Σάββατο, 11 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ “Με δυο μπαμπάδες” (της Βαρβάρας Ρούσσου)

“Με δυο μπαμπάδες” (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
265

 

της Βαρβάρας Ρούσσου

Το μυθιστόρημα Με δυο μπαμπάδες συνδυάζει τη γρήγορη πλοκή και το απλό ύφος με πολιτικά ζητήματα που απασχολούν τις σύγχρονες κοινωνίες στην πολυπολιτισμική Δύση. Καταστάσεις όπως η γονεϊκότητα, η οικογένεια στη Γαλλία, και μάλιστα σε ένα παρισινό προάστιο, η κοινωνική διαστρωμάτωση δηλαδή το ταξικό, η εφηβεία, ο πρώτος έρωτας, η γλώσσα ως συγκρότηση ταυτοτήτων και φορέας σχέσεων εξουσίας και το ακανθώδες μεταναστευτικό αποτελούν τον πυρήνα του βιβλίου του οποίου το καίριο ερώτημα είναι μέσα σε πόσες συγκρουόμενες ταυτότητες μπορεί να μεγαλώνει ένας Γάλλος μαύρος έφηβος που έχει δυο μπαμπάδες;

Η πλοκή ξεκινά ως πρωτοπρόσωπη αφήγηση του 14χρονου Μπορίς καθώς καταθέτει μια αναφορά σχετικά με τον πατέρα του. Ο Μπορίς έχει έρθει στα επτά του από το Κονγκό με πρόσκληση του θείου του Φουλζάνς ο οποίος παρουσιάστηκε στις αρχές ως πατέρας του, παντρεμένος με λευκή Γαλλίδα που, θεωρώντας τον γιο του αγαπημένου της, τον υιοθέτησε. Τη χτισμένη με αυτή τη σχέση οικογενειακή ρουτίνα βασισμένη στην αγάπη, όπως τη σκιαγραφεί μέσα από περιστατικά της καθημερινότητας που διηγείται ο Μπορίς, τη διαταράσσει η αιφνίδια άφιξη του βιολογικού πατέρα και αδελφού του Φουλζάνς, του Ντανιέλ, παράνομου μετανάστη σε ένα δυτικό πλαίσιο που δυσκολεύεται να κατανοήσει. Η αλήθεια που τα δυο μέλη της οικογένειας, όσο και ο περίγυρος, τη γνωρίζουν αποκαλύπτεται και στη μητριά του μικρού. Έτσι η οικογενειακή ισορροπία ανατρέπεται και το ερώτημα της πατρότητας περνά στο κέντρο του βιβλίου.

Από το σημείο αυτό και εξής στην ήδη περίπλοκη κατάσταση εμπλέκεται και ο πρώτος έρωτας του Μπορίς με μια συνομήλικη από το κέντρο του Παρισιού, δηλαδή σε άλλη κοινωνική και οικονομική θέση, φέρνοντας στο προσκήνιο ανάγλυφα τις φυλετικές, κοινωνικές, γλωσσικές και οικονομικές διαφορές. Η αθωότητα συμβαδίζει με τη συνείδηση των διαφορών, το συναίσθημα και από τις δυο πλευρές φαίνεται, ως ένα βαθμό, αλλά πρόσκαιρα, να γεφυρώνει το χάσμα. Ο έρωτας με την Ορτάνς δεν είναι μόνο εφηβικός έρωτας. Είναι η διάσχιση των ορίων προς έναν άλλο κοινωνικό χώρο και παράλληλα απόπειρα ταξικής διασταύρωσης. Το Μουσείο Ορσέ, όπου πρωτοσυναντιούνται, φορέας γαλλικότητας και εθνικής μνήμης, το 16ο διαμέρισμα της Ορτάνς, η κοσμική/αστική Γαλλία από τη μία, το Μποντύ από την άλλη, το προάστιο και το κέντρο λειτουργούν σχεδόν ως σκηνές κοινωνικής αναγνώρισης ή αποκλεισμού. Οι χώροι και οι διασχίσεις των ορίων τους διατρέχουν όλο το βιβλίο.

Ο Μπορίς αφηγείται με ειρωνεία και τρυφερότητα, εφηβική θλίψη και αμφισβήτηση αλλά χωρίς οργή και βίαια ξεσπάσματα, σε μια γλώσσα των προαστίων, υβρίδιο κονγκολέζικων και προαστιακών γαλλικών, μια νεανική γλώσσα που εκ των πραγμάτων υπογραμμίζει την πολιτική πλευρά του βιβλίου. Το αγόρι γνωρίζει καλά τις δεσμεύσεις του, αποδέχεται το χώρο του, την αφρικανικότητά του ως Κονγκολέζου παράλληλα με τη γαλλική του ταυτότητα. Αυτή η μεταιχμιακότητα και τα διαρκώς μετακινούμενα όρια αποδίδονται σε λόγο με έντονα στοιχεία προφορικότητας, ακόμη και χιούμορ, αναδεικνύοντας την νεανική κοινωνιόλεκτο των γαλλικών προαστείων. Με όρους Bourdieu τόσο η γεωγραφία των χώρων όσο και η κοινωνιόλεκτος του Μπορίς δείχνουν ότι το κοινωνικό και το γλωσσικό κεφάλαιο κατανέμονται άνισα και παράγουν διάκριση και αποκλεισμούς (Bourdieu 1979, 1982/1991).

Στην αφήγηση λοιπόν υπάρχουν συμπλεκόμενοι βασικοί άξονες: πατρότητα και συγγένεια, όχι ως βιολογικό δεδομένο αλλά ως σχέση ανατροφής, φροντίδας και αναγνώρισης, μετανάστευση και αγώνας για τη νομιμοποίηση, παράνομη εργασία και εκμετάλλευση, καθώς και η ταξική/φυλετική/κοινωνική γεωγραφία του Παρισιού, με το Μποντύ και το 16ο διαμέρισμα να λειτουργούν ως δύο σχεδόν ασύμβατοι κόσμοι. Έτσι Κονγκό/Γαλλία, μαύρο/λευκό, προάστιο/κέντρο, ενήλικος κόσμος/έφηβος δεν παρατίθενται απλώς ως αντιθέσεις, αλλά συνυπάρχουν στο ίδιο αγόρι που επιχειρεί να ισορροπήσει.

Η οικογένεια γίνεται ο πυρήνας, το βασικό σημείο αναφοράς όπου δεν είναι μόνο οι βιολογικοί δεσμοί το συνδετικό στοιχείο αλλά το συνανήκειν και το συναίσθημα. Δεν εμφανίζεται ως φυσική σταθερά, αλλά ως πεδίο διαπραγμάτευσης: ο Μπορίς έχει έναν πατέρα που τον μεγάλωσε και έναν πατέρα που επιστρέφει. Αυτό δεν δημιουργεί απλώς ένα συναισθηματικό δίλημμα, αλλά ένα ερώτημα για το τι σημαίνει συγγένεια. Στο ίδιο πλαίσιο επισημαίνονται ο εγκλιματισμός και η ενσωμάτωση του Μπορίς αλλά και του Φουλζάνς στη γαλλική ζωή και νοοτροπία και η αντίσταση του Ντανιέλ, προσκολλημένου ακόμη στα ήθη της πατρίδας του. Σημείο αιχμής γίνεται και ο τρόπος άσκησης της πατρικής εξουσίας στη Γαλλία και το Κονγκό όπως τα κατανοεί ο έφηβος Γαλλοκονγκολέζος και οι δυο ενήλικοι Κονγκολέζοι αδελφοί, ο ένας ενταγμένος, ο άλλος άρτι αφιχθείς.

Το μεταναστευτικό, ήδη συνδεδεμένο με την πατρότητα και τα χαρτιά/ άδεια παραμονής, δεν δηλώνει μόνο μετακίνηση από μια χώρα σε μια άλλη, αλλά διαποτίζει κάθε σχέση, περνά μέσα από την οικογένεια, τη γλώσσα, τα χαρτιά, το σώμα, το βλέμμα των άλλων ως κατάσταση ενδιάμεση: ανάμεσα σε Κονγκό και Γαλλία, προάστιο και Παρίσι, οικογένεια και κοινωνία. Ο έφηβος χαρακτήρας δεν είναι απλώς «παιδί μεταναστών». Είναι παιδί που καλείται να μεταφράζει συνεχώς τον εαυτό του, όπως λέει μόλις στην αρχή του βιβλίου. Η μετανάστευση λειτουργεί ως διπλή απουσία όπως έχει δείξει ο Abdelmalek Sayad. Ο μετανάστης δεν ανήκει πλήρως ούτε στον τόπο προέλευσης ούτε στον τόπο εγκατάστασης, και αυτή η εκκρεμότητα περνά στο σώμα, στη γλώσσα και στην οικογένεια (Sayad 1999).

Αυτή η διαπίστωση δεν ισχύει μόνο για τους κεντρικούς ήρωες αλλά και για τα άλλα πρόσωπα που τους πλαισιώνουν, φίλους και συγγενείς από το Κονγκό που λειτουργούν  ως μνήμη και επαναφορά της πατρίδας σε αντίθεση μάλιστα με τη λευκή Γαλλίδα Μπεατρίς μητριά του Μπορίς που αδυνατεί να κατανοήσει τη νοοτροπία των Αφρικανών.

Ο Μουκεντί με τρόπο διόλου δραματικό ή διδακτικό μιλάει για ένα συχνό φαινόμενο, για την καθημερινότητα των συμπατριωτών του που αφήνουν τη χώρα τους αλλά νοερά γυρίζουν πάντα εκεί. Μιλάει για κάθε παιδί που αφήνει την πατρίδα του, συχνά και τους γονείς του και ζει με θείους, αδελφούς ή άλλους συγγενείς, ίσως και με άλλη ταυτότητα αναζητώντας καλύτερες συνθήκες.

Η μετάφραση του βιβλίου από τον Άγγελο Μουταφίδη επιχείρησε να αποδώσει την εφηβική πολυεθνοτική κοινωνιόλεκτο των προαστίων, πράγμα σίγουρα ιδιαίτερα δύσκολο αφού, μεταξύ άλλων, κάθε μεταφορά στην περίπου αντίστοιχη ελληνική γλώσσα των νέων και πάλι πιθανόν προσδιορισμένη χωρικά (βλ. διάσταση Βορείων προαστείων με νότια ή δυτικά) θα άφηνε εκτός σημεία κρίσιμα για τους μαύρους νεαρούς μετανάστες των παρισινών προαστείων. Αυτό που μεταφέρθηκε όμως είναι η απλή, νεανική φωνή του Μπορίς που θέλει να είναι κουλ, που ζει την εποχή του και την ηλικία του. Όσο και αν βρίσκουμε το ενήλικο βλέμμα να έχει κάπου εμποτίσει την εφηβική ματιά, η φρεσκάδα της αφήγησης παρασύρει και στην ελληνική μετάφραση.

Το Με δύο μπαμπάδες δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα για έναν έφηβο που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο πατρικές μορφές. Είναι ένα βιβλίο για το πώς συγκροτείται ένα εφηβικό υποκείμενο όταν μεγαλώνει ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες, τάξεις, χρώματα, οικογένειες, αφηγήσεις και εκδοχές του παρελθόντος. Η ταυτότητα δεν εμφανίζεται ως ουσία ή καταγωγική σταθερά, αλλά ως τοποθέτηση μέσα σε ιστορικές, φυλετικές και πολιτισμικές σχέσεις. Οι «δύο μπαμπάδες» δεν είναι μόνο δύο πρόσωπα. Είναι δύο τρόποι καταγωγής, δύο τρόποι πατρότητας, δύο τρόποι να ανήκεις και να μην ανήκεις.

Μουκεντί, Με δυο μπαμπάδες μτφρ. Άγγελος Μουταφίδης εκδ. θίνες 2026

Προηγούμενο άρθροΗ δύναμη του συγκεκριμένου – Το συγκεκριμένο και το γενικό (γράφει ο Ι. Θ. Ευδοκιμίδης )
Επόμενο άρθρο “Η σκληρή μελαγχολία του θέρους” (γράφει ο Βασίλης Κιζήλος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ