Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Έρωτας (και βία) πίσω από τα κάγκελα (του Θανάση Μήνα)

Έρωτας (και βία) πίσω από τα κάγκελα (του Θανάση Μήνα)

0
40
Μεξικανοί κρατούμενοι στις φυλακές

του Θανάση Μήνα

«Η φλόγα ενός σπίρτου κρατάει μόνο μερικά δευτερόλεπτα, αλλά είναι ικανή να πυρπολήσει το δάσος».

Η Μαρίνα και ο Χοσέ Κουαουτέμοκ προέρχονται από αντίθετους κόσμους. Εκείνη: σύζυγος, μητέρα τριών παιδιών, διάσημη μοντέρνα χορεύτρια, καλλιεργημένη αστή με αξιοζήλευτη οικονομική θέση. Εκείνος: μιγάς, ταπεινής καταγωγής, μοναχικός, σε αιώνια σύγκρουση με τον πατέρα του, κατάδικος καταδικασμένος σε πενήντα χρόνια φυλάκιση. Φυσικό, ακατέργαστο ταλέντο στη λογοτεχνία.

Από τη στιγμή που τα βλέμματά τους συναντιούνται, μια ισχυρή σεξουαλική και πνευματική έλξη γεννιέται μέσα τους. Εν μέσω διακίνησης ναρκωτικών και οργανωμένου εγκλήματος, ο έρωτάς τους θα βρει καταφύγιο στην ίδια φυλακή όπου είναι έγκλειστος ο Χοσέ Κουαουτέμοκ. Αυτές οι τόσο διαφορετικές πραγματικότητες θα βυθιστούν σε μια συναρπαστική ιστορία αγάπης που θα μεταμορφώσει τις ζωές τους και θα τις οδηγήσει σε ένα μονοπάτι που δεν είχαν ποτέ φανταστεί στο ταραγμένο και επικίνδυνο περιβάλλον του σύγχρονου Μεξικού .

Το λογοτεχνικό ταλέντο του Γκιγιέρμο Αριάγκα είναι αναμφισβήτητο – όπως γνωρίζουμε από τα κινηματογραφικά του σενάρια. Ως μυθιστόρημα, το Να σώσουμε τη φωτιά, μέσα από μια δύσκολη και παθιασμένη ιστορία αγάπης , εμβαθύνει στις κοινωνικές σχέσεις του Μεξικού, παρουσιάζοντας μια σκληρή πραγματικότητα που πολλοί άνθρωποι αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν εξαιτίας της έλλειψης άλλων επιλογών.

Το μυθιστόρημα είναι πολυφωνικό, με τρεις φωνές που μας δίνουν μια σφαιρική εικόνα της πλοκής και παίζοντας με τον χρόνο και τις οπτικές γωνίες που κυμαίνονται μεταξύ πρώτου και τρίτου ενικού προσώπου. Ο Αριάγα χρησιμοποιεί ένα ευρύ λεξιλόγιο που εκτείνεται από τη μάγκικη αγγλο-ισπανική σλανγκ των νάρκος μέχρι τις πιο πλούσιες, ποιητικές περιγραφές.

Οι τρεις φωνές των αφηγητών ανήκουν στη Μαρίνα, τον Φρανσίσκο (αδελφό του Χοσέ Κουαουτέμοκ) και έναν τριτοπρόσωπο αφηγητή. Από αυτές τις τρεις φωνές, η Μαρίνα και ο Φανσίσκο θα μπορούσαν να θεωρηθούν καλλιεργημένες και εκλεπτυσμένες, εύκολες στην κατανόηση παρά τη χρήση τυπικών ιδιωματισμών. Η τρίτη φωνή ξεχωρίζει ιδιαίτερα για τη χρήση βασικής και συχνά σκληρής γλώσσας —χαρακτηριστικής των περιθωριοποιημένων γειτονιών του Μεξικού— η οποία ενισχύει τον ρεαλιστικό χαρακτήρα της πλοκής.

Από την οπτική γωνία της Μαρίνας, η ιστορία εξερευνά τις πιο αρχέγονες και ερωτικές πτυχές της γυναικείας σεξουαλικότητας, την αντιπαράθεση μεταξύ πραγματικότητας και επιθυμίας, και την αφύπνιση σε μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική από τη δική της. Η αφήγηση του Φρανσίσκο, από την άλλη πλευρά, αποκαλύπτει μια πιο ψυχολογική και τραυματική πλευρά, που καθοδηγείται κυρίως από την παιδική του ηλικία, καθώς και έντονα συναισθήματα υπέρβασης των αντιξοοτήτων και εσωτερικής πάλης . Ο τριτοπρόσωπος, ουδέτερος αφηγητής, από την πλευρά του, παρουσιάζει μια πολύ ευρύτερη προοπτική, αντιπαραβάλλοντας τους δύο κόσμους που διέπουν τη ζωή των πρωταγωνιστών: τον όμορφο και λεπτό κόσμο του χορού με τον άγριο και βάναυσο κόσμο της φυλακής. Η ιστορία αναδεικνύει επίσης τις διαφορές στην κοινωνική τάξη και άλλα θέματα όπως η εμπορία ναρκωτικών , η διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα .

Ο συγγραφέας εν γνώση του ενδίδει σε ορισμένα συνηθισμένα κλισέ της περιπετειώδους ρομαντικής λογοτεχνίας – που όμως ταιριάζουν με τη μυθοπλασία του. Σε κάποιο σημείο αναφέρεται και το Μπόνι & Κλάιντ. Από τη μία πλευρά, έχουμε τον Χοσέ Κουαουτέμοκ, έναν γυμνασμένο, δυνατό, ξανθό πρωταγωνιστή με μπλε μάτια και ξεχωριστά ιθαγενή χαρακτηριστικά, του οποίου η προσωπικότητα είναι αποφασιστική, αλαζονική και βίαιη, αλλά βαθιά μέσα του είναι ένας ρομαντικός ονειροπόλος που καταπιέζεται από την πραγματικότητα που τον περιβάλλει.

Μεγάλο ρόλο στην κατανόηση των χαρακτήρων παίζουν οι αναδρομικές αφηγήσεις, κυρίως αυτές που αφορούν τη αρχικά καταπιεστική και κατόπιν συγκρουσιακή σχέση του Χοσέ Κουατέμοκ με τον πατέρα του. Ο τελευταίος, ένας μαχητικός ιθαγενής διανοούμενος, είναι πολύ αυστηρός στην ανατροφή των παιδιών του, θέλοντας να τους μεταβιβάσει το δικό του σθένος και τις ακλόνητες ηθικές του αρχές. Ως πρότυπό του έχει τον πρώτο πρόεδρο του ανεξάρτητου Μεξικού, τον εθνικό ήρωα Μπενίτο Χουάρες, ο οποίος επίσης κατά το ήμισυ είχε ινδιάνικη καταγωγή.  Γίνεται όμως τόσο καταπιεστικός προς την υπόλοιπη οικογένεια, που έρχεται σε ρήξη με τον Χοσέ Κουατέμοκ – τον οποίο ο Αριάγα συμβολικά ονοματίζει από τον τελευταίο αυτοκράτορα των Αζτέκων, ο οποίος αντικαταστάθηκε στους Ισπανούς κονκισταδόρες.

Ο Χοσέ Κουατέμοκ φυλακίστηκε για τη δολοφονία του πατέρα του, ο οποίος ήταν ένας διακεκριμένος ιθαγενής μελετητής. Στη φυλακή γνωρίζεται με τον επονομαζόμενο Μηχανάκια, επίλεκτο εκτελεστή ενός καρτέλ. Ο Μηχανάκιας βοηθά τον Χοσέ μόλις αποφυλακίζεται και γίνονται επιστήθιοι φίλοι∙ όμως ένας αστάθμητος παράγοντας θα τους χωρίσει για πάντα και θα πυροδοτήσει την κεντρική ιστορία καταδίωξης του μυθιστορήματος. Πριν όμως τα σπάσουν, προσπαθώντας να υπερασπιστεί τον Μηχανάκια, ο Χοσέ δολοφονεί έναν νεαρό μισθοφόρο δολοφόνο και έναν αστυνομικό διοικητή και επιστρέφει στη φυλακή με ποινή πενήντα ετών. Η Μαρίνα είναι φίλη μ’ ένα πλούσιο ομοφυλόφιλο ζευγάρι, τον Πέδρο και τον Έκτορ, οι οποίοι παριστάνουν τους προστάτες των τεχνών. Χορηγούν πολιτιστικές εκδηλώσεις και λογοτεχνικά εργαστήρια στη φυλακή όπου εκτίει την ποινή του ο Χοσέ. Προσκαλούν τη Μαρίνα να παρουσιάσει η εταιρεία της τη δουλειά τους εκεί, όπου γνωρίζει και ερωτεύεται τον Χοσέ, κάτι που την αποσπά από την άνετη ζωή της στην ανώτερη τάξη και τον σταθερό γάμο της και απειλεί την ύπαρξή της.

Μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες, το μυθιστόρημα αποκαλύπτει το χάσμα που υπάρχει στο Μεξικό μεταξύ πλουσίων και φτωχών, καθώς και την έλλειψη δικαιοσύνης και ευκαιριών για τους δεύτερους. Στην αρχή του μυθιστορήματος, ο Χοσέ περιγράφει το Μεξικό ως ένα έθνος διχασμένο μεταξύ των εχόντων, που ζουν με τον φόβο ότι θα χάσουν όλα όσα έχουν, και των μη εχόντων, που ζουν με οργή για ό,τι δεν έχουν. Οι μάστιγες της πολιτικής διαφθοράς, του ανδρισμού και της βίας που τροφοδοτείται από το εμπόριο ναρκωτικών αντιμετωπίζονται επίσης στο μυθιστόρημα.

Αντίστοιχα προς το τέλος, στον μονόλογό της η Μαρίνα περιγράφει ως εξής την ταξικότητα και τον φυλετικό ρατσισμό του σωφρονιστικού συστήματος:

«Φανταζόμουν τη φυλακή πολύ χειρότερα απ’ ό,τι ήταν. Δεν έπεσα πάνω σε επιθετικές τύπισσες ορεξάτες να με βάλουν στη θέση μου, ούτε βίαιες λεσβίες ξαναμμένες να με πηδήξουν με το ζόρι, Αντίθετα, βρήκα ταπεινές γυναίκες, φτωχές, πολλές απ’ αυτές θαμπωμένες με την περιβόητη υπόθεσή μου. […] Ο μέσος όρος ύψους στη φυλακή δεν πρέπει να ξεπερνάει το ένα και πενήντα δύο. Τα ινδιάνικα χαρακτηριστικά των περισσότερων κρατούμενων καταδεικνύουν τον ρατσισμό, για τον οποίο μου είχε πει τόσα πολλά ο Χοσέ Κουατέμοκ. Άνθρωποι της κοινωνικής μου τάξης και του χρώματός μου καταδικάζονται μόνον όταν η σοβαρότητα του εγκλήματος τους αναιρεί κάθε επιχείρημα νομικής υπεράσπισης ή όταν το σύστημα δράττει της ευκαιρίας να στείλει ένα μήνυμα στις υπόλοιπες. Η τιμωρία δεν ήταν για μένα, αλλά γι’ αυτό που αντιπροσώπευα. Η κοινωνική μου τάξη ήταν αυτή που απαίτησε την καταδίκη μου. Η αστική τάξη σιχαίνεται να της πάνε κόντρα και η δική μου πράξη αγάπης, διότι γι’ αυτό μόνο επρόκειτο, αποτέλεσε γι’ αυτούς μια εξέγερση που ήταν αδύνατον να χωνέψουν».

Ο Αριάγα εν τέλει παρουσιάζει ένα δυναμικό, ρομαντικό μυθιστόρημα-ποταμό, με διαθέσεις κοινωνικού σχολιασμού και με έντονες επιρροές από το αστυνομικό είδος. Συνθέτει μια δυνατή ιστορία αντιθέσεων που φέρνει τον αναγνώστη πιο κοντά σε πραγματικότητες που μερικές φορές είναι αδιανόητες. Τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος Alfaguara 2020, το πλέον σημαντικό στην ισπανόφωνη Αμερική.

Μικρό βιογραφικό

Ο Γκιγέρμο Αριάγα γεννήθηκε το 1958 στην Πόλη του Μεξικού, σε μια από τις πιο σκληρές συνοικίες της. Στα δεκατρία του έχασε την αίσθηση της όσφρησης ύστερα από τα χτυπήματα που δέχτηκε σε έναν καβγά. Μεγαλώνοντας προσπάθησε να γίνει πυγμάχος και ύστερα επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, χωρίς όμως να τα καταφέρει. Εντέλει σπούδασε επικοινωνία και ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Iberoamericana, όπου κατόπιν άρχισε να διδάσκει, πριν στραφεί στη συγγραφή. Είναι συγγραφέας των μυθιστορημάτων Escuadron Guillotina (1991), Μια γλυκιά μυρωδιά θανάτου (1994), El bufalo de la noche (1999) και δύο συλλογών διηγημάτων, Το σβησμένο πρόσωπο (2003) και Ρετόρνο 201 (2006), τα οποία έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Ωστόσο έγινε παγκόσμια γνωστός κυρίως ως σεναριογράφος σημαντικών κινηματογραφικών ταινιών: Χαμένες αγάπες (2000), 21 γραμμάρια (2003), Βαβέλ (2006), σε σκηνοθεσία Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιάριτου, και Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα (2005) σε σκηνοθεσία Τόμι Λι Τζόουνς. Γι’αυτή την ταινία κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 2005. Έχει γράψει και σκηνοθετήσει Τα σύνορα της μοναξιάς (2009).

 

Guillermo Arriaga, Να σώσουμε τη φωτιά, μτφρ. Νάννα Παπανικολάου, Ίκαρος, 2026

 

Προηγούμενο άρθροΤι θα δούμε φέτος στο θέατρο «Άνεσις»(της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΑπό το σκοτεινό δάσος στη δύναμη της αφήγησης  (της Γεωργίας Γαλανοπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ