Τετάρτη, 29 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ «Ιβάνοφ!», Α. Τσέχωφ, Γ. Χουβαρδάς: οι απρόβλεπτες εκπλήξεις του πολύπτυχου της ζωής...

«Ιβάνοφ!», Α. Τσέχωφ, Γ. Χουβαρδάς: οι απρόβλεπτες εκπλήξεις του πολύπτυχου της ζωής (της Όλγας Σελλά)

0
4356

 

της Όλγας Σελλά

Η ιστορία ενός ανθρώπου, που είναι πολλές ιστορίες μαζί.  Ιστορίες στις οποίες μετέχουν πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι. Κι όλοι αφήνουν το αποτύπωμά τους στην ιστορία εκείνου του ανθρώπου. Ιστορίες που έχουν έχει γέλιο, σαρκασμό, έρωτα, πόνο, αγάπη, προδοσία, παραίτηση, τοξικότητα, αφέλεια, καιροσκοπισμό, αποδοχή, εγκαρτέρηση… ό,τι ακριβώς έχουν και οι άνθρωποι πίσω από τις ιστορίες τους. Πολλές ιστορίες που έχουν διαρκέσει πολύ. Μια ζωή σχεδόν. Αυτό είναι το θέμα του «Ιβάνοφ», του πρώτου έργου που έγραψε ο Άντον Τσέχωφ σε ηλικία 27 ετών μέσα σε 10 μέρες και πρωτοπαρουσιάστηκε το 1887 στο Θέατρο Κορς στη Μόσχα.

Το πολύπτυχο της ζωής ενός ανθρώπου είναι ο «Ιβάνοφ» του Άντον Τσέχωφ, που περιέχει πολλές εκπλήξεις, άλλοτε οδυνηρές άλλοτε ευχάριστες: υποκρισία, ρηχότητα, πλήξη, χαρά, γλέντι, τρυφερότητα, κυνισμό, υπερβολές, συκοφαντίες, κουτσομπολιά, έρωτα, πάθος, αφοσίωση, φροντίδα… Μια «πολυσυλλεκτική περιπέτεια που λέγεται ‘ζωή’, που τα περιέχει όλα χωρίς να τα ξεχωρίζει, που μας ρίχνει στον λάκκο των λεόντων χωρίς να μας προειδοποιεί, που μας ζητά να τη γιορτάσουμε χωρίς να δείχνει την προτίμησή της στο γέλιο ή στο κλάμα» λέει στο σημείωμά του ο σκηνοθέτης Γιάννης Χουβαρδάς. Γι’ αυτό και πρόσθεσε και ένα θαυμαστικό στον τίτλο του έργου –«Ιβάνοφ!».  Σαν αυτό το σημείο στίξης να δηλώνει το δέος μπροστά σ’ αυτό το δώρο, που άλλοτε μας συναρπάζει και άλλοτε μας απελπίζει. Και την ίδια στιγμή, ο «Ιβάνοφ» του Άντον Τσέχωφ είναι η θαυμαστή βεντάλια των θεατρικών ειδών, όπως μπορεί να το κάνει η ορμή της νεότητας και η ευφυΐα του τεράστιου ταλέντου.

Ποιος ήταν όμως ο Ιβάνοφ του Τσέχωφ;  Ήταν ένας ώριμος άντρας, απογοητευμένος από όλους και απ’ όλα. Πρώτα απ’ όλα από τον εαυτό του. Στα νιάτα του ήταν ιδεολόγος και επαναστάτης. Τώρα πια δεν έχει διάθεση για τίποτα. Ούτε καν ν’ αγαπήσει την Άννα, την πλούσια Εβραία που παντρεύτηκε και για χάρη του τ’ άφησε όλα πίσω της: γονείς, περιουσία, θρησκεία. Σα να μην έφτανε η μελαγχολία του, ο Ιβάνοφ χρωστάει παντού και δεν έχει τη δύναμη και τη διάθεση να κάνει τίποτα για να βελτιώσει τα πράγματα. Κι ας τον παρακινούν κάποιοι πιστοί του φίλοι. Ούτε καν η αρρώστια (φυματίωση) της αγαπημένης του Άννας δεν είναι ικανή να τον κινητοποιήσει. Ίσα ίσα, που τον βυθίζει περισσότερο. Κάθε βράδυ, αφήνει μόνη της την Άννα, που εκλιπαρεί τη συντροφιά του, και πηγαίνει στο σπίτι ενός παλιού του φίλου, του Λέμπεντεφ. Επιδιώκει να ξεχαστεί μέσω της ρηχής συναναστροφής με τους παρόντες ή από την έξαψη των τυχερών παιχνιδιών. Μάταια… Εκεί συναντά τη Σάσα,  την κόρη του Λέμπεντεφ, που έχει ερωτευτεί παράφορα τον μεγαλύτερό της Ιβάνοφ. Και δεν αργεί, μετά τον θάνατο της Άννας, να ετοιμάζεται να πάρει τη θέση της. Ούτε αυτή η μεγάλη αλλαγή, όμως, ικανοποιεί τον Ιβάνοφ. Που βλέπει μόνο έναν δρόμο μπροστά του…

Και ο «Ιβάνοφ!» του Γιάννη Χουβαρδά τι είναι; Είναι το έργο του Τσέχωφ, μέσω του οποίου ο Έλληνας σκηνοθέτης σχολιάζει –χωρίς να αλλάζει διόλου τον πυρήνα της ιστορίας του Ρώσου δραματουργού- όλα τα αλλόκοτα που υπάρχουν στη ζωή, τότε, τώρα και πάντα. Με πάρα πολλή μουσική –υπογράφει άλλωστε και τους στίχους των τραγουδιών που ακούγονται, μαζί με τον Blaine L. Reininger-  για να ακουστούν όσα δεν μπορούν να ειπωθούν αλλιώς. Και, ξανά, με πολλές κινηματογραφικές αναφορές.

Γύρω από τον δικό του Ιβάνοφ, τον ηττημένο, τον καταρρακωμένο, τον  τριγυρνούν πολλοί και πολλές. Άλλοι ζουν το δράμα του μέσα στο σπίτι: η  ασθενική, ευαίσθητη, διψασμένη για στοργή και πάντα δοτική Άννα, που ακούει διαρκώς τη φωνή της κουκουβάγιας, ο Λβοφ, ο αυστηρός και ερωτευμένος γιατρός της, και ο πιστός του υπηρέτης, ο Μπόρκιν, που φροντίζει για όλα και πασχίζει να είναι το στήριγμα, η φρόνηση και η σταθερά. Υπάρχουν κι άλλοι, έξω από το σπίτι, στο περιβάλλον, στην κοινωνία: ο παλιός του φίλος Λέμπεντεφ, η αλλοπρόσαλλη Ζιναΐντα Σάβισνα και η κόρη του, η Σάσα. Και στο σπίτι του Λέμπεντεφ, που είναι ανοιχτό για όλους, που θυμίζει ξεπεσμένο μπαρ, συχνάζουν πολλοί. Ζουν εκεί βραδιές κραιπάλης και χυδαίας υπερβολής, αλλά και ξέφρενου χορού και απεγνωσμένων ερωτικών καλεσμάτων, γιατί «…δεν είναι αιώνια η ζωή». Γυναίκες και  άντρες που αναζητούν συντροφιά, ή απλώς παρακολουθούν τη ζωή των άλλων ή ζουν εις βάρος των άλλων. Για την ψευδαίσθηση της συναναστροφής, κι  ας ήταν μοναχικοί ή μόνοι. Αφελείς, κακεντρεχείς, αδιάκριτοι ή άβουλοι. Ο κόσμος γύρω μας. Χαρακτήρες και προσωπικότητες που υπήρχαν πάντα. Σε όλες τις κοινωνίες, σε όλους τους κύκλους, σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Και την εποχή του Τσέχωφ και σήμερα.

Και ο Γιάννης Χουβαρδάς τους ενέταξε σ’ ένα πλαίσιο που φέρει και τις μνήμες του και τις αναφορές του και τη διαδρομή του. Κατ’ αρχάς στο σκηνικό περιβάλλον που έστησε η σταθερή του συνεργάτιδα, Εύα Μανιδάκη: έναν χώρο με αισθητική που παραπέμπει στη δεκαετία του ’70, και στρέφει το βλέμμα και στο τότε Ανατολικό μπλοκ (οι ταπετσαρίες στους τοίχους είναι χαρακτηριστικές), και στην πέρα από τον Ατλαντικό κάντρι κουλτούρα και αισθητική, και στην ευρωπαϊκή μπαλάντα. Και μ’ εκείνο το δώμα-φυλακή, απ’ όπου η Άννα έβλεπε τη ζωή να περνά… Οι τρεις οθόνες στην οροφή της σκηνής, ήταν σαφώς μια αναφορά στο μέλλον –όχι πρωτότυπη-, αλλά επειδή η εικόνα δεν έφτανε καθαρά στην πλατεία, ίσως χρειαζόταν ένας άλλος τρόπος προβολής των βίντεο. Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη συμπλήρωναν την αισθητική του περιβάλλοντος, και στο πάρτι του δεύτερου μέρους, υπογράμμισαν εύστοχα το φανταχτερό κιτς της ψεύτικα λαμπερής επίδειξης.

Και μετά ο Γιάννης Χουβαρδάς κίνησε όλο αυτό το πλήθος των ανθρώπων στη σκηνή με τρόπο που δρούσαν, ακόμα κι όταν σιωπούσαν.  Με παράλληλες δράσεις όλων, έτσι ακριβώς όπως κινείται το ανθρώπινο πλήθος σε κάθε περιβάλλον, σε κάθε κοινότητα: παράλληλα με τα δικά μας πάθη, κοιτάζοντας ο καθένας μόνο τα δικά του ενδιαφέροντα ή μετέχοντας συμβατικά. Και οι ηθοποιοί της παράστασης απέδωσαν και μετέδωσαν συναρπαστικά τον σπαραγμό τον λυγμό, το κενό του κάθε ήρωα και της κάθε ηρωίδας:

Έστησε τον Ιβάνοφ (Αργύρης Ξάφης), παρόντα σχεδόν σε όλες τις σκηνές, αμίλητο, απελπισμένο σχεδόν σα να παρακολουθεί τη ζωή του, την ίδια στιγμή, από μέσα και από μακριά. Κι όταν σιωπούσε, οι σκέψεις περνούσαν με τεράστια γράμματα, σαν υπέρτιτλοι, μέσα από τους στίχους των τραγουδιών: «Να ζεις, να πεθαίνεις, σιγά την ποινή/ Τραγούδι το κλάμα, χορός η κραυγή». Κι ο Αργύρης Ξάφης μετέφερε, με το ηχόχρωμα της φωνής του πρωτίστως, κάθε σταγόνα της πίκρας, της ενοχής, της αμφιβολίας, της αβάσταχτης απουσίας ανάτασης, της αφόρητης θλίψης που τον έλιωνε: «Όπου κι αν πάω, σέρνω μαζί μου την απέχθεια για τη ζωή», λέει.

Η Μαρία Σκουλά (Ζιναΐντα Σάβισνα) κραύγαζε, με κάθε φθόγγο της, τον ανθρώπινο μετεωρισμό.  Η Άννα (Αλεξάνδρα Καζάζου) είχε την ευθραυστότητα του τέλους και τον πόνο των αισθημάτων. Ο Σαμπέλσκι (Γιάννης Νταλιάνης) ήταν η προσωποποίηση της αγένειας, της εμπάθειας και της επιθετικότητας, ήταν το πνεύμα και το σώμα της τοξικότητας. Ο Λέμπεντεφ (Νίκος Χατζόπουλος) σάρκαζε τον δικό του συμβιβασμό και τη δική του απάθεια, πλέκοντας ζεστά πουλόβερ.  Ο Λβοφ (Νικόλας Χανακούλας) ήταν το γλίστρημα του ορθού λόγου στο συναίσθημα και τα όρια που χάνονται στη διαδρομή. Η Σάσα (Πηνελόπη Τσιλίκα) ήταν η ορμή και το πάθος της νεότητας, που δίνει ελπίδα και ανάταση. Ο Θανάσης Δόβρης ήταν η γήινη παρουσία και σταθερά, η πάντα παρούσα και πάντα αναγκαία στα έργα του Τσέχωφ. Η Μπαμπάκινα (Κατερίνα Λυπηρίδου) είναι η μοναξιά και το κενό που κάνουν θόρυβο και επίδειξη, και γίνεται εύκολο θύμα χυδαίων ορέξεων.  Ο Γεγκόρουσκα (Ευάγγελος Βογιατζής)  είναι ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητα, που ζει παρασιτικά και φλυαρεί χωρίς ουσία.

Και η Αβντότια Ναζάροβνα είναι μια γυναίκα στεγνή από χαρά και απολαύσεις, που μόνο αυστηρότητα και επίπληξη μπορεί να εκφράσει. Ο Γιάννης Χουβαρδάς είχε την brilliant ιδέα να ερμηνεύσει αυτόν τον ρόλο ένας άντρας, ο Χάρης Φραγκούλης. Που μεταμορφώθηκε, μοναδικά, στη γυναίκα που έχει μάθει να καταστέλλει ό,τι νιώθει κι αυτό μετατρέπεται σε τεράστια συναισθηματική έρημο. Γιατί οι στεγνοί άνθρωποι δεν έχουν φύλο.

Δίπλα σ’ αυτές τις ερμηνείες, που ήταν ξεχωριστές και σύνολο μαζί, υπάρχουν και μερικές θαυμάσιες σκηνές. Η πιο ξεχωριστή –σκηνή ανθολογίας- ήταν το πώς ενέταξε την πιο φελινική εικόνα σε θεατρική παράσταση, ενώνοντας το πνεύμα του Τσέχωφ με το «La Strada» του Φεντερίκο Φελίνι.

Και σ’ αυτή την παράσταση, όπως και σε δύο άλλες πρόσφατες δικές του  («Η άλλη πλευρά της καταιγίδας» (Φεστιβάλ Αθηνών 2022) και, «Don’t look back», (Ελευσίς, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2023), που πιστεύω ότι έχουν πολλά κοινά με τον “Ιβάνοφ!” – ο Γιάννης Χουβαρδάς μοιράζεται πάλι με το κοινό κι άλλες δικές του πλευρές, κι άλλα δικά του «μυστικά». Για μία ακόμη φορά σχολιάζει το σήμερα μέσα από ένα έργο που έρχεται από το χθες. Και δίνει μια παράσταση που έχει σκέψη, δουλειά, έμπνευση, εμπειρία, στοχασμό, θέατρο.

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς, Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς, Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη, Μουσική: Blaine Reininger, Κίνηση: Μαρκέλλα Μανωλιάδη, Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου, Φωτογραφίες: Karol Jarek, Σχεδιασμός Video – Trailer: Παντελής Μάκκας, Στίχοι τραγουδιών: Γιάννης Χουβαρδάς, Blaine L. Reininger, Α’ Βοηθός σκηνοθέτη: Δέσποινα Λάρδη, Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Δανάη Παπακωνσταντίνου, Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Πολίτη, Βοηθός ενδυματολόγου: Δήμητρα Σταυρίδου, Βοηθός σχεδιάστριας φωτισμών: Παυλίνα Παπαδάκη, Γραφιστικά: Αντώνης Γλυκός, Επικοινωνία παράστασης: Ευαγγελία Σκρομπόλα

Διεύθυνση Επικοινωνίας Παράστασης & Social Media: Constantly Productions

Παίζουν: Αργύρης Ξάφης, Γιάννης Νταλιάνης, Μαρία Σκουλά

Νίκος Χατζόπουλος, Θανάσης Δόβρης, Αλεξάνδρα Καζάζου, Κατερίνα Λυπηρίδου, Πηνελόπη Τσιλίκα, Χάρης Φραγκούλης, Νικόλας Χανακούλας, Ευάγγελος Βογιατζής και ο Blaine Reininger των Tuxedo Moon ερμηνεύει ζωντανά τη μουσική και τα τραγούδια της παράστασης.

Συμπαραγωγή ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ & THEATRICAL ECOSYSTEMS

Συντονισμός Παραγωγής: InScene Productions

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά

Τετάρτη και Κυριακή στις 7μ.μ., Πέμπτη και Παρασκευή στις 8.30μ.μ. Σάββατο στις 6μ.μ. και στις 9μ.μ.

Μέχρι τις 5 Απριλίου 2026

 

Προηγούμενο άρθροΟλοκαύτωμα: Έξι Έλληνες συγγραφείς για το πως το αντιμετωπίζουν μυθοπλαστικά (επιμέλεια: Μαρίζα Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθρο«Συνεταιρισμός θυρωρών» του Αντώνη Τσόκου (γράφει ο Γιώργος Χ. Ζαχαρόπουλος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ