ανθολογεί ο Π. Ένιγουεϊ
Το διήγημα και η γυναικεία γραφή, και τα δύο συχνά υποτιμημένα, κουβαλούν μια διπλή παρεξήγηση. Το πρώτο θεωρείται «προθάλαμος» του μυθιστορήματος, σαν κάτι πρόχειρο ή ενδιάμεσο, ενώ η γυναικεία γραφή αντιμετωπίζεται συχνά επιφυλακτικά, με στερεότυπα του τύπου: «γράφει με το συναίσθημα», ή «απευθύνεται σε γυναίκες». Όμως στην περίοδο που εξετάζουμε διαμορφώθηκε ένα από τα πιο τολμηρά και πειραματικά σώματα λόγου από Ελληνίδες διηγηματογράφους που δεν έχουν να ζηλέψουν κάτι από τα αντίστοιχα των ομότεχνων του αντρικού φύλου.
Εντυπωσιακή είναι η ποικιλομορφία των διηγημάτων της συναγωγής αυτής. Συναντά κανείς διήγημα-κραυγή, διήγημα-χνούδι. Άλλοτε σωματικό, άλλοτε στοχαστικό. Υπάρχουν κείμενα της μνήμης, πολιτικά, φεμινιστικά, σατιρικά, αστυνομικά, φαντασιακά, υπαρξιακά, ερωτικά, μεταμοντέρνα ή απλώς… καθημερινά –αν και όχι τόσο «καθημερινά».
Η γλώσσα τους κυμαίνεται από την επεξεργασμένη αφήγηση έως τον καθημερινό λόγο αλλά και την τοπική διάλεκτο. Υφολογικά, τα κείμενα περιλαμβάνουν το ρεαλιστικό στιγμιότυπο, τον υπαρξιακό στοχασμό, το σουρεαλιστικό παιχνίδι, την αλληγορική παραβολή και τη διακειμενική ειρωνεία, χωρίς να αποκλείουν την αυτοαναφορικότητα ή την πειραματική γραφή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ποικιλία ως προς την έκταση των κειμένων: από το νανοδιήγημα των 82 λέξεων της Έλενας Μαρούτσου, μέχρι το εκτενές διήγημα των 13.000 λέξεων της Λένας Κιτσοπούλου στα όρια της νουβέλας.
Αν κάτι προκύπτει ξεκάθαρα από αυτή την ανθολόγηση είναι πως οι Ελληνίδες διηγηματογράφοι των τελευταίων πενήντα χρόνων δεν γράφουν «γυναικεία λογοτεχνία» αλλά αξιόλογη λογοτεχνία. Έτσι πριν μιλήσουμε για κάποια κείμενα, που θεωρώ ότι έχουν ιδιαίτερη αισθητική αξία, οφείλω να διευκρινίσω πως οι επιλογές δεν σχηματίζουν κάποιον «κανόνα» αλλά το προσωπικό μου γούστο.
Απολαύστε λοιπόν, κατά αλφαβητική σειρά, ένα λογοτεχνικό road trip στον πυρήνα της σύγχρονης ελληνικής διηγηματογραφίας, εστιάζοντας όχι μόνο σε κυρίες αναγνωρισμένες και καταξιωμένες, αλλά και σε φωνές λιγότερο προβεβλημένες.
Νάνσυ Αγγελή
Όταν υπάρχει αγάπη
[Προσμονή ή τα βουνά, Περικείμενο, 2023]
Υπαρξιακό και λυρικό κείμενο που ανιχνεύει τα πολλαπλά πρόσωπα της αγάπης. Δεν ακολουθεί παραδοσιακή πλοκή ή δράση, αλλά αναπτύσσεται με τη μορφή εσωτερικού μονόλογου γύρω από τη φράση «Όταν υπάρχει αγάπη», η εμμονική επανάληψη της οποίας δίνει ρυθμικό χαρακτήρα στο κείμενο.
Η αγάπη δεν παρουσιάζεται ως τρυφερότητα και γαλήνη, αλλά και ως πηγή συγκρούσεων, σιωπών, φόβου, ενοχών, ακόμη και βίας.
Ιδού ένα απόσπασμα:
Καίτη Βασιλάκου
Με την οπτική της Αντέλ
[Ο πειρασμός του ερημίτη Χάρτμουτ Λιμπέργκερ και άλλες ιστορίες, Ιωλκός, 2008]
Αλληγορική αφήγηση με φιλοσοφική διάσταση, δοσμένη μέσα από την οπτική ενός αυτοκινήτου που μιλά σε πρώτο πρόσωπο. Η Αντέλ, ένα όχημα με νόηση και προβληματισμούς, αντιλαμβάνεται τον εαυτό της μέσω της κίνησης, της ταχύτητας αλλά και της βεβαιότητας του τέλους, δηλαδή της μετατροπής σε «λαμαρίνες». Η συγγραφέας θέτει υπαρξιακά ερωτήματα: Υπάρχει Θεός ή δημιουργός; Είναι ο κόσμος τυχαίος ή προγραμματισμένος; Υπάρχει ψυχή ή είμαστε απλώς μηχανισμοί που ζουν, φθείρονται και πεθαίνουν;
Ελένη Γούλα
“Γεννηθείς το 1919”
[Θειάφι και άλλα δαιμόνια, Ενύπνιο, 2021]
Ένας ηλικιωμένος άντρας ανακαλεί το παρελθόν του με αφορμή το παλιό του σπίτι. Ο προφορικός λόγος, φορτωμένος με τη γλώσσα της γενιάς του, αναφέρεται όχι μόνο σε προσωπικές εμπειρίες, αλλά και στο ιστορικό και κοινωνικό γίγνεσθαι στην Αθήνα κατά τη διάρκεια ολόκληρου σχεδόν του 20ού αιώνα: από τη μικροαστική ευμάρεια του Μεσοπολέμου, στην Κατοχή και τη φτώχεια και κατόπιν στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση. Ο αφηγητής ανασυνθέτει ένα αστικό περιβάλλον που έχει εξαφανιστεί: τα δίπατα νεοκλασικά με τα πηγάδια και τις αυλές, τα κουζινικά, τον νερουλά που γεμίζει τις στάμνες, τον γιαουρτά, τον γαλατά, τον παγοπώλη.
Άννα Δάρδα – Ιορδανίδου
Summertime
[Δημοσίευση: Φάκελος: 7 γυναίκες, επιμ. Βίκυ Χασάνδρα, περ. Πολάρ, τχ. 4, 2019]
Διήγημα-εξομολόγηση σε μορφή διαλόγου που ανασκάπτει το παρελθόν δύο γυναικών που συναντιούνται σε ώριμη ηλικία, και ξετυλίγουν παλιές ενοχές και πόθους, όπως τη σύνδεσή τους με τον μυστηριώδη Αλαίν. Καθώς η αφήγηση κυλά μέσα από τις αναμνήσεις της, αποκαλύπτεται ένα έγκλημα πάθους.
Ένα διήγημα που, μέσω του προφορικού λόγου, κορυφώνεται αναπάντεχα.
Τιτίνα Δανέλλη
Ο Λέων της Νεμέας
[Από τον συλλογικό τόμο: Κλέφτες και αστυνόμοι, Ψυχογιός, 2013.]
Υπαρξιακό, δημοσιογραφικό αφήγημα που ισορροπεί ανάμεσα στην πολιτική καταγγελία και τη σάτιρα της σύγχρονης δημοσιογραφίας.
Μια μαυροντυμένη γυναίκα, η Μάγδα, εμπιστεύεται στην δημοσιογράφο Ευγενία, ότι βρήκε πτώμα ποντικού σε κουτί επώνυμων μπισκότων. Η Ευγενία, δεν της δίνει την πρέπουσα σημασία και την παραπέμπει στις αρχές. Στη συνέχεια όμως η είδηση της πυρκαγιάς στο σπίτι της Μάγδας, και κατόπιν ο θάνατός της σε «δυστύχημα», την κατακλύζουν με ενοχές μιας και αδιαφόρησε για την περίπτωσή της ως όφειλε ως δημοσιογράφος.
Ακολουθεί μια έρευνα, όπου τελικά η Ευγενία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν εργοστασιάρχη, τον «λέοντα» της Νεμέας. Η Ευγενία τον κατηγορεί ρητώς και ευθαρσώς, αλλά εκείνος αρνείται από προνομιακή θέση με το κυνικό ύφος του πάνοπλου από διασυνδέσεις.
Αλεξάνδρα Δεληγιώργη
Νεκροί που χορεύουν
[Μια δική σου ζωή, Μελάνι, 2008]
Φιλοσοφικό αφήγημα που συνδυάζει επιστημονικές έννοιες (όπως η μαύρη τρύπα και ο χωροχρόνος) με υπαρξιακά ερωτήματα.
Ένας επιστήμονας, ο Στέφανος Χίκινγκ, βρίσκεται μπροστά στον υπολογιστή του και αντιμετωπίζει μια διανοητική κρίση: Αναρωτιέται αν, και κατά πόσο, το «πραγματικό» είναι το μοναδικό πλαίσιο ύπαρξης. Η φαντασία, ισχυρίζεται παραθέτοντας διάφορα επιχειρήματα, δεν είναι απλώς μια διαφυγή από την πραγματικότητα, αλλά ο μόνος δρόμος μιας αυθεντικής σχέσης με τον εαυτό μας.
Λένα Διβάνη
Το σημάδι του θανάτου
[Γιατί δε μιλάς για μένα;, Καστανιώτη, 1995. Πρώτη δημοσίευση περ. Πλανόδιον, τχ. 12, 1990.]
Συγκινητικό, εξομολογητικό διήγημα, όπου μια κόρη περιγράφει, έπειτα από χρόνια, την τραυματική πορεία της μητέρας της που παγιδεύτηκε ανάμεσα σε κοινωνικές, οικογενειακές καταπιέσεις και πατριαρχικές καταστάσεις.
Με λόγο φορτισμένο η συγγραφέας σπάει το φράγμα της σιωπής των γυναικών της ελληνικής οικογένειας και δεν μιλά απλώς για την προσωπική της εμπειρία αλλά για μια παγιωμένη κατάσταση δεκαετιών.
Κείμενο-μανιφέστο υπέρ της γυναικείας φωνής.
Στέλλα Δούμου
Η φωτογραφία
[Δημοσίευση στο ιστολόγιο Στάχτες, 2016. Ελεύθερη πρόσβαση εδώ ]
Ιδιότυπο, παρωδιακό και παιγνιώδες, ναυτικό αφήγημα με ήρωες ανθρωπόμορφες γάτες.
Μέσα από τον παραληρηματικό μονόλογο ενός μαρκονιστή στον «Γατόπαρδο», ξετυλίγεται μια καταιγιστική σειρά επεισοδίων που παραπέμπει σε επική περιπέτεια. Ο ρυθμικός και προφορικός λόγος δημιουργεί ένα γλωσσικό χιουμοριστικό παιχνίδι, μια τρικυμιώδη αφήγηση φόρος τιμής στο ναυτικό αφήγημα αλλά και αποδόμησή του.
Κατερίνα Έσσλιν
Παράλληλη δράση
[Γαμ., Απόπειρα, 2012]
Εκρηκτικός, ρυθμικός και ανατρεπτικός μονόλογος κατά τη διάρκεια συνεδρίας σε ψυχολόγο.
Η αφηγήτρια εκτροχιάζει τη ροή με παράλογες και κωμικοτραγικές αναφορές μέχρι την τελευταία πρόταση όπου μια προσωπική αποκάλυψη-μαχαιριά ανατρέπει την σχέση θεραπευτή και ασθενή.
Τρία σε ένα: χιουμοριστική αποδόμηση της ψυχοθεραπείας, σπουδή πάνω στην γραφή αλλά και τον ρητορικό αποπροσανατολισμό του συνομιλητή.
Ζυράννα Ζατέλη
Περσινή αρραβωνιαστικιά
[Περσινή αρραβωνιαστικιά, Σιγαρέττα, 1984. Τώρα Καστανιώτης, 2018]
Ποιητικό και υπαρξιακό κείμενο που περιγράφει μια σχέση ανάμεσα στην αφηγήτρια και τον Μάρκο –έναν γάτο που παρουσιάζεται ως αρραβωνιαστικός. Το ύφος είναι εξομολογητικό και μελωδικό, και η αφήγηση εξελίσσεται με γλώσσα που θολώνει τα όρια μεταξύ πραγματικού και φαντασιακού.
Ονειρικό κείμενο-διαμάντι.
Μανίνα Ζουμπουλάκη
Μετά το πάρτι
[Η μυροβόλος άνοιξις, Ιστός, 1998]
Κείμενο που καταγράφει την ψυχική διαδρομή της αφηγήτριας από τη στιγμή που ο πρώην εραστής της την ενημερώνει ότι είναι πλέον φορέας του HIV. Λόγος άμεσος, καταιγιστικός, με νεύρο και ειρωνεία. Με ισορροπία ανάμεσα στο κυνικό και το τραγικό, η Ζουμπουλάκη αποδομεί τα στερεότυπα γύρω από το AIDS και την ομοφυλοφιλία, με ρεαλισμό και αυτοσαρκασμό.
Βασιλική Ηλιοπούλου
Χώμα
[Η καρδιά του λαγού, Πόλις, 2005. Πρώτη δημοσίευση περ. Νέα Εστία, 2004.]
Η αφήγηση εστιάζει στην υπαρξιακή και σωματική εμπειρία της Εύας κατά την εκταφή ενός άντρα. Η εκταφή των οστών αποκτά τελετουργική διάσταση καθώς παρακολουθούμε με λεπτομέρεια τον καθαρισμό τους αλλά και με την γραφειοκρατία της πράξης.
Στο τέλος η αποδοχή έρχεται με την επαφή της Εύας με τη λάσπη ενός περιβολιού: το σώμα συνδέεται ξανά με το έδαφος και τη φύση.
Ναταλία Θεοδωρίδου
Αγγελοκέφαλοι χίπστερς
[Πρώτη δημοσίευση: “Angelheaded Hipsters,” An Unlikely Companion, 2015. Δημοσίευση στα ελληνικά: ιστολόγιο Ιστορίες μπονζάι, 2019, Μτφ. Ν. Θεοδωρίδου. Ελεύθερη πρόσβαση εδώ ]
Λυρικό, ατμοσφαιρικό αφήγημα που συνδυάζει το φαντασιακό με το ερωτικό.
Η ιστορία ξεκινά ως ένα μεταφυσικό φλερτ στο Μετρό, όταν ένα αγόρι συναντά ένα μυστηριώδες πλάσμα, που αποκαλύπτεται σταδιακά ως άγγελος. Η συγγραφέας (βραβευμένη στο εξωτερικό) αντλεί από την ποπ κουλτούρα, την queer αισθητική και τον γοτθικό στοιχείο, συνθέτοντας ένα ευφάνταστο κείμενο.
Θεοφανώ Καλογιάννη
Ο θάνατος του ιππότη Τσελάνο
[Ο θάνατος του ιππότη Τσελάνο, Εστία, 1988]
Φιλοσοφικό παραμύθι, σπουδή πάνω στη ματαιότητα της δόξας.
Ο ήρωας, ένας ένδοξος ιππότης που πεθαίνει έχοντας πετύχει όλα όσα ζητούσε (εξουσία, κατάκτηση, φήμη) λαμβάνει από τον Θάνατο, που εμφανίζεται ως γεράκι, τη δυνατότητα να ξαναζήσει τρεις ημέρες από τη ζωή του. Σκέφτεται να διορθώσει τα λάθη του αλλά δε θα καταφέρει να τα αποφύγει για δεύτερη φορά και τελικά θα μένει διάσημος στην Ιστορία όχι για τα κατορθώματά του, αλλά για ένα διαφορετικό λόγο: ως κεντρική φιγούρα σε τοιχογραφία του Τζιόττο. Η τέχνη υπερισχύει της ζωής.
Αθηνά Κακούρη
Τα ηχεία του γαμπρού
[Οι κήποι του διαβόλου, Εστία, 2001. Πρώτη δημοσίευση Τα Νέα, 1998]
Με αφορμή την αγανάκτηση της ηρωίδας που δεν μπορεί να κοιμηθεί εξαιτίας της ηχορύπανσης από παραπλήσιο εξοχικό κέντρο, η συγγραφέας στήνει ένα σατιρικό διήγημα όπου η εξουσία (αστυνομία, θεσμοί) υποχωρεί μπροστά στην αυθαιρεσία του «Βοτσαλάκια», του ιδιοκτήτη του νυχτερινού κέντρου. Ο αδερφός της αφηγήτριας, ψύχραιμος και μορφωμένος, συνδέει την παρούσα κατάσταση με την Ιστορία.
Η κορύφωση του διηγήματος είναι μια εκδικητική κατασκοπευτική ενέργεια, παρμένη ευρηματικά από την Ιστορία της Γερμανίας μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο: η αφηγήτρια και ο αδερφός της χρησιμοποιούν αλεύρι νοτισμένο με ούρα σκύλας σε οίστρο για να καταστήσουν αφόρητο το γλέντι στο υπαίθριο νυχτερινό κέντρο.
Η Κακούρη δεν έχει γράψει μόνο αξιόλογα αστυνομικά διηγήματα αλλά και χιουμοριστικά/ σατιρικά και «Τα ηχεία του γαμπρού» αποτελούν ένα εξαιρετικό δείγμα.
Αγγέλα Καστρινάκη
Ο μαθητής
[Φιλοξενούμενη, Εστία, 1990. Πρώτη δημοσίευση: περ. Παρατηρητής, 1988.]
Παιχνίδι έλξης και εξουσίας μεταξύ μιας δασκάλας κι ενός μαθητή της που υπονομεύει τους καθιερωμένους ρόλους. Η αφηγήτρια προσπαθεί να διατηρήσει την απόσταση που αρμόζει στη θέση της την ώρα που ο μαθητής αρχίζει να την διεκδικεί επίμονα. Η αντιστροφή των ρόλων κορυφώνεται στη σκηνή της καφετέριας, όπου ο μαθητής παίρνει το πάνω χέρι, περιορίζοντας τη δασκάλα σε αμυντικό ρόλο.
Η πλοκή δεν κορυφώνεται σε κάποια εξωτερική δράση, αλλά με σταδιακή, ψυχολογική ένταση.
Ύφος κοφτό και νηφάλιο.
Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου
Γεύση από χώμα και ουρανό
[Η Ευριδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι, Γαβριηλίδης, 2010]
Λυρικό και αισθησιακό μικροδιήγημα-πρόταση 380 λέξεων, γεγονός σπάνιο και αξιοσημείωτο από μόνο του. Η αφήγηση εστιάζει στη σωματική και ψυχική συνάντηση δύο ανθρώπων. Η επαφή των δύο προσώπων δεν περιγράφεται ως απλό σαρκικό γεγονός αλλά ως ιεροτελεστία.
Νατάσα Κεσμέτη
«Χαράς και Νυμφών»
[Το αιώνιο ρολόι, Νεφέλη, 1987]
Ποιητική και συμβολική αφήγηση της παιδικής φαντασίας και της ενηλικίωσης.
Η αφηγήτρια περιγράφει ένα καθοριστικό καλοκαίρι της παιδικής της ηλικίας και τη μυστηριακή γνωριμία της με τον «Εκλαμπρότατο». Η εσωτερική ζωή του παιδιού παρουσιάζεται πλούσια, και ο παραθεριστικός οικισμός της Σκάλας ως πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση.
Η αναχώρηση του «Εκλαμπρότατου» και η εγκατάλειψη της Σκάλας σηματοδοτούν το τέλος της παιδικής μαγείας και την είσοδο του κοριτσιού στον κόσμο των «μεγάλων». Η τελική σκηνή, με την ερώτηση της αφηγήτριας αν όλα αυτά ήταν αληθινά και την απάντηση της πρωταγωνίστριας «Αυτό που φανταζόμαστε, υπάρχει» είναι το κλειδί του έργου.
Ειρήνη Κιτσίου
Sciurus Vulgaris
[Εκπαιδευτής γρύλων, Ζαχαράκης, 2008]
Σύντομο κείμενο που παρωδεί τη φυσιολατρία με έναν απολαυστικό, αυτοσαρκαστικό μονόλογο.
Η αφηγήτρια ανεβαίνει σε δέντρα παραμένοντας ώρες ακίνητη παρατηρώντας τη ζωή των μικρών ζώων.
Η επιμονή της αφηγήτριας να εισβάλλει στον κόσμο ενός σκίουρου καταλήγει τελικά σε φιάσκο.
Λένα Κιτσοπούλου
Ο Μουνής
[Μεγάλοι δρόμοι, Μεταίχμιο, 2010]
Ωμό και καταγγελτικό εκτενές διήγημα 13.000 λέξεων (το μεγαλύτερο σε έκταση στη παρούσα συναγωγή) που απομυθοποιεί την ελληνική επαρχία και οικογένεια.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας άντρας με το σεξιστικό παρατσούκλι «Μουνής». Με προφορικό λόγο γεμάτο ιδιωματισμούς και χυδαία γλώσσα –που δεν αποτελεί αισθητική ή προκλητική στάση αλλά πολιτική–, η συγγραφέας αποδομεί τον μικρόκοσμο της επαρχίας.
Μαρία Κουγιουμτζή
Ο βάλτος
[Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα, Καστανιώτη, 2016]
Υποβλητικό και αλληγορικό κείμενο γύρω από έναν παλιό βάλτο, τόπος ανθρώπινης τραγωδίας.
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί τον βάλτο ως μεταφορά για να σχολιάσει τη βία της ιστορίας, και συγκεκριμένα τον εμφύλιο πόλεμο της δεκαετίας του ’40. Η γλώσσα λυρική και ρυθμική δημιουργεί μια αίσθηση ασφυξίας, σαν αυτή που νιώθει κανείς όταν βυθίζεται σιγά-σιγά στη λάσπη.
Ζέτα Κουντούρη
Το στοίχημα
[Η πρεμιέρα, Εστία, 1992]
Το διήγημα ξεκινά με χιούμορ περιγράφοντας τη σχέση ενός άντρα με δύο ηλικιωμένες γειτόνισσες, που παρακολουθούν τη ζωή του διακριτικά – ίσως όχι και τόσο. Αρχικά ο αναγνώστης νομίζει πως παρακολουθεί μια αστική σάτιρα, όμως στο τέλος το διήγημα εκτροχιάζεται όταν η κοπέλα του ήρωα μετατρέπει την (υποψία για) «ηδονοβλεψία» των δύο κυριών, σε παιχνίδι εξουσίας. Το «στοίχημα» που βάζουν μετατρέπεται από φάρσα σε καβγά, και από καβγάς σε τραγωδία με φόνο. Οι γριούλες όμως, που ως τότε προκαλούσαν δυσφορία στον ήρωα, μετατρέπονται από «κατάσκοποι» σε «μάρτυρες υπεράσπισης».
Νάγια Κουτρουμάνη
Νύχτα ρεβεγιόν
[Τριαντάφυλλα με μπακαλιάρο, Ιωλκός, 2021]
Πορτρέτο μιας γυναίκας που, σε ένα μελλοντικό, δυστοπικό Παρίσι, διαλυμένο από βομβιστικές επιθέσεις, επιμένει να πιστεύει στον έρωτα και στο όνειρο. Η αφηγήτρια περιγράφει την ηρωίδα μέσα σε ερείπια, με πρόσβαση σε νερό και ρεύμα για λίγες μόνο ώρες τη μέρα, ενώ γύρω της οι άνθρωποι πεθαίνουν «στη λάθος στιγμή». Παρ’ όλα αυτά, το μοναδικό καταφύγιο της είναι η αγάπη: μια σχέση μέσω διαδικτύου με μια γυναίκα, την Αμελί.
Ελένη Λαδιά
Χάλκινος ύπνος
[Χάλκινος ύπνος, Εστία, 1980]
Η αφηγήτρια συναντά σ’ ένα πάρκο ένα μικρό κορίτσι που κλαίει. Γρήγορα αναγνωρίζει στη μικρή… τον παιδικό της εαυτό, με τα ίδια τραύματα. Η αφηγήτρια σπεύδει να αγκαλιάσει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, το παρελθόν της.
Η σκηνή συμπληρώνεται από την εμφάνιση μιας γριάς, η οποία αποκαλύπτεται πως πρόκειται πάλι για την ίδια… αλλά στο απώτερο μέλλον. Ξεκινά έτσι ένας φιλοσοφικός και υπαρξιακός διάλογος μεταξύ τους.
Ειρήνη Μαντά
Ο Πέτρος και ο Πάνας
[Έξι ιστορίες για μικρούς σάτυρους, Nightread, 2016]
Μεταρεαλιστική αφήγηση που συνδυάζει την σκληρή κοινωνική πραγματικότητα και το φαντασιακό.
Μια νεαρή κοπέλα εξιστορεί την ερωτική της σχέση με τον Πέτρο, ένα παιδί προικισμένο με φαντασία και ελευθερία, που ξέρει να πετάει (κυριολεκτικά). Μαζί του μαθαίνει να πετάει κι εκείνη. Για να βγάλουν τα έξοδά τους ανοίγουν διαμερίσματα, συνήθως ρετιρέ, πετώντας πάνω από την πόλη.
Η αφηγήτρια όμως είναι εθισμένη στην ηρωίνη και ο Πέτρος προσπαθεί να τη βοηθήσει να ξεκόψει. Τελικά η κοπέλα ελκύεται από μια άλλη μορφή «ελευθερίας»: την καταστροφική φύση του θεού Πάνα.
Μαρία Μαραγκουδάκη
Ο μεσημεράς
[Μηδενική γωνία, Εύμαρος, 2017]
Η αφηγήτρια ταξιδεύει με πλοίο προς την Κρήτη και συναντά τον «μεσημερά», μια τραυματική φιγούρα από το παρελθόν.
Στα παιδικά χρόνια της αφηγήτριας ο μεσημεράς ήταν ένας σκληρός άνδρας, με τερατώδη χαρακτηριστικά που οι γονείς τον χρησιμοποιούσαν ως φόβητρο για τα παιδιά τους ώστε να μην κυκλοφορούν το μεσημέρι στο χωριό.
Αργότερα ο μεσημεράς θα παντρευόταν την ξαδέρφη της δεκατριάχρονης τότε ηρωίδας, όμως σε μια εκδρομή στη θάλασσα ο μεσημεράς χαϊδεύει μέσα στο νερό το αιδοίο της αφηγήτριας, ενώ της μαθαίνει κολύμπι, τη στιγμή που στα βαθιά πνίγεται η αρραβωνιαστικιά του.
Αξιολογότατη γραφή που δεν της έχει δοθεί η προσοχή που της αρμόζει.
Έλενα Μαρούτσου
Μπορεί ο πόνος να σε οξύνει, όμως μια απώλεια σε κάνει οριστικά επιρρεπή στην καλοσύνη
[Του ύψους και του βάθους, Αλεξάνδρεια, 1998]
Το νανοδιήγημα αυτό, 82 λέξεων μαζί με τον εκτενή τίτλο, αφηγείται την ιστορία της μικρής Μαργαρίτας που αφηρημένη χάνει το δαχτυλάκι της με το απότομο κλείσιμο μιας πόρτας. Η αφήγηση λιτή, αποφεύγει κάθε μελοδραματισμό.
Θα ήθελα να παρουσιάσω ολόκληρο το κείμενο από την, εξαντλημένη από καιρό, πρώτη συλλογή της Μαρούτσου, που δυσκολεύτηκα πολύ να εντοπίσω σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο:
Κωστούλα Μητροπούλου
Παιχνίδι για πέντε
[Η μεγέθυνση, Κέδρος, 1983]
Η συγγραφέας με έναν εσωτερικό και λογοτεχνικά πειραματικό λόγο παρακολουθεί την περιπλάνηση μιας Γυναίκας και ενός Άντρα. Κεντρικό πρόσωπο είναι ο «Εκείνος», μια φιγούρα-σύμβολο σε ρόλο «προφήτη», «δολοφόνου», «αγαπημένου».
Η αφήγηση κινείται διαρκώς ανάμεσα στη δράση και στον στοχασμό, τον ρεαλισμό και τον συμβολισμό.
Αξίζει να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από την αρχή του κειμένου:
Μαρία Μήτσορα
Ο μαγευτικός φακός
[Άννα να ένα άλλο, Άκμων, 1978. Τώρα από Πατάκη, 2007]
Διήγημα-τομή στην ελληνική διηγηματογραφία. Πυκνό, σουρεαλιστικό αλλά και σκληρό όπου ο κόσμος της παιδικής φαντασίας πλέκεται με το θάνατο.
Τρία μικρά κορίτσια, η Μαριάννα και οι δύο φίλες της, η Ερμίνα και η Σιμόνη, περιπλανιούνται σε ένα σύμπαν που μοιάζει άλλοτε παραμυθένιο και άλλοτε εφιαλτικό όπως οι ταινίες του David Lynch.
Μέσα από σκηνές παιχνιδιού και βίας, τα κορίτσια αναπαριστούν ιστορίες, στήνουν τελετουργίες και «στολίζουν» τους νεκρούς γονείς της Μαριάννας με αντικείμενα και τρόφιμα, χρησιμοποιώντας τον «μαγευτικό φακό» ως εργαλείο.
Το ντεμπούτο της Μήτσορα διαβάζεται σήμερα χωρίς να έχει απολέσει τη φρεσκάδα, τη ζωντάνια και την ανατρεπτικότητα του και μπορούμε να πούμε ότι το διήγημα της μεταπολίτευσης ξεκινά, ουσιαστικά, από τη συλλογή «Άννα να ένα άλλο».
Κλαίρη Μιτσοτάκη
Σωρείτες
[Σωρείτες, Εστία, 2006. Πρώτη δημοσίευση Τα Νέα, 1999.]
Αλληλουχία ποιητικών και δοκιμιακών κειμένων, όπου κάθε ενότητα εστιάζει σε ένα συναίσθημα ή μια ψυχική κατάσταση: μίσος, ηδονή, ζήλεια, μέθη, δέος, χαρά, θλίψη, οργή.
Η συγγραφέας δεν αφηγείται κάποια ιστορία σε σχέση με αυτά αλλά τα ορίζει με παραστατικές εικόνες και μεταφορές χωρίς πλοκή ή χαρακτήρες.
Ένα μεταμοντέρνο διήγημα-διαμάντι.
Αμάντα Μιχαλοπούλου
Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη
[Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη, Καστανιώτη, 1994. Πρώτη δημοσίευση περ. Ρεύματα, 1993.]
Ο νεαρός Σωτήρης δουλεύει σε βενζινάδικο και αφηγείται την καθημερινότητά του, τα όνειρα και τις εμμονές του με αφορμή έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό. Η φωνή του είναι λαϊκή, με χιούμορ, με περιορισμένο λεξιλόγιο, αλλά γεμάτη παλμό και ζωντάνια. Ο Σωτήρης μιλά για να ζήσει αλλιώς: για να ξεφύγει από τη βενζίνη, τη βρομιά, τους φλώρους και τους μπάτσους.
Η Μιχαλοπούλου μετατρέπει μια χαλαρή, αυτοσχεδιαστική εξομολόγηση σε ένα σχόλιο στο ποιοι γράφουν και γιατί γράφουν.
Σοφία Νικολαΐδου
Η σημαδεμένη
[Ξανθιά πατημένη, Κέδρος, 1997. Ελεύθερη πρόσβαση εδώ ]
Σκληρό, φεμινιστικό σύντομο διήγημα (μόλις 266 λέξεων) αλλά εξαιρετικά πυκνό με θέμα τον ανδρισμό και στην πατριαρχική βία.
Ο Γιαννούτσος, ο «λιμπιστερός γκόμενος» με «πουκάμισο ξεκούμπωτο στο στέρνο» είναι ο ελληναράς των seventies, ένα καλοκαιρινό καμάκι που γίνεται σύζυγος πλούσιας Σουηδέζας. Η οποία επιστρέφει στη χώρα της.
Όταν η Σουηδέζα του φέρνει το μωρό του για να του το δείξει και να χωρίσουν πολιτισμένα, εκείνος χαράζει με σουγιά το μπράτσο της κόρης του, για να την αναγνωρίζει στο μέλλον. Μια πράξη ακραίου φαλλοκρατισμού που διαπράττεται μπροστά στη μάνα τελετουργικά με μια κεκαλυμμένη τρυφερότητα. Το σχόλιο του άντρα στο τέλος του κειμένου «φτου σου, κοπέλα μου∙ φτάνει να μη σε κοιμηθώ» υποθάλπει τη διεστραμμένη πρόθεση.
Η Νικολαΐδου με ελάχιστες φράσεις και μαύρο χιούμορ συμπυκνώνει το τραύμα μιας ολόκληρης γενιάς γυναικών που αγιοποιούσε τον γυναικοκατακτητή.
Γλώσσα λαϊκή, κοφτή, ρυθμική.
Διήγημα που αξίζει να κοσμήσει κάποια παγκόσμια ανθολογία (μικρο)διηγημάτων.
Ηρώ Νικοπούλου
Ηρώ Νικολοπούλου
[Ηρώ Νικολοπούλου και άλλες συντεχνιακές ιστορίες, Γαβριηλίδης, 2019. Πρώτη δημοσίευση περ. Χάρτης, τχ. 5, 2019. Ελεύθερη πρόσβαση εδώ ]
Το διήγημα «Ηρώ Νικολοπούλου» της Ηρώς Νικοπούλου είναι μια αυτοσαρκαστική και μεταμυθοπλαστική σάτιρα για την πολυπόθητη εμπορική επιτυχία του συγγραφέα.
Η ηρωίδα, εξαιτίας της επαναλαμβανόμενης παραποίησης του επιθέτου της στις διάφορες κριτικές παρουσιάσεις (Νικολοπούλου αντί Νικοπούλου), αποφασίζει να «υιοθετήσει» το λανθασμένο όνομα και να κατασκευάσει μια εμπορική περσόνα –σύμφωνη με τις επιταγές του κοινού. Κι έτσι η «Ηρώ Νικολοπούλου» γνωρίζει τη φήμη και την επιτυχία που τόσο πολύ επιθυμούσε.
Όμως το τίμημα όλων αυτών είναι η αλλοτρίωση καθώς κάποια στιγμή στο μέλλον αισθάνεται ξένη με το εύπεπτο έργο της και αποφασίζει να γράψει ξανά με το πραγματικό της όνομα, Νικοπούλου αντί Νικολοπούλου. Ο εκδότης όμως, όταν διαβάζει το χειρόγραφο, έχει διαφορετική γνώμη…
Καυστικό σχόλιο για το λογοτεχνικό σινάφι, όταν η αυθεντικότητα ισοπεδώνεται από το μάρκετινγκ.
Παυλίνα Παμπούδη
Το υπόγειο
[40 κάπως περίεργες ιστορίες, εκδ. Ροές, 2012. Τώρα στο: Παράξενες κι ακόμα πιο παράξενες ιστορίες, εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2020.]
Το υπόγειο του σπιτιού παρουσιάζεται ως το υποσυνείδητο του ίδιου του κτίσματος όπου υπάρχουν κατσαρίδες, αράχνες, ποντίκια και παλιά αντικείμενα. Αντίθετα, το πάνω σπίτι, το συνειδητό, διατηρείται καθαρό και οργανωμένο.
Η ανατροπή συμβαίνει όταν ο νέος ιδιοκτήτης αποφασίζει να καθαρίσει το υπόγειο με ισχυρά εντομοκτόνα και να το τακτοποιήσει. Επέρχεται μια ψευδο-κάθαρση αλλά επιζεί μια κατσαρίδα που μονολογεί «όλα είναι μια ψευδαίσθηση».
Η τελική καταστροφή έρχεται μετά από ένα ισχυρό σεισμό όπου το «μεγάλο επιβλητικό σπίτι» καταλήγει κυριολεκτικά μέσα στο υπόγειο.
Μαρία Πετρίτση
Γιαπωνέζικο παραμύθι
[Αγάπη μου θέλω να γίνω ψάρι, Biblioteque, 2017. Πρώτη δημοσίευση περ. Μανδραγόρας τχ. 51, 2014. Τώρα Τηλέγραφος, 2024.]
Υβριδικό κείμενο μεταξύ ποιητικού μονόλογου και παραληρηματικής εξομολόγησης.
Η ξέφρενη φαντασία μιας γυναίκας δημιουργεί ένα παραισθητικό τοπίο μιλώντας για τον απόλυτο έρωτα.
Βασιλική Πέτσα
Ο κόραξ εξελθών
[Μόνο το αρνί, Πόλις, 2015]
Αφήγηση που σκιαγραφεί τον ελληνικό εμφύλιο μέσα από τον προφορικό και γεμάτο ιδιωματισμούς λόγο ενός γέροντα-αφηγητή.
Η διήγηση, η οποία στηρίζεται στο θεσσαλικό ιδίωμα και τον προφορικό λόγο του μπαρμπα-Λάμπρου, ακολουθεί τη διαδρομή ενός αντάρτη, του Τάσου, από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο μέχρι τον θάνατό του λίγο πριν την οριστική ήττα του Δημοκρατικού Στρατού.
Κείμενο πλούσιο σε λεπτομέρειες, με ευρηματική χρήση της τοπικής διαλέκτου και με έντονη συναισθηματική φόρτιση.
Γαλάτεια Ριζιώτη
Άλλος για μαστίγωμα
[Ντραμς, Κέδρος, 2001]
Ιδιότυπη σάτιρα της ψυχολογίας, του φεμινισμού και της υπαρξιακής ανασφάλειας της σύγχρονης γυναίκας. Η Αλεξάνδρα, επαγγελματίας… μαστιγώτρια αντρών, έχει επιλέξει το εν λόγω επάγγελμα όχι από σαδιστική κλίση αλλά ως απάντηση σε μια ανομολόγητη καταπίεση που έχει βιώσει. Η επιχείρηση λειτουργεί ως κανονική δουλειά με ραντεβού, γραμματέα, ταμείο και «επαγγελματικά μυστικά».
Το ύφος της είναι προφορικό, κοφτό, παιγνιώδες, με ανατροπές και εναλλαγές στον τόνο.
Γαλάτεια Σαράντη
Τέλος εποχής
[Ελένη, Εστία, 1982]
Φθινόπωρο και ένα πολυτελές ξενοδοχείο βρίσκεται σε παρακμή, με ελάχιστους επισκέπτες και υπαλλήλους να τριγυρνούν σα φαντάσματα. Το παιδί-θυρωρός παρατηρεί τον κόσμο των μεγάλων: την «Κυρία», που μοιάζει με ξεπεσμένη αρχόντισσα της παλιάς εποχής, και την αινιγματική «δεσποινίς», που περιμένει μάταια ένα τηλεφώνημα.
Η βροχή προδικάζει ότι το τέλος είναι κοντά: τέλος εποχής για το ξενοδοχείο, τέλος παιδικότητας για τον μικρό, τέλος της ξεπεσμένης αρχόντισσας, τέλος της ανεμελιάς της «δεσποινίδας».
Έρση Σωτηροπούλου
Μάτια μέσα στη νύχτα
[Να νοιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα, Πατάκη, 2011]
Το διήγημα αφηγείται τον εσωτερικό κόσμο μιας μικρής κοπέλας, της Μιράντας, μέσα από τις εβδομαδιαίες επισκέψεις με τον πατέρα της σε ψυχίατρο στην Αθήνα. Η ηρωίδα πλέκει την καθημερινότητα –το ταξίδι ως την πρωτεύουσα, το ιατρείο, τις τυπικές φράσεις των γονιών της– με τον εσωτερικό κόσμο της, που είναι γεμάτος ασφυξία και επιθυμία για απόδραση από την «κανονικότητα».
Ελισάβετ Χρονοπούλου
Κάθε πρωί
[Ο έτερος εχθρός, Πόλις, 2017]
Ιστορία ενός ζευγαριού, η σχέση του οποίου σημαδεύτηκε από ένα τραυματικό γεγονός επί Γερμανικής Κατοχής στην πρωτεύουσα: τον εξευτελισμό του τότε συζύγου της αφηγήτριας από Γερμανό στρατιώτη μέσα σε λεωφορείο, χωρίς όμως η ίδια να αντιδράσει.
Η Χρονοπούλου, με συγκρατημένη συγκίνηση, μιλά για το πώς μια στιγμή φόβου μπορεί να στοιχειώσει μια ζωή ολόκληρη.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)















Ευχαριστώ κ Π Ενιγουέι που μου θυμήσατε αυτό το ευτυχές γεγονός ,της έκδοσης δηλαδή αυτου του βιβλίου μου, το μακρινό 2οο8 από τον αείμνηστο εκδότη Κ Ζαχαράκη,όπου η φύση κατέχει τη θέση που της αρμόζει.
Εκείνη στη θέση της ,και εμείς θαυμαστές και συνένοχοί της.
Ευχαριστώ.Ειρήνη Κίτσιου.