«Διάφωτη ιθαγένεια» και «παραμεθόριος πεζογραφία» (του Κώστα Καραβίδα)

0
1459
Spread the love

 

του Κώστα Καραβίδα (*) 

                                                                                       Τον ξέρω αυτό τον τόπο/                                                                           ξαναπέρασα παιδί με το πουλάρι μου./Έχουν                                                                          αλλάξει όλα/κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό.                                                                                         (Μ. Γκανάς, Γυάλινα Γιάννενα)

 

Ο πιο ουσιαστικός τρόπος επαφής με τη λογοτεχνία είναι ο αυθόρμητος. Η λογοτεχνία υπάρχει πρωτίστως για αυτούς που την έχουν ανάγκη, για τους αναγνώστες δηλαδή και όχι για τους κριτικούς και τους φιλολόγους που ασφαλώς έχουν και αυτοί τον δικό τους ρόλο. Η ίδια η λογοτεχνία είναι τόπος τον οποίο  διαβάζοντας εγκατοικούμε. Όσοι επιμένουν στην ανάγνωση αναζητούν ένα καταφύγιο· θέλουν, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, να βάλουν σε τάξη τον ολοένα και πιο χαοτικό κόσμο μας, να κατανοήσουν βαθύτερα αδιόρατες πτυχές του, να ψηλαφήσουν το δυσεπίλυτο αίνιγμα της ανθρώπινης ζωής. Η καλή λογοτεχνία διευρύνει τον ορίζοντα της ανθρώπινης εμπειρίας, μας προσφέρει τη δυνατότητα να ζήσουμε περισσότερες από μία ζωές. Και οι Λέσχες Ανάγνωσης, με τον κοινωνικό και επικοινωνιακό ρόλο που επιτελούν στον δημόσιο χώρο, είναι σήμερα μια πολύ δυναμική κοινότητα αναγνωστικών ευαισθησιών που συντηρεί με τον πλέον άδολο τρόπο την αγάπη για τη λογοτεχνία. Ας σκεφτούμε τι συνιστούν οι Λέσχες σε ένα συμβολικό επίπεδο, σε καιρούς δύσκολους για τη δημοκρατία, με την ψηφιακή συνθήκη να έχει κατακερματίσει τη δημόσια σφαίρα, ως νησίδες ελεύθερου διαλόγου που οξυγονώνει την κριτική σκέψη και την ευαισθησία.

Το θέμα που απασχολεί 4η Πανελλήνια Διαλεσχική Συνάντηση είναι «Το ηπειρώτικο τοπίο στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία. Το τοπίο ως μνήμη, πηγή έμπνευσης και σύνορο». Στην εισήγησή μου θα προσπαθήσω να πλαισιώσω και όχι να προκαταλάβω τις συζητήσεις, χαρτογραφώντας διαγώνια το πεδίο της «λογοτεχνίας του ηπειρώτικου χώρου», σύμφωνα με τον εύστοχο όρο του Χρήστου Δανιήλ, δίνοντας έμφαση στη σύγχρονη πεζογραφία, αναδεικνύοντας, παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις, κοινούς τόπους, θέματα, μοτίβα, τάσεις και μέσους όρους.

Θα έλεγα λοιπόν προκαταβολικά ότι στο σώμα των κειμένων που μας ενδιαφέρουν, αλλά και γενικότερα στη λογοτεχνία όπου ο γενέθλιος ή ο καταγωγικός τόπος έχει βαρύνουσα, λειτουργική σημασία, στις καλύτερες τουλάχιστον στιγμές της, το τοπίο δεν είναι απλώς το φόντο ή το σκηνικό της αφήγησης, ο στατικός δηλαδή χώρος στον οποίο τοποθετείται η πλοκή, αλλά το κρίσιμο, προνομιακό και οικείο για τον συγγραφέα πεδίο ανάπτυξης της μυθικής δράσης, ο δρων τόπος που επενεργεί, αποφασιστικός παράγοντας της αφήγησης, διαμορφωτικός εν πολλοίς τόσο των χαρακτήρων και της πλοκής όσο και της ίδιας της γλωσσικής έκφρασης. Αυτό λοιπόν το τραχύ και μοναδικό τοπίο με τα υπολείμματα μιας φτωχικής αρχοντιάς είναι αξεδιάλυτο με τους ανθρώπους και το ήθος τους. Υπό αυτή τη έννοια ο τόπος δεν ενδιαφέρει στη ρομαντική, εξιδανικευμένη, φολκλορική ή τουριστική εκδοχή του, αλλά ως «βιωμένος χώρος», συχνά και χρόνος, χρονότοπος θα έλεγε ο Μπαχτίν, χώρος δηλαδή χρονικά και ιστορικά σεσημασμένος.

Η λογοτεχνία των Ηπειρωτών συγγραφέων αποτελεί προνομιακό πεδίο για τοπογραφικές, τοπολογικές ή γεωκριτικές προσεγγίσεις, όπως ονομάζονται στις λογοτεχνικές σπουδές. Αυτή η εξακολουθητική εμμονή με το τοπίο εξηγείται όχι μόνο στη βάση κάποιας τοπικής ιδιαιτερότητας, αλλά μιας ριζικότερης μετατόπισης στο ευρύτερο πεδίο της κουλτούρας από την έννοια του χρόνου (που ήταν κυρίαρχος στον  μοντερνισμό του 20ού αιώνα) στην έννοια του χώρου (που ευνοείται σήμερα με τα δίκτυα και την κινητικότητα της παγκοσμιοποίησης). Πρόκειται, με άλλα λόγια, για τη μετάβαση από την ιστορία στη γεωγραφία, η οποία έχει αποτυπωθεί με ποικίλες τάσεις στη πεζογραφία του 21ου αι. (από το κοσμοπολίτικο, διεθνικό και μεταποικιακό μυθιστόρημα μέχρι τη στροφή στο τοπικό, το local αλλά και το glocal).

Σύμφωνα με τον Franco Moretti, σημαντικό μελετητή της λογοτεχνικής γεωγραφίας, η γεωγραφία «δεν συνιστά ένα αδρανές δοχείο, ένα κιβώτιο όπου η πολιτισμική Ιστορία “εξελίσσεται’’, αλλά μια δρώσα δύναμη, η οποία διατρέχει το λογοτεχνικό πεδίο και το διαμορφώνει σε βάθος». Ας θυμηθούμε εδώ ότι ο τόπος στη λογοτεχνία μπορεί να έχει διπλή υπόσταση: να είναι ο πραγματικός τόπος, ο γεωγραφικός και φυσικός δηλαδή χώρος, με τις αναγνωρίσιμες ιστορικές, πολιτισμικές και κοινωνικές του σημάνσεις, αλλά μπορεί να είναι και ένας φαντασιακός ή φανταστικός τόπος, ο συμβολικός δηλαδή χώρος μιας νοητής γεωγραφίας. Σε κάθε περίπτωση, όταν ο τόπος εγγράφεται στο κείμενο μετουσιώνεται σε λογοτεχνικό τόπο που δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τον πραγματικό.

Τι είναι άραγε αυτό που δημιουργεί στους Ηπειρώτες συγγραφείς τόσο ισχυρούς συνεκτικούς δεσμούς με την πατρίδα; Τι το ιδιαίτερο διαθέτει το ηπειρώτικο τοπίο, η αρχέγονη ορεινή ενδοχώρα, με την ανθρωπογεωγραφία και το αξιακό και ηθικό της απόθεμα, ώστε είναι δύσκολο να παρακαμφθεί για τους συγγραφείς που συνδέονται μαζί του; Γιατί οι φωνές του γενέθλιου τόπου μιας δύσκολης πατρίδας, όπως είναι ο ενιαίος παρά τα σύνορα ηπειρωτικός χώρος, εξακολουθούν να ακούγονται έντονα στη σύγχρονη λογοτεχνία; Είναι ο στενόμυαλος τοπικισμός και ο υπερφίαλος πατριωτισμός της μικρής πατρίδας; Ένα νεο-ηθογραφικό αίσθημα νοσταλγίας, επανοικειοποίησης και αποκατάστασης ενός χαμένου παραδείσου αυθεντικότητας, ενός κλειστού, προνεωτερικού κόσμου, με τη συμπαγή ενότητα του κοινοτισμού, όπου οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ή επινοούν το καταγωγικό και ταυτοτικό τους ίχνος;

Μια ωραία απάντηση δίνει στο ερώτημα η Ρέα Γαλανάκη: «έχω πεισθεί από καιρό ότι στη λογοτεχνία ο τόπος, πέραν της γεωγραφικής αναφοράς του, είναι κυρίως ένας αναστοχασμός ευρύς, που αφορμάται από τα στενά —πάντοτε— όρια της ζωής ενός εκάστου συγγραφέα». Η Svetlana Boym διακρίνοντας δύο είδη νοσταλγίας, την αποκαταστασιακή (restorative) και την αναστοχαστική (reflective) ισχυρίζεται ότι η δεύτερη δεν ενδιαφέρεται για την ανάκτηση του παρελθόντος, αλλά μελαγχολεί πάνω στα χαλάσματά του επιμένοντας στο άλγος, το δεύτερο συνθετικό της νοσταλγίας. Αυτή η επανασύνδεση, η ροπή στο τοπικό, που εντοπίζεται και σε άλλους συγγραφείς εκτός Ηπείρου (Παπαμόσχος, Παλαβός, Καισαρίδης, Τσιαμπούσης, Μακριδάκης, Τσαπραΐλης, Πέτσα, Παπαμάρκος, Κανελλόπουλος κ.ά), είναι ενδεχομένως μια αντανακλαστική κίνηση, ένα ψυχικό αντιστάθμισμα στην κρίση νοήματος και ταυτότητας που χαρακτηρίζει τη ζωή στα απομαγευμένα αστικά κέντρα και τις μεγαλουπόλεις. «Η επιστροφή στο τοπικό», γράφει ο Δημήτρης Τζιόβας αναφερόμενος στην πεζογραφία του 21ου αι., «δεν είναι μουσειακή, αλλά η αναζήτηση μιας χαμένης προνεωτερικής Ελλάδας, ως αντίβαρο στην αστική παγκοσμιοποίηση και στον αθηναϊκό υδροκεφαλισμό».

Η λογοτεχνία του ηπειρώτικου χώρου αποτελεί πολιτισμικό φαινόμενο με αξιοσημείωτη συνέχεια στον χρόνο. Η παλιά συζήτηση για το αν υπάρχει «Ηπειρωτική Σχολή» ως διακριτή γραμματολογική κατηγορία είναι βέβαια μάλλον οριστικά κλεισμένη. Η αφετηρία της βρίσκεται στην πρόταση του Julliete Adam ή Lamber το 1881, την οποία υιοθέτησε ο Δημήτριος Βικέλας, για μιαν «École Εpirote», σε διάκριση από την Αθηναϊκή, την Κωνσταντινουπολίτικη και την Ιόνιο Σχολή. Το επιχείρημα του Lamber εδραζόταν στην αίσθηση ότι σε αυτή τη λογοτεχνία με επίκεντρο την Ήπειρο, έχοντας κατά νου κυρίως τον Γεώργιο Ζαλοκώστα, τον Ιωάννη Βηλαρά και τον Λευκάδιο αλλά εξαρτημένο από την Ήπειρο Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, δεν εντοπίζονται ξενικές επιδράσεις αλλά αντίθετα ακούγεται βαθιά η ελληνική φωνή (κλέφτικο τραγούδι και αρχαία ελληνική γραμματεία). Το σχήμα φυσικά αμφισβητήθηκε ως εθνορομαντικό και έωλο και απορρίφθηκε. Όμως, καθώς η πραγματικότητα αυτής της λογοτεχνίας με στίγμα εντοπιότητας έδειχνε επιμονή και αντοχή, πολλά χρόνια αργότερα ο νεοελληνιστής καθηγητής Γ.Π. Σαββίδης το επανέφερε στο προσκήνιο μιλώντας, με άλλους όρους, για τη «διάφωτη ιθαγένεια», όπως την ονόμασε σε μια κριτική του (Βήμα, 2.7.1989) στα Γυάλινα Γιάννινα του Μιχάλη Γκανά, μιας λογοτεχνίας της «βορειοδυτικής Ελλάδας» (με επικεφαλής τον  Εδεσσαίο Μάρκο Μέσκο). Έκτοτε έχουν προταθεί διάφορες ιδέες για τη συγκρότηση μιας ποιητικής της λογοτεχνίας του ηπειρωτικού χώρου. Αν για την υιοθέτηση του όρου «σχολή» προϋποτίθεται πάντα η ύπαρξη ενός ηγετικού προσώπου, σύμφωνα με τον καθηγητή και ποιητή Κώστα Στεργιόπουλο, στην ηπειρώτικη λογοτεχνία πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος ο τόπος. Σήμερα μάλλον αποδεχόμαστε ότι δεν έχουν αξία αυτές οι ισοπεδωτικές γραμματολογικές ταξινομήσεις που περισσότερο αποκρύπτουν διαφορές παρά συγκροτούν πειστικά ομοιογενή σύνολα.

Ποια είναι όμως τα κοινά θεματικά, εκφραστικά και υφολογικά στοιχεία που, παρά τις μεγάλες διαφορές όπως είπαμε, χαρακτηρίζουν τη λογοτεχνία του ηπειρώτικου χώρου:

  1. Η διαρκής παρουσία του φυσικού τοπίου με τις ιδιαίτερες γεωφυσικές και κλιματολογικές συνθήκες της Πίνδου, τη βροχή, την ομίχλη, τις χιονισμένες οροσειρές και το κρύο, το άγριο και τραχύ τοπίο της μέσα Ελλάδας με τη σκοτεινή γοητεία του, τα ποτάμια, τα δάση, τις χαράδρες και τις λαγκαδιές, αλλά και το αστικό τοπίο της πόλης των Ιωαννίνων με τη λίμνη.
  2. Η κατάθεση προσωπικών βιωμάτων από έναν κόσμο σκληρής ζωής, τον αγροτοκτηνοτροφικό κόσμο της Ηπείρου, με τους ανθρώπους του μόχθου και της αξιοπρέπειας, με τη μορφή της μάνας σε κεντρική θέση, τη γυναίκα σε ρόλο ανάμεσα στη σιωπή (όπως η Μούτα της Δήμητρας Λουκά) και την απαντοχή (όπως τα διηγήματα Του χιονιού της Τασίας Βενέτη), τον δύσκολο αγώνα της επιβίωσης σε ένα εχθρικό κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον, που συχνά οδηγεί στην εμπειρία της ξενιτιάς ή της εσωτερικής μετανάστευσης επιτείνοντας το αίσθημα της ξενότητας, την αίσθηση του αδικημένου, του πληγωμένου, του περιθωριακού.
  3. Η παρουσία της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας και μικροϊστορίας, από την Τουρκοκρατία και τη συμβίωση χριστιανών, μουσουλμάνων, αρβανιτών, βλάχων και εβραίων μέχρι την επίμαχη, και πεζογραφικά, δεκαετία του ’40, με το έπος της αντίστασης και την τραγωδία του εμφυλίου, με την Ήπειρο ως βασικό θέρετρο των μαχών να πληρώνει βαρύ τίμημα, με το μετεμφυλιακό τραύμα της υπερορίας και το μεγαλύτερο έγκλημα της μεταπολεμικής Ελλάδας το ξεκλήρισμα της υπαίθρου, την ερημοποίηση των ορεινών οικισμών.
  4. Η λειτουργία της μνήμης, ατομικής αλλά και συλλογικής, πιο υποκειμενικής από την ιστορία και προσθετικής, της μνήμης των παιδικών χρόνων αλλά και των κοινοτικών ηθών, και μαζί η επενέργεια του τραύματος της βίαιης αποκοπής και της απώλειας του γενέθλιου τόπου με την ανάδυση ενός αισθήματος νοσταλγίας για μια συνήθως ατελέσφορη επιστροφή.
  5. Η θητεία και ο δεσμός με την παράδοση και το αξιακό σύστημα αυτού του απομονωμένου προνεωτερικού κόσμου, η προσφυγή ειδικά της ποίησης (ακόμη και της μοντερνιστικής) στο δημοτικό τραγούδι που ρέει στις φλέβες των Ηπειρωτών συγγραφέων, η φυσικοποιημένη σχέση με τον θάνατο, ο διάλογος με τους νεκρούς και τα στοιχεία της φύσης, αυτή η βαθιά εξοικείωση με το πένθος και την απώλεια, ο ελεγειακός τόνος, οι αντηχήσεις των ηπειρώτικων μοιρολογιών και παραμυθιών.
  6. Το μοναδικό γλωσσικό αισθητήριο αυτής της λογοτεχνίας, με συχνή, κάποτε ιδιαίτερα εναργή χρήση του τοπικού ιδιώματος και της ντοπιολαλιάς, ενός λόγου απλού, κοφτού και αντιπεριγραφικού, με δωρικό ήθος, μια προφορικότητα απαλλαγμένη από περιττά στολίδια και άλλες εκζητήσεις. Αυτή η ιδιωματική γλώσσα δεν εξυπηρετεί μόνο τη ρεαλιστική πιστότητα και την ηθογραφική αναπαράσταση αλλά ενέχει μια πιο σύνθετη και βαθύτερη λειτουργία. Είναι φορέας μνήμης και βιωμάτων. Κομίζει με απροσποίητη ποιητικότητα το ήθος και τις αξίες ενός κόσμου που χάνεται και η γλώσσα της λογοτεχνίας τον διασώζει ως άλλη κιβωτός του Νώε.

Ίσως σε αυτά αξίζει να προστεθεί η παράδοση των Ηπειρωτών συγγραφέων στο είδος του διηγήματος και της μικρής φόρμα, καθόλου συμπτωματική αλλά σε δομική συνάφεια με τον κόσμο που περιγράφει.

Περιγράφοντας με ονόματα αυτή τη μακρά γενεαλογία Ηπειρωτών λογοτεχνών, χωρίς αξιολογική διάθεση και με τον αναπόφευκτο κίνδυνο των παραλείψεων, οφείλουμε να ξεκινήσουμε από τους παλαιότερους: Βηλαράς και Ψαλίδας (του Γιαννιώτικου Διαφωτισμού), Ζαλοκώστας, Χρηστοβασίλης, Κρυστάλλης, Ελιγιά, Κατίνα Παππά, Χρυσάνθη Ζιτσαία, Χατζής-Πελλερέν, Κοτζιούλας, Αυγέρης κ.ά. Μεταπολεμικά εμφανίζονται στην πεζογραφία ο Δημήτρης Χατζής (της «μικρής μας πόλης»), ο Χριστόφορος Μηλιώνης (που διασχίζει τη σύγχρονη ιστορία από τον Καλαμά, τον Αχέροντα και τα Ακροκεραύνια), ο Νίκος Χουλιαράς (του Λούσια και του Μπακακόκ, της Παμβώτιδας και της πόλης των Ιωαννίνων), ο αγνοημένος αλλά σημαντικός Φιλιππιαδιώτης Στέφανος Σταμάτης, ο Φρίξος Τζιόβας, ο Θανάσης Τζούλης και ο Κίμων Τζάλλας από τον κύκλο του περιοδικού Ενδοχώρα, ο Ναπολέων Λαζάνης κ.ά. Από τους πιο σύγχρονους αλλά προώρως αποθανόντες θα μνημονεύσω τον Βαγγέλη Σιαφάκα, τη Σταυρούλα Δημητρίου και την Τασία Βενέτη (του ενός αλλά συγκλονιστικού βιβλίου). Στην ποίηση μεταπολεμικά δεσπόζουν οι μορφές του Γιάννη Δάλλα («Ο Ηπειρώτης Άραχθος, έξω από την Άρτα, ιδιοκτησία, νομίζω από παλιά, του ποιητή Γιάννη Δάλλα» όπως έγραψε στο “Νυχτολόγιο” ο Σινόπουλος), του Τάσου Πορφύρη (με την ορεσίβια ποιητική μνήμη της Νεμέρτσκας) και του Απόστολου Ζώτου (της Τύμφης και του Αώου), και μετά τη δεκαετία του 1970 του Μιχάλη Γκανά (της Μουργκάνας και του Τσαμαντά, με τα «μαύρα λιθάρια» της «μητριάς πατρίδας»), αλλά και του Αρτινού αυτόχειρα Ηλία Λάγιου.

Περνώντας στους ζώντες, πέραν των συγγραφέων που θα συζητηθούν στη Διαλεσχική Συνάντηση (Σωτήρης Δημητρίου, Βασίλης Γκουρογιάννης, Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Δήμητρα Λουκά, Ισμήνη Καρυωτάκη και ο λογοτεχνικά «πολιτογραφημένος» Ηπειρώτης Μιχάλης Μακρόπουλος), γράφουν σήμερα, κυρίως πεζογραφία, οι Γιάννης Πάσχος, Ευάγγελος Αυδίκος, Ειρήνη Κίτσιου, Τατιάνα Αβέρωφ, Τηλέμαχος Κώτσιας, Θωμάς Στεργιόπουλος, Μιχάλης Σπέγγος, Γιάννης Καλπούζος, Μάνθος Σκαργιώτης, Δημήτρης Βλαχοπάνος, Θωμάς Μανόπουλος, Φωτεινή Παπαδημητρίου, Τζένη Οικονομίδου, Δημήτρης Οικονόμου, Βαγγέλης Μπέκας κ.ά. Ιδιαίτερες περιπτώσεις, Ηπειρώτες στην καταγωγή χωρίς όμως ουσιώδη παρουσία του κόσμου της Ηπείρου στο έργο τους, είναι ο Δημήτρης Νόλλας και ο Κώστας Κατσουλάρης, ενώ και ο Νίκος Θέμελης είχε κατά το ήμισυ καταγωγή από την Ήπειρο στην οποία διαδραματίζονται αρκετά από τα μυθιστορήματά του.

Από τους εν ζωή ποιητές μνημονεύω τους Πάνο Κυπαρίσση, Γιάννη Ζαρκάδη, Τάσο Κανάτση, Στέλιο Μαφρέδα, Ανδρέα Ζαρμπαλά, Νίκο Κατσαλίδα, Βασίλη Νιτσιάκο, Άννα Δερέκα, Πόπη Μαρνέλη, Γιώτα Παρθενίου, Νόνη Σταματέλου, Σπύρο Μπρίκο, Κωστούλα Μάκη, Θωμά Ιωάννου, Ευθυμία Γιώσα, Πέννυ Γιώσα, Φαίδωνα Μουδόπουλο-Αθανασίου κ.ά. Να σημειώσω εδώ για το τοπικό ενδιαφέρον τους τις σειρές «Οι Ηπειρώτες» των εκδόσεων Ροές που επιμελείται ο Θωμάς Στεργιόπουλος και «Δυτικά της Πίνδου» των εκδόσεων Αιγόκερως σε επιμέλεια Βαγγέλη Αυδίκου, όπως και τον εκδοτικό οίκο Ισνάφι του Πάνου Βαδαλούκα με έδρα τα Γιάννενα.

Όταν στις αρχές του δεκαετίας του ’90 σε μια επιφυλλίδα του για το Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου (1993) του Σωτήρη Δημητρίου ο Δ.Ν. Μαρωνίτης έκανε λόγο για «παραμεθόριο πεζογραφία» και λίγο αργότερα ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μichigan Βασίλης Λαμπρόπουλος αναφερόταν στη σύγχρονη «μεθοριακή λογοτεχνία» περιγράφοντας τον γεωγραφικό αναπροσανατολισμό της πεζογραφίας μας από το στατικό τοπίο στον ανοιχτών οριζόντων τόπο διασταύρωσης ή σύγκρουσης μετακινούμενων πληθυσμών, εισαγόταν στη συζήτηση η κρίσιμη έννοια του συνόρου. Το σύνορο σε αυτή τη λογοτεχνία δεν είναι μόνον αποκλεισμός και εμπόδιο αλλά και ένας υβριδικός χώρος, μια νοητική κατασκευή, πέρασμα, διάβαση, διέλευση προς τον άλλο, την ετερότητα. Σήμερα ένα ακμαίο διεπιστημονικό πεδίο, οι Σπουδές Μεθορίου (Βorder Studies), μελετά τη συνάντηση της γεωγραφίας με τη λογοτεχνία αλλά και τη (γεω)πολιτική, την εμπειρία της μετανάστευσης, τις ρευστές ταυτότητες. Αυτή η διασυνοριακή, ιδιότυπη «ελληνοαλβανική λογοτεχνία», όπως τη χαρακτηρίζει ο Τζιόβας, αρχίζοντας όπως είπαμε από τον Δημητρίου, το Ασημόχορτο του Γκουρογιάννη και την Ουδέτερη ζώνη (1995) του Σκαργιώτη περιλαμβάνει συγγραφείς γεννημένους στην Αλβανία που πραγματεύτηκαν την εμπειρία του συνόρου, όπως ο Γκαζμέντ Καπλάνι με το Μικρό Ημερολόγιο συνόρων (2006) και τη Λάθος χώρα (2018), ο Τηλέμαχος Κώτσιας με το Στην απέναντι όχθη (2009) και τη Σινική μελάνη (2019) που πραγματεύτηκε χωρίς εθνικιστικές εξάρσεις το δράμα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία του σκληρού κομμουνιστικού καθεστώτος και βέβαια ο νεότερος Χρήστος Αρμάντο Γκέζος με την άτυπη διλογία του Λάσπη (2014) και Χάθηκε βελόνι (2021) με ήρωα τον Βορειοηπειρώτη Σάντο/Αλέξανδρο που «γεννήθηκε με ένα σύννεφο στην πλάτη».

Αν μπορούμε να επισημάνουμε, εντελώς σχηματικά, κάποιες μετατοπίσεις που διαφοροποιούν τους νεότερους και σύγχρονους Ηπειρώτες συγγραφείς —εννοώντας όσους εμφανίζονται από τη δεκαετία του ’90 και έπειτα και ακόμη περισσότερο μετά το 2010 και την κρίση, θα τις εντόπιζα: πρώτον, στη μετακίνηση του βάρους της αφήγησης από τον άξονα του χρόνου και της ιστορίας (με τις τραυματικές μνήμες της κατοχής και του εμφυλίου που δέσποζαν μεταπολεμικά) στον άξονα του χώρου και του τόπου, ολοένα πιο ρευστού και εν κινήσει, με τη έννοια του συνόρου στο επίκεντρο· δεύτερον, στην υποχώρηση του μηχανισμού της μνήμης έναντι της λεγόμενης μεταμνήμης, της διαγενεακής δηλαδή διαμεσολαβημένης μνήμης όσων δεν κουβαλούν ως φορτίο προσωπικά βιώματα, αλλά αφηγήσεις και τον απόηχο τραυμάτων του παρελθόντος· τρίτον, μια περισσότερο διαδραστική σύνδεση με το παρόν, με την Ιστορία να γίνεται περισσότερο πρόφαση παρά αναζήτηση του παρελθόντος και το ενδιαφέρον να στρέφεται —ακόμα και στα ιστορικής θεματικής μυθιστορήματα— στον σχολιασμό του παρόντος· τέταρτον, έναν περισσότερο γλωσσοκεντρικό προσανατολισμό, με την αξιοποίηση του τοπικού ιδιώματος, της ντοπιολαλιάς και της προφορικότητας· και τέλος τη σταδιακή αλλά σταθερή και ολοένα διευρυνόμενη υπονόμευση του ρεαλισμού και των συμβάσεων της αληθοφάνειας. Συγγραφείς όπως η Λουκά και ο Μακρόπουλος, αλλά και σε αρκετά έργα τους ο Γκουρογιάννης, ο Δημητρίου, όπως και η Ισμήνη Καρυωτάκη στο Φυγόδικος δεν ήμουν, νοθεύουν, υπονομεύουν ή αποστασιοποιούνται από τον κυρίαρχο στη μεταπολεμική πεζογραφία ρεαλισμό, με ανοίγματα στο φανταστικό, την αλληγορία, το παράδοξο, το αλλόκοτο, το ονειρικό, ακόμη και στο παραφυσικό ή το μεταφυσικό, προσεγγίζοντας από μυστικούς δρόμους το σκοτεινό βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης. Το τοπίο υποβάλλει αυτή την ατμόσφαιρα και η έτσι η ποιητικότητα (αυτό το λυρικό στοιχείο που διατηρείται στο πέρασμα αρκετών από τους συγγραφείς μας από την ποίηση στην πεζογραφία), συνυφασμένη με το ηπειρώτικο τοπίο, ίσως πρέπει να ιδωθεί ως διαχρονική σταθερά της πεζογραφίας του ηπειρώτικου χώρου που σήμερα όμως αναβαπτίζεται και γειώνεται σε μια συμβολική εντοπιότητα —καθόλου γραφική και εξωτική.

Από την άποψη αυτή, νομίζω ότι ο χαρακτηρισμός αυτής της πεζογραφίας ως ηθογραφικής, με τη μειωτική σημασία του όρου, στον οποίο επιμένει ένα μέρος της κριτικής, είναι παραπλανητικός αν όχι άδικος. Η λογοτεχνία του ηπειρώτικου χώρου αλλά και άλλοι συγγραφείς που στρέφονται στο τοπικό δεν το κάνουν στη γραμμή μιας αφελούς ειδυλλιακότητας ή της πιστής, νατουραλιστικής απόδοσης της πραγματικότητας. Δεν εξωραΐζουν και δεν αποκρύπτουν τη βία, τη σκληρότητα, το κακό, τις λαϊκές δοξασίες και τους μύθους που κουβαλά ο τόπος. Στις καλύτερες στιγμές της η λογοτεχνία που συζητάμε, χωρίς να επιζητεί την ανάκτηση «χαμένων πατρίδων»,  επανασυστήνει τον τόπο ενδεχομένως καλύτερα από όσο τον γνωρίζουμε και επαναπροσδιορίζει, ανακατασκευάζει μια ιδέα για την πατρίδα που δεν είναι ζήτημα ιθαγένειας, ρίζας και εντοπιότητας, αλλά ο τόπος που κατοικούν οι μνήμες και τα συναισθήματα ή ο τόπος που επιλέγει κανείς για πατρίδα του.

Η σύγχρονη πεζογραφία του 21ου αι. την οποία υποδεχόμαστε σήμερα στα Ιωάννινα, με τους έξι, αξιότατους τιμώμενους συγγραφείς, συνεχίζει μια μακρά παράδοση, ρηγματώνοντάς την ωστόσο δημιουργικά, χωρίς να ομφαλοσκοπεί, συζητώντας την πατρίδα, τα τοπία και τις ταυτότητες με όρους μεγαλύτερης πολιτισμικής εξωστρέφειας.

 

(*) info:
Η 4η Πανελλήνια Διαλεσχική Συνάντηση Λεσχών Ανάγνωσης πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία στα Γιάννενα το Σαββατοκύριακο 6-7 Δεκεμβρίου 2025 με οικοδέσποινα  τη λέσχη της Επέκεινα Χώρας.  Το θέμα της συνάντησης ήταν «Το ηπειρώτικο τοπίο στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία. Το τοπίο ως μνήμη, πηγή έμπνευσης και σύνορο». Συζητήθηκαν έργα των Σωτήρη Δημητρίου, Βασίλη Γκουρογιάννη, Χρήστου Αρμάντο Γκέζου, Δήμητρας Λουκά, Ισμήνης Καρυωτάκη και Μιχάλη Μακροπούλου. Η συμμετοχή υπήρξε εντυπωσιακή (πάνω από 200 άτομα από όλη την Ελλάδα) και ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Οι συζητήσεις ζωηρότατες και το ενδιαφέρον το κοινού, με τη συμμετοχή φοιτητών και ανθρώπων της πόλης, αμείωτο. Η μεγάλη αίθουσα του Πολιτιστικού Χώρου «Δ. Χατζής» ήταν ασφυκτικά κατάμεστη καθ΄ όλη τη διάρκεια του διημέρου. Οι Λέσχες Ανάγνωσης αναπτύσσονται και συνιστούν ένα φαινόμενο άξιο προς ανάλυση.
Το κείμενο που δημοσιεύουμε είναι η κεντρική εισήγηση του Κώστα Καραβίδα, διδάσκοντος στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (που αξιοποιείται στο άρθρο)

Acharya Indranil – Panda Ujjwal Kumar, Geographical Imaginations: Literature and the ‘Spatial Turn’, Oxford University Press, Oξφόρδη 2022.

Bachelar Gaston, Η ποιητική του χώρου, μτφρ. Ε. Βέλτσου – Ι.Δ. Χατζηνικολή, Εκδόσεις Ι. Χατζηνικολή, Αθήνα 1982.

Boym Svetlana, The future of Nostalgia, Basic Books, Νέα Υόρκη 2001.

Halbwachs Maurice, Η συλλογική μνήμη, επιστημονική επιμ.-πρόλογος: Άννα Μαντόγλου, Παπαζήσης, Αθήνα 2013.

Moretti Franco, Atlas of the European Novel 1800-1900, Verso, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1998.

Mπαχτίν Μιχάηλ, Μορφές του χρόνου και του χρονότοπου στο μυθιστόρημα. Δοκιμές για μια ιστορική ποιητική, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2022.

Westphal Bertrand, Geocriticism. Real and Fictional Spaces, Palgrave Macmillan, Nέα Υόρκη 2011.

Wilson Thomas M. – Donna Hasting (eds.), A Companion to Border Studies, Blackwell, Nιού Τζέρσευ 2012.

**

Αυδίκος Ευάγγελος – Καραβίδας Κώστας (επιμ.), Η πεζογραφία του Σωτήρη Δημητρίου, Αιγόκερως, Αθήνα 2025.

Γαλανάκη Ρέα «Τόπος, μια σπείρα ατέρμονη (ή περί εντοπιότητας, εθνικού, Ανατολής, Δύσης)», Σημείο [Λευκωσίας], τχ. 1, Φθινόπωρο 2000, σ. 5-25.

Γκότοβος Αθανάσιος, «Ηπειρωτική συμφωνία: Λογοτεχνία συνόρων», περ. Φηγός, τχ. 9, Φθιν.-Χειμ. 2000, σ. 15-35.

Δαμιανάκος Στάθης, ««Αφιέρωμα στην Ήπειρο. Ορεινότητα, μεθοριακότητα, κινητικότητα. Εισαγωγή», περ. Γεωγραφίες, τχ. 5, Καλοκαίρι 2003, σ. 9-17.

Δανιήλ Χρήστος, «Προτάσεις για τη συγκρότηση μιας ποιητικής της λογοτεχνίας του ηπειρωτικού χώρου», Ηπειρωτικό Ημερολόγιο, τ. 24 (2005), σ. 167-181.

Ευαγγέλου Κωνσταντίνα Γερ., Τρινάκρια, η καρδιά της Μεσογείου. Σικελία και Ήπειρος στη μεταπολεμική πεζογραφία, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2013.

Ζαρμπαλάς Ανδρέας (επιμ.), Ανθολογία Βορειοηπειρώτικου Διηγήματος, Ροές – Οι Ηπειρώτες, Αθήνα 2007.

Ζήρας Αλέξης, «Ηθογραφίας εγκώμιον ή ηθογραφίας καταδίκη; Ιστορικά ενός αμφιλεγόμενου είδους και ενός πολύπαθου όρου», περ. Νέα Εστία, τχ. 1730, Ιαν. 2001, σ. 89-102.

Ζήρας Αλέξης, Η ορεσίβια ποιητική μνήμη του Τάσου Πορφυρή. Ο μεταπόλεμος και οι ποιητές της ορεινής ενδοχώρας, Ύψιλον, Αθήνα 2016.

Καραγιάννης Μάκης, Η αισθητική της ιθαγένειας. Λογοτεχνία και τόπος: η περίπτωση της Κοζάνης, Παρέμβαση, Κοζάνη 2001.

Καστρινάκη Αγγέλα, Η φωνή του γενέθλιου τόπου. Μελέτες για την ελληνική πεζογραφία του 20ου αιώνα, Πόλις, Αθήνα 1997.

Κατσουλάρης Κώστας, Κούρτοβικ Δημοσθένης, Σκοντάφτοντας σε αόρατα σύνορα, Πατάκης, Αθήνα 2023.

Καψωμένος Ερατοσθένης, «Η λογοτεχνία της Ηπείρου», Ηπειρωτικό Ημερολόγιο, τ. 24 (2005), σ. 149-166.

Κοτζιά Ελισάβετ, Το μέτρο και τα σταθμά. Ελληνική πεζογραφία 1974-2010, Πόλις, Αθήνα 2020.

Κούγκουλος Θανάσης, Η Ήπειρος ως λογοτεχνικός μύθος στη μεταπολεμική πεζογραφία, διδακτορική διατριβή, Τμήμα Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2012.

Κούρτοβικ Δημοσθένης, «Οικουμενικότητα και εντοπιότητα», εφ. Τα Νέα, 6-7.4.2002.

Κούρτοβικ Δημοσθένης, Η ελιά και η φλαμουριά. Ελλάδα και κόσμος, άτομο και Ιστορία στην ελληνική πεζογραφία, Πατάκης, Αθήνα 2021.

Λαδογιάννη Γεωργία, «Η λογοτεχνία των Ηπειρωτών. Η Τοπικότητα στη λογοτεχνία ως αισθητική αξία», περ. Φηγός, τχ. 18, Καλοκαίρι- Χειμώνας 2004, σ. 19-36.

Λαμπρόπουλος Βασίλης, «Μεθοριακή λογοτεχνία και κριτική», στο Αγγελική Σπυροπούλου-Θεοδώρα Τσιμπούκη (επιμ.), Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2002, σ. 57-68.

Λεοντή Άρτεμις, Τοπογραφίες ελληνισμού. Χαρτογραφώντας την πατρίδα, μτφρ. Π. Στογιάννος, επιμ.: Μ. Κυρτζάκη, Scripta, Αθήνα 1998.

Μακρόπουλος Θανάσης, Η εύφορη λύπη του Μιχάλη Γκανά, Μελάνι, Αθήνα 2020.

Μαρωνίτης Δ.Ν. «Παραμεθόριος πεζογραφία: το παράδειγμα του Σωτήρη Δημητρίου», περ. Εντευκτήριο, τχ. 33, Χειμ. 1995-96, σ. 47-50 (= Κειμενοφιλικά, Καστανιώτης, Αθήνα 1997).

Μέσκος Μάρκος, «Τόπος (και) Δημιουργός», περ. Σημειώσεις, τχ. 57, Ιανουάριος 2003, σ. 34-37.

Μηλιώνης Χριστόφορος, «Παπαδιαμάντης και ηθογραφία ή ηθογραφίας αναίρεσις», περ. Γράμματα και Τέχνες, τχ. 64-65, Ιαν. – Μάρτ. 1992, σ. 59-65.

Μπενάτσης Απόστολος, «Ηπειρώτικη λογοτεχνία του αστικού χώρου (Μηλιώνης, Χουλιαράς, Λαζάνης)», περ. Φηγός, τχ. 9, Φθιν.-Χειμ. 2000, σ. 37-48.

Παγανός Γιώργος Δ., Η ποίηση του Απόστολου Ζώτου. Ωδή στον ποταμό Αώο, Εκδόσεις του Φοίνικα 2007.

Παγανός Γ.Δ., «Οι φωνές του τόπου. Για τη λογοτεχνία των Ηπειρωτών», περ. Νέα Εστία, τχ. 1810, Απρ. 2008, σ. 790-793.

Πανταλέων Λίνα, «Τι γλώσσα μιλάει η ελληνική πεζογραφία;», στο Η ελληνική λογοτεχνία στον 21ο αιώνα. Πρακτικά Συνεδρίου [του  ηλεκτρονικού περιοδικού Ο Αναγνώστης] [Αθήνα, 11 Μαρτίου 2023], Ιωλκός, Αθήνα 2024, σ. 43-49.

Πασχαλίδης Γρηγόρης, «Λογοτεχνικοί χάρτες / Χαρτογραφώντας τη λογοτεχνία: Η λογοτεχνική γεωγραφία ως ερευνητικό πρόγραμμα», στο Μνήμη Άλκη Αγγέλου. Τα άφθονα σχήματα του παρελθόντος. Ζητήσεις της πολιτισμικής ιστορίας και της θεωρίας της λογοτεχνίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Φιλολογίας – Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών, Πρακτικά Ι ́ Επιστημονικής Συνάντησης 3-6 Οκτωβρίου 2002, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 320-331.

Περαντωνάκης Γιώργος, «Η αγροτική ηθογραφία του 21ου αιώνα», ηλ. περ. Βookpress, 6.6.2018, https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/9055-kanellopoulos-g-dimitris-kichli-o-thanatos-tou-astriti-kai-alles-istories-perantonakis.

Περαντωνάκης Γιώργος, «1989-2022: Η ελληνική πεζογραφία από το τοπικό στο παγκόσμιο», στο Η ελληνική λογοτεχνία στον 21ο αιώνα. Πρακτικά Συνεδρίου [του  ηλεκτρονικού περιοδικού Ο Αναγνώστης] [Αθήνα, 11 Μαρτίου 2023], Ιωλκός, Αθήνα 2024, σ. 30-42.

Περαντωνάκης Γιώργος, «Λογοτεχνία της μεθορίου: διελεύσεις μεταξύ τόπων και ταυτοτήτων», στο Δ. Τζιόβας (επιμ.), Η ελληνική λογοτεχνία στον 21ο αιώνα. Από την παγκοσμιοποίηση στην τεχνητή νοημοσύνη, Διόπτρα, Αθήνα 2025, σ. 86-97.

Σαββίδης Γ.Π., «Διάφωτη ιθαγένεια», εφ. Το Βήμα, 2.7.1989.

Σταυρίδης Σταύρος, Η συμβολική σχέση με τον χώρο. Πώς οι κοινωνικές αξίες διαμορφώνουν και ερμηνεύουν τον χώρο, Κάλβος, Αθήνα 1990.

Σταυρίδης Σταύρος, «Ο χώρος της τάξης και οι ετεροτοπίες: Ο Φουκώ ως γεωγράφος της ετερότητας», περ. Ουτοπία, τχ. 72, Νοέμ.– Δεκ. 2006, σ. 149-156.

Τζιόβας Δημήτρης, «Από τον χρόνο στο χώρο», Κουλτούρα και Λογοτεχνία. Πολιτισμικές διαθλάσεις και χρονότοποι ιδεών, Πόλις, Αθήνα 2014, σ. 11-14.

Τζιόβας Δημήτρης, «Περι-γράφοντας το έθνος. Μια επανεξέταση της ηθογραφίας», Η πολιτισμική ποιητική της ελληνικής πεζογραφίας. Από την ερμηνεία στην ηθική, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2017, σ. 111-160.

Τζιόβας Δημήτρης, Ιστορία, έθνος και μυθιστόρημα στη Μεταπολίτευση. Τραύμα, μνήμη και μεταφορά, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2024.

Τζιόβας Δημήτρης (επιμ.), Η ελληνική λογοτεχνία στον 21ο αιώνα. Από την παγκοσμιοποίηση στην τεχνητή νοημοσύνη, Διόπτρα, Αθήνα 2025.

Φάις Μισέλ (επιμ.), Μια πόλη, ένας συγγραφέας, Μίνωας, Αθήνα 2001.

Χαρατσάρης Χριστόφορος, Η ποιητική του νόστου: γενέθλιος τόπος και παιδική ηλικία στο πεζογραφικό έργο του Νίκου Χουλιαρά, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2020.

Χατζηβασιλείου Βαγγέλης, Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017, Πόλις, Αθήνα 2018.

 

 

Προηγούμενο άρθροΌνειρα τραίνων – το βιβλίο του Denis Johnson (του Χρήστου Τσιάμη)
Επόμενο άρθροΒιβλία για τις γιορτές (3), 15 +1 δοκίμια σύγχρονου στοχασμού για έναν κόσμο που αλλάζει (του Σπύρου Κακουριώτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ