να ξεκινήσει μια βιογραφική αφήγηση, όπως αυτή του ιστορικού και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Χάιφας για τον τούρκο ηγέτη, που μετέφρασε στα ελληνικά η Χρύσα Φραγκιαδάκη. Ο Στέφαν Ίριγκ, που το αναγνωστικό κοινό γνώρισε από το έργο του Ατατούρκ και Ναζί (Παπαδόπουλος, 2016), εντάσσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη χορεία των «λαϊκιστών ισχυρών ανδρών», όπως ο Πούτιν, ο Όρμπαν, ο Μόντι ή ο Νετανιάχου, πολιτικούς που χρησιμοποιούν τους δημοκρατικούς θεσμούς προκειμένου να κατακτήσουν την εξουσία και, μετά, τους αναδιαμορφώνουν συνεχώς, μέχρι που πια να μην είναι δημοκρατικοί. Μολονότι η εμμονή σε τέτοιου είδους τυπολογίες μάλλον συσκοτίζει παρά διαυγάζει, τοποθετώντας στην κλίνη του Προκρούστη εμπειρίες αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους, προκειμένου να αναδειχθούν ομοιότητες που πολύ συχνά λειτουργούν παραπλανητικά, ο συγγραφέας προσφέρει μια λεπτομερή βιογραφική ανάλυση αυτού του μετρ της πολιτικής, αλλά και των ορίων πάνω στα οποία προσκρούει η πολιτική δεξιοτεχνία του. Επιχειρώντας να υπερβεί τόσο την έλλειψη τεκμηρίων από τα αρχεία, που είναι ακόμη κλειστά, όσο και τη χειραγώγηση της βιογραφικής του αφήγησης από τον ίδιο τον Ερντογάν, που κρατά στη σκιά τα νεανικά του χρόνια ή την οικογενειακή και προσωπική του ζωή, ο συγγραφέας μελετά εκτενώς τον ίδιο τον λόγο του τούρκου ηγέτη, όπως αποτυπώνεται στη ρητορική του. Ανασυνθέτει, έτσι, την ιστορία του με χρονολογικό και συστηματικό τρόπο, κατανέμοντας την αφήγηση σε πέντε μέρη, που αφορούν τα νεανικά του χρόνια μέχρι και το πραξικόπημα του 1980, την ανάδειξή του σε αστέρα της τουρκικής πολιτικής μέσα από τη θητεία του ως δημάρχου της Ιστανμπούλ, στη συνέχεια την άνοδό του στην πρωθυπουργία και τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στον εκδημοκρατισμό της τουρκικής πολιτικής και στην ακύρωση του ρόλου του στρατού ως θεματοφύλακά της· τέλος, αφού αναλυθούν οι εσωτερικές συγκρούσεις της προηγούμενης δεκαετίας, τόσο με το δίκτυο Γκιουλέν όσο και γύρω από το Πάρκο Γκεζί, ο τελευταίο κεφάλαιο αφορά την εδραίωση του Ερντογάν μετά την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016 και τη μετάβασή του στην προεδρία.
Γιάννης Κτενάς, Η επιστημολογική στροφή στην πολιτική, Εκκρεμές
Οι πολιτικές διαμάχες που προκάλεσε η πανδημία, οι αντιπαραθέσεις που προκαλεί η αντίληψη περί κοινωνικού φύλου και η βιολογικοποίηση των έμφυλων σχέσεων, ο σκεπτικισμός απέναντι στον ανθρωπογενή χαρακτήρα της κλιματικής αλλαγής, αλλά και η αμφισβήτηση της ευεργετικότητας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ή οι διαφωνίες σχετικά με την καταλληλότητα του όρου «Ανθρωπόκαινος» για την απόδοση της κλιματικής κρίσης, ακόμη και οι αντιπαραθέσεις σχετικά με το δυστύχημα ή έγκλημα των Τεμπών, διαθέτουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αποτελούν πολιτικές διαμάχες που επικεντρώνονται στις ίδιες τις προϋποθέσεις της επιστημονικής γνώσης, που αναδεικνύουν ένα χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής σύγκρουσης, ότι διεξάγεται όλο και περισσότερο με όρους επιστημολογίας, δηλαδή όρους που αφορούν τη συγκρότηση της αλήθειας. Αυτές οι διαπιστώσεις, επισημαίνει ο συγγραφέας, αντανακλούν μια γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στην επιστημονική γνώση, που συχνά καθιστά αδύνατη την ορθολογική σκέψη και συζήτηση, δίνοντας τη θέση της στη συνωμοσιολογία. Στην παρούσα μελέτη του, επιχειρεί, αρχικά, να διερευνήσει ορισμένες από τις αιτίες και τις επιπτώσεις αυτής της νέας κατάστασης, καταφεύγοντας στην κοινωνιολογία της γνώσης και της επιστήμης, ενώ στη συνέχεια, αξιοποιώντας τη φιλοσοφία της γνώσης και της επιστήμης επικεντρώνεται σε τρία χαρακτηριστικά φαινόμενα που πυροδοτούν, το καθένα με τον δικό του τρόπο, την κρίση δυσπιστίας: το whataboutism, δηλαδή τη μομφή ότι ο φορέας μιας άποψης δεν την υιοθέτησε σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις, τη γενεαλογική υπονόμευση μιας θέσης, δηλαδή την απαξίωσή της μέσω της σύνδεσής της με αναξιόπιστες πηγές από τις οποίες απορρέει και, τέλος, την κατασκευασιοκρατία, ένα πλέγμα αντιλήψεων που αντιμετωπίζει τη γνώση ως προϊόν κατασκευής μέσα από ένα σύνολο κοινωνικο-ιστορικών διαδικασιών. Πρόκειται για τρεις στρατηγικές που συναρτούν διάφορες μορφές αλήθειας και γνώσης με πολιτικές δεσμεύσεις, κοινωνικές διεργασίες και δυναμικές, προωθώντας περαιτέρω την επιστημολογική στροφή της πολιτικής.
Κώστας Αξελός, Επιχειρήματα μιας έρευνας, Εστία
Νεανικά κείμενα του έλληνα φιλοσόφου, γραμμένα μεταξύ 1950 και 1968, αποτελούν την ανά χείρας συλλογή, που συντέθηκε από τον ίδιο τον Αξελό (1924-2010) και κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1969, λίγους μήνες πριν από το μείζον έργο του Το παιχνίδι του κόσμου (Εστία, 2018). Πρόκειται για κείμενα και συνεντεύξεις που φωτίζουν τη μετέπειτα πορεία της σκέψης του, τα οποία κινούνται γύρω από τέσσερις βασικούς άξονες: την αρχαιοελληνική σκέψη, τη βυζαντινή πνευματικότητα και τέχνη, τον Μαρξ και τις μεταμαρξιστικές αναζητήσεις, καθώς και το πλανητικό παιχνίδι. Ξεκινώντας από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, τον Ηράκλειτο και τον Αναξαγόρα, εξετάζοντας τη σύνδεση του Μαρξ με την αρχαιοελληνική φιλοσοφία, μετά από μια προσέγγιση της βυζαντινής, όχι φιλοσοφίας, αλλά πνευματικότητας, προχωρεί στην αναμέτρησή του με πτυχές της σκέψης του Μαρξ και του μαρξισμού, όπως η σχέση του με τον φροϋδισμό, με τη φιλοσοφία του Χάιντεγκερ κ.ά. Ακόμη, προσεγγίζει φλέγοντα, τότε, ζητήματα, όπως η αποικιοκρατία και η κατάλυσή της, ο Μάης του ’68, που έζησε ως διδάσκων στη Σορβόννη, αλλά και η αποτίμησή του για τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα και τα Δεκεμβριανά, στα οποία ο Αξελός πήρε μέρος με το όπλο στο χέρι. Το τελευταίο μέρος προοιωνίζεται τις επεξεργασίες του για τον σύγχρονο πλανητικό άνθρωπο και την κυρίαρχη δύναμη της πλανητικής τεχνικής, ενώ παράλληλα αναφέρεται εκτενώς και στην πνευματική περιπέτεια της έκδοσης του περιοδικού Arguments (1956-1962) και της ομώνυμης σειράς βιβλίων, από έναν κύκλο «επαναστατών διανοουμένων», που ήταν πρώην κομμουνιστές, εντούτοις δεν είχαν γίνει αντικομμουνιστές, όπως λέει ο ίδιος σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στον Χρήστο Μέμο, η οποία δημοσιεύεται, μαζί με τέσσερα ακόμη συναφή κείμενα και συνεντεύξεις της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα, μεταφρασμένα, όπως και όλα τα υπόλοιπα από τη σύντροφο του φιλοσόφου, Κατερίνα Δασκαλάκη.
Γιώργος Φουρτούνης, Απορίες του (μετα)δομισμού, Εκτός Γραμμής
Κείμενα γραμμένα σε μια περίοδο τριών δεκαετιών, στα οποία αποτυπώνονται τα στάδια ενός προγράμματος έρευνας του συγγραφέα, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με αντικείμενο το θεωρητικό ρεύμα που ονομάστηκε δομισμός και, στη διαδρομή του στο αμερικανικό ακαδημαϊκό περιβάλλον, μεταδομισμός, περιλαμβάνονται στον ανά χείρας τόμο. Ο συγγραφέας επιλέγει να ορίσει το ρεύμα στο οποίο επικεντρώνεται ως (μετα)δομισμό, καθώς αυτό συνυφαίνεται με την κριτική προς τον κλασικό στρουκτουραλισμό ως προς την κλειστότητα της έννοιας της δομής. Τα οκτώ κείμενα που περιλαμβάνονται στον τόμο, παρά τον αυτοτελή χαρακτήρα τους, συγκροτούν μια ενιαία θεωρητική προβληματική, η οποία περιστρέφεται, κατά κύριο λόγο, γύρω από πτυχές του έργου του Λουί Αλτουσέρ –τον καταλυτικό ρόλο του οποίου στην καμπή του (μετα)δομισμού αναδεικνύει εκτενώς– και του Ζακ Ντερριντά, αλλά και των Ζιλ Ντελέζ, Ζακ Λακάν, Μισέλ Φουκώ, Τζούντι Μπάτλερ, Ετιέν Μπαλιμπάρ, Αλαίν Μπαντιού, Γουόρεν Μόνταγκ και Ζαν-Αλαίν Μιλέρ. Ο συγγραφέας εντοπίζει κρίσιμες θεωρητικές απορίες στην πραγμάτευση κομβικών εννοιών, κοινών σε όλους αυτούς τους θεωρητικούς, όπως η δομή ή το υποκείμενο, αλλά και στις έννοιες της δομικής αιτιότητας, του αστάθμητου, της ιδεολογίας, της επιστημολογικής τομής κ.λπ. Έχοντας ως αρωγό τη φιλοσοφία του Σπινόζα και την έννοια της εμμένειας που διατύπωσε αυτός, και εκκινώντας από τη θεωρητική συμβολή του Αλτουσέρ, ανιχνεύει τα απορητικά σημεία, τις εντάσεις και τις αντιφάσεις των κειμένων που αναλύει, αναπτύσσοντας ορισμένα σημεία και απορρίπτοντας άλλα, και παρουσιάζει ένα πρωτότυπο εγχείρημα ανανέωσης του (μετα)δομισμού, επικαιροποιώντας ορισμένες από τις πιο κρίσιμες αναζητήσεις της ριζοσπαστικής θεωρίας.
Chris Lorenz, Δυναμικές των παρελθόντων, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών
Από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα, οι ιστορικοί και οι θεωρητικοί της ιστοριογραφίας άρχισαν με όλο και μεγαλύτερη ένταση να εστιάζουν στον ρόλο που το παρόν, αλλά και το μέλλον, διαδραματίζουν στην εξέταση του παρελθόντος, επισημαίνοντας ότι ο χρόνος, αλλά και ο χώρος, δεν λειτουργούν απλώς ως ουδέτερα πλαίσια μέσα στα οποία τοποθετούνται τα ιστορικά γεγονότα, αλλά αποτελούν στοιχεία της ίδιας της ιστορικής πρακτικής. Κεντρική έννοια, σε αυτή την έρευνα, αποτελεί, όπως είναι φυσικό, ο χρόνος: στους προβληματισμούς τους, οι ιστορικοί και οι θεωρητικοί αυτοί απορρίπτουν τη νεωτερική αντίληψη του χρόνου ως γραμμικού, μονόδρομου και μη αναστρέψιμου, θεωρώντας το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον ως κινούμενα σημεία πάνω σε μια ευθεία γραμμή. Αφετηρία γι’ αυτούς τους προβληματισμούς υπήρξαν οι επεξεργασίες του Ράινχαρντ Κοζέλεκ για την πληθυντικότητα των χρονοεπιπέδων, όπου «το» παρελθόν, «το» παρόν και «το» μέλλον υπάρχουν μόνο στον πληθυντικό, αλλά και εκείνες του Φρανσουά Αρτόγκ, που εισήγαγε την έννοια των «καθεστώτων ιστορικότητας», καθώς και η θέση του Ντερριντά ότι τα όρια μεταξύ παρελθόντος και παρόντος είναι πάντοτε διαπερατά και ασταθή, διότι το παρελθόν δεν παρέρχεται ποτέ πλήρως. Στα τρία κείμενα που συγκεντρώνονται στον ανά χείρας τόμο, τα οποία μετέφρασε στα ελληνικά ο Γιάννης Βογιατζής, ο συγγραφέας, καθηγητής θεωρίας της ιστορίας και ιστορικής κουλτούρας, επιχειρεί να αναλύσει, θεωρητικά, αλλά και ιστοριογραφικά, αυτή τη μεταβολή των χρονικών –αλλά και χωρικών– πλαισίων των ιστορικών, μετά το 1990, συνδέοντας αυτή τη στροφή με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την άνοδο της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού. Ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην έννοια των «πολλαπλών χρονικοτήτων», την ταυτόχρονη παρουσία διαφορετικών τρόπων οργάνωσης και εμπειρίας του χρόνου μέσα στην ιστορική αφήγηση, ενώ παράλληλα εξετάζεται η σχέση ανάμεσα στον χρόνο και τον χώρο, καθώς και ο ρόλος της περιοδολόγησης στη διαμόρφωση ιστορικών περιόδων και ορίων. Έτσι, τα κείμενα αυτά αποτελούν, όπως σημειώνει στην εισαγωγή της η ιστορικός Καίτη Πάπαρη, προτροπή για μια νέα φιλοσοφία της ιστορίας, που αναγνωρίζει τη ρευστότητα και το απρόβλεπτο ως θεμελιώδη χαρακτηριστικά της ιστορικής εμπειρίας.
Θόδωρος Σκυλακάκης, Τεχνητή νοημοσύνη: Η εκτόπιση της εργασίας, Καστανιώτης
Η ανθρωπότητα απελευθέρωσε το τζίνι από το λυχνάρι· ένα τζίνι απίστευτα ισχυρό, που βρίσκεται στα πρώτα του βήματα. Έτσι παρομοιάζει την τεχνητή νοημοσύνη ο συγγραφέας, οικονομολόγος και πρώην υπουργός της Ν.Δ., αντιμετωπίζοντας τις κοσμογονικές εξελίξεις που επιφέρει με ενθουσιασμό για τις τεράστιες δυνατότητες που προσφέρει, ανάμεικτο με ανησυχία για τους κινδύνους και τις ανατροπές που επιφυλάσσει για την οικονομία, την οργάνωση των κοινωνιών μας και, τελικά, τις ζωές όλων μας. Με το βιβλίο του αυτό επιχειρεί να κάνει κατανοητά για τον αναγνώστη τα βασικά τεχνολογικά χαρακτηριστικά της τεχνητής νοημοσύνης, να σκιαγραφήσει τις κυριότερες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις της και να προτείνει λύσεις για την προστασία των κοινωνιών και των δημοκρατιών μας. Έτσι, στο πρώτο μέρος εξηγεί τι είναι και πώς λειτουργούν τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα, την ταχύτητα με την οποία προοδεύουν, τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν στην εξέλιξή τους, αλλά και ποιες άλλες μορφές τεχνητής νοημοσύνης αναδύονται. Στη συνέχεια εξετάζει τις μακροοικονομικές, μικροοικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις της τεχνολογικής επανάστασης, που το κυριότερο χαρακτηριστικό της είναι η μαζική υποκατάσταση της ανθρώπινης εργασίας, η οποία ενέχει ποικίλους κινδύνους σε σχέση με την ανισότητα, την κοινωνική συνοχή και τους δημοκρατικούς θεσμούς. Τέλος, προτείνει συγκεκριμένες πολιτικές, άμεσες και μακροπρόθεσμες, προκειμένου να προστατευθούν οι δημοκρατικοί θεσμοί και οι ατομικές ελευθερίες, ανάμεσα στις οποίες συναντά κανείς το «καθολικό βασικό κεφάλαιο» (αντί για εισόδημα), αλλά και διόλου «νεοφιλελεύθερα» μέτρα, όπως η φορολόγηση του ακραίου πλούτου ή η θέσπιση δασμών για εισαγωγές υπηρεσιών που παρέχονται μέσω τεχνητής νοημοσύνης. Η μελέτη ολοκληρώνεται με μια αναφορά στον ρόλο της δημοκρατίας προκειμένου η τεχνολογική αυτή επανάσταση να μην καταλήξει σε απόλυτη δυστοπία, καθώς και στο πώς πρέπει να μεθοδεύσουμε τις προσπάθειες ώστε η τεχνητή νοημοσύνη να μην αποκτήσει ατομικά κίνητρα και συνείδηση, στην πορεία της επίτευξης του στόχου της Γενικής Τεχνητής Νοημοσύνης.
Κώστας Γαβρόγλου, Ψηφιακότητα και πανεπιστήμια, Ασίνη
Όψεις ενός νέου καθεστώτος, όπως διευκρινίζει και ο υπότιτλος, επιχειρεί να αναδείξει και να συζητήσει στο σύντομο αυτό δοκίμιο ο ομότιμος καθηγητής ιστορίας των επιστημών και πρώην υπουργός Παιδείας. Και αυτό το καθεστώς δεν είναι άλλο από την ψηφιακή συνθήκη, η οποία διαπερνά και ρυθμίζει πλέον κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας, χαρακτηριστικό της οποίας είναι η καθολικότητα, η οποία υπερβαίνει τις καθ’ έκαστον εκδηλώσεις της, όπως, π.χ., η τεχνητή νοημοσύνη – ακριβώς όπως η βιομηχανική επανάσταση υπερέβαινε τις επιμέρους εφαρμογές της. Η νέα αυτή συνθήκη επαναπροσδιορίζει τα πάντα και, μέσα στη ρευστότητά της, διαμορφώνει ορισμένα νέα χαρακτηριστικά, τα οποία μετασχηματίζουν εκ βάθρων τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, καθώς και τα γνωστικά πεδία που θεραπεύουν, συνεπώς την παραγωγή νέας γνώσης. Ο συγγραφέας δεν βιάζεται να σημάνει συναγερμό για το «τέλος του πανεπιστημίου»· επισημαίνει ότι αυτός ο μακραίωνος θεσμός επιβίωσε τόσους αιώνες χάρη στην προσαρμογή του στους εκάστοτε βαθείς μετασχηματισμούς των κοινωνιών και διαμορφώθηκε μέσα από διαρκείς ρήξεις, αλλά και συνέχειες με το παρελθόν. Εκκινώντας από τους προβληματισμούς –και τις αμηχανίες– σχετικά με τις νέες τεχνολογίες στο πλαίσιο της αριστεράς, ο συγγραφέας, αρχικά, επιχειρεί να σκιαγραφήσει το νέο καθεστώς της ψηφιακότητας και τους μετασχηματισμούς που πυροδοτεί, επισημαίνοντας ότι μια στενά αμυντική αντιμετώπιση, που απλώς επιδιώκει την ελαχιστοποίηση των αρνητικών συνεπειών και τη μεγιστοποίηση των ευεργετικών, είναι αδιέξοδη. Στη συνέχεια, εξετάζει τους μετασχηματισμούς που συντελούνται στα πανεπιστήμια και το νέο οικοσύστημα που διαμορφώνεται, με τις μεταλλάξεις του έντυπου λόγου, τις μεταμορφώσεις της διδασκαλίας, τις νέες πραγματικότητες που δημιουργεί η εμφάνιση των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (ChatGPT κ.ά.), τις αναπροσαρμογές στις διαδικασίες παραγωγής νέας γνώσης, τη χρηματοδότηση της έρευνας, την υπονόμευση της ελευθερίας της έκφρασης κ.λπ. Ο συγγραφέας επιδιώκει να σκιαγραφήσει τα προβλήματα, όχι να προτείνει λύσεις ή διεξόδους, καθώς γνωρίζει καλά πως «η πραγματικότητα που διαμορφώνεται αγνοεί παντελώς αυτές τις προτάσεις», όσο χρήσιμες κι αν είναι.
Γκ. Μαγγίνη – Ν. Ψαρρός (επιμ.), Έθνος-κράτος, συλλογική ταυτότητα και επετειακή μνήμη, Επίκεντρο
Στον απόηχο της επετείου των 200 χρόνων από τη γενεσιουργό «στιγμή» του νεοελληνικού έθνους-κράτους, ο ανά χείρας τόμος συγκεντρώνει έξι φιλοσοφικά μελετήματα για την Ελληνική Επανάσταση, που αναπτύχθηκαν αρχικά στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με κεντρικό άξονα, αφενός, τη γένεση του κράτους και τη διαμόρφωση της νεοελληνικής εθνικής ταυτότητας και, αφετέρου, τη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης, με επιστημολογικούς, ανθρωπολογικούς και ηθικοπολιτικούς όρους. Στο πρώτο μέρος, τα κείμενα του Κωνσταντίνου Ράντη («Κράτος και αστική κοινωνία στη Νεωτερικότητα. Για μια πολιτικοοικονομική θεωρία της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους») και του Στέφανου Δημητρίου («Το ιδρυτικό γεγονός της Ελληνικής Πολιτείας: Δημοκρατικά-ρεπουμπλικανικά και φιλελεύθερα γνωρίσματα της επαναστατικής ιδεολογίας του 1821») συνομιλούν, χωρίς πάντοτε να συμφωνούν, διερευνώντας τις οικονομικές, κοινωνικές και φιλοσοφικές παραμέτρους που επέτρεψαν την ίδρυση και επιβίωση του νεοελληνικού κράτους και την υιοθέτηση του πολιτικού συστήματος του αντιπροσωπευτικού κοινοβουλευτισμού. Στη συνέχεια, ο Γιάννης Πρελορέντζος («Μια διαφορετική προσέγγιση του έθνους και της ιστορικής συνείδησης: οι φιλοσοφικές αντιλήψεις του Henri Bergson για την εθνική ταυτότητα») περιγράφει την ιδιοσυγκρασιακή περί έθνους θεωρία του του γάλλου φιλοσόφου Ανρί Μπερξόν, ενώ ο Κωνσταντίνος Ηροδότου («Το “χαμόγελο του Βολταίρου”: Αδαμάντιος Κοραής και θεωρίες συνωμοσίας») παρουσιάζει την κριτική που ασκήθηκε στον Αδαμάντιο Κοραή από τον θεολόγο πρωτοπρεσβύτερο Ιωάννη Ρωμανίδη, μια γραφική θεωρία συνομωσίας σχετικά με τα αίτια που οδήγησαν στον «φράγκικο» (δυτικό) χαρακτήρα του νεοελληνικού κράτους. Τέλος, οι Άγγελος Μουζακίτης («Ο Paul Ricoeur για τη συλλογική μνήμη και τη συλλογική ταυτότητα: Σύντομο μελέτημα με αφορμή την Ελληνική Επανάσταση») και Γιώργος Σαγκριώτης («Μνήμη, επανάληψη και επεξεργασία του ιστορικού παρελθόντος. Σκέψεις με αφορμή την Ελληνική Επανάσταση») αναλύουν την έννοια της συλλογικής μνήμης και τη σχέση του παρόντος με το παρελθόν, ο μεν σε διάλογο με την τυπολογία τόσο των χρήσεων όσο και, κυρίως, των καταχρήσεων της μνήμης που επεξεργάστηκε ο Ρικέρ, ο δε, ακολουθώντας τον Νίτσε, υποστηρίζοντας τη χειραφέτηση από την ιστορική κληρονομιά διά της αποποίησής της.
Σωτήρης Ριζάς, Ο Ξ. Ζολώτας και η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας, Τράπεζα της Ελλάδος
Απαλλαγμένοι προ πολλού από την αντίληψη ότι την ιστορία δημιουργούν οι «μεγάλες προσωπικότητες», οι ιστορικοί μπορούν με μεγαλύτερη άνεση να εκτιμήσουν το βάρος των επιλογών ορισμένων προσώπων στη διαμόρφωση των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων. Ένα τέτοιο πρόσωπο υπήρξε ο Ξενοφών Ζολώτας (1904-2004), με παρουσία στη δημόσια ζωή καθ’ όλο τον «σύντομο» 20ό αιώνα, από τη θέση του ακαδημαϊκού δασκάλου, του ανώτατου τραπεζικού στελέχους και, τέλος, του πρωθυπουργού. Σε αυτή τη διαδρομή εστιάζει τη βιογράφησή του ο ιστορικός Σωτήρης Ριζάς, στο βιβλίο που εξέδωσε το Κέντρο Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης της Τράπεζας της Ελλάδος. Η βιογραφική αφήγηση, αφού αναφερθεί στο ακαδημαϊκό και συγγραφικό έργο του Ζολώτα, εστιάζει στην ολιγόμηνη θητεία του ως συνδιοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, μαζί με τον Κυριάκο Βαρβαρέσο (1944-1945) και ως μέλους της πανίσχυρης Νομισματικής Επιτροπής (1951-1954). Εδώ ο συγγραφέας εξετάζει τη διαμόρφωση της ολοκληρωμένης και τεκμηριωμένης, πλέον, αντίληψης του Ζολώτα για το οικονομικό πρόβλημα της χώρας, στην οποία προσαρμόζεται η διαμορφωμένη ήδη από τον Μεσοπόλεμο θέση του υπέρ μιας στρατηγικής εκβιομηχάνισης της Ελλάδας – θέση η οποία τον είχε φέρεις σε αντιπαράθεση με τον Βαρβαρέσο την περίοδο της συνδιοίκησής τους στην Τράπεζα. Στη συνέχεια, εξετάζει τη θητεία του ως (μόνου) διοικητή στην Τράπεζα της Ελλάδος, από το 1955 έως το 1981, διάστημα το οποίο διακόπηκε, βέβαια, κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία το πρόταγμα της εκβιομηχάνισης δείχνει να επαληθεύεται, στην περίοδο της ανασυγκρότησης, για να διαψευστεί οικτρά κατά τη δεκαετία του 1970 και του 1980, όταν η ελληνική βιομηχανία δεν έδειξε να διαθέτει δυνάμεις για να επιβιώσει. Η βιογραφία ολοκληρώνεται με την ολιγόμηνη πρωθυπουργία Ζολώτα επικεφαλής της οικουμενικής κυβέρνησης του 1989-1990, και τη συγκρότηση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων, υπό τον καθηγητή Άγγελο Αγγελόπουλο, που εκπόνησε μια ολοκληρωμένη πρόταση οικονομικής πολιτικής, με την οποία η χώρα πορεύτηκε προς την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση. Ακολουθώντας την πορεία ζωής του Ζολώτα, ο ιστορικός προσεγγίζει το ελληνικό αναπτυξιακό πρόβλημα μέσα από την οπτική του και εντάσσει τις απόψεις του στη δημόσια συζήτηση και στις διαδικασίες διαμόρφωσης της οικονομικής πολιτικής κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα.
Τασούλα Βερβενιώτη, Οι μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού (1946-1949), Κουκκίδα
Η ταύτιση των γυναικών με την ειρήνη και των ανδρών με τον πόλεμο δεν είναι παρά ένα ακόμη στερεότυπο, που περιορίζει το γυναικείο φύλο στα στενά όρια της βιολογικής προκατάληψης. Αντιθέτως, οι γυναίκες δεν είναι απλώς θύματα των πολέμων αλλά συμμετέχουν ενεργά σε αυτούς από διάφορες θέσεις, ένοπλες ή μη, και μέσα από τη συμμετοχή τους αυτή καθίστανται φορείς αλλαγής –των ίδιων αλλά και της κοινωνίας γύρω τους– όπως έχει δείξει επανειλημμένα και με τις προηγούμενες δουλειές της η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη (Η γυναίκα της Αντίστασης: Η είσοδος των γυναικών στην πολιτική, Κουκκίδα 2013). Συνεχίζοντας την έρευνά της, στον ανά χείρας τόμο μελετά τη συμμετοχή των γυναικών στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (1946-1949), στις τάξεις του οποίου, κατά τον τελευταίο χρόνο του εμφυλίου πολέμου, έφτασαν να αποτελούν έως και το 50%, ιδιαίτερα μετά το μέτρο της αναγκαστικής επιστράτευσης νεαρών αγοριών και κοριτσιών στις τάξεις του. Επιδιώκοντας να καταγράψει αυτή τη συμμετοχή ώστε να την κάνει ορατή, καθώς είχε απωθηθεί στη σκιά και τη σιωπή μέχρι και το τέλος του 20ού αιώνα, η συγγραφέας επισημαίνει ότι μέσα από αυτήν οι έμφυλες διχοτομίες θύτη και θύματος περιπλέκονται, ενώ παράλληλα διαμορφώνονται νέες πραγματικότητες και νέες ταυτότητες, που ήλθαν να προστεθούν στις ήδη υπάρχουσες πολλαπλές ταυτότητες, που σχετίζονταν με την καταγωγή, την κοινωνική θέση, την κομματική ένταξη κ.λπ., μέσα από τις οποίες διαμεσολαβούνταν οι σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνονταν μέσα στα τμήματα του ΔΣΕ. Η ιστορικός στην έρευνά της εκμεταλλεύεται ποικίλα αρχειακά τεκμήρια και πλούσια πρωτογενή και δευτερογενή βιβλιογραφία, αλλά και 60 προφορικές συνεντεύξεις – αφηγήσεις ζωής, που πήρε η ίδια τη δεκαετία του 1990 και η ομάδα Συλλογική Μνήμη το 2019-2021, για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ Καινούριος ουρανός: Οι γυναίκες στον ΔΣΕ (2021). Η μελέτη της διαρθρώνεται σε δύο μέρη, όπου, μετά από μια σύντομη ιστορική επισκόπηση, διερευνάται η θέση και ο ρόλος των γυναικών στην Ελεύθερη Ελλάδα, τα εδάφη που είχε υπό τον έλεγχό του ο ΔΣΕ, η έξοδός τους στο βουνό, η εκπαίδευση και η αφομοίωσή τους στον αντάρτικο στρατό, η καθημερινότητα του πολέμου και η κομματική δουλειά στις γυναίκες. Στο δεύτερο μέρος εξετάζονται ζητήματα όπως οι γυναικείες οργανώσεις, η δράση των μαχητριών στα πολεμικά μέτωπα, καθώς και ο ρόλος τους στο υγειονομικό, στην επαγρύπνηση κ.λπ., αλλά και οι ερωτικές σχέσεις στο αντάρτικο, ενώ το ακροτελεύτιο κεφάλαιο μελετά τη μοίρα όσων μετά την ήττα κατέφυγαν στην υπερορία και όσων συνελήφθησαν ή παραδόθηκαν.
Νίκος Σιγάλας, Η ιστορία της Ζώγιας, Άγρα
Ότι ένας ιστορικός μπορεί να ιστορικοποιήσει και να αφηγηθεί την ιστορία της οικογένειάς του το έχει δείξει, με τον καλύτερο τρόπο, ο Μαρκ Μαζάουερ, μιλώντας για τον πατέρα του, στο Όσα δεν είπες (Άγρα, 2017). Ακολουθώντας παρόμοια μονοπάτια, ο Νίκος Σιγάλας σκιαγραφεί σε αδρές γραμμές την πορεία της γιαγιάς του, της Ζώγιας Μητροφάνεβνα Φαλτσένκο, από τη Σεβαστούπολη, όπου γεννήθηκε τη χρονιά της Ρωσικής Επανάστασης, μέσω Κωνσταντινούπολης, Σμύρνης και Πειραιά, στο Δουργούτι, όπου και εγκαταστάθηκε πρόσφυγας, μένοντας ανιθαγενής και ελεύθερη για όλη την υπόλοιπη ζωή της, που συμπίπτει με τον ρωσικό (αλλά και τον ελληνικό) «σύντομο εικοστό αιώνα». Κόρη μικροεφοπλιστή εμπόρου, «έμαθε να περπατάει πάνω σ’ ένα καράβι», όπως το θέλει ο υπότιτλος, στις διαρκείς μετακινήσεις της οικογένειάς της, που ακολούθησε μέχρι τέλους τις τύχες των αντεπαναστατικών στρατευμάτων των Λευκών. Γυναίκα όμορφη και ελεύθερη, θα αποκτήσει μια κόρη εκτός γάμου, δημιουργώντας μια οικογένεια που αποτελούσαν αποκλειστικά γυναίκες: η μητέρα Ζένια, η Ζώγια και η κόρη της Λιάλια, την οποία ο συγγραφέας αφηγείται, ανασύροντας ψηφίδες δυσανάγνωστων και κάποτε δυσερμήνευτων τεκμηρίων: επιστολές, σημειώματα, φωτογραφίες… Η έρευνά του αυτή συγκροτεί μία επιπλέον αφηγηματική γραμμή, που εντάσσεται οργανικά σε αυτές που αφορούν το προσφυγικό ρεύμα από την επαναστατική Ρωσία και την προσφυγική εγκατάσταση στην Αθήνα, εκθέτοντας στα μάτια του αναγνώστη τις δυσκολίες της έρευνας απέναντι στις (ηθελημένες ή μη) σιωπές, τα κενά και τα λάθη της μνήμης –αλλά και των αρχείων– καθώς και την εμπλοκή, διανοητική και συναισθηματική, του ίδιου του ιστορούντος υποκειμένου στα ιστορούμενα, καταλήγοντας έτσι σε μια σφαιρική, και ταυτόχρονα γοητευτική, αφήγηση.
Emma Goldman, Η τραγωδία της γυναικείας χειραφέτησης, Έρμα
Η γεννημένη στη Ρωσία αναρχική επαναστάτρια Έμμα Γκόλντμαν (1866-1940) κατέχει δικαιωματικά μια θέση στο πάνθεον των ηρωίδων του σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος, καθώς από πολύ νωρίς συνέδεσε άρρηκτα την ανθρώπινη χειραφέτηση, για την οποία αγωνίζονταν οι αναρχικοί, με τη γυναικεία χειραφέτηση, την οποία προωθούσαν οι φεμινίστριες, με τρόπο που οι δύο διακριτοί αγώνες να αλληλοτροφοδοτούνται. Η «κόκκινη Έμμα» βρήκε στις αναρχικές ιδέες το θεωρητικό υπόβαθρο για να συγκροτήσει τον δικό της φεμινισμό, που ήταν περισσότερο ριζοσπαστικός και «ακραίος» από τις μεταρρυθμιστικές διεκδικήσεις που προωθούσαν οι σουφραζέτες, κυρίως τη γυναικεία ψήφο. Η Γκόλντμαν μιλούσε δημόσια για τις μεθόδους αντισύλληψης, κατακεραύνωνε τον καταπιεστικό θεσμό του γάμου, αρνούνταν τα σεξουαλικά στερεότυπα και προπαγάνδιζε τον ελεύθερο έρωτα και την ελεύθερη μητρότητα, επιμένοντας πως η απελευθέρωση των γυναικών είναι έργο αποκλειστικά και μόνο δικό τους. Γι’ αυτό και επέμενε πως η γυναικεία χειραφέτηση, όπως εκλαμβανόταν και εφαρμοζόταν στην πράξη, είχε αποτύχει, καθώς κατέστησε τη γυναίκα ένα τεχνητό πλάσμα, απωθώντας τις εσωτερικές της ικανότητες. Σε αυτό συνίστατο η «τραγωδία» για την οποία κάνει λόγο στο άρθρο της που δίνει και τον τίτλο στον ανά χείρας τόμο, τον οποίο μετέφρασε ο Νίκος Κατσιαούνης, όπου περιλαμβάνονται τα περισσότερα από τα κείμενα που έγραψε σχετικά με τη γυναικεία χειραφέτηση και τον φεμινισμό, με θέματα όπως η αναρχία και το ζήτημα του φύλου, η γυναικεία ψήφος, ο γάμος και η ζήλια, οι κοινωνικές διαστάσεις του ελέγχου των γεννήσεων, το σεξ στη ζωή κ.ά. Στην εισαγωγή της, με τίτλο «Χορεύοντας στην επανάσταση», η συγγραφέας και ακτιβίστρια Alix Kates Shulman τοποθετεί τις απόψεις της Γκόλντμαν σε διάλογο με το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα, με το οποίο βρίσκονται πολύ κοντύτερα.
Τάκης Βιδάλης, Το φρούριο των πολιορκητών, Εύμαρος
Παραπέμποντας στην αναφορά του Καρλ Μαρξ στις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 19ου αιώνα, όπου το εργατικό κίνημα, χρησιμοποιώντας σαν φρούριό του το σύνταγμα, πολιορκούσε την αστική τάξη, ο συγγραφέας, συνταγματολόγος ο ίδιος, εξετάζει το σύνταγμα και τις ιστορίες του, θεωρώντας πως, στα χέρια των πολλών, μπορεί να αποβεί ένα επικίνδυνο, για τις ποικίλες εξουσίες, «όπλο», ένα εργαλείο χειραφέτησης, γι’ αυτό και έχουν κάθε συμφέρον να το προτάσσουν και το επικαλούνται, όπως συνέβη πολλές φορές στη σύγχρονη ιστορία, είτε με το 1-1-4 και τα Ιουλιανά είτε με τις πρόσφατες πάνδημες κινητοποιήσεις για τα Τέμπη. Η δύναμη αυτή του συνταγματικού κειμένου, επισημαίνει ο συγγραφέας, έγκειται στην κανονιστική του φύση: γνωρίζουμε ότι οι πολίτες ούτε πραγματικά ελεύθεροι είναι ούτε ίσοι, όμως «πρέπει να γίνουν», και αυτή η δεοντολογική διάσταση μπορεί να αποβεί απελευθερωτική. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η επιβράδυνση της παγκοσμιοποίησης και η επιστροφή του επίκεντρου της πολιτικής ισχύος σε εθνικό έδαφος ενισχύει αυτή τη διάσταση του συντάγματος, που είχε αποδυναμωθεί εξαιρετικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Στη μελέτη του, που απευθύνεται στο ευρύ κοινό και όχι μόνο στους συναδέλφους του, αφού πρώτα αναφερθεί συνοπτικά στον ελληνικό συνταγματισμό, επικεντρώνεται στο Σύνταγμα του 1975 και στο κύριο χαρακτηριστικό του, την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας. Η ένταξη στην ΕΟΚ/Ε.Ε., η χρεοκοπία και τα μνημόνια, αλλά και η πανδημία και η σημερινή υποχώρηση του κράτους δικαίου αποτελούν αναβαθμούς μιας πορείας μετατροπής του συντάγματος σε εργαλείο στα χέρια των λίγων, συχνά κατά παράκαμψη των κανόνων του. Τέλος, ο συγγραφέας εξετάζει τα μείζονα προβλήματα που προκύπτουν από αυτή την πορεία, όπως είναι η κρίση αντιπροσώπευσης, η κρίση της Δικαιοσύνης, η «ψηφιακή διακυβέρνηση» ως ένα ακόμη αδιαφανές αφήγημα της εξουσίας, ενώ ολοκληρώνεται με τον καταλύτη των Τεμπών, που ανέδειξαν την απαίτηση εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών για δικαιοσύνη.
Βαγγέλης Λαγός, «Ο εμφύλιος πόλεμος βρίσκεται μέσα μας», Μωβ
Συχνά υποστηρίζεται ότι τα συναισθήματα δεν (θα πρέπει να) έχουν θέση στην πολιτική, όπου πρέπει να κυριαρχεί ο «ρεαλισμός» και η «λογική». Θεωρώντας μια τέτοια προσέγγιση νοησιαρχική προκατάληψη, ο συγγραφέας της ανά χείρας μελέτης αναδεικνύει τη χρήση των συναισθημάτων ως εργαλείων της δημόσιας σφαίρας, μέσω των οποίων ερμηνεύονται και νομιμοποιούνται ή ανατρέπονται οι κοινωνικές συνθήκες, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Εκκινώντας από την εμπειρία της περιόδου 2010-2020, επιχειρεί να αναλύσει το πώς αποτυπώθηκαν και αξιοποιήθηκαν πολιτικά τα συναισθήματα που αρθρώθηκαν στον δημόσιο λόγο των φιλελεύθερων υποστηρικτών της λιτότητας (αυτών που αργότερα αποκλήθηκαν «ακροκεντρώοι») κατά τη διάρκεια της κρίσης. Συναισθήματα που χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά για τη διαμόρφωση της ιδεολογικής υποστήριξης προς τα προγράμματα λιτότητας και την αντιμετώπιση όσων αντιδρούσαν σε αυτή την πολιτική. Ειδικότερα, εξετάζεται η χρήση του άγχους και του πανικού στον λόγο των φιλελεύθερων ως δύναμης που τους ώθησε στον εναγκαλισμό της λιτότητας και του πολιτικού αυταρχισμού· η συμβολή της ντροπής και της συλλογικής ενοχής στη διάχυση στον δημόσιο χώρο μιας κουλτούρας της κρίσης, με στόχο την απονομιμοποίηση των αντιδράσεων στις πολιτικές των μνημονίων· η σύνδεση της αποστροφής προς τον λαό με την, κατεξοχήν εκσυγχρονιστική, θεωρία του «πολιτισμικού δυισμού». Ακόμη, ο συγγραφέας εξετάζει την επιχειρούμενη διατύπωση μιας ελπιδοφόρας φιλελεύθερης αφήγησης για τα μνημόνια ως «τελευταία ευκαιρία» για τον εξευρωπαϊσμό της χώρας και τη συναφή οργή για τις λαϊκές διαμαρτυρίες, που μετατρέπεται σε κοινωνικό μίσος και προσλαμβάνεται ως σύγκρουση «δύο Ελλάδων». Στη συνέχεια, διερευνά τα κοινά συναισθηματικά χαρακτηριστικά του φιλελεύθερου και του ακροδεξιού δημόσιου λόγου και πραγματεύεται ερμηνευτικά τη χρήση της συναισθηματικής κουλτούρας του φιλελεύθερου λόγου, εστιάζοντας στην πολιτική χρήση των συναισθημάτων στον κοινωνικοπολιτικό ανταγωνισμό. Καταλήγοντας, επισημαίνει ότι το «ακραίο κέντρο» αποκρυσταλλώθηκε ακριβώς στο σημείο σύμπτωσης φιλελεύθερης και ακροδεξιάς ιδεολογίας και συναισθηματικής κουλτούρας.
Marshall Sahlins, Μαγεμένο σύμπαν, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
Ένα θλιβερό «προνόμιο» χαρακτηρίζει τον ανά χείρας τόμο, καθώς αποτελεί το τελευταίο έργο που πρόλαβε να ολοκληρώσει ο σπουδαίος ανθρωπολόγος Μάρσαλ Σάλινς (1930-2021) και, ταυτόχρονα, τη στερνή μετάφραση του, επίσης σπουδαίου, Νίκου Κούρκουλου (1960-2024). Πρώτο μέρος μιας σχεδιαζόμενης τριλογίας, που σκοπό της θα είχε «να επαναστατικοποιήσει μια παρωχημένη ανθρωπολογία», φέρει τον υπότιτλο Μια ανθρωπολογία για το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, θέτει το εθνογραφικό σκηνικό και τα οντολογικά διακυβεύματα, ενώ τα άλλα δύο θα κάλυπταν τη Μαγεμένη οικονομία και την Κοσμική πολιτική. Ο ανθρωπολόγος αποστρέφει το ερευνητικό του βλέμμα από τον νεωτερικό κόσμο της απομάγευσης, για να εστιάσει στους πολιτισμούς εκείνους που χαρακτηρίζονται από την εμμενή παρουσία της θεότητας στην ανθρώπινη δραστηριότητα – σε αυτούς τους λαούς που δεν ξεκινούν τίποτε αν δεν πουν πρώτα τα ξόρκια, όπως γράφει χαρακτηριστικά. Στην πραγμάτευσή του προσπαθεί συστηματικά να ξετυλίξει τις πολιτισμικές πρακτικές των λαών που μελετά χρησιμοποιώντας τη δική τους λογική, ασκώντας παράλληλα κριτική σε ένα μεγάλο μέρος της κοινά αποδεκτής εθνολογίας, που συχνά μετατρέπει τον δικό τους πολιτισμό σε μια πλασματική αναπαράσταση του δικού μας. Ο συγγραφέας ταξιδεύει έτσι τον αναγνώστη του από τον Αρκτικό Κύκλο και τους Ινουίτ μέχρι τον Ειρηνικό Ωκεανό και τον νησιωτικό λαό των Τικοπιανών, και από την ανατολική Αφρική των Ντίνκα στον Αμαζόνιο των Αραουετέ, σε μια «λίγο-πολύ πειθαρχημένη προσπάθεια» για γενίκευση, δείχνοντας ότι ακόμη και οι φαινομενικά αποκλειστικά ανθρώπινες σφαίρες της οικονομίας ή της πολιτικής, για τους «πολιτισμούς της εμμένειας», αναδύονται μέσα από τη διαπραγμάτευση –και την ιδιοποίηση από τους ανθρώπους– των δυνάμεων των θεών. Σαν την κουκουβάγια που φτερουγίζει το σούρουπο, όπως γράφει, ο σπουδαίος ανθρωπολόγος καταλείπει στους μεταγενέστερους ένα έργο που δεν είναι παρά προλεγόμενα σε «μια νέα επιστήμη του μαγεμένου σύμπαντος»…





















