Συζήτηση: Μετάφραση στο εξωτερικό- παιχνιδι για λίγους (του Πολυχρόνη Κουτσάκη)

1
768

του Πολυχρόνη Κουτσάκη

Έχοντας την χαρά και την τραυματική εμπειρία που πάνε πακέτο με κάθε επιτυχημένη προσπάθεια έκδοσης στο εξωτερικό, σκέφτηκα να καταθέσω την σχετική εμπειρία και τις σκέψεις μου πάνω στο θέμα που έχει ανοίξει στον Αναγνώστη σχετικά με την ελληνική πεζογραφία και την πολύ περιορισμένη μετάφρασή της.

Θα εστιάσω κυρίως στην έκδοση στις αγγλόφωνες χώρες, αφού αυτό είναι το κομμάτι που γνωρίζω και θα προσπαθήσω να εξηγήσω το πόσο δύσκολος είναι ο μοναχικός δρόμος προς την έκδοση, ώστε μετά να μιλήσω για το τι νομίζω πως πρέπει να γίνει.

Το 2017 και το 2018 λοιπόν εκδόθηκαν ταυτόχρονα σε Αγγλία, ΗΠΑ και Αυστραλία τα δύο πρώτα βιβλία μου της αστυνομικής σειράς με ήρωα τον Στράτο Γαζή, το «Αθηναϊκό Μπλουζ» και το «Baby Blue», που στην Ελλάδα κυκλοφορούν από τον Πατάκη. Εκδόθηκαν στο εξωτερικό από τον σχετικά μικρό αλλά σημαντικό για την αστυνομική λογοτεχνία αγγλικό εκδοτικό οίκο Bitter Lemon Press, που εκδίδει σπουδαίους συγγραφείς με παγκόσμια επιτυχία όπως οι Leonardo Padura, Gianrico Carofiglio, Tonino Benacquista, Seicho Matsumoto, Teresa Solana, Anita Nair μεταξύ άλλων.

Η κυκλοφορία των βιβλίων ήταν αποτέλεσμα της μεγαλύτερης προσπάθειας που έχω κάνει για οτιδήποτε στη ζωή μου, μιας προσπάθειας δέκα χρόνων.

Η προσπάθεια ξεκίνησε το 2006, όταν είχα μόλις φθάσει στον Καναδά μετά από 32 χρόνια ζωής στην Ελλάδα και συνειδητοποίησα, διαβάζοντας πολλές σχετικές πηγές, ότι ο μόνος τρόπος για να εκδοθούν τα βιβλία μου από σημαντικό εκδότη ήταν να βρω ατζέντη. Για να βρεις ατζέντη πρέπει να υποβάλεις την δουλειά σου ως εξής: α) να μελετήσεις τους συγγραφείς-πελάτες του συγκεκριμένου ατζέντη και τις προτιμήσεις του ατζέντη σε συγκεκριμένα είδη λογοτεχνίας, πληροφορίες που υπάρχουν συνήθως σε ιστοσελίδες για συγγραφείς, β) να γράψεις μια περίληψη του βιβλίου σου που θα ιντριγκάρει τον ατζέντη, γ) να στείλεις ένα δείγμα περίπου 50 σελίδων από το μυθιστόρημά σου (κάθε ατζέντης έχει διαφορετικές προτιμήσεις για το μέγεθος του δείγματος και αν δεν τις ακολουθήσεις σε απορρίπτει αμέσως γιατί φαίνεσαι ως μη επαγγελματίας στα μάτια του), δ) να έχεις γράψει ένα μυθιστόρημα που όχι μόνο θα αρέσει στον ατζέντη αλλά θα τον κάνει να πιστέψει πως μπορεί να βγάλει χρήματα πουλώντας το, δηλαδή πως υπάρχει «εκεί έξω» ένα μεγάλο κοινό που εν δυνάμει θα ενδιαφερθεί. Αυτά πρέπει να γίνουν για κάθε ατζέντη που προσεγγίζεις, δηλαδή να σπαταλήσεις ώρες μελέτης για κάθε ατζέντη ξεχωριστά.

Αν τα κάνεις όλα αυτά, τότε χρειάζεσαι και κάτι ακόμα: τεράστια υπομονή. Συχνά οι ατζέντηδες απαντούν μετά από έναν, δύο ή παραπάνω μήνες στο δείγμα που έστειλες και μετά από άλλο τόσο ή μεγαλύτερο διάστημα για το πλήρες μυθιστόρημα. Και ξέρεις πως η συντριπτική πιθανότητα μετά από τόση υπομονή είναι να ακούσεις αρνητική απάντηση.

Αν έχεις και υπομονή, χρειάζεσαι και κάτι ακόμα: τύχη. Αφού υπογράψεις με τον ατζέντη να βρεθεί μέσα στον εκδοτικό οίκο ένας επιμελητής (editor) που θα έχει κοινό αισθητικό κριτήριο με τον ατζέντη σου και με σένα και θα πεισθεί ότι το βιβλίο πρέπει να βγει.

Αν έχεις και τύχη χρειάζεσαι και κάτι ακόμα: περισσότερη τύχη. Στην συνάντηση όλων των επιμελητών του εκδοτικού οίκου συζητιούνται όλα τα βιβλία που οι επιμελητές προτείνουν και κάποια βιβλία προχωρούν ενώ άλλα τελικά απορρίπτονται γιατί η πλειοψηφία των επιμελητών δεν πιστεύει σ’ αυτά ή επειδή το οικονομικό κλίμα έχει αλλάξει (π.χ. ένα άλλο βιβλίο μου, οι «Ακροβάτες του χρόνου» πουλήθηκαν από τον ατζέντη μου σε μεγάλο εκδοτικό οίκο στην Ρωσία το 2010, αλλά μου έμεινε μόνο η προκαταβολή – λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης κάποια βιβλία που είχαν αγοραστεί δεν εκδόθηκαν, μεταξύ τους και το δικό μου).

Όλα τα παραπάνω ίσως σας δημιουργούν την απορία ποιες είναι οι πιθανότητες να βρει κάποιος ατζέντη και να εκδοθεί.

Τα πιο μεγάλα ονόματα ατζέντηδων στον αγγλόφωνο χώρο υπολογίζεται ότι δέχονται περίπου έναν στους χίλιους νέους συγγραφείς-πελάτες (κάποιοι υπολογισμοί βγάζουν το ποσοστό ακόμα μικρότερο). Ακόμα και αν υπογράψεις μαζί τους, μπορεί να μην καταφέρουν να πουλήσουν το βιβλίο σου. Οπότε, σου ζητούν να γράψεις το επόμενο. Σαν να σου μιλούν για το απλούστερο πράγμα στον κόσμο. Όταν μάλιστα η γλώσσα στην οποία γράφεις δεν είναι τα αγγλικά οπότε έχεις και να μεταφράσεις ότι θα γράψεις, ο βασικός στόχος σου για κάθε επόμενη μέρα είναι απλώς να καταφέρεις να μην απελπιστείς.

Αν τα παραπάνω μοιάζουν δύσκολα, υπάρχουν και χειρότερα νέα: οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι στον αγγλόφωνο κόσμο έχουν αγοραστεί από πολυεθνικές. Στις πολυεθνικές υπάρχουν για όλους τους υπαλλήλους τα λεγόμενα KPIs (Key Perfomance Indicators), δηλαδή στόχοι. Αν είσαι υπάλληλος και πιάσεις τους στόχους που σου έχουν θέσει, που κατά κανόνα συνδέονται με λεφτά, κρατάς την θέση σου και μπορεί να πάρεις προαγωγή. Αν δεν τους πιάσεις, θα σου δώσουν 1-2 ευκαιρίες ακόμα και αν συνεχίσεις να μην τους πιάνεις, θα απολυθείς. Οπότε, ο επιμελητής σε μεγάλο εκδοτικό οίκο σκέφτεται καταρχάς όταν κάνει οικονομική προσφορά στον ατζέντη για ένα βιβλίο ότι από την επιλογή του παίζεται το ψωμάκι του. Γι’ αυτό παρατηρεί κανείς μια τρομακτική ομοιομορφία σε βιβλία που βγαίνουν π.χ. στην κατηγορία των αστυνομικών ή θρίλερ, γιατί οι περισσότεροι (συγγραφείς, ατζέντηδες, επιμελητές) ξέρουν τι πούλησε πέρυσι και θέλουν να επιζήσουν και φέτος πουλώντας κάτι αντίστοιχο (και οι επιμελητές να έχουν καλή δικαιολογία αν το βιβλίο αποτύχει). Αυτό έχει οδηγήσει στο φαινόμενο που ονομάζεται «θάνατος των συγγραφέων με μεσαίες πωλήσεις». Αν δεν πιστεύουν ότι θα πουλήσεις εξαιρετικά ή αν πιστέψουν πως θα πουλήσεις εξαιρετικά αλλά τελικά δεν συμβεί αυτό, οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι απλώς σε παρατούν και πηγαίνουν στον επόμενο. Η παλιά συνήθεια, να προωθείται ένας συγγραφέας που ξεκινάει με μέτριες πωλήσεις ώσπου να γίνει όνομα, έχει πλέον εξαφανιστεί. Η λογική τους είναι: «γιατί να τρως χρόνο και χρήμα προσπαθώντας να αναδείξεις έναν άγνωστο καινούργιο συγγραφέα, αντί να αφιερώνεις την ενέργειά σου για να πουλήσει ενάμισι εκατομμύριο αντίτυπα κάποιος που ήδη πουλάει ένα εκατομμύριο;».

Η έκδοση στον αγγλόφωνο κόσμο γίνεται όλο και περισσότερο παιχνίδι για λίγους.

Μέχρι να εκδοθούν τα βιβλία μου είχα λάβει, ως Έλληνας συγγραφέας που τοποθετεί την δράση των βιβλίων του στην Ελλάδα, πάνω από 150 απορρίψεις από ατζέντηδες στην Αμερική και στον Καναδά. Άλλοι δεν γούσταραν το πώς έγραφα και άλλοι μου εξήγησαν πως τους άρεσε πολύ ένα παλιότερο βιβλίο μου αλλά δεν πίστευαν πως θα πουλούσε καλά. Όταν βρήκα επιτέλους γνωστή ατζέντη στον Καναδά εκείνη δεν κατάφερε να πουλήσει ένα βιβλίο μου στους πρώτους πέντε μεγάλους εκδότες που δοκίμασε και αμέσως σταμάτησε να ασχολείται μαζί μου. Χάρη σε μια εξαιρετική έμπνευση έγραψα στα τέλη του 2008 σε έναν ατζέντη στην Αγγλία που θαύμαζα πολύ την δουλειά του, εξηγώντας του ότι θα επέστρεφα πολύ σύντομα στην Ευρώπη, και δέχτηκε να διαβάσει το πρώτο βιβλίο του Στράτου Γαζή που μόλις είχα ολοκληρώσει. Του πήρε 7,5 χρόνια για να πουλήσει τα βιβλία μου. Όταν πια ήρθαν οι κριτικές από Αμερική, Αγγλία και Αυστραλία, σχεδόν όλες πέραν πάσης φαντασίας, π.χ. https://www.publishersweekly.com/978-1-908524-91-1 αλλά και μία από έναν συγγραφέα που έθαψε ανελέητα το Βaby Blue (https://www.nyjournalofbooks.com/book-review/baby-blue) δεν ένιωθα ούτε τεράστια χαρά, ούτε οργή, αντίστοιχα. Ένιωθα μια τεράστια κόπωση.

Εξήγησα όλα τα παραπάνω για να πω ότι ο λόγος που είναι πολύ δύσκολο να εκδοθεί ένας Έλληνας συγγραφέας στον αγγλόφωνο κόσμο είναι ότι, πολύ απλά, είναι πολύ δύσκολο να εκδοθεί οποιοσδήποτε σήμερα στον αγγλόφωνο κόσμο (αναφέρομαι φυσικά στον κλασικό τρόπο έκδοσης, όχι στο self-publishing που είναι θέμα άλλης συζήτησης).

Αν προσθέσουμε λοιπόν στην υπάρχουσα μεγάλη δυσκολία τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κουλτούρας (πολλά από όσα μας συμβαίνουν είναι δύσκολα κατανοητά σε ξένους αναγνώστες) και το ότι ελάχιστοι Έλληνες συγγραφείς γνωρίζουν τόσο καλά αγγλικά ώστε να μεταφράζουν μόνοι τους τα βιβλία τους ή είναι ευκατάστατοι ώστε να τα δίνουν σε μεταφραστές, η περιορισμένη μετάφραση των βιβλίων μας μοιάζει λογική.

Επίσης είναι πολύ σημαντικό να αποφασίσουμε τι εννοούμε όταν μιλάμε για μετάφρασή μας στο εξωτερικό. Αν μιλάμε για εκδόσεις λίγων εκατοντάδων αντιτύπων, τότε αυτό είναι μεν τιμητικό αλλά δεν νομίζω πως μπορεί να είναι το ζητούμενο. Πρέπει να βρούμε τρόπο να αιχμαλωτίσουμε με τις ιστορίες μας τα μυαλά εκατομμυρίων ανθρώπων. Αν συμφωνούμε πως υπάρχει το ταλέντο για να γίνει αυτό στην Ελλάδα, τότε πρέπει να μηχανευτούμε τον τρόπο για να το πετύχουμε.

Ποιος μπορεί να είναι αυτός; Πρέπει να κοιτάξουμε στα μάτια τον κόσμο του βιβλίου όπως είναι σήμερα. Συμφωνώ με τον Κώστα Καλφόπουλο που μίλησε στο δικό του κείμενο για ατζέντηδες, έμπειρα στελέχη σε μάνατζμεντ και οργάνωση από το ΥΠΠΟ. Όμως εκείνος αναφέρθηκε σε Έλληνες ατζέντηδες. Όταν μιλάμε για ατζέντηδες θεωρώ πως πρέπει να μιλάμε κυρίως για ξένους, οι οποίοι ιδανικά θα μπορέσουν να συνεργαστούν και με τους Έλληνες.

Τι θα έκανα εγώ, αν ήμουν στο ΥΠΠΟ και είχα ισχυρή βούληση (άρα και χρήμα να ξοδέψω) για να δημιουργήσω παγκόσμια ελληνική λογοτεχνική «μόδα»;

  • Θα επέλεγα όσους Έλληνες συγγραφείς έχουν είτε μεγάλες βραβεύσεις είτε μεγάλες πωλήσεις. Θα τους εξηγούσα πως μπορεί να χρειαζόταν να κάνουν αλλαγές στα βιβλία τους που έχουν ήδη εκδοθεί, πως θα έπρεπε να τα ξαναδουλέψουν συχνά από την αρχή με φοβερά απαιτητικούς επιμελητές στο εξωτερικό. Όσοι συμφωνούσαν, θα περνούσαν στο επόμενο στάδιο. Δεν σημαίνει αυτό πως οι υπόλοιποι υστερούν σε κάτι. Δεν είναι επιλήψιμο να θεωρείς πως όταν ολοκληρώνεις το βιβλίο σου δεν πρέπει να αλλάξει κιχ γιατί αυτό είναι το όραμά σου. Αλλά δεν μπορείς και να περιμένεις ότι ο πλανήτης περίμενε μερικές χιλιάδες χρόνια για να υποδεχτεί με δέος την μοναδική σου μεγαλοφυΐα.
  • Χωρίς μεγάλους ατζέντηδες που θα υποστηρίζουν τα βιβλία, δουλειά δεν γίνεται. Οι ατζέντηδες χωρίζονται σε κάποιους με πιο καλλιτεχνική φλέβα και άλλους που ενδιαφέρονται μόνο για το χρήμα, αλλά όλοι ανεξαιρέτως περιμένουν να ζήσουν από αυτή την δουλειά. Οπότε, αν ήθελα ως ΥΠΠΟ να προωθήσω Έλληνες συγγραφείς, θα δέσμευα (πληρώνοντας φυσικά) ένα ποσοστό του χρόνου κάποιων μεγάλων ατζέντηδων ώστε να συνεργαστούν με τους επιλεγμένους Έλληνες συγγραφείς και κατάλληλους μεταφραστές για να ετοιμάσουν τα βιβλία προς πώληση στους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους στο εξωτερικό.
  • Θα έβρισκα και μεγάλους opinion leaders (καλλιτέχνες, bloggers, Instagrammers, Tik-Tokers – ναι, Tik-tokers, το ευρύ κοινό είναι που μας ενδιαφέρει) που θα ήταν διατεθειμένοι είτε από αγάπη για την Ελλάδα είτε για χρήματα να προωθήσουν τα βιβλία που θα εκδοθούν.
  • Θα έδινα χρήματα για να φτιαχτούν 3-4 τηλεοπτικές σειρές- υπερπαραγωγές, με καθοδήγηση από πλατφόρμες του εξωτερικού (π.χ. Τεντ Σαράντος, Netflix) βασισμένες σε βιβλία Ελλήνων συγγραφέων. Τα βιβλία θα τα επέλεγε η πλατφόρμα. Όσα βιβλία μετατρέπονται σε σειρές βλέπουν τις πωλήσεις τους να εκτινάσσονται.

Μέχρι να συμβούν αυτά, ο μοναχικός δρόμος για έκδοση στο εξωτερικό θα είναι και ο μόνος δρόμος. Καλή μας δύναμη.

Προηγούμενο άρθροΠραγματικοί αυτόχειρες στην κόψη του θεάτρου, της ποίησης και της ιστορίας (της Καίτης Διαμαντάκου)
Επόμενο άρθροΗ Άνδρος των άλλων (του Δημήτρη Δημητρόπουλου)

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Είναι τεράστια η συζήτηση. Πολλά συγχαρητήρια στον Πολυχρόνη Κουτσάκη, αλλά το επίτευγμά του είναι ένα άθλος που ελάχιστοι συγγραφείς θα μπορούσαν να υποστηρίξουν πραγματικά. Ίσως δεν είναι τυχαίο που και ο ίδιος ζούσε σε αγγλόφωνη χώρα την εποχή που το επιχείρησε.

    Το να αποπειραθεί κάποιος να πλοηγηθεί κατά μόνας στον κόσμο των Αγγλόφωνων ατζέντηδων με έδρα την Ελλάδα, αντιστοιχεί σε πιθανότητες επιτυχίας κάτω του 1/1000 – κι αυτό μόνο στην περίπτωση που τα αγγλικά του είναι τέλεια, που είναι δίγλωσσος στην ουσία κι επίσης φοβερά εξοικιωμένος με το διεθνές zeitgeist. Επίσης, σημαντικό: Σε περίπτωση που τα καταφέρει, αυτό δεν θα αφορά πλέον στην Ελληνική λογοτεχνία, αλλά στην Αγγλόφωνη. Θα είναι στην ουσία ένας ξένος συγγραφέας, που θα μπορεί (όπως ο Καρνέζης ας πούμε) να μεταφράζει έπειτα τη δουλειά του στα ελληνικά.

    Νομίζω ότι η συζήτηση στον Αναγνώστη αναφέρεται περισσότερο στην εθνική μας λογοτεχνία, όπως προωθείται μέσα από τα παραδοσιακά κανάλια, δηλαδή από συμφωνίες εγχώριων εκδοτικών οίκων με ξένους εκδότες. Αυτό που κατάφεραν για παράδειγμα η Τογκάρτσουκ ή η Φεράντε με τη συνδρομή των Πολωνών/Ιταλών εκδοτών τους και των αντίστοιχων υπουργείων ενδεχομένως. Εκεί πρέπει να εφαρμοστούν πολιτικές αν γίνεται.

    Επίσης σε σχέση με τους μεγάλους ατζέντηδες, δεν είμαι σίγουρος αν μπορούν να προσεγγιστούν έτσι εύκολα και συγκεντρωτικά. Η απίστευτη ροή της δουλειάς τους και το work ethic τους που πια συνδέεται απόλυτα με το κέρδος και την εκδοτική επιτυχία (όπως λέει κι ο Κουτσάκης) δύσκολα θα τους έδιναν χρόνο για κάποιο γεν. γραμματέα του ΥΠΠΟ πχ. Ακόμα κι αν τα λεφτά ήταν όντως πολλά, δε νομίζω ότι το παιχνίδι παίζεται έτσι. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για οντότητες όπως το Netflix. Όλα αυτά ακούγονται πολύ συναρπαστικά στα χαρτιά αλλά όταν η Disney και η Amazon απειλούν να τους κλείσουν με υπερπαραγωγές δις, στ’ αλήθεια θα καθίσουν να διασκευάσουν Έλληνες συγγραφείς; ‘Μακάρι παιδί μου, μακάρι’, όπως έλεγε κάποτε και ο συμπαθής Λαυρέντης Διανέλος…

    ΥΓ. Βέβαια, ίσως το πιο δύσκολο από όλα τα παραπάνω, θα ήταν να καλέσει κάποιος editor τους Έλληνες συγγραφείς και να τους πει ότι θα πρέπει να ξαναδουλέψουν απ’ την αρχή τα ήδη εκδοθέντα βιβλία τους (!)…

Γράψτε απάντηση στο Hell of a Book Ακύρωση απάντησης

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ