της Όλγας Σελλά
Η πρώτη μέρα, η έναρξη του Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260 έχει αναμονή και προσδοκία, εδώ και 20 χρόνια τώρα. Είναι το καλοκαίρι, είναι η συνάντηση, είναι η προσμονή για νέες, διαφορετικές εντυπώσεις. Η φετινή έναρξη, όμως, ήταν διαφορετική. Και για τις αλλαγές στον περιβάλλοντα χώρο και για τα συναισθήματα των σταθερών θεατών. Να ήταν τα 20ά γενέθλια της Πειραιώς 260; Να ήταν οι αλλαγές που συντελούνται στα κτίρια, που ανασύρουν, αυτόματα, παλιές αναμνήσεις, παλιές παραστάσεις και περασμένα καλοκαίρια; Να ήταν οι παρεμβάσεις στο χώρο, που δημιούργησαν μια γέφυρα που ένωσε αυτά τα 20 χρόνια;
Η αυλή δίπλα στον Χώρο Δ είναι και πάλι ανοικτή –Κήπος λέγεται τώρα- με τραπεζάκια, με αναψυκτήριο, με το παλιό τροχόσπιτο της Όλιας Λαζαρίδου να στέκει στο βάθος του Κήπου, διάφανο και φωτισμένο και να συνομιλεί απευθείας με την πρωτότυπη εγκατάσταση εικαστικού φωτισμού που έστησε από πέρυσι το design studio Objects of Common Interest και οι σχεδιαστές Ελένη Πεταλωτή και Λεωνίδας Τραμπούκης. Δεκάδες δέντρα, μέσα σε τεράστια δοχεία-γλάστρες έχουν στηθεί στην μπροστινή πλατεία της Πειραιώς 260 –από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις. Η εξέδρα για τις After μουσικές βραδιές κάλυψαν το κενό που έχει δημιουργηθεί (γκρεμίστηκαν τα κτίσματα) ανάμεσα στον Χώρο Η και Β. Δύο τεράστια τραπέζια, που προσδοκούν να δημιουργήσουν μεγάλες παρέες, έχουν στηθεί για το κοινό, που έχουν, ασφαλώς, την προσωπική σφραγίδα του Μιχαήλ Μαρμαρινού (τα έχουμε συναντήσει σε πολλές παραστάσεις του): τα τραπέζια της γιορτής, της συνύπαρξης, της συναναστροφής, της επικοινωνίας.

Αυτές ήταν οι εκπλήξεις του εξωτερικού χώρου. Αλλά δεν ήταν οι μόνες. Γιατί μας περίμενε κι άλλη έκπληξη και μέσα στο Χώρο Δ, όπου φιλοξενήθηκε η εναρκτήρια παράσταση του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου: «Σλήμαν ΙΙΙ» του Χάινερ Γκαίμπελς, ενός από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της ευρωπαϊκής μουσικής και θεατρικής σκηνής, και του Μισέλ Σιμόν, κορυφαίου σκηνογράφου και σκηνοθέτη και στο μπαλέτο και στο θέατρο και στην όπερα.
Ένα πολλαπλό παλίμψηστο ήταν αυτή η καθηλωτική παράσταση. Το παλίμψηστο της ιστορίας, των επιδράσεων, των επιρροών, της μνήμης, των ανθρώπων και των έργων τους, έτσι όπως ανασκάφτηκαν και αναδείχθηκαν στην Τροία από τον Ερρίκο Σλήμαν, αλλά ήταν, μ’ έναν τρόπο, και το παλίμψηστο της παράστασης που δημιούργησε ο Χάινερ Γκαίμπελς, αφού, με διαφορετικές εκδοχές, ακολουθώντας λες την πορεία του θεάτρου και των θεατρικών μέσων, πρωτοπαρουσιάστηκε στη Φρανκφούρτη το 1990 με τον τίτλο «Newtons Casino», αλλά και το 1997 στην Αθήνα, στο θέατρο «Θησείον», με τον τίτλο «Εργοτάξιο Σλήμαν».
Η σκηνή, η τεράστια, έτσι κι αλλιώς, σκηνή του Χώρου Δ, είχε μεγαλώσει κι άλλο, και δύο μεγάλα ξύλινα ταμπλό έπαιζαν το ρόλο του τείχους. Στην αρχή προσπαθούμε να διακρίνουμε τι συμβαίνει πίσω από αυτό το «τείχος». Μπορούμε να δούμε όμως ένα ηχείο που κρέμεται από την οροφή και στροβιλίζεται στο ρυθμό παραδοσιακής μουσικής. Ένας στροβιλισμός που γίνεται ολοένα και εντονότερος, σαν το χορό ενός περιστρεφόμενου δερβίση. Ο Σλήμαν (Ακύλλας Καραζήσης) εμφανίζεται και ακούμε φράσεις από τα ημερολόγιά του, το έτος 1871: «… μπήκα ξαφνικά σ’ ένα στρώμα από χαλάσματα…».
Ακούγονται ταξίμια από τους μουσικούς που βρίσκονται επί σκηνής, ενώ οι δέσμες φωτός τέμνουν ιδεατά τα στρώματα της γης. Τα φώτα και οι ήχοι, παραπέμπουν στην ανάσυρση των ευρυμάτων, στα χρόνια που μεσολάβησαν, στα στρώματα πληθυσμών και πολιτισμών που πέρασαν από εκείνο το μέρος. Όλα ανακατεύονται: οι στίχοι του Ομήρου από την «Ιλιάδα», οι μουσικές –από τους «Τρώες», την όπερα του Εκτόρ Μπερλιόζ, μέχρι δημοτικά τραγούδια. Και ο Σλήμαν συνεχίζει να σκάβει, να ανασύρει, να μετακινεί ακούγοντας, την ίδια στιγμή, τους θορύβους της ιστορίας και της καθημερινότητας γύρω του.
Μια γοητευτική δίνη μουσικής, φωτισμών, ήχων, αντικειμένων που στροβιλίζονταν, λέξεων, τραγουδιών ήταν αυτή η παράσταση. Ένας χώρος ανασκαφής –ιστορικής και θεατρικής- και αποτύπωσης των ευρημάτων –εκείνων που ο Σλήμαν ανέσυρε κι αυτών που καθένας και η καθεμιά από το κοινό ανασύρει βλέποντας και ακούγοντας.
Ο Ακύλας Καραζήσης (είχε παίξει και στην παράσταση στο Θησείον το 1997) ήταν ένας συνεπαρμένος Σλήμαν. Ένας άνθρωπος παθιασμένος με ό,τι εύρισκε, με ό,τι έλπιζε να βρει. Η Λυδία Κονιόρδου ήταν η φωνή –έξοχη- των δημοτικών τραγουδιών, του πόνου, της ξενητιάς, της αγάπης. Η Ανδρομάχη Φουντουλίδου ήταν η Κασσάνδρα, ήταν η φωνή –από διάφορες οδούς- της φρίκης των πολέμων. Ο Άγγελος Κυδωνιεύς ήταν ο τρόπος που η τέχνη τραγούδησε την ιστορία. Και όλοι αποτελούσαν, μ’ έναν θεατρικό τρόπο, σπαράγματα των πολιτισμών των ανθρώπων, έτσι όπως τα αφήνουν πίσω τους σε κάθε εποχή, έτσι όπως φτάνουν σε μας αργότερα.
Τα ευρήματα, οι λέξεις, οι ήχοι, τα φώτα, οι νότες, τα τραγούδια, το πάθος των ανθρώπων, τα εργαλεία –από τους σύγχρονους βραχίονες των γερανών μέχρι τα παλιά βαρίδια των μαστόρων. Όλα αυτά συναποτελούν, σ’ αυτή την παράσταση, μιαν εμπνευσμένη και μεθυστική αποτύπωση αναζήτησης της ιστορίας, της μνήμης, των στιγμών των ανθρώπων και των πολιτισμών.
Η ταυτότητα της παράστασης
Σύνθεση – Σκηνοθεσία: Heiner Goebbels, Σκηνικά – Κοστούμια – Σχεδιασμός φωτισμού: Michael Simon, Δραματουργία: Stephan Buchberger, Βοηθός σκηνοθέτη: Αλίκη Στενού, Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Ελπίδα Δαλιάνη, Ήχος: Willi Bopp, Σχεδιασμός βίντεο: René Liebert, Φωτογραφίες παράστασης: Karol Jarek.
Παίζουν Ακύλλας Καραζήσης, Ανδρομάχη Φουντουλίδου
Τραγουδούν Λυδία Κονιόρδου, Άγγελος Κυδωνιεύς κόντρα τενόρος
Μουσικοί Ανέστης Μπαρμπάτσης μπουζούκι, Φίλιππος Φασούλας κλαρίνο






















