Σάββατο, 1 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ Μικρή Επίδαυρος: «1961», Κ. Σελαμσής, Χ. Φραγκούλης – Μουσικό και εικαστικό παραμύθι...

Μικρή Επίδαυρος: «1961», Κ. Σελαμσής, Χ. Φραγκούλης – Μουσικό και εικαστικό παραμύθι (της Όλγας Σελλά)

0
10

 

της Όλγας Σελλά

Ο σκηνικός χώρος στο Μικρό Θέατρο της Παλαιάς Επιδαύρου, στη Μικρή Επίδαυρο όπως την ξέρουμε όλοι, είναι ιδιαίτερος, δύσκολος και γοητευτικός. Και ταυτοχρόνως δίνει πολλές δυνατότητες αξιοποίησης.

Εκεί, σ’ αυτόν τον τόπο που συμπυκνώνει τόσες πολλές εποχές και τ’ απομεινάρια του πολιτισμού της καθεμιάς, ο Κορνήλιος Σελαμσής έντυσε μουσικά το λιμπρέτο του Γιάννη Αστερή και ο Χάρης Φραγκούλης σκηνοθέτησε μια ιστορία που έρχεται από το 1961 και έχει ακριβώς αυτόν τον τίτλο: «1961». Μια ιστορία αγάπης, μιας ιστορίας απώλειας, μιας ιστορίας ενθυμημάτων.

Και κάπως έτσι, με αναφορές σε ενθυμήματα (κειμενικά, μουσικά, οπτικά, αισθητικά) στήθηκε αυτή η παράσταση. Διόλου τυχαία άλλωστε, τα μουσικά όργανα σκορπίστηκαν σ’ όλη την επιφάνεια του σκηνικού χώρου. Οι συντελεστές της παράστασης την είχαν φανταστεί να πραγματοποιείται σε κάποιο από τα XENIA που άπλωσε ο Άρης Κωνσταντινίδης σε διάφορες περιοχές της χώρας εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’60, απομεινάρια –όσα διασώζονται- μιας αισθητικής στα μέτρα τα ανθρώπινα και τα υλικά τα οικεία. [Και πράγματι την φαντάζομαι στο XENIA Ναυπλίου, εκεί δίπλα στη θάλασσα της Αρβανιτιάς, και οι υπέροχες μουσικοί να βγαίνουν από τις καμπίνες των λουόμενων].

Ταιριαστός όμως ήταν και ο χώρος της Μικρής Επιδαύρου, που αξιοποιήθηκε σε κάθε γωνιά του. Στη σκηνή υπάρχουν μόνο γυναίκες: και οι ηθοποιοί, και οι μουσικοί και ο χορός των νεαρών κοριτσιών. Και στην πρώτη σειρά του κοίλου καθόταν ο Κορνήλιος Σελαμσής και διεύθυνε.

Για έναν έρωτα παθιασμένο που διακόπηκε πρόωρα και απότομα κι «έμεινε έν’ άρωμα πικρό στα μυστικά του ύπνου» μιλάει αυτό το έργο. Και οι μουσικές συνοδεύουν τις αναμνήσεις, κι οι νότες βαδίζουν σε διαδρομές που μας γυρίζουν επίσης σ’ εκείνη την εποχή. Κι άλλοτε θυμίζουν Νέο Κύμα, άλλοτε όπερα, άλλοτε μπαλάντα, άλλοτε κλασικούς ήχους. Σκόρπια είναι και τα σκηνικά αντικείμενα που εμφανίζονται: το καλάθι του πικ-νικ, το στρώμα θαλάσσης, οι σκάφες οι αλουμινένιες, το άπλωμα των ρούχων και των εσωρούχων. Και υπάρχουν και άλλα σκόρπια κομμάτια σε όλο το χώρο της σκηνής της Μικρής Επιδαύρου, και μέσα και πάνω από την ορχήστρα, στον προαύλιο χώρο της μικρής οικίας που δεσπόζει στο βάθος. Και κάποια στιγμή όλα αυτά συνθέτουν ένα γλυπτό περίεργο, αλλόκοτο, που ερχόταν από κάπου πολύ μακριά.

Μια παραμυθητική αφήγηση ήταν αυτή η παράσταση, με το λόγο  ν’ ακολουθεί το ρυθμό της μουσικής. Η Μαρία Σκουλά έκανε όργανο το σώμα της ακολουθώντας τους ήχους, έκανε όργανο τη φωνή της ακολουθώντας τη μουσική. Η Μαρία Αρζόγλου, η δεύτερη όψη της ίδιας γυναίκας, η δεύτερη φωνή της, ήταν η αισθητική αποτύπωση εκείνης της εποχής, και έφερε με δροσιά και ευαισθησία αυτή την πτυχή. Και ήταν κι εκείνη η φωνή που ακούστηκε δύο φορές στην παράσταση, μια φωνή που σε διαπερνούσε, που ξεφύλλιζε λες προς τα πίσω την ιστορία των ερώτων και των ανθρώπων. Ήταν η σπουδαία Άννα Κοκκίνου που δάνεισε τη φωνή της σ’ αυτή την αφήγηση, και μας χάρισε δύο από τις πιο γοητευτικές στιγμές της παράστασης.

Και τα υπέροχα κορίτσια που μας χάρισαν τους ήχους του ακορντεόν, του πιάνου, του κλαρινέτου, του τσέλου, των κρουστών και της γοητευτικής άρπας έπαιξαν με τα πλήκτρα, τις χορδές και τους φωτισμούς. Και δημιούργησαν ένα περίεργο όσο και γοητευτικό στερέωμα, όπως εκείνο το ψηφιακό που στάθηκε για λίγο πάνω από τα κεφάλια μας στη Μικρή  Επίδαυρο και μετά αυτοδιαλύθηκε, όπως οι αναμνήσεις. Το λιμπρέτο του Γιάννη Αστερή, ποιητικού ύφους στο μεγαλύτερο μέρος του, ήταν αρκετά αποσπασματικό και σε αρκετές στιγμές σουρεαλιστικό ή ακατανόητο. Προφανώς επειδή ενέταξε, όπως και η μουσική της  παράστασης, αποσπάσματα κειμένων (ή τραγουδιών, ή θραυσμάτων έργων) της εποχής στην οποία παραπέμπει ο τίτλος της παράστασης: «1961». Θεμιτό και αντιληπτό, ίσως όμως θα έπρεπε να μοιράζεται στην είσοδο μια σελίδα χαρτί, που να πληροφορεί για τα κείμενα και τα μουσικά έργα που εντάχθηκαν σ’ αυτή την πινακοθήκη θραυσμάτων και αναμνήσεων. Θα βοηθούσε ώστε να ενταχθούμε περισσότερο στις νύξεις του κειμένου και της μουσικής.

Εκτός από αυτό το σημείο, που δεν είναι αμελητέο, όλη η υπόλοιπη παράσταση έδωσε τις πτυχές που επιθυμούσε ν’ αγγίξει. Άλλες φορές υπαινικτικά, άλλες φορές ευθέως. Και η παράσταση έπλασε ένα μουσικό και εικαστικό παραμύθι  για μια εποχή που μοιάζει να είναι πολύ μακρινή, αλλά συνεχίζουμε να κουβαλάμε αρκετές από τις στιγμές της.

Η ταυτότητα της παράστασης

Σύνθεση:  Κορνήλιος Σελαμσής, Λιμπρέτο:  Γιάννης Αστερής, Σκηνοθεσία:  Χάρης Φραγκούλης, Διαμόρφωση χώρου:  Κώστας Λαμπρίδης, Ελένη Παπαναστασίου, Κοστούμια:  Ιωάννα Τσάμη, Φωτισμοί:  Στέφανος Δρουσιώτης, Σχεδιασμός ήχου:  Brian Coon, Βοηθός σκηνοθέτη:  Κωστής Γλύκαντζης, Β΄ βοηθός σκηνοθέτη:  Κατερίνα Κρανίδη, Φωνητική διδασκαλία:  Απόστολος Κίτσος, Φωτογραφίες: Karol Jarek.

Παίζουν:  Μαρία Αρζόγλου, Μαρία Σκουλά
Παίζουν οι μουσικοί:  Άρτεμις Βαβάτσικα Ακορντεόν, Κατερίνα Κωνσταντούρου Πιάνο, Σίσσυ Μακροπούλου Άρπα, Δάφνη Μέγγου Κλαρινέτο, Μαρία Σκανδάλη Τσέλο, Καζούγιο Τσουνεχίρο Κρουστά

Οργάνωση παραγωγής:  Κατερίνα Κούρτη
Εκτέλεση παραγωγής:  Apparat Athen / Νικόλας Χανακούλας

Σε συνεργασία με την Ανώτερη Ιδιωτική Σχολή Δραματικής Τέχνης ΤΕΧΝΩΝ ΕΚΑΤΟ, συμμετέχουν οι φοιτήτριες του Β’ έτους: Μαρία Βουτσινά, Νεφέλη Γεωργιάδου, Κατερίνα Γκιβάλου, Ελπίδα Δέδε
Αριάννα Ζαρμακούπη, Λήδα Καραγιάννη-Καραγιαννοπούλου, Βίκυ Κρασάκη, Χριστίνα Μπουκακιώτη, Λυδία Πετροπούλου, Μαρία Σοφία Πιπερίδη, Μελίνα Σεϊμένη, Αριάδνη Χριστοφορίδου

 

Προηγούμενο άρθροΠολυχρόνης Κουτσάκης, Η πάλη με τη γλώσσα σε ξένο τόπο (συνέντευξη στην Βασιλική Βασιλούδη)
Επόμενο άρθροΜΆννα (διήγημα της Αναστασίας Δανάλη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ