γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Μετά από το βιβλίο «Μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά», που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Κέδρος, το έτος 2021, ο διευθυντής του γνωστού έγκριτου λογοτεχνικού περιοδικού «Ο Σίσυφος», Γρηγόρης Τεχλεμετζής, επανέρχεται στο εκδοτικό προσκήνιο και γίγνεσθαι με ένα διπλό ιστορικό μυθιστόρημα, όπως το ονομάζει, και τίτλο «Δρόμοι: Κασσιανή και Λεόντιον». Η ηρωΐδα του εν λόγω βιβλίου, όπως μας πληροφορεί στον επίλογο του βιβλίου του, προέρχεται από την συγχώνευση δύο ιστορικών προσώπων, τα οποία όμως δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι ταυτίζονται, δηλαδή αν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο ή όχι. Οι δύο νεαρές γυναίκες και κύριοι χαρακτήρες του μυθιστορήματος, εξιστορούνται από τον συγγραφέα σε παράλληλη τροχιά. Κάθε μια εξ’ αυτών ξεδιπλώνει την ιστορία της τμηματικά, με μικρά και ελεγχόμενα κύματα, αφήνοντας τον ενδιάμεσο χώρο ελεύθερο για την εξιστόρηση των βιωμάτων της άλλης, κοκ., μέχρι βεβαίως την τελική αποτίμηση του συγγραφέα.
Η πρώτη, που ακούει στο όνομα Λεόντιον, είναι η ερωμένη του ποιητή Ερμησιάνακτα, από τον κύκλο του Φιλητά στη νήσο Κω, ή ίσως και η εταίρα της σχολής του Επίκουρου στην Αθήνα. Εδώ βέβαια πρόκειται για ανάπτυξη καθαρά μυθοπλασίας, οπότε τα ακριβή ιστορικά στοιχεία μπορεί να λαμβάνονται υπ’ όψιν από τους συγγραφείς, όπως εν προκειμένω, χωρίς οι τελευταίοι να έχουν από πάνω τους ως άτεγκτα και εν πολλοίς ανυπέρβλητα εμπόδια τις ακριβείς στιγμές, τις συμπεριφορές, τα ακριβή βιώματα και τις ημερομηνίες που σχετίζονται με τα πρόσωπα που σκιαγραφούν. Άλλωστε, όπως μας εξηγεί και ο συγγραφέας του παρόντος βιβλίου, ο στόχος του ιστορικού μυθιστορήματος, στα οποία βεβαίως κατατάσσεται και το παρόν, απέχει παρασάγγας από εκείνον τον αυστηρό της επιστήμης της ιστορίας. Η λογοτεχνία, άλλωστε, όπως είναι γνωστό και ευνόητο, αποσκοπεί αλλού, έχει άλλους στόχους που όλοι γνωρίζουμε αρκούντως καλά.
Η δεύτερη ηρωΐδα, η Κασσία ή Κασσιανή, έχει ως τοποθεσία της την Κωνσταντινούπολη και χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο ξεδιπλώνει τα βιώματά της, τις αρχές του ένατου αιώνα μ.Χ. Η πρώτη, θα εγκαταλείψει την πατρική κατοικία και θα φύγει απ’ εκεί για την Κω, ίσως με τη βοήθεια, προτροπή ή ενός έμμεσου εκβιασμού και εξαναγκασμού κάποιου, μέχρι εκείνη τη στιγμή ξένου προς τον πατέρα της, σε σχέση με το σπίτι τους που κινδύνευε να πέσει στα χέρια των δανειστών και να το χάσουν οριστικά. Παράλληλα, όμως, εξηγεί στον πατέρα της ότι η κόρη του δεν θα κλειστεί σε γυναικωνίτη, να γνέθει και να μαγειρεύει, αλλά θα μάθει ποίηση, φιλοσοφία, χορό και τραγούδι. Κι’ έτσι ακολουθεί τον Ερμησιάνακτα, χωρίς εμφανή αντίρρηση στα αρχικά, τουλάχιστον, στάδια. Η άλλη, βρίσκεται στην βασιλεύουσα πόλη σε μια εποχή κατά την οποία ο αυτοκράτορας Λέων Ε’, συγκαλεί σύνοδο για να καταδικάσει την χρήση των εικόνων από τους πιστούς, στους οποίους συγκαταλέγεται και αυτή, έχοντας κατά νου την δρομολογούμενη μεγάλη λιτανεία των ιερών εικόνων στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, αλλά όχι τα άλλα μέλη της οικογένειάς της.
Η αφήγηση του συγγραφέα, επιτελείται κάποιες φορές σε πρώτο πρόσωπο και άλλες σε τρίτο, φέροντας αργά και σταδιακά τις δύο ηρωΐδες στο απώτερο σκοπό τους. Η πρώτη έρχεται σε επαφή, εντελώς τυχαία στην αρχή, με την ποίηση, κάτι που αποδείχτηκε σανίδα σωτηρίας για αυτή και σύντομα με τους στίχους εκείνου του ανθρώπου που εισήλθε με τόσο βίαιο και αναπάντεχο τρόπο στη ζωή της, ενώ η άλλη εμφιλοχωρεί στον λαβύρινθο της δυσάρεστης και ιστορικά τεκμηριωμένης εποχής της εικονομαχίας. «Όλα καλά τα λένε οι παπάδες με τις αγιαστούρες, αλλά άμα δεν υπάρχει η αυτοκρατορία, δεν θα υπάρχει και ο χριστιανισμός», ισχυρίζεται ο αυτοκράτορας και συμπληρώνει, «…όλοι αυτοί οι ανόητοι, αν και κάποιοι είναι καλοί χριστιανοί, δεν πείθονται από τις ανάγκες των καιρών»! Πολλές απόψεις, ιδέες και συμπεριφορές εμπλέκονται και συναντώνται στο όλο κείμενο, όπως εκείνη η φράση «…η ίδια η θρησκεία είναι που τόσες φορές έγινε αιτία για εγκληματικές και ανόσιες πράξεις», ενώ αλλού και συχνότερα σκιαγραφούνται και έρχονται σε αντιπαράθεση κηρύγματα και απόψεις διαφόρων γνωστών φιλοσοφικών σχολών της αρχαιότητας. Η εξυπηρέτηση του θείου σκοπού για να επιτευχθεί, ίσως απαιτηθούν προσωπικές απώλειες και ανακατατάξεις, όπως ομολογεί η Κασσία: «Είχα δεχτεί να πάω με την ελπίδα πως, αν με διάλεγε για γυναίκα του ο αυτοκράτορας, θα μπορούσα να τον επηρεάσω ελαφρύνοντας τις εικονομαχικές πεποιθήσεις του, και έτσι να κάνω καλό στην ορθοδοξία».
Από τη μια μεριά λοιπόν, η αφοσίωση στο Θεό και ο ασκητισμός ως επιλεγόμενος τρόπος ζωής, και από την άλλη η όποια απόλαυση των προσφερόμενων υλικών αγαθών, ή και η αέναη αναζήτησή τους, ακόμα. Η Κωνσταντινούπολη της θεολογικής διαμάχης και η Αθήνα των φιλοσοφικών ρευμάτων της εποχής. Κασσιανή η Λεόντιον, λοιπόν, αναρωτιέται και ο αναγνώστης, όπως και κάποιοι άλλοι, στο τέλος του κειμένου!
![]()











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










(Γρηγόρης Τεχλεμετζής, Δρόμοι: Κασσιανή και Λεόντιον. Διπλό ιστορικό μυθιστόρημα. Εκδόσεις Κέδρος. 2025. Αθήνα)
