του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου(*)
Όσοι σεργιανίζουν στην ηλεκτρονική πλατεία των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης στο Διαδίκτυο, έχουν επίγνωση ότι – όπως συμβαίνει διαχρονικά και σε μια κανονική, φυσική πλατεία, αλλά και σε κάθε χώρο κοινωνικής συναναστροφής- μαζί με τα πολλά θετικά στοιχεία που έχει αυτή η συμμετοχή σε μια δημόσια επαφή με άλλους, υπάρχουν και κάποιες ανυπόφορες, σκοτεινές και πνιγηρές διαστάσεις. Μια από αυτές εκδηλώνεται όταν μια στο τόσο πετάγεται στην ηλεκτρονική πλατεία ένα όνομα από τα παλιά, ανθρώπου που δεν ζει πιά, που έχει υπάρξει ως διάσημος για κάποιο λόγο (ως ποδοσφαιριστής, ως καλλιτέχνης, ως πολιτικός, ή ό,τι άλλο το έχει ξεχωρίσει έστω για λίγο από τους πολλούς), και ξάφνου, σαν να ρίχνεται ένα αναμμένο σπίρτο σε ξερά εύφλεκτα χόρτα, ακολουθεί ένα κύμα κανιβαλισμού σε βάρος του. Σ’αυτές τις περιπτώσεις, η πλατεία μεταμορφώνεται σε αρένα, και ο νεκρός σε θήραμα.
Δεν αναφερόμαστε τόσο σε εκδηλώσεις τρέχουσας πολιτικής σκοπιμότητας που οργανώνονται εστιασμένα από παραπολιτικούς γκρίζους μηχανισμούς, και λειτουργούν κατά τον McLuhan, σαν τη φόλα που πετάει ο διαρρήκτης στο σκυλί που φυλάει το σπίτι, ώστε αυτός να μπεί και να ληστέψει ανενόχλητος (αυτό είναι ένα πολύ λιγδερό κεφάλαιο, μα διαφέρει από ό,τι εξετάζουμε εδώ), όσο σε αδέσποτο λυντσάρισμα νεκρών, που παραπέμπει στη δράση των συρφετών που κυνηγούν τον Δράκουλα για να τον (ξανα)σκοτώσουν, στις σχετικές κινηματογραφικές ταινίες.
Εννοείται ότι μια τέτοια δραστηριότητα δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με μια δημιουργική αναζήτηση στοιχείων του παρελθόντος για κάποιο παραγωγικό σκοπό, γνωστικό ή άλλο, ούτε με Επιστήμες όπως η Ιστορία ή η Αρχαιολογία, που ασχολούνται βεβαίως με το παρελθόν της ανθρωπότητας και των ανθρώπων που τη συγκροτούν, ούτε βεβαίως με τον Πολιτισμό των Φαντασμάτων που μεγαλώνει ποικιλοτρόπως τον ποιητικό, στοχαστικό ζωτικό μας χώρο, αναγνωρίζοντας το βάθος της διαχρονίας της ανθρωπότητας. Δεν έχει σχέση ούτε με ένα αθώο, καλών προθέσεων κουτσομπολιό, που μαζί με την εφήμερη τέρψη των συνομιλητών, ενίοτε συμπληρώνει με πληροφορίες μια εικόνα του παρελθόντος.
Αυτού του είδους το «κυνηγητό των νεκρών» είναι περισσότερο η εκδήλωση μιας συλλογικής ψυχικής παθογένειας, ένα «ξεφόρτωμα» βαθειάς δυσανεξίας- που αφορά πάντοτε άλλους και όχι τον τρόπο που στέκονται εμπράκτως οι ίδιοι στα πράγματα: σ’αυτές τις καταστάσεις, ο κυνηγός έχει τη θέση και την (πολύ προσωρινή, βεβαίως- η πραγματική εξουσία βρίσκεται σταθερά αλλού) εξουσία του υπέρτατου κριτή-, προκαλώντας μια αποφορά σε όσους άθελά τους πέφτουν πάνω της.
Η διαφορά των ηλεκτρονικών μέσων δικτύωσης από τα καφενεία ή τις φυσικές πλατείες, είναι ότι είναι πολύ πιο απλωμένα, οπότε εκ των πραγμάτων πολλαπλασιάζουν δυσανάλογα την ένταση. Από την άλλη μεριά, η φύση των σύγχρονων μέσων είναι τέτοια που σ’αυτά γρήγορα ο επίμαχος νεκρός ξαναπερνάει στην αφάνεια των αιώνων, μέχρι να προκύψει ένας νέος στόχος: είναι η ανάγκη της σκύλευσης καθ’εαυτής που πρυτανεύει, όχι το συγκεκριμένο όνομα του όποιου θηράματος.
Το κυνήγι των νεκρών διαχρονικά
Στην ιστορία της ανθρωπότητας αυτά συνέβαιναν πάντοτε, έτσι ή αλλιώς. Το να εμβαθύνουμε σ’αυτά, δεν είναι για να εναγκαλιστούμε δεισιδαιμονίες ή άλλες νοσηρότητες, μα για να καθαρίσουμε κατά το δυνατόν την ατμόσφαιρα που μας εμποδίζει να ξεδιψάσουμε στα «υψηλά» της ζωής (παραφράζοντας τον αναγεννησιακό φιλόσοφο Pico della Mirandola/1463- 1494/, από το βιβλίο του «Λόγος περί αξιοπρεπείας», εκδόσεις Άγρα), μετέχοντας κατά το δυνατόν σ’αυτά και συνδιαμορφώνοντάς τα.
Έχουμε ήδη ασχοληθεί με όψεις του θέματος στο δοκίμιό μας «Ενεργοποιώντας ένα κοίτασμα πολιτισμού- Όψεις του μαγικού ρεαλισμού», στον «Αναγνώστη», και στο βιβλίο «Μεθόριος- η αυτοκρατορία των ορίων», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, μα το βιβλίο του John Blair, Καθηγητή της Μεσαιωνικής Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, «Killing the Dead: Vampire Epidemics from Mesopotamia to the New World», που εκδόθηκε από το Princeton το 2025, είναι στοχευμένο ακριβώς στη διάσταση «να ξεμπερδεύουμε με τους νεκρούς». Κάνοντας εκτεταμένη χρήση των πηγών, και σύγχρονων επιστημών όπως η καινοφανής αρχαιοθανατολογία, καταλήγει ότι όντως αυτή η διάθεση έχει υπάρξει πρακτικά σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, από τη Σκωτία ως την Κίνα, και από την Ισλανδία ως τη Δυτική Αφρική, όπως και σε όλες τις χρονικές περιόδους- με έξαρση στις φάσεις ραγδαίων κοινωνικοοικονομικών, θρησκευτικών και πολιτιστικών μεταβολών σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, κάθε φορά. Όπως συμβαίνει στα βιβλία που προκαλούν ένα ευρύτερο ενδιαφέρον, οι σοβαρές κριτικές που το αφορούν, εξελίσσουν κι αυτές με τον τρόπο τους την πραγμάτευση του θέματος- και εδώ αντλούμε και από αυτές
Πολύ σχηματικά, για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου: υπάρχουν οι περιπτώσεις του (έκτακτου) συλλογικού καννιβαλισμού των νεκρών- που εκδηλώνεται σε φάσεις που οι κοινωνίες ζορίζονται χωρίς ορατή διέξοδο-, μα και οι εξατομικευμένες- που αφορούν όχι τόσο το κυνήγι των νεκρών, όσο τη διαχείριση πρωτόγνωρων εμπειριών, έξω από τον μέχρι τότε ισχύοντα κανόνα. Η δεύτερη κατηγορία απλώνει το θέμα και σε άλλα πεδία, πάντως και οι δύο σχετίζονται με βαθειές ψυχολογικές αναστατώσεις.
Όσον αφορά τις πολυσυζητημένες και πανταχού παρούσες πρώτες περιπτώσεις, μία θαυμάσια χαρακτηριστική ιστορία από το βιβλίο του Blair αφορά τον Michael Kasparek, που έζησε στην Σλοβακία ως τον θάνατό του το 1718. Η (υποτιθέμενη) σταδιοδρομία του ως νεκροζώντανου είναι εντυπωσιακή: «γύριζε πάνω σε ένα άσπρο άλογο, και έμπαινε σε σπίτια και πανδοχεία για να φάει και να πιεί». Το σπουδαιότερο κατόρθωμά του είναι ότι έμπαινε στις κρεββατοκάμαρες, υπνώτιζε τις γυναίκες και τις άφηνε έγκυες. Είναι σαφές ότι σ’αυτόν αποδιδόταν όλες οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, οπότε η συλλογική δυσθυμία για ό,τι διασάλευε την οικογενειακή ησυχία, κατέληξε στην εκταφή του «απείθαρχου» πτώματος και τον εγκλωβισμό της καρδιάς του σε μια εκκλησία. Ορισμένες (νοσηρές) φορές είναι βολικό (μολονότι δύσοσμο και χαμερπές) να κυνηγάς πεθαμένους, αντί να ασχοληθείς δημιουργικά με τα προβλήματα.
Αλλά, ποιοί είναι αυτοί που μετέχουν σε τέτοια κυνηγητά; Ποιοί έχουν δυσαρμονική σχέση με τους νεκρούς;
Ο Βίκτωρ Ουγκώ στους επικούς «Αθλίους» του δίνει μια εκδοχή της φύσης αυτού του πλήθους. Παραθέτουμε από την πρόσφατη έκδοση του βιβλίου, Gutenberg 2025, σε μετάφραση Ωρίωνα Αρκομάνη:
«Μια από τις ασχήμιες του πολέμου (και η ζωή είναι ένας πόλεμος) είναι το γρήγορο πλιάτσικο στους νεκρούς μετά τη νίκη. Το ξημέρωμα που ακολουθεί μια μάχη φέγγει πάντοτε πάνω σε πτώματα. Ποιος το κάνει αυτό; Ποιος μαγαρίζει έτσι τον θρίαμβο; Ποιο είναι αυτό το απαίσιο επιδέξιο χέρι που γλιστράει μέσα στην τσέπη της νίκης;
Κάθε στρατός σέρνει και μια ουρά, και αυτή πρέπει να κατηγορήσουμε. Πλάσματα- νυχτερίδες, μισοί ληστές μισοί λακέδες, κάθε είδους υπάρξεις τα οποία γεννά αυτό το σούρουπο που ονομάζουμε «πόλεμο», όντα με στολή που δεν πολέμησαν, ψευτοάρρωστοι, επικίνδυνοι σακάτηδες…^σερνάμενοι^ στη δική τους γλώσσα. Το αισχρό σύνθημα ^Να ζεις από τους εχθρούς σου^ παράγει αυτή τη λέπρα…»
Βεβαίως, αυτή δεν είναι η μοναδική εκδοχή. Όχι σπάνια, η ψυχοστασία αυτού του πλήθους προκύπτει από τον συστημικό φόβο και τρόμο που μια εξουσία ασκεί για τους λόγους της πάνω τους- ενίοτε ξύνοντας τη μεταφυσική, μυστηριακή ανησυχία που συνδέεται με τον θάνατο. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται τελικά για ζαρωμένους ανθρώπους που συνασπίζονται για να κανιβαλλίσουν και να σκυλεύσουν- συντηρώντας κατά τα άλλα τις συνθήκες στο πεδίο που συνέβαλλαν στο κατάντημά τους.
*****
Αναφορικά τώρα με εξατομικευμένες συμπεριφορές ζωντανών σε σχέση με «ανήσυχους νεκρούς», ο Blair στο βιβλίο του «Killing the Dead» δίνει έμφαση στη νουβέλα τρόμου “Carmilla” του Sheridan Le Fanu (Αγγλία, 1872). Πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο για το είδος του βιβλίο, που μεταξύ άλλων θεωρείται ότι επηρέασε το κατά 25 χρόνια μεταγενέστερο μυθιστόρημα “Κόμης Δράκουλας” του Bram Stoker. Στην υπόθεση του έργου, η νεαρή πρωταγωνίστρια φιλοξενεί στο σπίτι της- στο οποίο ζει με τον γηραιό πατέρα της, στα βάθη ενός αυστριακού δάσους- μια κοπέλα περίπου στην ηλικία της, που είναι βαμπίρ που μαζί με μια διάθεση συναισθηματικής σύνδεσης που μπορεί να φτάσει και στον έρωτα, την ορέγεται σεξουαλικά. Το κορίτσι δείχνει ενίοτε μια κάποια περιέργεια για όλα αυτά, μα τα βράδια συχνά βασανίζεται από εφιάλτες, όπου ένα πλάσμα σαν μια τεράστια γάτα απειλεί να την καταβροχθίσει.
Πρόκειται για μια χαρακτηριστική προοικονομία της ψυχανάλυσης: το κορίτσι συγκινείται, μα παράλληλα τρομάζει και απωθεί. Εδώ η «ανήσυχη νεκρή» παραπέμπει στις ακατέργαστες, «θαμμένες» επιθυμίες. Στο τολμηρό αυτό βιβλίο αναδεικνύεται ο εν δυνάμει πολλαπλός (σε αντιδιαστολή με τον μονολιθικό) εαυτός. Κατά τη διάρκεια της βικτωριανής εποχής της βιομηχανικής επανάστασης και των κοσμογονικών αλλαγών στην κοινωνία με την είσοδό της στη μοντέρνα εποχή, στη λογοτεχνική σκηνή της Αγγλίας αναδείχθηκαν και άλλα σπουδαία έργα αναφορικά με τον πολλαπλό εαυτό, όπως το μυθιστόρημα «Η παράξενη ιστορία του Δρ Τζέκυλ και του κυρίου Χάϊντ» του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον- στο οποίο ο ίδιος άνθρωπος το πρωΐ είναι ένας αξιοσέβαστος γιατρός, ενώ το βράδυ μετατρέπεται σε επικίνδυνο εγκληματία του υποκόσμου.
Οι προσεγγίσεις αυτές πολλαπλασιάστηκαν και εντατικοποιήθηκαν από τότε ως τώρα, και φυσικά όχι μόνο στην Αγγλία. Έχει ενδεχομένως ενδιαφέρον- όσον αφορά τον πολλαπλό εαυτό- ότι ο Sheridan είναι Ιρλανδός, ενώ ο Στήβενσον Σκωτσέζος. Κατά τα άλλα, είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του γαλλικού φιλμ «Et mourir de plaisir» (και να πεθαίνεις από την ευχαρίστηση), που γυρίστηκε το 1960 από τον Ροζέ Βαντίμ, εμπνευσμένο από την Carmilla. Ο τόπος όπου διαδραματίζεται η υπόθεση της ταινίας, είναι η Ιταλία του 20ου αιώνα.
Οπότε;
Όσο (τεράστιο και βαθύ) ενδιαφέρον έχει η μεταφυσική σε σχέση με τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου, το παρόν δοκίμιο δεν έχει σχέση μ’αυτή- μα με την κοινωνική και ατομική παθολογία που γεννάει το κυνήγι των νεκρών.
Επικαλεστήκαμε προηγουμένως τους «Αθλίους» του Βίκτωρος Ουγκώ, αναφορικά με τη φύση του πλήθους που συμμετέχει σ’αυτά τα κυνηγητά, μα για την πληρότητα της επεξεργασίας μας οφείλουμε να δούμε και τους λόγους, τις αιτίες που γεννούν τέτοιου είδους όχλο. Οι λόγοι μπορεί να είναι πολλοί, και να διαφέρουν από εποχή σε εποχή, και από χώρα σε χώρα, μα έχει ενδιαφέρον να αναφερθούμε στα «καθ’ημάς» που μας αφορούν. Όταν μια ολόκληρη, κατεστημένη βιοπολιτική κινείται διαχρονικά πολύ μακριά από τον «καθαρό λόγο», τη διαφάνεια των προθέσεων και των σκοπών, και οπωσδήποτε τη δικαιοσύνη με την πιο ευρεία έννοια του όρου, οπότε πάρα πολλά πεδία- από τις σπουδές ως τις δουλειές- λειτουργούν «ως ψάρεμα στα θολά νερά», είναι επόμενο να προκύπτουν κάθε τόσο ξεσπάσματα, όπως τα «κυνηγητά των νεκρών», που κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος με τη θολούρα της κυρίαρχης βιοπολιτικής.
Αυτό δεν συνιστά βεβαίως δικαιολογία της παθολογίας. Στους «Άθλιους» του Βίκτωρος Ουγκώ, σ’αυτό το τεράστιου βάρους και σημασίας, εμπνευσμένο κοινωνικό έργο, μπορεί να υπάρχει το πλήθος που, κολυμπώντας σε έναν ωκεανό ανέχειας, ασχημονεί σε βάρος των νεκρών, μα τον τόνο δίνει η λαμπερή προσωπικότητα του Γιάννη Αγιάννη, ο οποίος ενώ εν πολλοίς βρίσκεται στην ίδια θέση απελπιστικής ανέχειας με το πλήθος των ανθρώπινων χωματερών, παλεύει με όλες του τις δυνάμεις εναντίον όλων των αντιξοοτήτων, δίπλα στους συνανθρώπους του.
****
Οι εξατομικευμένες περιπτώσεις που άπτονται της ψυχανάλυσης, όπως και της ανάδειξης υπαρκτών αναγκών για καινοτόμες συγκροτήσεις του εαυτού, είναι εντελώς διαφορετικές. Εκεί τα «βαμπίρ» δεν είναι παρά ένα λειτουργικό λογοτεχνικό, δοκιμιακό ή κινηματογραφικό εύρημα προκειμένου να προσεγγιστούν πτυχές της πραγματικότητας.
Υπάρχουν και καταστάσεις της καθημερινότητας που η επιθυμία «να ξεμπερδεύεις με τους νεκρούς» εμπλέκεται με πολύ πρακτικά ζητήματα, που έχουν και μια κωμική χροιά για όσους παρακολουθούν την κατάσταση «απ’έξω». Ανακαλώ στη μνήμη μου την περίπτωση σοβαρού ανθρώπου, που για καιρό μετά την απώλεια της πεθεράς του (με την οποία είχε προβληματικές σχέσεις), ξυπνούσε τη νύχτα (μαζί με τη γυναίκα του και κόρη της), θεωρώντας ότι η πεθερά κυκλοφορεί ακόμα στο σπίτι. Έχει τη σημασία του, ότι στο ίδιο χρονικό διάστημα οι συγκεκριμένοι άνθρωποι βασανιζόταν από δυσεπίλυτα προβλήματα κληρονομιάς σε σχέση με την απωλεσθείσα. Πολλές φορές, παρά τα φαινόμενα, ένας ικανός συμβολαιογράφος ή λογιστής είναι προτιμότερος από έναν εξορκιστή.
*****
Καταλήγοντας, η παθολογία του μυαλού και της συμπεριφοράς- που συναρτάται με τα φαινόμενα που αναπτύξαμε εδώ- είναι αποτέλεσμα έντονων, και συχνά υπερβαλλόντων, ανεξέλεγκτων συναισθημάτων. Ένα βιβλίο του Ferdinant Mount, παλιού επιμελητή του αγγλικού περιοδικού «Times Literary Supplement» και συμβούλου της Μάργκαρετ Θάτσερ, που μόλις κυκλοφόρησε στην Αγγλία, με τίτλο «Soft: A Brief History of Sentimentality», επιχειρηματολογεί υπέρ της σημασίας που μπορεί να έχει το συναίσθημα στην εύρυθμη συλλογική λειτουργία μιας κοινωνίας, παραμερίζοντας έτσι σοβαρές δυσλειτουργίες της γραφειοκρατίας ή γκρίζες πολιτικές σκοπιμότητες που την επικαλούνται και τη χρησιμοποιούν. Στην εποχή μας, όπου πίσω από την ακατάσχετη ρητορεία υπέρ του «μικρότερου Κράτους» (εννοείται του κοινωνικού Κράτους), κρύβεται μια γιγάντωσή των εξουσιών του, με όσα γκρίζα πλεονεκτήματα δίνει αυτό σε όσους το διαχειρίζονται, η καταφυγή στη δύναμη του συλλογικού συναισθήματος μπορεί να συνιστά ένα αντίβαρο στην αυθαιρεσία, μα από μόνη της μεσοπρόθεσμα δεν μπορεί να κάνει πολλά.
Το βιβλίο είναι πολύ συνθετότερο από όσα αναγράφω επάνω συνοπτικά και σχηματικά. Επικεντρώνομαι σ’αυτό το σημείο, από τα πολλά του βιβλίου, προκειμένου να αξιοποιήσω μια εξαιρετική κριτική της Tiffany Jenkins, κοινωνιολόγου και συγγραφέα, που αφορά καίρια τους δικούς μας προβληματισμούς για την έξαρση των συναισθημάτων και των παθών, που προξενούν τα «κυνηγητά των νεκρών».
Γράφει λοιπόν η Jenkins:
«Το βιβλίο του Mount ξεκινάει με τη διερώτηση του Paul McCartney των Beatles: ^Πού είναι το κακό με τους συναισθηματισμούς;^ Όμως, αυτή η διερώτηση θα είχε περισσότερο βάρος αν ο McCartney δεν χρειαζόταν τον John Lennon να προσθέσει το αναγκαίο νεύρο στις διαθέσεις του. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό καθ’εαυτό το συναίσθημα, μα το συναίσθημα το ασύνδετο με τον λόγο: τότε το συναίσθημα δεν συνιστά ηθικό πλεονέκτημα, μα μια ναρκισσιστική αυταρέσκεια- ή, χειρότερα, ένα είδος συγκινησιακής τυρρανίας που αποκλείει τη γνήσια, και αποδοτική τελικά, δημόσια συζήτηση.
Όπως στις πιό φίνες ερωτικές επιστολές, η έμφαση στο συναίσθημα αποδεικνύεται πιό πειστική, όταν το πάθος βελτιώνει αντί να εξαφανίζει την κρίση.”
Κι εμείς καταλήγουμε:
Δεν είναι το συναίσθημα καθ’εαυτό το πρόβλημα. Είναι το έντονο συναίσθημα όταν ξεστρατίζει. Είναι η διαφορά μεταξύ της καψούρας και του έρωτα.
(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Το πιό πρόσφατο έργο του “Μεθόριος- η αυτοκρατορία των ορίων” κυκλοφορεί- όπως και όλα του τα βιβλία- από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
























