Πραγματικοί αυτόχειρες στην κόψη του θεάτρου, της ποίησης και της ιστορίας (της Καίτης Διαμαντάκου)

0
391

της Καίτης Διαμαντάκου

 

Διαβάζοντας πρόσφατα για την έκθεση «Last Photo» η οποία οργανώθηκε από τη φιλανθρωπική οργάνωση για την πρόληψη της αυτοκτονίας Campaign Against Living Miserably (Calm) και συγκεντρώνει στη Νότια Όχθη του Λονδίνου 50 ευμεγέθη πορτρέτα αυτόχειρων, όλων των φύλων, των φυλών και των ηλικιών, απαθανατισμένων σε χαμογελαστές στιγμές της ζωής τους, γίνεται ο συνειρμός με μια άλλη δική μας ερασιθάνατη έκθεση, λιγότερο ίσως προβεβλημένη χωρικά και μιντιακά, αλλά εξίσου δραστική κοινωνικά και καλλιτεχνικά: την έκθεση που παρουσιάζεται μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου 2022 στο Μουσείο Νεοελληνικής Αυτοχειρίας SOZOPOLIS (Σωζοπόλεως 15, στην πλατεία Αττικής), από το Ρομαντικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΡΠΑ safe space), ένα κέντρο «αιχμηρού ρεμβασμού» και «έκκεντρου πειραματισμού», αποκλινικοποίησης και επαναμάγευσης της ζωής «έξω από τα παραδοσιακά πεδία του καλλιτεχνικού λόγου», όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα οτυ.

Στο πλαίσιο ενός εντυπωσιακά και ασυνήθιστα ολιστικού εγχειρήματος του ΡΠΑ, με τίτλο «Απονενοημένο Σύνταγμα» και εμπνευστές-διοργανωτές τους Σαμσών Ρακά, Κίμωνα Θεοδώρου και Υρώ Καζάρα, συγκεντρώθηκαν σε μια πρώτη φάση –έπειτα από μακρόχρονη έρευνα σε εφημερίδες και έντυπα των δύο προηγούμενων αιώνων– διακόσιες περίπου περιπτώσεις αυτοχειρίας από όλο το κοινωνικό και γεωγραφικό φάσμα ανά την Ελλάδα. Σε μια δεύτερη φάση και έπειτα από ανοιχτό κάλεσμα συμμετοχής, στο οποίο ανταποκρίθηκαν πάνω από 2.500 εθελοντές, τα ερευνητικά δεδομένα διαμοιράστηκαν σε 200 περίπου ανθρώπους, που συνομίλησαν ο καθένας με έναν αυτόχειρα, το τελευταίο σημείωμα που άφησε πίσω, τα τελευταία λόγια του  ή/και άλλες πηγές που συνόδευσαν, καθόρισαν ή αποτύπωσαν το απεγνωσμένο διάβημα στη συλλογική μνήμη. Σε μια τρίτη φάση, αυτό το ομαδικό «πείραμα μνήμης» και μαζί «κατάθεση συλλογικού πένθους» με άξονα την αυτοχειρία, παρουσιάζεται στο ευρύ κοινό σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, μέσω διαφορετικών παρουσιάσεων, εκθέσεων και δράσεων (εικαστικά, περφόρμανς, λογοτεχνία, χορός, δοκίμια, θέατρο, μουσική, βίντεο, κ.α.). Σ’ αυτή την τρίτη φάση εντάσσεται η παραπάνω έκθεση στο Μουσείο Νεοελληνικής Αυτοχειρίας και σ’ αυτή την τρίτη φάση δημιουργήθηκαν και δημοσιεύτηκαν σε ενιαία έκδοση οι δύο θεατρικοί μονόλογοι Με πίστιν και ζήλον και Οι νεκροί μιλούν με ακροστιχίδες των λογοτέχνιδων Ιφιγένειας Σιαφάκα και Αθηνάς Τιτάκη, αντίστοιχα, οι οποίες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα συμμετοχής στη δράση και συνεισέφεραν τον δικό τους πολύτιμο οβολό.

Τα παραπάνω στοιχεία δόθηκαν για να σκιαγραφηθεί το πρωτότυπο και σύνθετο ως προς τη σύλληψη και την εξέλιξή του διαθεματικό πλαίσιο στο οποίο εντάχθηκε η συγκεκριμένη διπλή συγγραφική κατάθεση, η οποία θα συμπεριληφθεί αργότερα στη συγκεντρωτική έκδοση του τόμου Απονενοημένο Σύνταγμα, που θα σηματοδοτήσει την τέταρτη και τελευταία φάση του εγχειρήματος. Ωστόσο, η έκδοση των δύο θεατρικών μονολόγων, πλαισιωμένη από πλούσιο πρόσθετο υλικό (ποιητικό, δημοσιογραφικό, ιστορικό, ψυχαναλυτικό), πέραν του ότι δικαιώνει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις καλλιτεχνικές και κοινωνικές αποβλέψεις του ευρύτερου εγχειρήματος, διαθέτει ως εξατομικευμένη πλέον πρόταση,  τη δική της δημιουργική αυτοτέλεια και δυνατή λυσιτέλεια σε διαφορετικές «απόπειρες ζωής», είτε θεατρικές είτε δραματοθεραπευτικές είτε ψυχοεκπαιδευτικές είτε ιστορικές-ακαδημαϊκές είναι αυτές.

Στον πρώτο θεατρικό μονόλογο, Με πίστιν και ζήλον, της Ιφιγένειας Σιαφάκα (σ. 17-43), του οποίου προηγείται ένα διαφωτιστικό σημείωμα «Αντί προλόγου» και ένα φωτισμένο ποίημα («Λάμιες») της συγγραφέως (σ. 11-16),  τον λόγο έχει ο αυτόχειρ Παπαζησόπουλος: Ένας υπαρκτός Υπενωμοτάρχης εκ Σερρών ορμώμενος –με ψευδές μάλλον όνομα, για να διευκολυνθεί η πρόσληψή του (Χρ. και Χαρ. είναι οι έντυπες διπλοτυπίες για το βαφτιστικό του), μάλλον σερβικής καταγωγής και με πραγματικό όνομα Ιω. Χάιδοβιτς– τον Ιούλιο του 1888 και στο ξενοδοχείο «Πελοπόννησος» του Πειραιά αυτοκτονεί με το υπηρεσιακό του περίστροφο, αφού έχει πρώτα τραυματίσει βαρύτατα –χωρίς όμως να σκοτώσει, όπως ο ίδιος θα ήθελε και πίστευε– την 25χρονη («εν τινι Ζηθοπωλείο υπηρετούσα») Αλιβεριώτισσα Κατίνα Κονδύλη, η οποία του αρνείται πλέον περιφρονητικά τον ζωτικό έρωτά της.  Μέσα από μια δραστική υφολογικά καθομιλουμένη γλώσσα, με περιστασιακές λόγιες παρεισφρήσεις (όρκοι, διατάγματα, επίσημα ανακοινωθέντα), ο διαταραγμένος ψυχισμός, η βεβαρημένη ζωή και ο μοιραίος έρωτας του ανεπιτυχούς δολοφόνου και επιτυχούς αυτόχειρα αναδύονται μέσα από τις πληροφορίες του Τύπου της εποχής (που μεταφέρουν κυρίως το περιεχόμενο των δύο Επιστολών που βρέθηκαν πάνω στον νεκρό και διαγράφουν τις χωροχρονικές συνθήκες του γεγονότος) και ζυμώνονται μυθοπλαστικά με περαιτέρω ιστορικές πληροφορίες που συγκέντρωσε και επέλεξε η συγγραφέας ως προς το κοινωνικοπολιτικό  πλαίσιο της εποχής (σ. 44-52): επαγγελματικές υποχρεώσεις, νομικές δεσμεύσεις και ηθικά αδιέξοδα των χωροφυλάκων, βίαια περιστατικά με λήσταρχους που έχαιραν πολιτικής προστασίας, ξένες επεμβάσεις και εμφύλιες αντιπαλότητες, κυκλοφορία με ιπποσιδηρόδρομους και ατμοκίνητα «τραμ», περιστατικά ανατροπής αμαξών στο κέντρο της Αθήνας και δολιοφθορές στις ατμομηχανές από τους αμαξάδες, νομισματικές αναπροσαρμογές και μισθολογικές επιπτώσεις, δενδροφύτευση και περιφρούρηση του Λυκαβηττού, δημόσια πορνεία στη Δραπετσώνα, με τη μορφή γκέτο και υπό την προστασία της Χωροφυλακής, κ.ά.  Ένας θεατρικός μονόλογος, ανασκαφή στον ψυχισμό του ιδανικού δολοφόνου και πραγματικού αυτόχειρα και, μαζί, ανασκαφή στην ιστορική μικροαστική καθημερινότητα των τελών του 19ου αιώνα.

Έπειτα από την παρεμβολή ενός πυκνού «Ιντερμεδίου» (σ. 55-72) με «σύγχρονη [εκδομένη και ανέκδοτη] ελληνική ποίηση για την αυτοχειρία» (Αντώνης Μπαλασόπουλος, Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Νιόβη Ιωάννου, Ειρήνη Καραγιαννίδου, Ελευθερία Θανόγλου, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Φωτεινή Βασιλοπούλου, Ολβία Παπαηλιού, Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ιφιγένεια Σιαφάκα, Στέλλα Δούμου), Σταύρος Στάμπογλης, Αθηνά Τιτάκη, Χριστίνα Καραντώνη, Κώστας Θ. Ριζάκης, Μαρία Βαχλιώτη), ακολουθεί ο δεύτερος θεατρικός μονόλογος, Οι νεκροί μιλούν με ακροστιχίδες, της Αθηνάς Τιτάκη (σ. 79-101), η οποία –σε μια αρμονική εκδοτική συμμετρία με τον πρώτο μονόλογο– μάς υποδέχεται στο περικειμενικό κατώφλι με ένα μεστό «Αντί προλόγου» και το ανέκδοτο ποίημά της «Εκπυρσοκρότηση» (σ. 75-77). Από την Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα μεταφερόμαστε στην Αθήνα του Μεσοπολέμου και στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Οι εποχές, τα μέσα μετακίνησης, ο τρόπος ενδυμασίας, τα είδη πιστολιών, οι επαγγελματικές συνθήκες έχουν αλλάξει, αλλά οι άνθρωποι παραμένουν εξίσου έκθετοι στην ελπίδα και τη ματαίωση, τον έρωτα και την απόρριψη. Μέσα από μια ευφυή καλειδοσκοπική αφήγηση δομημένη σε 9 διαφορετικές μονολογικές Σκηνές (με πρωταγωνιστές το φονικό περίστροφο 38 Smith @ Wesson-model 1905, έναν αστυφύλακα της Αστυνομίας Πόλεων, το καθημερινό βαμβακερό ριγέ σακάκι του αυτόχειρα, τον οδηγό του αγοραίου και μοιραίου ταξί, τον φίλο Γιώργη, τον ίδιο τον αυτόχειρα, το ταξί, τον «άλλο» εαυτό του αυτόχειρα, τη θανάσιμη σφαίρα 9 χιλιοστών) συγκολλούμε τα κομμάτια του παζλ «ΠΕΡΗΦΑΝΙΑ» της αυτοχειρίας του Πάνου Παπαδημητρίου, ενός εύπορου εμπόρου, οικογενειάρχη, πατέρα και χήρου, που αυτοκτονεί μέσα σε ένα εν κινήσει ταξί στη Βασιλίσσης Όλγας, εξουθενωμένος ψυχικά και ηθικά από την αδιέξοδη ολιγόμηνη και πρόσφατη σχέση του με την κατά πολύ νεότερη δεκαεφτάχρονη Βασιλική Κανάκη, που δεν μπορεί και δεν θέλει να καλύψει τις μαζικές συναισθηματικές επενδύσεις του ευαίσθητου εραστή της. Οι συγγενείς και οι φίλοι, στους οποίους ο Παπαδημητρίου καταλείπει πέντε διαφορετικές σύντομες, απολογητικές και παραινετικές, επιστολές, δεν έχουν αρκέσει για να γλυκάνουν το «φαρμάκι» που κατακλύζει την ύπαρξη του τριαντατετράχρονου, «τώρα που άρχισε να ροδίζη καλά-καλά ο κόσμος της ζωής» του (σ. 112).

Μετά τις Σημειώσεις και τις Πηγές του δεύτερου μονολόγου (σ. 102-112) η έκδοση επιστεγάζεται με το δοκίμιο της ψυχαναλύτριας Ντόρας Περτέση «Ψυχαναλυτική προσέγγιση της αυτοκτονικής διάπραξης» (σ. 117-149), που ανατέμνει τους δύο μονολόγους και τους δύο μυθοπλαστικούς-πραγματικούς αυτόχειρες, συμβάλλοντας με τον δικό της κριτικό, επιστημονικό και ορθολογικό αντί-λογο σ’ αυτό το contrapunto φωνών, διαθέσεων, οπτικών πάνω στην πράξη της αυτ(ο)(α)αθανασίας. Μια «θραυσματική αντι-ιστορία της Ελλάδας μέσα από το πρίσμα της αυτοχειρίας» (όπως υποσημειώνει ο Αντώνης Μπαλασόπουλος, σ. 57) και, αντίστροφα, μια «θραυσματική αντι-ιστορία της αυτοχειρίας μέσα από το πρίσμα της νεότερης Ελλάδας». Ένα μικρό το δέμας (20Χ12), αλλά βαρύ και καθαρό εκδοτικό διαμάντι, που μπορεί να αξιοποιηθεί, αποσπασματικά ή επί του συνόλου, με πολλούς τρόπους και σε διαφορετικά αναστοχαστικά πλαίσια διαχείρισης της απελπισίας, εντοπισμού της ρωγμής και επούλωσης του τραύματος.

.

 Ιφιγένεια Σιαφάκα – Αθηνά Τιτάκη, Με πίστιν και ζήλον – Οι νεκροί μιλούν με ακροστιχίδες. Θεατρικοί μονόλογοι, Δρόμων, Αθήνα, 2022.

Ζήτησέ το εδώ

Προηγούμενο άρθροΟι συγγραφείς του κόσμου για τον Σαλμάν Ρούσντι (επιμ. Αλ.Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθροΣυζήτηση: Μετάφραση στο εξωτερικό- παιχνιδι για λίγους (του Πολυχρόνη Κουτσάκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ