Πολιτική και αισθητική στην ποίηση της Μαρίας Βαχλιώτη (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
240

της Βαρβάρας Ρούσσου

Πώς διαλέγεται σήμερα μια ποιητική φωνή με το Σολωμό, μια ποιήτρια με τη Γυναίκα της Ζάκυθος;  Το ερώτημα τίθεται με αφορμή τη Μαρία Βαχλιώτη η οποία συνδέει την τέταρτη συλλογή της με το σολωμικό αυτό δυσεξήγητο πλην γοητευτικό κείμενο που η φιλολογία εξέδωσε και ερμήνευσε από διάφορες παράλληλες οπτικές. Το ερώτημα που αυτόματα τίθεται αφορά στο είδος του διαλόγου ανοίγεται.

Επιλέγοντας η Βαχλιώτη ως προμετωπίδα το χωρίο «(Αλλά πρώτα να πω:/φωνές και χλαλοή: ποιος ρωτάει, ποιος αποκρένεται)» εισάγει την έννοια της ερώτησης και απόκρισης ή μάλλον της διπλής οπτικής σε ένα θέμα. Τα δεκαπέντε από τα είκοσι ποιήματα του βιβλίου, το κύριο σώμα, συγκροτούνται ως λόγος και αντίλογος, ως είδος λανθάνοντος δραματικού διαλόγου[1], που τον κινητοποιεί το «ποιος ρωτάει και ποιος αποκρένεται» ενώ κάθε ποίημα της συλλογής συνοδεύεται από σολωμικό μότο αντλημένο από τη Γυναίκα της Ζάκυθος. Οι διάλογοι αυτοί θέτουν λοιπόν μια κάλπη και ό,τι αυτή εκπροσωπεί: την αποφασισμένη επιλογή, την αναμέτρηση και αφού εδώ πρόκειται για διάλογο την αναμέτρηση λόγων.

Τα υπόλοιπα πέντε ποιήματα της συλλογής έχουν διαρθρωτικό και καίριο ρόλο: το πρώτο, «Προμηθέας», το επόμενο «At last», παραδόξως δεύτερο, στην αρχή δηλαδή του βιβλίου, και τα τρία τελευταία «Επιμηθέας», «At least», και πάλι παραδόξως προτελευταίο, και τέλος το άτιτλο εξόδιο στο οποίο θα επανέλθω.  Ο «Προμηθέας» κατά το μότο «ετοιμαζότουνα να φωνάξει δυνατά, για να δείξει πως δεν επέθανε» ετοιμάζεται να φωνάξει τα, κατ’ ουσίαν, γυναικεία τραύματα μιας ατελέσφορης γέννας που φέρει στο σώμα του: «σαν το κεφάλι ενός μωρού», «μια ατελής καισαρική τομή». Ένα ενσώματο άτομο με το τραύμα του «στη μέση ενός κυκλώνα», στη μέση μιας αδιέξοδης σύγχυσης. Το κλίμα του βιβλίου προσδιορίστηκε και ο κόσμος του προαναγγέλλεται ζοφερός. Ο «Επιμηθέας», προς το τέλος, θα συνδεθεί με τον «Προμηθέα» αποκαλύπτοντας ένα γυναικείο πρόσωπο, μια γυναίκα διαλυμένη από την υποταγή σε μια ταπεινή, μίζερη ζωή: «τι σμήνη από όρνεα κατέτρωγαν τις σάρκες της».

Όμοια το δεύτερο ποίημα «At last» θα συνδεθεί με το προτελευταίο «At least» με την επανάληψη φράσεων: «κι αυτό ήταν τελικά το μόνο που ήθελα να πω, κάτι εντελώς ασήμαντο και αυστηρώς προσωπικό, που φυσικά δεν πρόκειται για ποίημα -σας ξεγέλασα- είναι η ύστατη προσπάθεια μιας τραχειοστομίας να βγει απ’ την ανυπαρξία της […]γιατί είναι κι άλλη ακόμα η ζωή που χάσκει ανοιχτή, κι άλλη η κόλαση που υπομονετικά μας περιμένει.» κλείνοντας έναν κύκλο και ορίζοντας τι κάνει τελικά η ποίηση και «ποιος ρωτάει, ποιος αποκρένεται» ή με τα λόγια του Αχιλλέα Κυριακίδη «η καλή λογοτεχνία θέτει τα ερωτήματα. Η κακή τα απαντά.»[2] και ο τρόπος που η Βαχλιώτη θέτει στο βιβλίο αυτό τα ερωτήματα είναι σίγουρα καλή ποίηση.

Η δομή της συλλογής αποκαλύπτεται μελετημένη: οι ανθρώπινες σχέσεις, η ατομική βιωματική ρίζα, (γονεϊκές, ζευγαριού, αδελφών), το συλλογικό βίωμα ως δημόσια/εθνική/ πολιτισμική ιστορία, «κληροδοτημένη εις ημάς/ εκτυφλωτική απεικόνιση/ της προσωπογραφίας του Ανδρέα Κάλβου», κατά το ποίημα «Ελληνίδες, Έλληνες», η έννοια «έθνος», όλα αποτελούν αλληλοδιαπλεκόμενους κύκλους με ομάδες ποιημάτων που εκβάλλουν, όπως θα δούμε, στο ποίημα «Κάλπη».

Τα στοιχεία που συγκροτούν την ποιητική της Βαχλιώτη έχουν προετοιμαστεί συστηματικά στις προηγούμενες τρεις συλλογές της και κατακυρώνονται πλέον στην Κάλπη: η διελκυστίνδα μεταξύ αναφορικού και αφαιρετικού, ουσιαστικά η μετακίνηση από την λεκτική κυριολεξία στη λεκτική αμφισημία και τη μεταφορά, ο περιορισμός του αφηγηματικού στοιχείου μόνο στη δημιουργία ενός βασικού πυρήνα γύρω από τον οποίο περιπλέκονται τα ποιήματα, η πυκνότητα και η λιτή έκφραση, το προσωπικό, και μάλιστα το έμφυλο, όχι απλώς ως αποτύπωση μιας ατομικής εμπειρίας, ούτε ως καταγγελία ή πολεμική αλλά ως πολιτικός λόγος. Πολιτική φυσικά και η κριτική στο παρελθόν, εθνικό-ιστορικό και λογοτεχνικό και στο παρόν, με μέσα την αναλογία, τη μεταφορά, την υπαινικτική αναφορά, την ειρωνεία, άλλοτε λεπτή άλλοτε στα όρια του σαρκασμού.

Θα επικεντρωθώ σε ορισμένα χαρακτηριστικά αυτής της ποιητικής όπως διακρίνονται και χαρακτηρίζουν την Κάλπη επιχειρώντας να δείξω την ιδιαιτερότητά της.

Η Βαχλιώτη καθώς γνωρίζει καλά την ποιητική παράδοση τη χειρίζεται διττά: είτε έχοντας αφομοιώσει το μοντερνιστικό παράδειγμα λειτουργεί στη βάση του είτε διαμεσολαβώντας το παρελθοντικό ποιητικό παράδειγμα με την ένθεση αυτούσιων στίχων, την παραλλαγή τους, τη χρήση τους ως προμετωπίδα δηλαδή τη σαφή λεκτική αναφορά είτε αντλώντας από ποιητές του κανόνα στην Κάλπη (Σολωμό, Καβάφη και μια αναφορά σε Κάλβο), είτε με τον σκεπτικιστικό διάλογο με τον Ελύτη στα Άλλα λόγια και το Εσπεράντο. Ειδικά στην Κάλπη συμπλέκει αυτή την παράδοση με την ιστορική πραγματικότητα όπως διαμόρφωσε την χώρα, τους ανθρώπους της και κυρίως τον προσωπικό της ποιητικό λόγο.

Έτσι, το ΙΙ από το «Ελληνίδες, Έλληνες» δε διαλέγεται μόνο με το Ι αλλά δημιουργεί μια εσωτερική συνομιλία ρυθμισμένη σε δίστιχα όπου οι καβαφικοί στίχοι αποτελούν κάθε φορά το ειρωνικό αντηχείο των πρώτων στίχων: «Δευτέρα και Τετάρτη στη σκοπιά γερμανικό/ (σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος)/Τρίτη και Πέμπτη υπεύθυνος ωνίων (επέστρεφε συχνά και παίρνε με)/. Το ποίημα, ειρωνικά αλλά και κρυπτικά στοιχειοθετημένο, με μια καθαρεύουσα που παραπέμπει σε επίσημο εθνικό-στρατιωτικό λόγο, ιδίως άλλων εποχών, περιστρέφεται γύρω από τις έννοιες πολιτειότητα, ατομικότητα και μάλιστα ενσώματη («δέμας»), ομαδικότητα  ως εθνική κοινότητα και στρατός. Ο τελευταίος στίχος του Ι («εκτυφλωτική απεικόνιση//της προσωπογραφίας του Ανδρέα Κάλβου./») οδηγεί σε ένα  αδιέξοδο στο χώρο του συλλογικού/εθνικού φαντασιακού αφού αναφέρεται σε ένα ανύπαρκτο ως εικόνα πορτρέτο που συγκροτείται λογοθετικά σχεδόν, το οποίο φαίνεται να γίνεται συλλογική/εθνική αντανάκλαση τέτοια που αντί να αναπαριστά ως καθρέφτης, θολώνει το είδωλο-έθνος.

Η Βαχλιώτη αναζητά την εξισορρόπηση ανάμεσα στο κυριολεκτικό-αναφορικό και το αφαιρετικό-μεταφορικό ή και υπαινικτικό. Η διαφυγή από την κυριολεξία και την αναφορικότητα δεν αφορά μόνον τις λέξεις αλλά και τα συμβάντα είτε του ατομικού χώρου είτε του δημόσιου-εθνικού. Έτσι, σε αντίθεση με άλλες/ους ποιήτριες/τές που προβάλλουν τη λειτουργική αμεσότητα και την κυριολεξία του πραγματολογικού (αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, χρονολογίες, ονόματα και δράση προσώπων κλπ) λειτουργεί με σύντομες έμμεσες ενδείξεις των ιστορικών γεγονότων. Αντίθετα επίσης από άλλες ποιήτριες/ές που αφήνονται στην έλξη που ασκεί στον αναγνώστη η αφηγηματικότητα και η προφανής κατάδειξη προσωπικών βιωμάτων, στη Βαχλιώτη αυτό το στοιχείο συρρικνώνεται σημαντικά, οριακά σχεδόν μέχρι να δημιουργήσει το βασικό καμβά.

Τέτοιο παράδειγμα σχετικό με το ιστορικό ελληνικό παρελθόν συνιστά το ποίημα Εμφύλιος το τελευταίο φερώνυμο της συλλογής του 2019, και παρόμοια κινείται το «Διάγγελμα» από την Κάλπη. Η μικρασιατική καταστροφή ανακαλείται έμμεσα, η μεγαλοϊδεατική ρητορική παραπέμπει στη δύναμη κάθε ηγεμονικού λόγου που παρασύρει υποτάσσοντας: «Είχε επιτάξει όλον τον μάχιμο πληθυσμό/των λεξικών/στην υπηρεσία της Μεγάλης Ιδέας// θα όργωναν τα Βαλκάνια/θα έσπερναν την Ασία/νεοσύστατα βασίλεια θα φύτρωναν/σε κάθε γωνιά της γης//». Αντίθετα από την μαξιμαλιστική επεκτατική διάθεση του κυρίαρχου/ηγεμονικού λόγου η ήττα τεκμαίρεται από τα τοπωνύμια, τις συνέπειες στους ανώνυμους απλούς ανθρώπους (όπως αναφέρονται εξάλλου και στο «Εμφύλιος»). Η αντίθεση λόγου-αποτελέσματος αποδίδεται λιτά: «(«θα επιστρέψουμε τροπαιοφόροι πού θες να σου/ορκιστώ».Τον πίστεψε.//Δεν είχε έρθει ακόμα το καλοκαίρι με τα πρωτάκουστα:/Νέα Πέραμος, Κοκκινιά/Καισαριανή./». Όμοια τα «Παγκόσμιος» (δε διευκρινίζεται για ποιον παγκόσμιο ούτε για ποια προδοσία και ποιων από ποιους) και «Ελληνίδες, Έλληνες». Στα Ι από το «Διάγγελμα» και Ι, ΙΙ του «Παγκόσμιος» ο διάλογος δυο ανώνυμων προσώπων συμπυκνώνει το συλλογικό.

Χωρίς να αποτελεί δυστοπία ο κόσμος των φωνών που μιλούν είναι δύσκολος, συγκεχυμένος («κάλπικη, κάλπικη ζωή» στο «Exit» ΙΙ). Η εδεμική συνθήκη δεν υπάρχει, η αντίσταση καταλήγει σε ματαιότητα και αυτό αποδίδεται με πικρή ειρωνεία στο «Εδέμ Ι»: «αν δεν είναι ακριτικός/ τόπος εκτοπισμού/μαρτυρικό ξερόνησο//Παράδεισος δεν είναι». Η επιλογή της «Κάλπης είναι «κομμένα δάχτυλα αντηχούν/τον καλπασμό/ακόμα μιας χαμένης τετραετίας» (Ι).

Η «Κάλπη» είναι το κουτί του εξωφύλλου του βιβλίου, κουτί με διπλή σημασία: η εκλογική κάλπη της κάλπικης επιλογής/ζωής όπως εξάλλου σημαίνουν οι σχετικές με εκλογές λέξεις στο Ι («Πόσες ακόμα Κυριακές[…]απ’ την αυγή ανοιχτό ώσπου να σουρουπώσει/, άκυρα χρόνια/ποσοστά σαν πούπουλα λευκά/κι η αποχή πίσσα πικρή στο στόμα» ενώ στο ΙΙ το κουτί γίνεται η απτή απόδειξη της ματαιότητας, του θανάτου, το κουτί όπου εναποτίθενται τα γεγυμνωμένα οστά.

Παράλληλα, ενώ η Κάλπη βασίζεται στη διαλεκτική αντίθεση δομημένη πάνω σε αντιθετικούς διαλόγους, ορισμένα ποιήματα αρθρώνονται πάνω στην επανάληψη και από τα δυο μέρη ολόκληρων φράσεων που άλλοτε φέρνουν τη σύνθεση («At last»-«At least») άλλοτε επιτείνουν την αντίθεση. Έτσι, στο «Ατρείδες Ι και ΙΙ» όπου μιλούν η Ελένη στο Ι και η Κλυταιμνήστρα στο ΙΙ η επανάληψη «Εγώ θα βουτηχτώ στου βούρκου τα νερά/αυτός θα ξεπλυθεί-θύμα μοιχείας» και «Εγώ θα βουτηχτώ στα κόκκινα νερά/ αυτός θα ξεπλυθεί θύμα μοιχείας.» επιτονίζουν τη διαφορετική μοίρα δυο γυναικών.  Το διαλογικό σχήμα, συνδυαστικά με τις θεματικές, θα μπορούσε να εκπέσει σε υπεραπλουστευτικές αντιθέσεις αλλά θα πρέπει να εξετάσουμε το πώς, τους τρόπους που τίθενται τα ζητήματα, το συσχετισμό με το σολωμικό κείμενο ώστε να γίνει αντιληπτό ότι οι διπλοί αυτοί λόγοι δεν ολισθαίνουν στην κοινοτοπία αλλά το αντίθετο.

Οι φωνές εκφοράς αλλάζουν στα ποιήματα. Άλλοτε μπορούμε να ονομάσουμε τα κυρίως μυθολογικά πρόσωπα και να ανακαλέσουμε την ιστορία τους (Ελένη, Κλυταιμνήστρα, Δήμητρα, Περσεφόνη, Θέτις) άλλοτε πρόκειται για ανώνυμες φωνές.

Τι κατορθώνει με αυτούς τους τρόπους η ποιήτρια; Όπως έχει διαφανεί από τα παραπάνω παραδείγματα, προβάλλοντας την ατομική περίπτωση, τις συνέπειες της μεγάλης ιστορίας, της θεϊκής βούλησης, της εξουσιαστικής απόφασης, τις αποφάσεις αντίστασης στο ζόφο του κόσμου στις μικρές ζωές των ανθρώπων ουσιαστικά αποδομεί μεγάλες, και εν πολλοίς πατριαρχικές, αφηγήσεις, εθνικά/ ιδεολογικά/πολιτισμικά αφηγήματα και έτσι η κάλπη, οι πολιτικές επιλογές, η συλλογική και ατομική βούληση αναδεικνύονται αδύναμες.

Αλλά δεν κάνουν μόνο αυτό οι διάλογοι, δεν μένουν στο συλλογικό πολιτικό. Μπαίνουν στο χώρο του ατομικού και φέρνουν στην επιφάνεια ό,τι ορίζει την ατομική περίπτωση. Οι δυο πλευρές -οι δυο σύζυγοι, ο άντρας και η γυναίκα, οι γονείς και τα παιδιά, η μητέρα και η κόρη οι δυο μητέρες, τα δυο αδέλφια, οι ανώνυμες φωνές δείχνουν το συναίσθημα, την αλαζονεία και την ευσπλαχνία, την αντίσταση ή υποταγή, την Εδέμ και την Κόλαση δείχνουν έναν κόσμο κάλπικο που καλπάζει καθώς έρχεται από την κάλπη/επιλογή.

Τελικά, με τη φράση που προανέφερα «κι αυτό ήταν μόνο…σαράντα καλοκαίρια» αναδεικνύεται ο λόγος του προσώπου, η φωνή που αυτό αποκτά μέσω της ποίησης, μέσω των ιστοριών που ειπώθηκαν και μένει «για να ειπωθούν».

Τέλος, στη συλλογή διαφοροποιείται και η στερεότυπη μυθολογική νομιμοποιημένη εικόνα γυναικείων προσώπων (Δήμητρα-Κόρη, Κλυταιμνήστρα-Ελένη, Θέτις). Αν και πρόκειται για γνωστή ποιητική μέθοδο, (θυμίζω μόνο από την παγκόσμια λογοτεχνία την Πηνελοπιάδα της Άτγουντ, τα μυθικά πρόσωπα την Κάρολ Αν Ντάφυ και πολλά άλλα, θυμίζω την re-vision των μύθων της Ριτς) η Βαχλιώτη εντάσσει αυτή την έκκεντρη θεώρηση του μύθου στο πλαίσιο της εξομολογητικής διαλεκτικής και ξανά στο πλαίσιο των θεματικών που εξυπηρετούν το σχέδιο της συλλογής επισημαίνοντας ακόμη περισσότερο τη γυναικεία οπτική των προσώπων της συλλογής. Γιατί η φωνή εκφοράς είτε σε πρώτο πρόσωπο είτε σε τρίτο ενικό αποδίδεται κατά κύριο λόγο σε γυναικείους χαρακτήρες που   εξομολογούνται, διαμαρτύρονται ή αμφισβητούν ή έχουν εσωτερικεύσει το πατριαρχικό σύστημα. Το τελευταίο εξόδιο όπως προανέφερα ποίημα συμπυκνώνει, μεταξύ άλλων, και αυτή την πλευρά του βιβλίου.

Το ποίημα αυτό είναι σημαίνον: επανέρχεται η γιαγιά του πεζόμορφου «At least» «Αντικειμενικώς την έλεγες αγράμματη, δεν είχε βγάλει το δημοτικό-», φορέας προφορικών αφηγήσεων «η τέχνη της αφήγησης πριν την ανακαλύψουν θεωρητικοί και έδρες πανεπιστημίων». Μια ανεστραμμένη Γυναίκα (της Ζάκυθος) -όπως ανεστραμμένα τοποθετούνται τα ποιήματα «At last» και «At least» σε αντιδιαστολή με τα «Προ-μηθέας» και «Επι-μηθέας» που, κατά μια έννοια βρίσκονται στη σωστή τους θέση, ανάλογα με το μυθολογικό τους ρόλο. Η γιαγιά συγκεντρώνει γύρω της τα παιδιά-ακροατές, πρόγονος που κληροδοτεί το χάρισμα του λόγου στο ποιητικό υποκείμενο και προσωπείο του που «έσωσε το χέρι μου απ’ την καθολική αναπηρία». Είναι εκείνη που συμπυκνώνει «αόρατες ζωές» για «να βγούν απ’ την αφάνεια, με το κοινό και άδοξο και τετριμμένο όνομά μας, μάνα της μάνας μου, Μούσα, τραγούδα μου -πες μου τι θες να γράψω παρακάτω.». Η γιαγιά που έχει ακούσει το σύζυγο πολεμιστή στο μικρασιατικό, το σύζυγο-Ατρείδη-δυνάστη ή αδύναμο γίνεται η Μούσα της ποιητικής φωνής. Η οικειοποίηση αυτής της Μούσας-Μαρίας έρχεται να δημιουργήσει μια μητρογραμμική ποίηση, που θα πει την Ιστορία/ιστορία ως γυναίκα.

Τέλος, τα σολωμικά μότο αποτελούν μια ακόμη αναγνωστική πρόκληση. Δε διαλέγονται με τρόπο πάντα προφανή και άμεσο με τα ποιήματα. Κάθε μότο σε καλεί να το συνδέσεις με το αντίστοιχο ποίημα. Άλλοτε υπάρχει ο δεσμός μέσω μιας μόνο λέξης, άλλοτε  αποτελεί την αρχική βάση πάνω στην οποία δομείται το ποίημα, άλλοτε βρίσκεται σε στενότερη ή χαλαρότερη νοηματική σχέση με το σώμα του  ποιήματος, άλλοτε παράγεται, με την ανάγνωση ένα πυκνό μεταφορικό δίκτυο.

Η ποίηση της Βαχλιώτη συνδυάζει όπως επιχείρησα να δείξω, στοιχεία με έναν πρωτότυπο τρόπο. Προκλητική επειδή απαιτεί πολλές αναγνώσεις αλλά καθόλου επιθετική ή καταγγελτική θέτει εντούτοις ζητήματα που παράγουν θυμό όπως η γυναικεία υποταγή και σιωπή, οι εθνικές μειοδοσίες-προδοσίες, προβλεπτικότητα και η ανοησία μας, οι πιθανότητες αντίστασης και υποταγής μας, η θέση μας σε έναν κόσμο που γεννά διαρκείς ματαιώσεις. Έτσι, νομίζω καταθέτει μια ποίηση-έμπρακτη αρνητική απάντηση στο γνωστό ερώτημα που έχει απασχολήσει συζητήσεις περί ποίησης για την υποτιθέμενη  διάσταση αισθητικής πολιτικής.

 

Σημ. Η κάλπη της Μαρίας Βαχλιώτη βραβεύτηκε με το Λογοτεχνικό Βραβείο Αναγνώστη 2024.

[1] Έχω κατά νου έννοιες και την οπτική της Κατερίνας Καρατάσου, ιδίως για τη Γυναίκα της Ζάκυθος Βλ. Κατερίνα Καρατάσου, Λανθάνων διάλογος Ο δραματικός μονόλογος στη νεοελληνική ποίηση 19ος – 20ός αι., Gutenberg  Αθήνα, 2014

[2] Αχ. Κυριακίδης, Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας, Κίχλη 2015

 

 

Μαρία Βαχλιώτη, Κάλπη, Μελάνι 2023

Προηγούμενο άρθρο10 έλληνες λογοτέχνες για το καλοκαίρι (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΟι «For Freedoms» στην Αθήνα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ