της Όλγας Σελλά
Την ορχήστρα του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου, την περασμένη Παρασκευή, κάλυπτε ένα τεράστιο κεκλυμμένο επίπεδο, μια επιφάνεια που δεν είναι σταθερή, που σε παρασέρνει σ’ έναν κατήφορο και που στο διάβα της έχει χαώδεις τρύπες που σε καταπίνουν. Και υπάρχουν στερεωμένα τρομπόνια δίπλα σ’ αυτές τις τρύπες. Πάνω στην ορχήστρα του θεάτρου, στην κορυφή αυτής της κατασκευής, υπήρχε μια παρουσία κυριαρχική, αγέρωχη, αμετακίνητη, καθισμένη πάνω στο μαύρο φόρεμα που απλωνόταν γύρω της: ήταν ο Θάνατος (Θεοδώρα Τζήμου), που είχε έρθει στο βασίλειο των Φερών για να πάρει μαζί του μια ζωή.
Κι από αυτό το σημείο ξεκινάει η «Άλκηστις», μια τραγική κωμωδία που πήρε τη θέση του σατυρικού δράματος στην τετραλογία με την οποία μετείχε ο Ευριπίδης, το 438 π.Χ., στα Μεγάλα Διονύσια. Ήταν το τέταρτο μέρος της τετραλογίας που παρουσιάστηκε και το μόνο που διασώθηκε. Και ήταν η πρώτη παράσταση με την οποία το Εθνικό Θέατρο έφτασε στο φετινό Φεστιβάλ Επιδαύρου και στο αργολικό θέατρο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.
Έχει έρθει να πάρει μια ζωή από εκεί ο Θάνατος. Αρχικά ήταν να πάρει τη ζωή του Άδμητου (Γιάννης Νιάρρος) του βασιλιά των Φερών, αλλά ο θεός Απόλλωνας (Κώστας Νικούλι), που έχει υπηρετήσει τον Άδμητο ως θνητός, εξασφάλισε μια αναβολή για το τέλος της ζωής του βασιλιά: αν πάρει κάποιος άλλος τη θέση του, θα του χαριστεί κι άλλος χρόνος πάνω στη Γη. Οι γονείς του αρνήθηκαν. Η μόνη που δέχθηκε να πάρει τη θέση του ήταν η γυναίκα του, η Άλκηστις (Ηρώ Μπέζου). Μάταια ο Απόλλωνας προσπαθεί να μεταπείσει τον Θάνατο, όμως εκείνος παραμένει αλύγιστος, άτεγκτος. «Όταν πεθαίνουν νέοι, το κέρδος μου είναι διπλό» λέει στον Απόλλωνα. Και η «μονομαχία επιχειρημάτων» ανάμεσα στους δύο θεούς είναι απολαυστική, εντάσσοντας σ’ αυτή τη σκηνή και το στοιχείο της ειρωνείας και της ψυχρής συναλλαγής, που ενυπάρχει στο έργο του Ευριπίδη.
Αλλά ο Θάνατος δεν μεταπείθεται. Και τραβάει τις χορδές που κινούν τις ζωές των ανθρώπων, προκαλώντας ήχους στριγκούς και ανατριχίλα, σε μια σκηνή και μουσικά και δραματουργικά και ερμηνευτικά από τις καλύτερες της παράστασης.
Στο χορό, τον μικτό χορό, ανδρών και γυναικών, αντί για χορό γερόντων όπως τον ήθελε ο Ευριπίδης, ο Δημήτρης Καραντζάς εντάσσει όλες τις φωνές της πολιτείας, που προσπαθούν να συμπαρασταθούν στο βασιλιά τους, να υμνήσουν και να μοιρολογήσουν τη βασίλισσά τους, να κατευνάσουν την ένταση ανάμεσα στον Άδμητο και τον πατέρα του, τον Φέρη (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης), αργότερα. Απαρηγόρητη και η υπηρέτρια (Δήμητρα Βλαγκοπούλου) της Άλκηστις για το τέλος της κυράς της.
Όλοι μπαίνουν και βγαίνουν μέσα από εκείνα τα χάσματα του κεκλυμμένου επιπέδου. Όλοι κινούνται προσπαθώντας να ισορροπήσουν στις ασταθείς συνθήκες της ζωής και στις ανατροπές της. Και η Άλκηστις από εκεί έρχεται, λίγο πριν το τέλος της, όταν αποχαιρετά το νυφικό κρεβάτι της, τα παιδιά της, τη ζωή. Και το μόνο που ζητάει από τον Άδμητο είναι να μη βάλει καμία άλλη στη θέση της. Κι ο Άδμητος το υπόσχεται ασμένως.
Και η Άλκηστις φεύγει από τη ζωή. «Εγώ δεν είμαι πια», είναι οι τελευταίες της λέξεις. Ο χορός την αποχαιρετά και τη θρηνεί.
Κι φτάνει τότε ο Φέρης (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης), ο πατέρας του Άδμητου, αλαζόνας, επηρμένος και αδιάφορος για ό,τι συμβαίνει γύρω του. Ο Άδμητος τον υποδέχεται οργισμένος, χρεώνει σ’ εκείνον και στην άρνησή του να θυσιαστεί για το γιο του το θάνατο της γυναίκας του. Ο διάλογος που εκτυλίσσεται, από τις πιο ωραίες σκηνές και του κειμένου και της παράστασης, είναι η υπογράμμιση του θράσους, της αλαζονείας, της φιλαυτίας και της αδιαφορίας που επικρατεί γύρω μας. «Παντρέψου κι άλλες εσύ, να ‘χεις να τις πεθαίνεις», λέει με βδελυγμία στον Άδμητο ο Φέρης, ρίχνοντας τις ευθύνες μόνο στους άλλους.
Και τότε φτάνει ο Ηρακλής, ο ημίθεος (Γιώργος Ζυγούρης). Χαρούμενος, γλεντζές, αντιμετωπίζει τη ζωή σαν γιορτή παρότι συχνά αντιμετωπίζει το θάνατο, και το δηλώνει με το ακορντεόν που φοράει στην πλάτη και «παίζει» ανάλογα με τις κινήσεις των ώμων του. Ζητάει να μείνει λίγο στο σπίτι του Άδμητου, μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει. Ο Άδμητος, σεβόμενος το θεσμό της φιλοξενίας, δεν του λέει τίποτα και ο Ηρακλής πηγαίνει στους ξενώνες του παλατιού, τρώει και πίνει –μια πλήρης παραφωνία στη συνθήκη του πένθους. Και είναι το σημείο όπου η μουσική του Παναγιώτη Μανουηλίδη γίνεται ένα μουσικό χαλί που ανακατεύει ήχους ξέφρενου γλεντιού, απ’ όλα τα είδη, απ’ όλες τις εποχές, από δημοτικά μέχρι σκυλάδικα, που δεν διακρίνονται καθαρά. Είναι η ζωογόνα φασαρία της ζωής που συνεχίζεται, δίπλα στο θάνατο, δίπλα στην απώλεια.
Κι όταν ο υπηρέτης (Αινείας Τσαμάτης), ο μόνος που θρηνεί ειλικρινά και ανιδιοτελώς για την απώλεια της Άλκηστης του αποκαλύπτει τι πραγματικά συμβαίνει στο παλάτι, ο Ηρακλής δεν χάνει λεπτό. Ανταποδίδει τη φιλοξενία στο φίλο του, πηγαίνοντας στον Κάτω Κόσμο και φέρνοντας –στις πλάτες του, σαν σφάγειο- την Άλκηστη. «Στον φίλο πρέπει να μιλάμε ελεύθερα, κι όχι να κρύβουμε την πληγή μας», λέει στον Άδμητο, μαλώνοντάς τον που του απέκρυψε το πένθος του. Και είναι εκείνη τη στιγμή που ακούγονται τα τρομπόνια, παιανίζοντας την επιστροφή και την ανάσταση.
Ο Άδμητος, ξεχνώντας πολύ σύντομα τους όρκους του, και μη αναγνωρίζοντας ότι η γυναίκα που φέρνει ο Ηρακλής είναι η Άλκηστις, την γλυκοκοιτάζει, έτοιμος να τη βάλει στο σπίτι και το κρεβάτι του. Η Άλκηστις επέστρεψε, προδομένη ξανά. Σ’ αυτό το σημείο, όμως, υπήρχε μια σημαντική σκηνική αφαίρεση: αυτή του πέπλου που φοράει η Άλκηστις όταν επιστρέφει από τον Άδη. Γι’ αυτό δεν την αναγνωρίζει αρχικά ο Άδμητος. Στην παράσταση του Δημήτρη Καραντζά, η Άλκηστις δεν κρύβει με κανέναν τρόπο το κεφάλι της (απλώς το στρέφει ελαφρά προς άλλη κατεύθυνση), δημιουργώντας απορία στο γιατί δεν την αναγνωρίζει ο Άδμητος. Μια επιλογή που προκάλεσε απορία και κενό.
Η «Άλκηστις» του Ευριπίδη είναι ένα έργο που ακροβατεί –ακριβώς όπως οι ηθοποιοί στο σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη- ανάμεσα στο τραγικό και στο κωμικό. Ανάμεσα στο ειρωνικό και στο ειλικρινές. Ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Ανάμεσα σ’ εκείνους που παίρνουν τις αποφάσεις και σ’ εκείνους που τις υφίστανται. Έδωσε η παράσταση του Δημήτρη Καραντζά αυτό το δυισμό, αυτή την ακροβασία, αυτό το διαρκές μεταίχμιο; Όχι ακριβώς, όχι σε όλα τα σημεία. Σε στιγμές μόνο (σε σκηνές καλύτερα).
Το εντυπωσιακό σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη (που μας έχει δώσει συναρπαστικά θεατρικά περιβάλλοντα ως τώρα) ήταν μια πολύ ωραία ιδέα αρχικά, όμως ο τεράστιος όγκος του υπονόμευσε την αρχική σύλληψη, φορτώνοντας υπερβολικά την ορχήστρα της Επιδαύρου, μπλοκάροντας τη διέξοδο του βλέμματος. Εξίσου θαυμάσια ήταν η ιδέα και του κοστουμιού και της θέσης που είχε ο Θάνατος στη σκηνή, όμως δίπλα στο ήδη τεράστιο σκηνικά, δημιούργησε άλλον έναν μεγάλο όγκο, που επέτεινε τον οπτική ασφυξία. Γύρω από αυτό το σκηνικό και περιμετρικά της ορχήστρας υπήρχαν κάποιες σιδερένιες κατασκευές, σαν κρήνες (που συνδέονταν ίσως με τα ταφικά έθιμα και το πλύσιμο των νεκρών), σαν κλεψύδρες (για το τέλος του επίγειου χρόνου), που χάθηκαν μέσα στο υπόλοιπο σκηνικό και δεν έγινε διακριτός ο ρόλος τους.
Το δεύτερο ζήτημα ήταν η μη ξεκάθαρη ανάδειξη της ειρωνείας που διατρέχει το κείμενο και ειδικά τον ρόλο του Άδμητου. Η ασαφής συμπεριφορά του Άδμητου (βασικό στοιχείο του έργου) δεν μεταφέρθηκε στην πλατεία, παρά μόνο στη σκηνή με τον Φέρη και όταν επιστρέφει ο Ηρακλής με την Άλκηστη στις πλάτες του. Ο πολύ καλός ηθοποιός Γιάννης Νιάρρος δεν έπεισε σε όλη τη διάρκεια της παράστασης ότι υποκρίνεται στο θρήνο του, ότι κοροϊδεύει και τον εαυτό του και τους άλλους, ότι θυσιάζει τη γυναίκα του ελαφρά τη καρδία, ενδιαφερόμενος μόνο για τη δική του παραμονή επί της Γης.
Η Ηρώ Μπέζου, στη σύντομη παρουσία της, μετέδωσε πειστικά, με σπαραγμό και αξιοπρέπεια, την αυταπάρνηση, αλλά και την αγωνία της μπροστά στο θάνατο. Ο Γιώργος Ζυγούρης και ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης απέδωσαν έξοχα τους ρόλους τους, ο πρώτος τον ανάλαφρο Ηρακλή και ο δεύτερος τον αλαζόνα Φέρη, δημιουργώντας δύο απολαυστικές περσόνες, τις οποίες ενίσχυσαν και τα κοστούμια τους. Ο Αινείας Τσαμάτης και η Δήμητρα Βλαγκοπούλου ήταν ο ειλικρινής ανθρώπινος πόνος, η γήινη θωριά των πραγμάτων, μέσα σ’ έναν κόσμο υποκρισίας και διπροσωπίας. Και ήταν και οι δύο θαυμάσιοι. Όσο για τη Θεοδώρα Τζήμου, έφερε πραγματικά τη δεσποτική και ψυχρή συμπεριφορά του θανάτου και την απόλυτη επίγνωση της ισχύος του. Δεν χρειαζόταν να φωνάξει. Μιλούσε ψιθυριστά και προκαλούσε ανατριχίλα.
Την ατμόσφαιρα του θρήνου, της θλίψης, του πένθους και του ερέβους, ενίσχυσαν και οι φωτισμοί, που κινήθηκαν κυρίως στη σκοτεινιά, το ημίφως, την υποφωτισμένη ατμόσφαιρα. Το ίδιο και τα χορικά, που ήταν κυρίως θρηνητικά (πολύ ωραία), όπως πολύ ωραία, όπως πάντα, ήταν και η κίνηση του Τάσου Καραχάλιου, την οποία υποστήριξαν αξιοθαύμαστα, σε δύσκολες σκηνικές συνθήκες, όλοι οι ηθοποιοί. Εξίσου ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη ήταν οι μουσικές του Παναγιώτη Μανουηλίδη.
Όσο για τις τελευταίες φράσεις της παράστασης, («Ο κόσμος συνεχίζει/ο κόσμος τελειώνει. Το λουλούδι ανθίζει/ το λουλούδι μαραίνεται. Όλα μοιάζουν ζωντανά. Όλα είναι βία») ακούστηκαν ξεκρέμαστες, γενικές, χωρίς επαρκή σύνδεση με όσα προηγήθηκαν. Αυτή η παράσταση του Δημήτρη Καραντζά είχε πολύ ωραίες ιδέες, πολλή δουλειά, θαυμάσια εκτέλεση, αλλά άφηνε ένα αίσθημα μετεωρισμού και αμηχανίας. Ίσως επειδή έγερνε περισσότερο στη μελαγχολία και στη σκληρότητα, μη δίνοντας το χώρο που χρειαζόταν στη διαβρωτική (και λυτρωτική) ειρωνεία.

Η ταυτότητα της παράστασης
Απόδοση – Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς, Σύμβουλος δραματουργίας: Γκέλυ Καλαμπάκα, Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη, Μουσική-ηχητικές κατασκευές: Παναγιώτης Μανουηλίδης, Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος, Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου, Ηχητικός σχεδιασμός: Άγγελος Κονταξής, Φωνητική Επεξεργασία: Μελίνα Παιονίδου, Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια, Βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνα Κάλτσιου, Βοηθός φωτίστριας: Μαριέττα Παυλάκη, Βοηθός ενδυματολόγου: Δήμητρα Σταυρίδου.
Παίζουν: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης (Φέρης), Δήμητρα Βλαγκοπούλου (Υπηρέτρια), Γιώργος Ζυγούρης (Ηρακλής), Ηρώ Μπέζου (Άλκηστις), Γιάννης Νιάρρος (Άδμητος), Κώστας Νικούλι (Απόλλων), Αινείας Τσαμάτης (Υπηρέτης), Θεοδώρα Τζήμου (Θάνατος).
φωτο Ανδρέας Σιμόπουλος
Επόμενοι σταθμοί περιοδείας:
– 23 Ιουλίου, Θέατρο Βράχων «Μελίνα Μερκούρη»
– 29 Ιουλίου, Αρχαίο Θέατρο Δωδώνης




















