Τετάρτη, 29 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗ O Ralph Towner (1940-2026) μέσα από την προσωπική πορεία του και τους...

O Ralph Towner (1940-2026) μέσα από την προσωπική πορεία του και τους Oregon (του Γιάννη Μουγγολιά)

0
1511

 

του Γιάννη Μουγγολιά

Στις 18 Ιανουαρίου γράφτηκε η τελευταία σελίδα ενός μεγάλου κεφαλαίου της τζαζ με τον θάνατο του Αμερικανού πολυοργανίστα, συνθέτη, ενορχηστρωτή και αρχηγού διάφορων εκλεκτών συγκροτημάτων Ralph Towner. Έφυγε στα 85 του στη Ρώμη έχοντας διαγράψει μια λαμπρή μουσική πορεία στο διεθνές στερέωμα τόσο μέσα από την προσωπική του πορεία όσο και μέσα από σημαντικά γκρουπ και βέβαια τους θρυλικούς Oregon που μεσουράνησαν στη δεκαετία των ΄70s.

Αυτή την εκλεκτή πορεία θα ακολουθήσουμε προσεγγίζοντας τον Ralph Towner αλλά και τους Oregon τόσο μέσα από επιλεγμένες στιγμές της δισκογραφίας τους, μέσα από ζωντανές εμφανίσεις τους στην Ελλάδα και μέσα από μια ανταπόκριση του κορυφαίου τζάζμαν Σάκη Παπαδημητρίου σε συναυλία των Oregon στο Μόναχο το 1977.

 

Ο Ralph Towner, γεννημένος στο Τσέχαλις της Ουάσινγκτον την 1η Μαρτίου 1940, συνέδεσε το όνομά του με μερικές από τις πιο ένδοξες στιγμές της κιθάρας παίζοντας με μια πολύ ιδιαίτερη, δική του τεχνική δωδεκάχορδη, κλασική και ηλεκτρική Frame κιθάρα με έξι χορδές ξεδιπλώνοντας ένα ιδιαίτερο αυτοσχεδιαστικό στυλ στα τέλη των ΄60ς και στις αρχές των ΄70ς. Ο τρόπος που έπαιζε κιθάρα θύμιζε τον τρόπο που ένας πιανίστας προσεγγίζει τα πλήκτρα. Άλλωστε το πιάνο ήταν το πρώτο όργανό του με το οποίο δραστηριοποιήθηκε επηρεασμένος από τον πιανιστικό τρόπο του Bill Evans μέχρι τα 22 του που τον κέρδισε η κιθάρα. Ωστόσο δεν ήταν λίγες φορές που έπαιξε μαζί κιθάρα και πιάνο στην ίδια σύνθεση χρησιμοποιώντας την τεχνική του overdubbing, με πιο υποδειγματική περίπτωση τον δίσκο του «Diary» το 1974 όπου σε 8 κομμάτια έκανε διαλόγους πιάνου και κιθάρας βρισκόμενος ο ίδιος πίσω και από τα δυο όργανα. Και βέβαια ο Towner δεν περιορίστηκε ως μουσικός σε αυτά τα δυο όργανα αλλά έπαιξε και κρουστά, τρομπέτα, γαλλικό κόρνο και synthesizer και στη δεκαετία του ΄80 συγκεκριμένα το Prophet 5, το θρυλικό αναλογικό synthesizer της Sequential Circuits, το οποίο ήταν το πρώτο προγραμματιζόμενο synthesizer στην ιστορία της μουσικής που είχε ενσωματωμένο μικροεπεξεργαστή.

Με τον John Abercrombi

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 βρήκε εκφραστικό δρόμο στην τζαζ στη Νέα Υόρκη ενώ εκείνα τα χρόνια έγινε μέλος του συγκροτήματος Consort του σπουδαίου Paul Winter. Οι τζαζ ενασχολήσεις του περιελάμβαναν συνεργασίες με σπουδαίους μουσικούς όπως τον φλαουτίστα Jeremy Steig, τους μπασίστες Eddie Gοmez, Marc Johnson και Gary Peacock, τους κιθαρίστες John Abercrombie, Larry Coryell, Egberto Gismonti, Wolfgang Muthspiel, τους πιανίστες Duke Pearson και Keith Jarrett, τον βιμπραφωνίστα Gary Burton, τους ντράμερ Bill Bruford και Jack DeJohnette, τον τρομπετίστα Paolo Fresu και πολλούς άλλους.

Με τους Eddie Gomez και Jack DeJohnette

Στην ECM του Manfred Eicher κυκλοφόρησε πλήθος δίσκων με πρώτο δίσκο του το 1973 το «Trios/Solos». Από την προσωπική του δισκογραφία θα ξεχωρίζαμε το «Diary» με πιο πειραματικές κατευθύνσεις και το εκπληκτικό σόλο πιάνο του κομμάτι «Silence of a Candle», το «Sounds & Shadows» (1977) με εκλεκτά κομμάτια τα «Distant Hills», «Balanced Beam» και «Arion», το «Blue Sun» (1983) με δυο υπέροχες ambient συνθέσεις, το ομώνυμο κομμάτι και το ενδεκάλεπτο «Rumors of Rain», το επηρεασμένο από τη free jazz και τη latin «City of Eyes» (1989) με τα κομμάτια «Jamaica Stopover» και «Sipping the Past» να ξεχωρίζουν, το «Open Letter» (1992) με διακριτικό συμπαραστάτη τον ντράμερ Peter Erskine σε μεταμορφωμένα πασίγνωστα τζαζ στάνταρντς και το υπέροχο «The Sigh» όπου συνομιλούν κλασική κιθάρα και σύνθι, το «Lost & Found» (1996) με τους Marc Johnson (κοντραμπάσο), John Christensen (ντραμς) και Denney Goodhew (πνευστά) να πλαισιώνουν τον Towner σε έξοχες μελωδικές, ατμοσφαιρικές τζαζ πινελιές, το «Ana» (1997) με τον Towner σόλο κιθάρα να γοητεύει με τον λυρισμό του διηγούμενος μικρές μουσικές ιστορίες, το «Time Line» (2006) με την κλασσική και 12χορδη ακουστική κιθάρα σε πρωτότυπες συνθέσεις και διασκευές τζαζ στάνταρντς των George Gershwin και Harold Allen και το «“My Foolish Heart” (2017) με τον Ralph Towner σε μεγάλα κέφια να μας χαρίζει υπέροχη μουσική και βέβαια το «Blues As In Bley», αφιερωμένο στον πιανίστα Paul Bley.

Με τους Eberhard Weber,  Jon Christensen και Jan Garbarek στο Όσλο στις 25-2-1975

Ωστόσο αν θα κρατούσαμε ως κόρη οφθαλμού τρία άλμπουμ από την ογκώδη προσωπική δισκογραφία του Ralph Towner στην ECM, αυτά θα ήταν:

«Solstice» (1975)

Κάτι σαν θεμέλιος ήχος αυτού που λέμε «ήχος της ECM» και ταυτόχρονα ένας από τους σημαντικότερους δίσκους της σύγχρονης τζαζ. Θαυμάσια αφηγηματικά μοτίβα που αναπτύσσονται μέσα από ιμπρεσιονιστικές εικόνες οι οποίες σχηματίζονται από την ηχητική παλέτα της κιθάρας του Ralph Towner και καθοριστικό ρόλο παίζουν τα αστέρια της σκανδιναβικής σκηνής: Jan Garbarek (σαξόφωνο, φλάουτο), Jon Christensen (ντραμς) και ο κοντραμπασίστας-τσελίστας Eberhard Weber.

Η μουσική δονείται από μια ευέλικτη και αέρινη, με αρκετές μελαγχολικές στιγμές αλλά και εκρηκτικές κορυφώσεις και εντάσεις, αύρα που δίνει ουσιαστική υπόσταση στον αυτοσχεδιασμό υπερβαίνοντας τις προκαταλήψεις ότι αυτός είναι δυσπρόσιτος και ακραίος. Αντιθέτως ό,τι ακούμε εδώ είναι όμορφο και όχι μόνο πρωτότυπο και μουσικά ενδιαφέρον. Ο δίσκος αρχίζει με το έξοχο δεκάλεπτο «Oceanus» με την καθηλωτική μεγαλοπρέπειά του και καθ΄ όλη τη διάρκειά του στις επόμενες συνθέσεις προσφέρει γόνιμες περιοχές που σφύζουν δημιουργική διάθεση και εμπνεύσεις. Συνθέσεις που συμπυκνώνουν επιρροές από κλασική μουσική, παραδοσιακές ρίζες, φολκ κοιτάσματα, ambient ατμόσφαιρα, καταιγιστική fusion και ευρηματικούς τζαζ αυτοσχεδιασμούς. Μουσική που ξεχειλίζει φαντασία και γοητεία και μερικά κομμάτια που καταξιώθηκαν στο πέρασμα των χρόνων:  «Drifting Petals» με ιδιοφυείς ιδέες, «Nimbus» σε καταιγιστικές ταχύτητες και «Sand» με μια μοναδική ατμόσφαιρα. Όλες οι συνθέσεις φέρουν την υπογραφή του Ralph Towner εκτός από το «Sand» που συνέθεσε ο Eberhard Weber. Ηχογραφημένο τον Δεκέμβριο του 1974 στο Όσλο το «Solstice» αντανακλά την εσωτερικότητα και την δεξιοτεχνία των ερμηνευτών του αλλά ταυτόχρονα καθρεφτίζει με τον καλύτερο τρόπο τους απόηχους των υπερβόρειων κλιμάτων σπάζοντας τον πάγο και προσφέροντας μια ζεστή αγκαλιά σε χαμηλές, χειμωνιάτικες θερμοκρασίες.

«Batik» (1978)

Ηχογραφημένο τον Ιανουάριο του 1978 επίσης στο Όσλο μας συστήνει μια άλλη κορυφαία συνεργασία του Ralph Towner, αυτή με δυο σπουδαίους μουσικούς, τον μπασίστα Eddie Gomez και τον ντράμερ Jack De Johnette.

Και οι πέντε συνθέσεις του δίσκου που υπογράφονται από τον Ralph Towner, είναι θαυμάσια δείγματα υψηλής κιθαριστικής τέχνης, δοσμένα σε μια μαγευτική ambient ατμόσφαιρα. Ο Towner ξετυλίγει την αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία του δημιουργώντας εικόνες απίστευτης ομορφιάς και προκαλώντας δυνατά συναισθήματα. Κομμάτια σαν τα  «Waterwheel» και «Green Room» θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν δοκίμια ύφους, ενώ το ομώνυμο κομμάτι στην δεκαεπτάλεπτη διάρκειά του δίνει την άνεση να αναπτυχθούν οι κιθαριστικές ιδέες του Towner ανοίγοντας ευφάνταστους και ευρηματικούς τρόπους επικοινωνίας και αρθρώνοντας εκφραστικούς οργανικούς διαλόγους με τους δυο ιδανικούς συνοδοιπόρους του. Το «Shades of Sutton Hoo» πήρε το όνομά του από ένα αγγλοσαξονικό νεκροταφείο και δικαιολογώντας τον τίτλο του κατά έναν τρόπο βάζει την απαραίτητη πινελιά με τις χαμηλές νότες που αντηχούν και τα κρουστά και κουδουνίσματα.

«Old Friends New Friends» (1979)

Ένα χρόνο μετά το «Batik» ο Towner σε ρόλο που βρίσκεται πίσω από καθετί που ακούγεται σε αυτό το άλμπουμ, μπαίνει στο στούντιο τον Ιούλιο του 1979, δημιουργεί μια από τις πιο σπουδαίες του δουλειές και συναντά παλαιούς και νέους φίλους.

Οι κιθάρες, το πιάνο και το γαλλικό κόρνο του Ralph Towner, η τρομπέτα και το φιλικόρνο του Kenny Wheeler,  το τσέλο του David Darling, το κοντραμπάσο του Eddie Gomez, τα τύμπανα και τα κρουστά του Michael Di Pasqua, συνθέτουν ένα πολύχρωμο και ακαταμάχητο μωσαϊκό ήχων, χρωματισμών και μουσικών στιγμιοτύπων που αποτυπώνονται με αξέχαστο τρόπο σε έξι απίστευτης ομορφιάς κομμάτια όπως το «New Moon» με τη λαμπερή δωδεκάχορδη του Towner, το «Yesterday and Long Ago» με τις ονειρικές περιπλανήσεις του, το «Special Delivery», το «Kupala» με την απαράμιλλη κιθαριστική τεχνική, το «Celeste» όπου το μελαγχολικό πιάνο του Towner συνομιλεί με τις τολμηρές εξάρσεις του Kenny Wheeler και το αριστουργηματικό «Beneath an Evening Sky» που κλείνει τον δίσκο αφήνοντας μια απίστευτη αίσθηση πληρότητας στον ακροατή.

Οι Oregon

Η περίπτωση των Oregon αποτελεί μια από τις πιο ξεχωριστές όσον αφορά στη μουσική δημιουργία της τζαζ και της αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής που άφησε έντονο ίχνος από τις αρχές της δεκαετίας του ΄70.

Συστάθηκαν το 1970 από τον Ralph Towner (πιάνο, κλασική κιθάρα, ακουστική 12χορδη κιθάρα, synthesizer, κρουστά και τρομπέτα) και τους Glen Moore (κοντραμπάσο, πιάνο, φλάουτο, βιολί), Paul McCandless (όμποε, κλαρινέτο, αγγλικό κόρνο και σοπράνο σαξόφωνο) και τον Collin Walcott (σιτάρ, τάμπλα).

Οι Oregon το 2000 με τον Mark Walker στη σύνθεσή τους

O Mark Walker (ντραμς, κρουστά) αντικατέστησε τον Colin Walcott το 1984. Το 2015, ο Paolino Dalla Porta στο κοντραμπάσο έγινε μέλος του γκρουπ αντί του Glen Moore, ενώ στο σχήμα έπαιξε και ο Trilok Gurtu. H μουσική των Oregon θεωρήθηκε πρωτοποριακή για την εποχή της ενώ αντλούσε από πολλές διαφορετικές δεξαμενές μουσικών στυλ και ήχων και κατάφερε να συνδυάσει αριστοτεχνικά κλασική μουσική, σύγχρονη τζαζ, παραδοσιακές και φολκ επιρροές.

Ακολουθούν κάποια αυστηρά επιλεγμένα άλμπουμ από τη δισκογραφία τους.

«Music of Another Present Era» (1972)

Το εντυπωσιακό δισκογραφικό τους ντεμπούτο που επιχείρησε τη συνύπαρξη και αλληλεπίδραση της avant-garde τζαζ με την ινδική, ευρωπαϊκή κλασική και φολκ μουσική, κάτι που δεν ήταν παρθενογένεση αφού νωρίτερα είχαν προηγηθεί ανάλογες προσπάθειες, ήταν όμως κάτι εντελώς νέο και πρωτότυπο όσο αφορά στην ευρηματικότητα, την ενέργεια, την πνευματικότητα και τον δημιουργικό οίστρο με τα οποία αυτοί τα επιχείρησαν.

Το άλμπουμ μας αποκαλύπτει την τζαζ fusion των Oregon που αντλεί έντονες επιρροές από τη ροκ και διαθέτει πολύ διακριτή τη φλέβα του πειραματισμού και της αναζήτησης που σφράγισε την αυγή των ΄70ς. Μουσική που δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο του άλμπουμ «Μουσική μιας άλλης παρούσας εποχής» αφού οι σύγχρονες τάσεις της μουσικής του 1972, έτους που κυκλοφόρησε το άλμπουμ, δεν ακολουθούνται, αντιθέτως οι αναφορές μάλλον φλερτάρουν περισσότερο ως δημιουργική προέκταση της προηγούμενης δεκαετίας. Το άλμπουμ χαρακτηρίζεται από ποικιλία και πολυμορφία και σε καθένα από τα σύντομα επί το πλείστον κομμάτια διαμορφώνεται και μια άλλη διάθεση. Αναμφίβολα ο καλύτερος τρόπος να προσεγγίσει κάποιος τους Oregon και να ξεκινήσει την περιήγησή του στον μαγευτικό κόσμο τους είναι αυτός ο δίσκος που κυκλοφόρησε από τη Vanguard.

«Distant Hills» (1973)

Ένα εκλεκτικό δισκογράφημα που δίνει την αίσθηση ότι οι τέσσερις σπουδαίοι μουσικοί συνεννοούνται και επικοινωνούν οργανικά με τη χειρουργική ακρίβεια της μουσικής δωματίου του 20ού αιώνα, παρότι το δημιουργικό πεδίο των καλλιτεχνικών ανησυχιών και των περιπετειών του γκρουπ εκτείνεται σε ανοικτούς ορίζοντες, ελευθερία έκφρασης και στις περιοχές της αυτοσχεδιαστικής τζαζ.

Ηχογραφημένο στο Studio της  23ης Vanguard Street της Νέας Υόρκης στις 2, 3 και 5 Ιουλίου 1973 το άλμπουμ εμπεριέχει επτά υπέροχα κομμάτια όπως το «Mi Chinita Suite» με το ντουέτο βιολιού και μπόνγκο το οποίο κάποια στιγμή μετατρέπεται σε κάτι ήσυχο αλλά έντονο και αφηρημένο, κοντινό στην τζαζ, το εναρκτήριο «Aurora» με τον αξιοσημείωτο γαλήνιο ρυθμό του, ο οποίος στην επαναληπτικότητά του προκαλεί ξεχωριστό ενδιαφέρον, το «Dark Spirit» με τη σχεδόν καταθλιπτική σαγήνη του, το «Song for a friend» με την  ιδιόμορφη folk του και την εκ πρώτης όψης μονότονη γραμμή της κιθάρας του Towner που μαγνητίζει τον ακροατή και βέβαια το ομώνυμο με αίσθηση χώρου για να αναπτυχθούν τα υποδειγματικά παιξίματα. Δίσκος αναφοράς.

«Winter Light» (1974)

Μοναδική ατμόσφαιρα σε έναν ακόμα σπουδαίο δίσκο τους που εκδόθηκε από τη Vanguard.

Οι μελωδίες, οι ρυθμοί, η σαγήνη που εκπέμπει το ήρεμο αλλά γεμάτο μουσικές περιπέτειες ύφος τους δημιουργούν πρωτόγνωρες εικόνες και τα ηχοτοπία συνθέτουν μια εκτυφλωτική όσο και φυσική ομορφιά που πηγάζει από τα ακουστικά όργανα. Το «Χειμωνιάτικο φως» γίνεται αφορμή να δεις με άλλο μάτι και να ακούσεις με άλλο αυτί, αυτό της ψυχής την αστείρευτη ομορφιά γύρω σου. Κομμάτι ανθολογίας το «Deer Path» πραγματικά απογειώνει την εμπειρία της ακρόασης κινούμενο μεταξύ αβανγκάρντ και ιμπρεσιονιστικής free jazz. Εξαιρετική η διασκευή τους στο «Witchi-Tai-To» που αποτελεί σύνθεση του Αμερικανού ιθαγενή σαξοφωνίστα Jim Pepper, με τον Ralph Towner σε ένα θαυμάσιο πιανιστικό σόλο να συνομιλεί με τον ιδιόμορφο ήχο του σαντουριού του Collin Walcott.

«In Concert» (1975)

Ηχογραφημένο ζωντανά ενώπιον προσκεκλημένου κοινού στο Vanguard’s Studio στη Νέα Υόρκη στις 8 και 9 Απριλίου 1975 το αριστουργηματικό αυτό άλμπουμ που κυκλοφόρησε από τη Vanguard, αντικατοπτρίζει με τον καλύτερο τρόπο τη μαγευτική ατμόσφαιρα των συναυλιών των Oregon έτσι όπως τις ένιωσαν στα πρώιμα χρόνια της θρυλικής τους πορείας οι φίλοι της τζαζ και της δημιουργικής μουσικής.

Το μουσικό υλικό περιλαμβάνει τρεις συνθέσεις του Ralph Towner, μία του Paul McCandless και δύο συνολικά των μελών του συγκροτήματος που ωστόσο διευρύνονται καταλυτικά από το ανοικτό, ελεύθερο και αυτοσχεδιαστικό παίξιμο των Oregon. Η μουσική πιστή στο ύφος των πρώτων αυτών χρόνων τους που μεγαλούργησαν πλέει στα βαθιά συνδυάζοντας στοιχεία από την κλασική και τζαζ μουσική αλλά και αφρικάνικους ρυθμούς. Η διαφορά είναι ότι ακούγοντας αυτόν τον υπέροχο δίσκο αντιλαμβάνεσαι ότι οι Oregon στις συναυλίες μεταμορφώνονταν και έπαιζαν πολύ πιο ζωηρά, δυνατά και επιθετικά από ό,τι στους δίσκους τους σε στούντιο ηχογραφήσεις. Είναι πολύ απλά η θαυμάσια μουσική τους με τα χρώματα, τους ρυθμούς, τις ιδέες και τη σπάνια αισθητική της παιγμένη όμως σε άλλη στάθμη, κάτι που αναδεικνύεται στο έπακρο από την εξαιρετική ηχογράφηση.

«Together» (1976)

Ηχογραφημένο τον Ιανουάριο του 1976 το «Together» (Vanguard) μας παρουσιάζει την εκπληκτική συνεργασία των Oregon με τον ασύλληπτης δεξιοτεχνίας και εκρηκτικού πάθους ντράμερ Elvin Jones καταθέτοντας ένα από τα πιο συναρπαστικά και περιπετειώδη άλμπουμ της δισκογραφίας του συγκροτήματος.

Αναμφίβολα πρόκειται για μια τομή πολύ χαρακτηριστική στην πορεία των Oregon αφού εδώ η ατμοσφαιρική μουσική τους δανείζεται ένα πιο δυναμικό ύφος που συχνά κινείται στις περιοχές της  free jazz. Τα τύμπανα του Elvin Jones βρίσκονται σε ιδανική χημεία με τις τάμπλες και τα κόνγκας του Collin Walcott, κάτι που προωθεί τον ήχο του δίσκου προσδίδοντας μια εμφανώς πιο κρουστή και ρυθμική διάθεση. Το εναρκτήριο εντεκάλεπτο «Le Vin» του Ralph Towner μας εισάγει στην ουσία αυτής της συνεργασίας με ένα πέρασμα πολλαπλών εντάσεων, ενώ στο «Lucifer’s Fall» ο Towner που υπογράφει τη σύνθεση, με το πιανιστικό του παίξιμο αποδεικνύει τις αναμφισβήτητες αρετές και εμπνεύσεις του και σε αυτό το όργανο, χωρίς να υποβαθμίζονται οι παρουσίες των Glen Moore και Collin Walcott που μας προσφέρουν υπέροχα σόλο σε κοντραμπάσο και τύμπανα. O Towner με τους συγκοπτόμενους κιθαριστικούς ήχους, ο Paul McCandless στο φλάουτο και ο Glen Moore στο δυναμικό μπάσο μας επιφυλάσσουν πανέμορφες στιγμές στο πιο φολκ «Charango», αποτέλεσμα συνολικής συνθετικής δουλειάς. Εξαιρετικά και όλα τα κομμάτια της δεύτερης πλευράς με αποκορύφωμα το οχτάλεπτο «Brujo» του Towner που κλείνει τον δίσκο και στο οποίο κάνει απίθανα πράγματα με τη 12χορδη κιθάρα του.

Με τη σύνθεση: Oregon – Mark Walker, Ralph Towner, Paolo Dalla Porta και Paul McCandless

Από τη μετέπειτα δισκογραφία τους θα ξεχωρίζαμε τα «Violin» (Vanguard, 1978), «Out Of The Woods» (Elektra, 1978), «Roots In The Sky» (Elektra, 1979), «Oregon» (ECM, 1983), «Crossing» (ECM, 1985), «Ecotopia» (ECM, 1987)

Ο Σάκης Παπαδημητρίου για συναυλία των Oregon στο Μόναχο

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η ανταπόκριση του κορυφαίου πιανίστα, συνθέτη, αυτοσχεδιαστή της τζαζ, συγγραφέα και τακτικού αρθρογράφου για θέματα της τζαζ σε πολλά έντυπα Σάκη Παπαδημητρίου από ένα διήμερο που διοργάνωσε η δισκογραφική εταιρεία ECM στην έδρα της στο Μόναχο στις 25 και 26 Οκτωβρίου του 1977.

Η ανταπόκριση αυτή στις «δυο βραδιές αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής» όπως ήταν ο τίτλος των σειρών κοντσέρτων της ECM στο Μόναχο και στη συνέχεια σε άλλες πέντε πόλεις της Γερμανίας, στη Ζυρίχη, τη Βιέννη και το Παρίσι και που περιελάμβανε την πρώτη βραδιά το κουαρτέτο Belonging (Keith Jarrett, Jan Garbarek, Palle Danielsson, Jon Christensen) και τη δεύτερη βραδιά δύο ντουέτα, αυτά των Ralph Towner-Jan Garbarek και Egberto Gismonti-Nana Vasconcelos, το γκρουπ Oregon και στο τέλος ομαδικό jam session, δημοσιεύτηκε στο τεύχος Νο 3 (Ιούνιος 1978) του εκλεκτού περιοδικού «ΤΖΑΖ» του Κώστα Γιαννουλόπουλου. Το διήμερο στο Μόναχο το είχε παρακολουθήσει ο Σάκης Παπαδημητρίου ενάμιση χρόνο πριν ηχογραφήσει μαζί με το Φλώρο Φλωρίδη τον πρώτο δίσκο ελληνικής αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής, το «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου» στις 15 Απριλίου 1979.

Αξίζει να σημειωθεί ότι τότε που ο Σάκης Παπαδημητρίου είχε παρακολουθήσει τις εμφανίσεις του Ralph Towner και των Oregon ήδη είχαν καταξιωθεί στον χώρο της αυτοσχεδιαζόμενης μουσικής και είχαν κυκλοφορήσει πολύ σημαντικά άλμπουμ στην προσωπική δισκογραφία του Towner αλλά και σε αυτή των Oregon. Συγκεκριμένα το 1977 κυκλοφορούσε το σόλο άλμπουμ του Towner «Solstice / Sound And Shadows» στην ECM όσο και το άλμπουμ «Friends» των Oregon στην Vanguard. Ο Ralph Towner είχε ήδη κυκλοφορήσει μοναδικά άλμπουμ από το 1973 στην ECM (μεταξύ των οποίων το «Diary» (1974), το ντουέτο του με τον Gary Burton «Matchbook» (1975) και την ίδια χρονιά το αριστουργηματικό του σόλο «Solstice», το 1976 το ντουέτο του με τον John Abercrombie «Sargasso Sea» κ.α. Οι Oregon είχαν ήδη κυκλοφορήσει το βαρύ πυροβολικό της δισκογραφίας τους με πολύ σημαντικούς δίσκους: «Distant Hills» (1973), «Winter Light» (1974), «In Concert» (1975) και τη σύμπραξή τους με τον ντράμερ Elvin Jones «Together» (1976). Οπότε οι Oregon βρίσκονταν σε μια πολύ ώριμη φάση της καριέρας τους.

Στις φωτογραφίες εικονίζονται τα τέσσερα μέλη των Oregon, Ralph Towner, Glen Moore, Paul McCandless και Collin Walcott τη δεύτερη εκείνη μέρα του διήμερου της ECM στο Μόναχο, φωτογραφημένα από τον Νίκο Χριστοδουλάκη.

Αλλά ας δούμε τί έγραφε στο «ΤΖΑΖ» ο Σάκης Παπαδημητρίου. Αντιγράφω πιστά τα γραφόμενά του:

Ένα κουαρτέτο πολύ ασυνήθιστο, που δύσκολα βρίσκεις άλλο να το παρομοιάσεις. Μια μικρή ομάδα χωρίς σύνορα στη μουσική, χωρίς προκαθορισμένα παλούκια και απαγορευτικά όρια. Πατούν γερά σε διάφορες μορφές λαϊκής μουσικής αμερικάνικης, ινδικής, ασιατικής, νοτιοαμερικάνικης, στην τζαζ, τα μπλουζ, στην κλασική ευρωπαϊκή και στη σύγχρονη μουσική. Όλα αυτά τα αναφέρω ως πηγές που διακρίνονται στο παίξιμό τους, γιατί τελικά το αποτέλεσμα είναι καθαρά δικό τους, αυτό που αμέσως τους χαρακτηρίζει σαν Όρεγκον.

Βασικά όλα τα όργανα που παίζουν είναι ακουστικά. Αξίζει να παραθέσω το τί χειρίζεται ο καθένας.

Ραλφ Τάουνερ: κλασική και δωδεκάχορδη κιθάρα, πιάνο, τρομπέτα, μέλοφον, φλούγκελχορν.

Κόλιν Γουώλκοτ: τάμπλα, σιτάρ, ντραμς, κρουστά, κλαρίνο, φλάουτο.

Γκλεν Μουρ: μπάσο, πιάνο, βιολί.

Πωλ Μακάντλες: μπάσο, κλαρίνο, όμποε, κλαρίνο, αγγλικό κόρνο, φλάουτο.

Κι όλοι παίζουν μερικές φορές διάφορα κρουστά.

Τέσσερις ώριμοι μουσικοί, κατασταλαγμένοι σαν άνθρωποι και δημιουργοί, όλοι ψηλοί, λεπτοί, φυσιογνωμίες γαλήνιες. Με πολύπλευρα ενδιαφέροντα, αφοσιωμένοι σ΄ αυτό που κάνουν, με μια πνευματικότητα που αγγίζει τα όρια της θρησκείας. Αντιστέκονται στη βία με αυτοσυγκέντρωση, νοσταλγοί του χιπισμού σε μια προχωρημένη πια και δημιουργική φάση. Αρχαίες φιλοσοφίες Ζεν ζωντανεμένες με αιώνιους ήχους ξύλινων αντικειμένων, με χορδές και δέρματα, μέταλλα και ανθρώπινα σώματα.

Το τελείως ιδιαίτερο των Όρεγκον είναι ότι καταφέρνουν και συνταιριάζουν στους ήχους τους την ευρωπαϊκή πολυφωνία με την ινδική μουσική, τα σόλο τύπου τζαζ με ελεύθερα μέρη σύγχρονης μουσικής. Δεν υποτιμούν το παρελθόν αλλά και δεν αποστρέφουν τα μάτια τους από το παρόν. Ρυθμοί που μας γυρνούν σε πρωτόγονες κοινωνίες, μέρη στο πιάνο αλά Κέιτζ ή Σέσιλ Τέυλορ, όμποε με τόνο και μελωδικότητα κλασικής ευρωπαϊκής μουσικής. Αυτοσχεδιασμοί και θέματα γίνονται ένα πράγμα αξεδιάλυτο, μια συμπαγής μουσική που ποτέ δεν παγώνει σε μια μορφή αλλά διατηρεί την ελαστικότητά της. Οι τυχαίες στιγμές των τεσσάρων τους βρίσκουν επαφή στον αέρα πριν προσγειωθούν χάρη στις κοινές εμπειρίες, στον τρόπο ζωής και στα πιστεύω τους, στην εξάσκησή τους σαν υπάρξεις και δημιουργοί.

Τα πρόσωπά τους έλαμπαν, τα βλέμματά τους διασταυρώνονταν σ΄ αυτή τη μέθεξη ήχων, τα λόγια περιττά, τόση ηρεμία στις κινήσεις τους, τόση ειρηνική διάθεση – τέτοια μουσική τις μέρες που κηδεύτηκε ο Σλάγιερ και η ομάδα Μάινχοφ. Μια μουσική που σηκώνεται πάνω απ΄ αυτό τον κόσμο, σε τραβάει μακριά από την καθημερινή γκρίνια, σε καθαρούς τόπους, σε μια ισορροπημένη πληρότητα ήχων που δε σε ναρκώνει, αλλά που σε στρέφει προς τα μέσα σου να κοιταχτείς με ξεβουλωμένο μυαλό να πλέει ελεύθερο, να κρατιέται μετέωρο από ακουστικές κλωστές.

Για μια τέτοια επικοινωνία χρειάζεται και κάποια διάθεση για δόσιμο από την πλευρά του ακροατή. Δε γίνονται όλα αυτοματοποιημένα, δε λειτουργούν σαν ενέσεις με το ζόρι. Εδώ μου ΄ρθε στο νου μια ιστορία Ζεν που λέει ότι κάποτε ένας καθηγητής πανεπιστημίου πήγε στο Ναν-ίν, ένα Κινέζο σοφό δάσκαλο, για να ρωτήσει σχετικά με το Ζεν. Ο Ναν-ίν του πρόσφερε τσάι που το έριχνε συνέχεια στο φλιτζάνι μέχρι που ξεχείλισε και χυνόταν έξω. Ο καθηγητής παρακολουθούσε ώσπου κάποια στιγμή δεν κρατήθηκε και φώναξε «φτάνει, γέμισε, δεν χωράει άλλο». Και τότε ο Ναν-ίν τού είπε: «Όπως αυτό το φλιτζάνι, έτσι κι εσύ είσαι γεμάτος από τις γνώμες και τις σκέψεις σου. Πώς μπορώ να σου δείξω το Ζεν αν δεν αδειάσεις πρώτα το φλιτζάνι σου;».

Στο τέλος της δεύτερης βραδιάς, μετά τους Όρεγκον, ανέβηκαν όλοι οι μουσικοί στη σκηνή, εκτός από τον Τζάρετ, κι έγινε ένα τζαμ σέσιον-πανηγύρι, όπου διασκέδασαν Αμερικανοί, Βραζιλιάνοι κι Ευρωπαίοι αυτοσχεδιάζοντας, ανταλλάζοντας όργανα και πειράγματα, τραγουδώντας και χορεύοντας σε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα ομαδικής συμμετοχής και ξεδώματος.

Ralph Towner και Oregon για συναυλίες στην Ελλάδα

Towner και Oregon ωστόσο ήρθαν και στην Ελλάδα. Η πρώτη φορά που ο Ralph Towner ήρθε στην Ελλάδα για τις ανάγκες μιας συναυλίας ήταν στις 10 Απριλίου 1982 στον κινηματογράφο «Ορφέας» της οδού Σταδίου, πάνω από το υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης στην Αθήνα. Ήταν η τελευταία χρονιά λειτουργίας του ιστορικού κινηματογράφου που τότε δυστυχώς κρίθηκε κατεδαφιστέος και αργότερα εξελίχτηκε στη γνωστή «Στοά του Βιβλίου». Ο Ralph Towner, τότε στα 42 του, ανέβηκε στη σκηνή ενώπιον ενός ιδιαίτερα πολυάριθμου κοινού, συνοδευόμενος από δυο σπουδαίους μουσικούς, τον 47χρονο τότε κοντραμπασίστα Gary Peacock και τον 42χρονο ντράμερ Jerry Granelli. Τρεις μουσικοί που βρίσκονταν τότε σε ώριμη καλλιτεχνική φάση και έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους αναπτύσσοντας μέσω του αυτοσχεδιασμού εξαιρετικές ιδέες και ισορροπώντας περίτεχνα μεταξύ κλασικού και νέου.

Η πρώτη συναυλία των Oregon με την αρχική τους, αυθεντική σύνθεση (Ralph Towner, Paul McCandless, Glen Moore, Collin Walcott) έγινε στο θέατρο του Λυκαβηττού τον Ιούνιο του 1984 και έμεινε αξέχαστη στους θεατές που είχαν μια σπάνια μυσταγωγική εμπειρία. Λίγο μετά, στις 8 Νοεμβρίου 1984 ο Collin Walcott στα 39 του έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, γεγονός που δεν ανέστειλε την καλλιτεχνική δραστηριότητα και ισορροπία των Oregon.

Με τον Trilok Gurtu στη σύνθεσή τους

Μετά από τρία χρόνια, στις 9 Ιουλίου 1987, στο πλαίσιο του 2ου Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας επί καλλιτεχνικής διεύθυνσης Θάνου Μικρούτσικου, στο Κάστρο της Πάτρας οι Oregon χωρίς βέβαια τον Collin Walcott αλλά με απολύτως άξιο αντικαταστάτη του τον Ινδό Trilok Gurtu στην τάμπλα και τα κρουστά ο οποίος συμμετείχε και στους δίσκους τους «Ecotopia» (1987), «45th Parallel» (1989) και «Always, Never and Forever» (1991), έδωσαν μια καταπληκτική συναυλία. Ralph Towner σε κιθάρες, πλήκτρα και ηλεκτρονικά, Paul McCandless στα πνευστά, Glen Moore στο κοντραμπάσο και Trilok Gurtu στην τάμπλα και στα κρουστά μεγαλούργησαν  ξεδιπλώνοντας την πρωτότυπη, εσωτερική και ιδιοσυγκρασιακή τους μουσική.

Πριν από μια δεκαετία, τον Νοέμβριο 2016 οι Oregon στην πιο πρόσφατη ζωντανή εμφάνισή τους στην Ελλάδα έπαιξαν στο Half Note Jazz Club για τέσσερις βραδιές. Ralph Towner και Paul McCandless από την αρχική, αυθεντική σύνθεση και μαζί τους ο  Mark Walker στα κρουστά και ο Paolino Dalla Porta στο μπάσο.

Η μουσική του Ralph Towner αλλά και αυτή των Oregon είναι ήρεμη, μελωδική, ονειρική, στοχαστική, υπερβατική, συχνά ποιητική που απέκτησε τεράστιες διαστάσεις μέσα από την αυτοσχεδιαστική λειτουργία της. Ο Ralph Towner σε κάθε εγχείρημά του καταξιώθηκε και χαρακτηρίστηκε από το υψηλότατο καλλιτεχνικό επίπεδο της δουλειάς του, ενώ οι Oregon γράφτηκαν με τα πιο φωτεινά γράμματα στο πάνθεον της διεθνικής τζαζ.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΑντίο, αγαπημένη φίλη, Αποχαιρετισμός στην μεταφράστρια Αργυρώ  Μακάρωφ (του Φίλιππου Φιλίππου)
Επόμενο άρθροΑλ. Σταμάτης: «Φύγετε όσο μένει καιρός» (της Βαρβάρας Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ