Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ Ζωγράφισέ μου ένα αρνί Τρεις Καληνύχτες (συζητούν η Νίκη Κωνσταντίνου Σγουρού και η Μαρία Τοπάλη)

Τρεις Καληνύχτες (συζητούν η Νίκη Κωνσταντίνου Σγουρού και η Μαρία Τοπάλη)

1
240
Spread the love

συζητούν η Νίκη Κωνσταντίνου Σγουρού και η Μαρία Τοπάλη για τρία βιβλία που απευθύνονται σε μικρά παιδιά και έχουν θέμα την τρυφερή διαδικασία “βάζω το παιδί για ύπνο”.

 

Η Μαρία στη Νίκη :

Τα τρία «βιβλία καληνύχτας» που επιλέξαμε να συζητήσουμε εδώ, κυκλοφόρησαν όλα μέσα στο 2025, απευθύνονται και τα τρία σε παιδιά προσχολικής ηλικίας, άντε να πούμε μέχρι 6 ετών, βαριά. Το ένα είναι ουαλικό, τα δυο ελληνικά. Θα πω τον ενθουσιασμό μου για το ουαλικό, και μετά θα πιάσω τα ελληνικά και θα αρχίσουν, δυστυχώς, τα δύσκολα.

Ας αποσπαστώ πρώτα (με δυσκολία) από την ιστοσελίδα του δημιουργού (www.HuwAaron.com ) των «Χλαπατσακίων», του Χιου Άαρον που γεννήθηκε το 1980 στο Σουόνσι και ζει στο Κάρντιφ ως συγγραφέας και κομίστας και εικονογράφος. Χιούμορ και τρυφερότητα, με εξαιρετική χρήση των στερεοτύπων τρόμου, γόθικ κλπ. Μια γονεϊκή φιγούρα, ένας χλαπατσογονιός, πρασινωπός και άμορφος, σαν στραβοχυμένος εξωγήινος, βάζει για ύπνο το αντίστοιχης όψης «χλαπατσάκι» του. Φυσικά ήταν αδύνατο να μην αναζητήσω πώς είναι το «χλαπατσάκι» στο πρωτότυπο. Λοιπόν, είναι «disgusting blob» και η μεταφράστρια Ελένη Μαρκοπούλου κερδίζει τον σεβασμό μου- όλη η ροή του κειμένου είναι άλλωστε έξυπνη και παιχνιδιάρα. Μάγισσες, γκόμπλιν, τέρατα, μούμιες- κι ένας πολύ γλυκός και αστείος (και φρικτός!) Χλαπατσοπατέρας (εντέλει είναι πατέρας) βάζει για ύπνο το παιδάκι του. Το βιβλίο στηρίζεται στην καταλογική απαρίθμηση τεράτων και τρομακτικών πλασμάτων, που όλα τους ετοιμάζονται για ύπνο, πλένουν δόντια, φοράν πυτζάμες, βολεύονται στις φωλιές, κουκουλώνονται στα σκεπάσματα, βυθίζονται στα μαξιλάρια τους. Υπέροχο τρανς νανουρίσματος με κάθε λογής αστείες τρομαχτικές φιγούρες από το παιδικό σύμπαν, είτε των παραμυθιών, είτε των ταινιών, είτε και των παιχνιδιών του παιδικού δωματίου. Στηρίζεται στην επανάληψη μοτίβων, όπως είναι οι απαραίτητες, πριν τον ύπνο, προετοιμασίες: «Ο Σκοτεινός Άρχοντας στον πύργο του νυστάζει. Το Γέτι έσβησε το φως στη σπηλιά του. Ο Ανείπωτος Τρόμος πιπιλάει το δάχτυλό του». Διαβάζω στη wikipedia ότι οι Times κάνουν λόγο για «lovely rhyming tale». Η μετάφραση είναι πεζή. ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ ΚΑΘΟΛΟΥ. Χίλιες φορές μια σωστή, καλόγουστη πεζή μετάφραση από κανένα στιχουργικό έκτρωμα. Δεν είναι απλή υπόθεση η στιχουργική και σέβομαι πολύ όσες/ους το σέβονται κι αυτές/οί. Η εικονογράφηση ανεβάζει το κέφι σε όλα τα επίπεδα. Λυπάμαι που μεγάλωσαν τα παιδιά μου, έχω μεγάλο κέφι να το διαβάσω αυτό σε κανένα διαθέσιμο μικρό πριν τον ύπνο. Με χρειάζεται κανείς;

Και πάμε τώρα στα δυο ελληνικά βιβλία. Ανέκδοτα στιχάκια καληνύχτας της Μαριανίνας Κριεζή, αποτελούν ασφαλώς γεγονός. Το αποτέλεσμα όμως νερώνει τον ενθουσιασμό μου. Τα ίδια τα στιχάκια δεν είναι ό,τι πιο συγκλονιστικό έχει γράψει η Κριεζή, επειδή όμως είναι η Κριεζή δεν μπορεί και να πέσει κάτω από ένα επίπεδο. Είναι οικογενειο-κεντρικές καληνύχτες, που αποπνέουν ευχάριστα τις ατμόσφαιρες των δεκαετιών του 70 και του 80. Μαζί με πολύ όμορφα στιχάκια καληνύχτας, πχ «Κοιτάζω από το μπαλκόνι,/ που σκοτεινιάζει και νυχτώνει/ και η Αθήνα με φωτάκια/ μοιάζει σαν τούρτα με κεράκια» περιλαμβάνονται ωστόσο στο ίδιο βιβλίο και άλλα, που δεν μου είναι σαφές τι γυρεύουν σε ένα βιβλίο με καληνύχτες: «Όταν ο μπαμπάς μαλώνει,/ σκοτεινιάζει και νυχτώνει//Κι όταν, όταν με φιλάει,/ βγαίνει ο ήλιος και γελάει!» Δεν το πιάνω, και αναρωτιέμαι αν ήταν επιλογή της Κριεζή να αποτελέσουν αυτά τα ανομοιογενή στιχάκια ένα βιβλίο καληνύχτας. Κυρίως, όμως, ειναι πολύ αμήχανη η εικονογράφηση. Μπορεί και να φταίει, από την άλλη, η επιλογή της συγκεκριμένης συμπερίληψης ετερόκλητων στοιχείων. Πώς θα ήταν αν ο εκδότης είχε περιοριστεί στα στιχάκια που πράγματι είχαν ως θέμα την καληνύχτα; Κι αν είχε παραγγείλει μια πολύ πιο φανταιζί εικονογράφηση (και όχι όπως τώρα, που μοιάζει οι στίχοι να είναι περιγραφική λεζάντα αυτού που βλέπουμε στην εικόνα…); Μήπως τότε απογειωνόταν και η Κριεζή, όπως αξίζει στον μύθο της; Φαντάζομαι πολλά πράγματα όταν διαβάζω τους στίχους «Και η γιαγιά μου η Μαρίνα/ φυσάει φυσάει την Αθήνα/ και όλα τα φωτάκια σβήνει/ και ούτε ένα δεν αφήνει». Αλλά αυτό που βλέπω ξεφυλλίζοντας ξενερώνει τη φαντασία και πληγώνει τον ενθουσιασμό μου. Θα ήθελα να ζητήσω «επανάλειψη», μια άλλη, καλύτερη εκδοχή, επικεντρωμένη από την άποψη του κειμένου και της εικονογράφησης στις τούρτες, στα κεράκια, στη γιαγιά, στις γάτες, στα αστεράκια και στα πουλιά, αλλά μάλλον είναι αργά.

Και πάμε στο τρίτο – και ολίγον φαρμακερό. Οι εικόνες της Ματαθία-Κόβο, μ’ αρέσουν, ως συνήθως, πολύ. Νοερά αρχίζω (κατά την παλιά συνήθειά μου) να σχολιάζω τις εικόνες με μια μικρή αναγνώστρια, παραβλέποντας το κείμενο, βάζοντας δικά μου λόγια. Μετά κοιτάζω αργά και προσεχτικά. Διαβάζω τους πρώτους στίχους: «Κοιμήσου, παιδί μου, εγώ είμαι εδώ./ Κοιμήσου,/ με το πέπλο της νύχτας να σε σκεπάζει./» Βάζω άνω τελεία, πριν καλά-καλά ολοκληρωθεί η στροφή της πρώτης σελίδας. Πάμε καλά;;;; αναρωτιέμαι. Τι άρρυθμο αφενός, γλυκερό αφετέρου «στιχάκι» είναι αυτό; Θα έλεγε κανείς ποτέ στο παιδί του, τώρα ή το Μεσαίωνα, «Κοιμήσου, με το πέπλο της νύχτας να σε σκεπάζει»; Η συνέχεια είναι ανάλογη: «Με το φως του το φεγγάρι σ’ αγκαλιάζει./ Κοιμήσου».

Πριν πω ένα μεγάλο «όχι», θα αποπειραθώ να διαβάσω παρακάτω. Και αυτό χάρη στην πραγματικά ατμοσφαιρική εικονογράφηση με τους βαθείς μπλε τόνους και τις όμορφες, λιτές γραμμές. Υπέροχο το μωρό που μισοφαίνεται κάτω από τα χέρια της μαμάς-νύχτας που το αγκαλιάζουν, με τον ποπό του να φουσκώνει από το παμπεράκι! Αυτά μου αρέσουν πολύ- αλλά ό,τι βλέπουμε και νιώθουμε και μας αρέσει χάρη στις εικόνες, δεν γίνεται και στίχος έτσι εύκολα (βλ. ανωτέρω, τις δυο περιπτώσεις, την προσεχτική επιλογή του πεζού από τη Μαρκοπούλου στο βιβλίο του Άαρον, και τα ποιοτικά στιχάκια της Κριεζή μέσα στην απλότητά τους). Θα πάω, ωστόσο, ακόμα παρακάτω. Με περιμένει άλλη μια φανταστική εικόνα με κουκουβάγια σε πτήση και μωρό να κοιμάται στην πλάτη της. Διαβάζω: «Κοιμήσου εσύ,/ η κουκουβάγια η σοφή στέκει άγρυπνη,/ μήπως κίνδυνος φανεί.// Το πέπλο των ονείρων κανείς δεν διαπερνά». Προφανώς διαπέρασε την ποιητική των στίχων ολίγος Χαίλντερλιν ή κάτι ανάλογο; Μπορείτε να φανταστείτε να λέτε σε ένα μικρό πριν κοιμηθεί «Το πέπλο των ονείρων κανείς δεν διαπερνά»; Αναρωτιέμαι (και θα σταματήσω γιατί θα χάσω πλέον την ευγένειά μου): όποια το γράφει αλλά και όποια το διαβάζει αυτό και αποφασίζει να το εκδώσει, φαντάζεται ειλικρινά, με το χέρι στην καρδιά, τον εαυτό της να λέει σε ένα πολύ μικρό παιδί για να το νανουρίσει «Νάνι, νάνι παιδί μου…/ Ό,τι έπλασε η νύχτα όνειρο είναι./ Σαν ξημερώσει, ο ήλιος θα το σβήσει,/άλλη μέρα να ανατείλει.» (εδώ πάντως – έχω περάσει ήδη σε επόμενους στίχους – υποχώρησε ο γερμανικός ρομαντισμός προς χάριν ίσως της επιρροής του Γιάννη Ρίτσου); Σταματάω, σταματάω.

Η Νίκη στη Μαρία:

Θα απαντήσω μάλλον πιο λιτά και με μια σχετική αμηχανία, γιατί ούτε εμένα μου άρεσαν πολύ τα δύο βιβλία της ελληνικής παραγωγής. Τα στιχάκια της Μαριανίνας Κριεζή με έκαναν ανά στιγμές να χαμογελάσω, αλλά συμφωνώ με όσα σχολιάζεις σχετικά με την ενότητά τους. Πράγματι δεν μοιάζουν πολύ με νανούρισμα. Η εικονογράφηση εντείνει -είναι η αλήθεια- αυτή την αμηχανία: τα χρώματα και τα σχήματα θα μπορούσαν να είναι ονειρικά και ανά στιγμές σουρουπώνει, αλλά όχι πλήρως. Στην πρώτη σελίδα, πίσω από τον θάμνο, κρύβεται η πινακίδα της Οδού Ονείρων, σαν εισαγωγή. Η αναγνώστρια ανεβαίνει αυτό το σκαλοπάτι και κοιτάζει το σκηνικό. Υπάρχει μια αίσθηση ταυτόχρονα ψεύτικη και ρεαλιστική, όχι απαραίτητα καλή, αλλά ούτε και κακή. Σαν να είναι οι εικόνες το χάρτινο φόντο μιας ταινίας, κάπως αταίριαστης με την ώρα του ύπνου. Ενδεχομένως να αποτυπώνουν ένα από εκείνα τα όνειρα που βλέπουμε όταν μας πρωτοπαίρνει ο ύπνος, στα οποία ακόμα εμφανίζονται τα πρόσωπα και τα γεγονότα της μέρας λιγάκι μόνο παραμορφωμένα. Ίσως έτσι να εξηγούνται και οι κάπως άβολες στροφές σαν αυτή με τον μπαμπά που αναφέρεις. Ανάμεσα στις σελίδες υπάρχουν οχτώ στίχοι που θα μπορούσαν να αποτελούν ένα αυτόνομο ποίημα – ένα ποίημα που ζητάει μουσική για να γίνει πράγματι τραγούδι καληνύχτας, για να μάθουμε να το τραγουδάμε σιγά σιγά καθώς φοράμε τις πιτζάμες μας και κοιμίζουμε το σπίτι: «Όταν κοιμάται όλ’ η Αθήνα/ ξυπνάει η γιαγιά Μαρίνα/ στο μπάνιο γρήγορα πηγαίνει/ βάζει πλυντήριο και πλένει. // Πλένει τη σκονισμένη πόλη,/ ξεπλένει τη μουτζούρα όλη/ κι απλώνει όλα τ’ αστεράκια/ με ασημένια μανταλάκια.»

Προχωράω στο Κοιμήσου, αγάπη μου, εγώ είμαι εδώ προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω τι είναι αυτό που δεν λειτουργεί καθόλου. Καταλαβαίνω γιατί σου άρεσε η εικονογράφηση, αλλά θεωρώ πως δεν δένει με τους στίχους της Κατερίνας Παούρη, οι οποίοι μεταδίδουν ένα κλίμα κάπως πιο σκοτεινό και ρομαντικοπαραμυθένιο, κάπως παλαιικό και μεγαλίστικο, ενώ οι γραμμές και οι μορφές της Κέλλυς Ματαθία-Κόβο είναι πιο παιδικές και καρτουνένιες. Δυσκολεύομαι κι εγώ να πιστέψω πως κάποιο άτομο θα έλεγε πράγματι αυτές τις λέξεις σε ένα παιδάκι για να κοιμηθεί. Το κλίμα του κειμένου έχει κάτι στενάχωρο, σαν να μην είναι ο ύπνος ωραίος και θρεπτικός και ευχάριστος, αλλά μια δύσκολη πίστα, ένας απαραίτητος θλιβερός αποχωρισμός, κάτι που απαιτεί γενναιότητα από μέρους του παιδιού. Αν πράγματι ένα παιδί δυσκολεύεται να κοιμηθεί και βλέπει άσχημα όνειρα, ο τρόπος του Χλαπατσακίου αισθάνομαι πως είναι πιο πετυχημένος.

Και επειδή είπαμε πολλά, θα σχολιάσω μόνο πως το Όνειρα γλυκά, σιχαμερό μου χλαπατσάκι! με έκανε να γελάσω πολύ κανονικά. Η εικονογράφηση είναι τέλεια και ο μακρύς κατάλογος τεράτων που χρειάζονται ξεκούραση και ρουτίνα ύπνου είναι ένα πολύ έξυπνο παιχνίδι που κλείνει και το μάτι στον ενήλικα (που επίσης έχει μεγαλώσει με αυτές τις αναφορές). Τα τρομακτικά πλάσματα είναι συμπαθητικά και χαριτωμένα, τα μικρά παιδιά λατρεύουν τις χλαπάτσες και τα slime, το Χλαπατσάκι μοιάζει με μύξα και το κείμενο έχει στα αλήθεια ρυθμό. Ευτυχώς που η μεταφράστρια πήρε τις αποφάσεις που πήρε, γιατί χάρη σε αυτές το βιβλίο λειτουργεί εξαιρετικά.

Κλείνοντας όμως ήθελα να πω μερικές σκέψεις από τη δική μου εμπειρία. Μεγάλωσα χωρίς τέτοια βιβλία. Δεν έχω ανάμνηση κάποιου πιο ποιητικού βιβλίου καληνύχτας ή κάποιου νανουρίσματος. Λάτρευα την Καληνύχτα! (Κλαιρ Μαζυρέλ – Μαρί Ανρί, εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, 1998) που η μικρή Αλίκη μαζεύει τελετουργικά τα κουκλάκια της για να τα πάρει μαζί της στο κρεβάτι και με θυμάμαι να ταυτίζομαι τρομερά μαζί της. Άλλωστε, έκανα το ίδιο. Και στο παιδικό μου μυαλό έμοιαζα και φυσιογνωμικά με αυτό το κοριτσάκι. Αν και μάλλον πιο πολύ έμοιαζαν τα κουκλάκια μας! Επίσης, προσπαθώντας να σκεφτώ τα δικά μου παιδικά αναγνώσματα καληνύχτας, μου έρχεται πολύ έντονα στο μυαλό μια εικόνα πάλι με παιδάκι που κοιμάται ανάμεσα στα ζωάκια του. Είναι από μια ιστορία που αγαπώ πάρα πολύ – λέγεται Το χαμένο αρκουδάκι (Μάρθα Κόκι, εκδόσεις Άμμος, 1994). Το βιβλίο αυτό δεν κυκλοφορεί πια, αλλά θα ήθελα πολύ να το αναζητήσουμε και να μιλήσουμε για αυτό. Ξεπηδούν πολλές σκέψεις που δεν είναι του παρόντος. Το κρατάω για αργότερα. Συχνότερα ο ύπνος με έπαιρνε με αυτοσχέδιες ιστορίες που μου έλεγε η μαμά μου με μικρά ζωάκια που έμπλεκαν σε διάφορες μονότονες περιπέτειες. Δεν με ένοιαζε η πλοκή, αλλά η σταθερή φωνή και η σκέψη πως ένα γλυκούλι πλασματάκι υπάρχει εκεί και κάτι κάνει. Γιατί τα λέω αυτά; Δεν είμαι σίγουρη. Μάλλον επειδή η καληνύχτα στο μυαλό μου είναι τρυφερότητα. Είναι πάπλωμα με μπαλώματα. Είναι comforting. Και μόνο έτσι μπορεί να λειτουργήσει. Ίσως τα ποιηματάκια και οι εικονογραφήσεις τους να πρέπει να είναι απλώς το πλαίσιο για τα δικά μας ζωάκια, τα κουκλάκια μας, το μυρωδάτο μαξιλάρι – αυτά που έχουμε γύρω μας, τη σταθερή και ζεστή φωνή της φροντίδας.

 


Όνειρα γλυκά, σιχαμερό μου χλαπατσάκι!
Μετάφραση: Ελένη Μαρκοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2025

 

 

Μαριανίνα Κριεζή
Τα στιχάκια της καληνύχτας
Εικονογράφηση: Έλσα Κουτσουκανίδου
Εκδόσεις Άμμος, 2025

 

 

Κατερίνα Παούρη
Κοιμήσου, αγάπη μου, εγώ είμαι εδώ.
Εικονογράφηση: Κέλλυ Ματαθία-Κόβο
Εκδόσεις Ποταμός, 2025

Προηγούμενο άρθροΤέσσερις νέες πεζογράφοι στα βαθιά νερά (επιμ. Γιάννης Ν.Μπασκόζος)
Επόμενο άρθροΟ παλαβός ρεαλισμός του βραβευμένου με Χρυσή Σφαίρα Paul Thomas Anderson (του Jonathan Lethem)

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Στο δικό μου μυαλό μια κριτική, θετική ή αρνητική, για να λέγεται καλή θα πρέπει να είναι εποικοδομητική. Και όταν λέω καλή δεν εννοώ να χαϊδεύει αυτιά αλλά με σωστά και τεκμηριωμένα επιχειρήματα να βοηθάει δημιουργούς και εκδότες να δουν, τι πήγε ή δεν πήγε καλά ώστε να προσπαθήσουν, την επόμενη φορά, για κάτι καλύτερο. Με τον τρόπο αυτό μια σωστή κριτική στοχεύει στη βελτίωση της παραγωγής βιβλίων.
    Βρίσκω ότι η προσέγγιση σας στο βιβλίο των εκδόσεων Ποταμός,
    του οποίου είμαι η εικονογράφος, είναι προσβλητική ως προς την συγγραφέα και την εκδότρια και η «διανοουμενίστικη» ειρωνία ως επιχείρημα δεν επιτυγχάνει κανέναν τέτοιο στόχο.
    Λυπάμαι πολύ που ο αναγνώστης, ένα σοβαρό περιοδικό, εξέδωσε μια τέτοια «κριτική».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ