Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Στοχασμός πάνω στη λυτρωτική δύναμη της γραφής και στη γυναικεία ταυτότητα (γράφει...

Στοχασμός πάνω στη λυτρωτική δύναμη της γραφής και στη γυναικεία ταυτότητα (γράφει ο Θανάσης Αγάθος)

0
483
Spread the love

 

γράφει ο Θανάσης Αγάθος (*)

 

Πεζογράφος, ποιήτρια, μεταφράστρια, με πληθωρικό και αξιόλογο έργο, η Αργυρώ Μαντόγλου επανέρχεται με ένα πρωτότυπο και πολύπτυχο πεζογράφημα, που δύσκολα κατηγοριοποιείται. Το πρόσφατο βιβλίο της, Ένας δικός της δρόμος. Τρεις ιστορίες σε άλλο χρόνο, που φέρει τη σφραγίδα της υψηλής ποιότητας των εκδόσεων Καστανιώτη, αφηγείται τις ιστορίες τριών διαφορετικών γυναικών σε διαφορετικούς τόπους και διαφορετικές χρονικές στιγμές, με κοινό άξονα την επιθυμία και των τριών να αφηγηθούν τις ιστορίες τους μέσα από τη γραφή.

Πρώτα, στη Ζάκυνθο το 1823, η Ελισάβετ Μουτζάν, η οποία αργότερα θα γίνει γνωστή ως Μαρτινέγκου, ζει υπό καθεστώς αυστηρού οικιακού εγκλεισμού, όπως συμβαίνει συστηματικά με τις θυγατέρες των αριστοκρατικών οικογενειών της εποχής. Σε αντίθεση με τις κοινωνικές νόρμες που ρυθμίζουν τον γυναικείο βίο, η νεαρή Ελισάβετ, η Μπέτα όπως την αποκαλεί ο πατέρας της, επιχειρεί να εγκαταλείψει τον τόπο της. Η επιδίωξή της είναι η μετάβαση στην Ιταλία, προκειμένου να αποκτήσει μόρφωση και να ασκήσει τη συγγραφική της δραστηριότητα σε συνθήκες ελευθερίας.

Ύστερα, στην Εύβοια το 1906, η Βιρτζίνια Στίβεν, μετέπειτα γνωστή ως Βιρτζίνια Γουλφ, πραγματοποιεί το πρώτο της ταξίδι στον ελληνικό χώρο ως νεαρή δημοσιογράφος. Κατά την παραμονή της επισκέπτεται σημαντικούς αρχαιολογικούς τόπους και τελικώς εγκαθίσταται στο κτήμα Αχμέταγα, στην Εύβοια, το οποίο είχε αγοραστεί από οθωμανική ιδιοκτησία με οικονομική συνδρομή της Λαίδης Μπάιρον. Εκεί έρχεται αντιμέτωπη με τραυματικές και καθοριστικές εμπειρίες: γίνεται μάρτυρας ενός φόνου, συμμετέχει σε ανασκαφικές δραστηριότητες και αντλεί ερεθίσματα που θα συμβάλουν στη διαμόρφωση του πρώτου της μυθιστορήματος.

Τέλος, στη σύγχρονη Βενετία, σε ένα διαφορετικό ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο, μια τρίτη γυναίκα γνωρίζει έναν αρχαιολόγο, ο οποίος εστιάζει την έρευνά του στη μελέτη μεσαιωνικών πρακτικών δίωξης υποτιθέμενων μαγισσών, και ειδικότερα σε ταφές γυναικών με αποτρεπτικά χαρακτηριστικά, όπως η τοποθέτηση λίθου στο στόμα. Στο περιβάλλον της Βενετίας, και ύστερα από μακρά περίοδο σιωπής, η γυναίκα αυτή θα προχωρήσει στη διατύπωση και ανασύνθεση των προσωπικών της αφηγήσεων.

Οι τρεις αυτές γυναικείες μορφές, τοποθετημένες σε διαφορετικά ιστορικά συμφραζόμενα, συνδέονται μέσω μιας κοινής εμπειρίας ρήξης με τα δεδομένα της εποχής τους. Η επιλογή της μετακίνησης, της αφήγησης και της δημιουργίας λειτουργεί ως καταλύτης για τον επαναπροσδιορισμό της ζωής τους, του έργου τους και της ατομικής τους διαδρομής.

Το πεζογράφημα της Μαντόγλου έχει σαφώς φεμινιστικό προσανατολισμό. Είναι προφανές ότι η συγγραφέας στοχεύει στην ανάδειξη της δύναμης της γυναικείας γραφής και θέλει να αποτίσει έναν φόρο τιμής σε γυναικείες συγγραφικές φωνές που μένουν στο περιθώριο, όπως η Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, ή χρειάζεται να αγωνιστούν σκληρά για να έρθουν στο προσκήνιο και να κερδίσουν την καταξίωση, όπως η Βιρτζίνια Γουλφ. Η Μουτζάν-Μαρτινέγκου και η Γουλφ της Μαντόγλου διασταυρώνονται με μια τρίτη γυναίκα, πλασματική αυτή τη φορά, μια κοπέλα που σχετίζεται με έναν αρχαιολόγο που κυνηγά μάγισσες. Και οι τρεις αυτές γυναικείες μορφές, παλεύουν να χαράξουν η καθεμιά τον δικό της δρόμο, να αρθρώσει η καθεμιά τον δικό της λόγο, να αφήσει η καθεμιά το δικό της αποτύπωμα στο πεδίο της γραφής.

Η καθεμιά από τις τρεις ηρωίδες της Μαντόγλου κουβαλά τον δικό της κόσμο, το δικό της κοινωνικό υπόβαθρο, το δικό της οικογενειακό περιβάλλον, τους δικούς της δαίμονες, τις δικές της ευαισθησίες, τα δικά της εμπόδια. Για καμμία ο δρόμος της δημιουργίας δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Και για τις τρεις η γραφή προβάλλει ως εσωτερική ανάγκη, ως λύτρωση, ως πράξη απελευθερωτική, ως πράξη επαναστατική, που τις φέρνει σε αντίθεση με το πατριαρχικό κατεστημένο και σπάει τη σιωπή αιώνων που έχει προηγηθεί.

Οι τρεις ηρωίδες και οι τρεις ιστορίες διαπλέκονται και συνομιλούν μεταξύ τους, αποτελώντας τρεις διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος, τρεις φωνές που ενώνονται για να διεκδικήσουν το δικαίωμα της γυναίκας στη λογοτεχνική δημιουργία.

Η φωνή της Μουτζάν-Μαρτινέγκου φέρει το ειδικό βάρος του εγκλεισμού, της απόγνωσης, της στέρησης. Η νεαρή Ζακυνθινή γυναίκα, φασματική παρουσία με τη δική της γοητεία, αντιμετωπίζει το γράψιμο ως ένα παράθυρο στον κόσμο, ως ένα άνοιγμα στη ζωή, ως έναν μηχανισμό αποδέσμευσης από την πατρική εξουσία. Επιστρέφει ως σκιά από το μακρινό παρελθόν των αρχών του δεκάτου ενάτου αιώνα, για να πει και να γράψει τώρα αυτά που δεν της είχαν επιτρέψει να πει τότε.

Η φωνή της Γουλφ, πριν ακόμη από τον γάμο της, όταν ακόμη έχει το πατρικό της επίθετο (Στίβεν), φέρει το ειδικό βάρος της νεότητας και βρίσκεται ακόμη σε μια πορεία συγγραφικής διαμόρφωσης: γράφει κριτικές, ενθαρρύνεται από τη στενή φίλη της Βάιολετ Ντίκινσον να γράψει τα δικά της βιβλία και πραγματοποιεί ένα μεγάλο ταξίδι στην Εύβοια, που θα τη φέρει αντιμέτωπη με το εκτυφλωτικό φως του ελληνικού τοπίου και τη λάμψη των αρχαίων μνημείων αλλά και με το οδυνηρό φορτίο της απώλειας του αδελφού της και θα την ωθήσει να αρχίσει ένα άλλο μεγάλο ταξίδι, το θριαμβευτικό ταξίδι της στο πεδίο της γραφής.

Η τρίτη γυναικεία φωνή φέρει τις αντιφάσεις, την αμφιθυμία, τη σπασμωδικότητα, τις φοβίες του σήμερα, αντιπροσωπεύοντας τη γυναίκα που αναζητά τα σύγχρονα εργαλεία, τις σύγχρονες φόρμες για να εκφράσει, να αποτυπώσει γραπτώς τη δική της αφήγηση.

Στο πεζογράφημα της Μαντόγλου, η Ζάκυνθος του δεκάτου ενάτου αιώνα, η Εύβοια των αρχών του εικοστού αιώνα και η Βενετία του σήμερα λειτουργούν ως τόποι μνήμης, που φέρουν τις τρεις ηρωίδες προ των ευθυνών τους ενώπιον της γραφής και της Ιστορίας, καθώς ενεργοποιούν την επιθυμία τους να ξεφύγουν από τα στενά όρια της πατριαρχικής κοινωνίας και να διοχετεύσουν τη δημιουργική τους πνοή στη γραφή.

Όπως είναι φανερό από τη βιβλιογραφία που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου της, η Αργυρώ Μαντόγλου πραγματοποιεί σημαντική έρευνα πριν περάσει στο στάδιο της γραφής του βιβλίου της, έρευνα η οποία κινείται σε διαφορετικές κατευθύνσεις και μεθόδους. Στην περίπτωση της Μουτζάν-Μαρτινέγκου, η προσέγγιση έχει σίγουρα ως βάση την αυτοβιογραφία της συγγραφέως, αλλά επεκτείνεται και σε κείμενα που επικεντρώνονται στις ιστορικές συνθήκες της ζακυνθινής κοινωνίας του 19ου αιώνα και στη μεταγενέστερη πορεία της γραφής της Μουτζάν-Μαρτινέγκου, όπως αυτή παραδίδεται, φιλτράρεται ή παραμορφώνεται από τον χρόνο. Για τη Βιρτζίνια Γουλφ, το βάρος δίνεται σε προσωπικές πηγές –ημερολόγια και αλληλογραφία– καθώς και σε βιογραφικές μελέτες και θεωρητικές αναγνώσεις που φωτίζουν τη σχέση της με τον ελληνικό χώρο. Ιδιαίτερη πρόκληση και αξιοσημείωτο επίτευγμα της Μαντόγλου αποτελεί η οργανική ένταξη του ταξιδιού της Γουλφ στην Εύβοια, ενός τεκμηριωμένου γεγονότος, μέσα στη μυθοπλαστική αφήγηση. Η τρίτη αφήγηση κινείται σε εντελώς διαφορετικό πεδίο, καθώς είναι προφανές ότι αντλεί στοιχεία από τα πεδία της λαογραφίας και της αρχαιολογίας.

Η Μαντόγλου διαπλέκει με μαεστρία και άνεση τις τρεις ιστορίες, στηρίζοντας την αφήγησή της στον άξονα των ταξιδιών και των συναντήσεων και δημιουργώντας μια γοητευτική ατμόσφαιρα όπου δεσπόζει η ανάγκη της γυναίκας να δημιουργήσει, να χρησιμοποιήσει τη γραφή ως αντίδοτο στη σιωπή και στην καταπίεση. Οι τρεις ιστορίες, χωρίς να χάνουν την αυτονομία τους, συνθέτουν ένα ενιαίο συναρπαστικό πεζογράφημα, ευρηματικό και άριστα διαρθρωμένο, που αποτελεί έναν στοχασμό πάνω στη λυτρωτική δύναμη της γραφής και στη γυναικεία ταυτότητα.

Και μία τελευταία παρατήρηση: με το πυκνό επίμετρό της, η Μαντόγλου όχι μόνο βάζει το αναγνωστικό κοινό στο εργαστήριο της γραφής της, καθώς επεξηγεί πώς ένα δικό της ταξίδι στην βόρεια Εύβοια είναι η αφορμή για να πιάσει το νήμα της περιήγησης της Γουλφ στην Ελλάδα πριν από έναν αιώνα, αλλά και γίνεται η ίδια, κατά κάποιον τρόπο, η τέταρτη ηρωίδα του ωραίου βιβλίου της και ακολουθεί, σαν τις άλλες τρεις, «έναν δικό της δρόμο», που την οδηγεί στη μαχητική υπεράσπιση και τη δικαίωση της γυναικείας γραφής.

(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 Αργυρώ Μαντόγλου, Ένας δικός της δρόμος. Τρεις ιστορίες σε άλλο χρόνο, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2025.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΔίψα για γνώση, ηδονή, ολοκλήρωση: η αναγεννησιακή μορφή του Pico della Mirandola (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)
Επόμενο άρθροVincenzo Latronico: “Είσαι καταναλωτής αλλά δεν το ξέρεις” (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ